Πέμπτη, 20 Απριλίου 2017

Αύριο τιμάται η Ζωοδόχος Πηγή: Τι εορτάζουμε

ζωοδόχος πηγή

Αύριο, πέντε ημέρες μετά το Πάσχα, τιμάται η Ζωοδόχος Πηγή.  H εορτή αυτή ανήκει στις λεγόμενες κινητές εορτές του εκκλησιαστικού έτους.

H Zωοδόχος Πηγή είναι μία εορτή πρός τιμήν της Παναγίας. Δν έχει σχέση με τη ζωή της υπεραγίας Θεοτόκου, όπως οι άλλες γνωστές θεομητορικές εορτές, λόγου χάριν τα Eισόδια, ο Eυαγγελισμός ή η Kοίμησις της Θεοτόκου. H εορτή αυτή έχει σχέση με τις θαυμαστές επεμβάσεις της Παναγίας πρός σωτηρίαν δυστυχών και ταλαιπώρων ανθρώπων που την επικαλέσθηκαν με πίστι.
H Zωοδόχος Πηγή μας υπενθυμίζει τα θαύματα, που έκανε η Παναγία σε ένα ωρισμένο ναό της στον τόπο εκείνο που προκαλεί τη συγκίνησι κάθε Έλληνος.
Πρίν από 1500 περίπου χρόνια σε κάποια εξοχή της Kωνσταντινουπόλεως, κάπου εκεί σ’ έναν έρημο δρόμο, ένας δυστυχισμένος άνθρωπος φώναζε «βοήθεια!». Kανείς δεν τον άκουγε, καμία σημασία δεν του έδιναν στον έρημο εκείνο τόπο. Πέρασε όμως από το σημείο εκείνο ένας άνθρωπος σπλαχνικός, που είχε καρδιά με αγάπη. Άκουσε τη φωνή του δυστυχισμένου, που ζητούσε βοήθεια, και έσπευσε να τον βρει και να τον βοηθήσει όσο μπορούσε. Tον βρήκε σε ελεεινή κατάστασι.Ήταν τυφλός και έμενε εκεί. Kάποιος τον είχε πετάξει στον έρημο εκείνο τόπο και τον είχε αφήσει ασπλάχνως μόνο του.
O τυφλός είχε μέρες νηστικός, πεινασμένος και διψασμένος. O εύσπλαχνος άνθρωπος, που τον βρήκε, τον πήρε από το χέρι και τον χειραγώγησε. O τυφλός του λέει·
―Έχω μέρες να πιώ νερό· σε παρακαλώ, νεράκι θέλω.Eκείνος έψαξε. Mπήκε σ’ ένα δάσος. Προχώρησε γιά να βρει πηγή. Δεν βρήκε. Tότε ακούει μια φωνή, μιά μυστηριώδη φωνή
·―Δεν χρειάζεται ν’ αγωνιάς. Tο νερό είναι κοντά. Προχώρει και θα το βρεις.Προχωρεί αρκετό διάστημα μέσα στο δάσος, αλλά και πάλι δεν βρήκε καθόλου νερό. Aκούει ξανά τη φωνή
·―Mην απογοητεύεσαι. Προχώρει και θα βρείς.Προχώρησε λίγο ακόμα μέσα στο δάσος. Kαι τότε εκεί βρίσκει ένα γάργαρο δροσερό νερό. Έδωσε στο διψασμένο να πιει. O τυφλός ήπιε και ευφράνθηκε.Tότε άκουσε πάλι τη φωνή·
―Πλύνε του, λέει, τα μάτια που είναι τυφλά, και τότε θα μάθεις αμέσως, ποιά είμαι εγώ, που κατοικώ εδώ από πολλά χρόνια. Πράγματι του έπλυνε τα τυφλά μάτια, και ο τυφλός είδε το φως του, έγινε αμέσως καλά με τη βοήθεια της Παναγίας, που φανέρωσε έτσι την ζωοδόχο πηγή της.
Aυτός που έκανε την αγαθή αυτή πράξη ήταν ένας άγνωστος και άσημος στή Pωμαϊκή αυτοκρατορία. Mικρός, τιποτένιος, ασήμαντος άνθρωπος, που κανείς δεν τον ήξερε και κανείς δεν έκανε λόγο γι’ αυτόν στά σαλόνια της Kωνσταντινουπόλεως ούτε πουθενά αλλού. Ήταν ένας ταπεινός άνθρωπος μακέλλης στο επάγγελμα, δηλαδή κρεοπώλης. Ήταν ο Λέων. Ποιος Λέων; O μετέπειτα αυτοκράτωρ Λέων ο A΄ ο Θραξ, ο λεγόμενος και Mακέλλης (457-474).
Aυτόν λοιπόν τον ταπεινό και φιλεύσπλαχνο άνθρωπο, η θεία πρόνοια τον πήρε ύστερα από λίγα χρόνια από τη θέση του κρεοπώλου και τον έκανε αυτοκράτορα της μεγαλυτέρας αυτοκρατορίας του τότε κόσμου, του Bυζαντίου, που ως φάρος επί χίλια χρόνια, εις πείσμα των δαιμόνων, εφωταγώγησε ολόκληρη την ανθρωπότητα.
O Λέων, όταν έγινε αυτοκράτωρ, δεν λησμόνησε το περιστατικό αυτό. Θυμήθηκε τη λεπτομέρεια αυτή της ζωής του, έσπευσε στον τόπο εκείνο και οικοδόμησε εκεί μεγάλο ναό πρός τιμήν της Zωοδόχου Πηγής της υπεραγίας Θεοτόκου. Kαι κάτω, στά υπόγεια του ναού αυτού, ανέβλυζε γάργαρο και κρυστάλλινο νερό, το οποίο ήτο θαυματουργό. στον τόπο αυτό, που λέγεται Mπαλουκλί, συνέρρεαν χιλιάδες άνθρωποι απ’ όλα τα μέρη της αυτοκρατορίας.
Kαι είναι γεγονός, δεν είναι ψέματα, ότι η πηγή αυτή έκανε μεγάλα και σπουδαία θαύματα. Aγιασμένο νερό βγαίνει από τη γη και θαυματουργεί. Aκόμη και Tούρκοι και Tουρκάλες πηγαίνουν στην εκκλησία αυτή της Kωνσταντινουπόλεως, παίρνουν αγιασμένο νερό και θεραπεύονται
O ναός της Zωοδόχου Πηγής γκρεμίστηκε εκ θεμελίων κατ’ επανάληψιν και ανοικοδομήθηκε πάλι από ευσεβείς αυτοκράτορες, και ιδίως από τον ένδοξο αυτοκράτορα Iουστινιανό. O ναός αυτός έχει ιστορία, είναι ιστορικός. Yπάρχει ακόμη και σήμερα. σε όσους επισκέφθηκαν την Kωνσταντινούπολη ο ναός αυτός είναι γνωστός ως ο ναός του Mπαλουκλί, στον οποίο πρό ετών, το 1955, βέβηλοι Tούρκοι εισώρμησαν και δεν μπορώ να εκφράσω τί βεβηλώσεις έκαναν.Aυτό είναι το ιστορικό του ναού αυτού, ο οποίος σώζεται μέχρι και σήμερα και συνδέεται με την ιστορία του γένους μας.

Απόσπασμα ομιλίας επισκόπου Αυγουστίνου

Κυριακή, 2 Απριλίου 2017

Με πρότυπο την Παναγία π. Θεμιστοκλής Μουρτζανός

Με πρότυπο την Παναγία


 Στην ζωή των μεγαλυτέρων η Παναγία είναι παρούσα. Στις δυσκολίες, στα αιτήματα, στις αγωνίες την επικαλούμαστε, συχνά αυθόρμητα.  Οι περισσότεροι νέοι όμως δεν έχουν αυτόν τον σύνδεσμο. Ίσως γιατί δεν μπορούν να κατανοήσουν πόσο σημαντικό είναι να έχουμε ως πρότυπο μία γυναίκα η οποία από την παιδική της ηλικία αγάπησε τον Θεό και προχώρησε στην πιο ηρωική πράξη που θα μπορούσε να κάνει ο άνθρωπος: να δεχτεί στην ύπαρξή του τον Θεό ακέραιο και να του δανείσει την σάρκα, ώστε να προσλάβει την ανθρώπινη φύση.
  Η κίνηση αυτή της Παναγίας είναι καρπός απόλυτης αγάπης. Οι νέοι σήμερα δεν μπορούν να αγαπήσουν τον Θεό κατά προτεραιότητα. Ακόμα κι όσοι συμμετέχουν στην Εκκλησία αισθάνονται τον Θεό ως ένα τμήμα, όχι ως την ίδια τους την ζωή. Γι’ αυτό και δεν μπορούν να καταλάβουν την απόφαση της Θεοτόκου να εμπιστευθεί τον Θεό θέτοντας σε κίνδυνο την ζωή, την αξιοπρέπεια, την σχέση της με τον κόσμο. Διότι ο ιουδαϊκός νόμος ήταν σαφής. Παραδειγματική τιμωρία την περίμενε αν ο Ιωσήφ, ο μνήστοράς της, δεν την κάλυπτε για την απρόσμενη εγκυμοσύνη. Η Παναγία δεν επιτρέπει ενδοιασμούς στον εαυτό της. Η αγάπη είναι παράδοση στο θέλημα του Θεού.

  Οι νέοι σήμερα δυσκολεύονται να κατανοήσουν το πώς μία γυναίκα αποφασίζει να αφιερώσει την ζωή της στο μεγάλωμα ενός παιδιού, γνωρίζοντας ότι αυτό θα ανήκει σε όλη την ανθρωπότητα. Δεν θα δει από αυτό την χαρά της οικογένειας, της επαγγελματικής επιτυχίας, της φροντίδας. Δεν θα μπορεί να έχει ούτε καν φιλοδοξίες γι’ αυτό, να προσδοκά. Γνώριζε εξ αρχής ότι θα ήταν "σημείον αντιλεγόμενον". Ότι θα βίωνε κοντά Του οξύ τον πόνο της δίστομης ρομφαίας στην καρδιά της. Σε μία εποχή ιδιοτέλειας και κτητικότητας, μία τέτοια πρόγνωση είναι απόλυτα αποτρεπτική.

 Οι νέοι σήμερα δυσκολεύονται να κατανοήσουν τι σημαίνει πνευματική χαρά, αυτήν δηλαδή που βίωνε η Παναγία όντας κοντά στον Υιό της. Ότι δεν είναι οι υλικές απολαύσεις, η σταθερότητα και η ασφάλεια το κλειδί για να είναι χαρούμενος ο άνθρωπος, αλλά το να έχει τον Θεό στην καρδιά του, να Τον κοινωνεί στα πρόσωπα όσων Τον αποδέχονται και να προσεύχεται για όλους όσους Τον απορρίπτουν. Ότι χαρά σημαίνει καθαρή καρδιά. Σημαίνει να νοιάζεται κάποιος για να μπορούν οι άνθρωποι να έχουν νόημα ζωής. Να επιλέγει την οδό της ταπείνωσης και όχι της έπαρσης. Να σηκώνει τον σταυρό που του αναλογεί όχι με μίσος και απέχθεια, αλλά με ελπίδα. Ότι χαρά είναι τελικά η αγάπη.

 Ο πολιτισμός μας κάνει τους νέους να αναζητούν αλλού πρότυπα. Στον εκκοσμικευμένο τρόπο ζωής η εικόνα του εαυτού δεσπόζει, στα κινητά, στα Μέσα Κοινωνικής Δικτύωσης, στον καθρέφτη του σπιτιού. 
 Στις εικόνες της η Παναγία είναι πάντοτε μαζί με τον Υιό της. Εκείνον κοιτά. Εκείνον δείχνει. Αλλά και όταν είναι μόνη της έχει τα χέρια της στραμμένα προς τον ουρανό, προσευχόμενη για τον καθέναν μας. Άφησε τον εαυτό της κατά μέρος. Και δείχνει σε όλους, ιδιαίτερα στους νέους, ότι η αληθινή καταξίωση δεν είναι η έγνοια για το «εγώ», αλλά το μοίρασμα, η σχέση με τον Θεό και τον συνάνθρωπο, ο τρόπος τελικά της Εκκλησίας. Ας είναι λοιπόν η Παναγία το πρότυπο που θα υιοθετήσουμε!
π. Θεμιστοκλής Μουρτζανός
Δημοσιεύθηκε στην "Ορθόδοξη Αλήθεια"
στο φύλλο της Τετάρτης 29 Μαρτίου 2017

Mοναστήρι Ορμύλια Χαλκιδικής-Ανοίξω το στόμα μουΤου Πρωτοπρεσβυτέρου Γεωργίου Δορμπαράκη


Ανοίξω τό στόμα μου καί πληρωθήσεται Πνεύματος...





Ανοίξω τό στόμα μου καί πληρωθήσεται Πνεύματος...  Θά ἐπιχειρήσουμε νά προσεγγίσουμε τό πανάχραντο πρόσωπο τῆς Ὑπεραγίας Θεοτόκου μέσα ἀπό τόν εἰρμό τῆς πρώτης ὠδῆς τοῦ κανόνα τοῦ ᾽Ακαθίστου ῞Υμνου. Ὡς γνωστόν ἡ ἐκκλησιαστική ποίηση ἤδη ἀπό τόν 8ο μ.Χ. αἰ. καθιέρωσε ὡς τρόπο ἔκφρασης τό εἶδος πού λέγεται κανόνας καί πού ἀποτελεῖται ἀπό ἐννέα ὠδές. Κι ἡ κάθε ὠδή ξεκινάει μέ τόν εἰρμό, πού ὀνομάζεται ἔτσι, γιατί εἴρει, δηλ. συνδέει στόν τρόπο ψαλμωδίας καί τά ὑπόλοιπα τροπάρια τῆς ὠδῆς. Ὁ πρῶτος λοιπόν εἰρμός ἀναφέρει: ῾ ᾽Ανοίξω τό στόμα μου καί πληρωθήσεται Πνεύματος καί λόγον ἐρεύξομαι τῇ βασιλίδι Μητρί, καί ὀφθήσομαι φαιδρῶς πανηγυρίζων καί ἄσω γηθόμενος ταύτης τά θαύματα᾽. Δηλ. : Θά ἀνοίξω τό στόμα μου καί θά γεμίσει ἀπό τό Πνεῦμα τοῦ Θεοῦ, καί θά πῶ λόγο γιά τή βασίλισσα Μητέρα, καί θά φανῶ φαιδρός πανηγυριστής καί θά τραγουδήσω μέ χαρά τά θαύματά της.

Ὁ ὑμνωδός μᾶς λέει ὅτι θά μιλήσει, θά φωνάξει γιά τήν Παναγία, πού εἶναι ἡ βασίλισσα Μητέρα. Στή θέση τοῦ ψαλμωδοῦ βρισκόμαστε ἀκριβῶς κι ἐμεῖς κάθε φορά πού συναζόμαστε γιά νά ψάλουμε τά Χαῖρε πρός αὐτήν.
Ὁ λόγος τοῦ ὑμνωδοῦ ἔτσι δέν εἶναι ἀτομικός του λόγος. Γίνεται λόγος ἐκκλησιαστικός, λόγος ὅλων μας. Τά συναισθήματα γιά τήν Παναγία ὠθοῦνται στήν καρδιά τοῦ ὑμνωδοῦ, ὅπως ὠθοῦνται γιά νά ἐκφραστοῦν καί σέ ὅλους τούς πιστούς. Τί θά πεῖ ὅμως γιά τήν Παναγία ὁ ὑμνωδός; Τί λόγο θά ἐκφράσει ἀπό τό στόμα του; ῎Αρα τί λόγο καλούμαστε κι ἐμεῖς νά ἔχουμε γιά τή Μεγάλη Μητέρα μας;
Ξεκαθαρίζει τά πράγματα ὁ ὑμνωδός:

(1) Ὁ λόγος του δέν θά εἶναι κάποιος πρόχειρος λόγος. Οἱ προχειρότητες ταιριάζουν γιά ἐκεῖνα τά πράγματα τοῦ κόσμου, πού εἶναι ἄνευ σημασίας.
(2) Οὔτε ὅμως μπορεῖ ὁ λόγος του νά εἶναι κάποιος ἀνθρώπινος στοχασμός, ἔστω καί σοφός. Μπροστά στήν Παναγία ὁ ἀνθρώπινος λόγος χάνει τήν ὅποια δύναμή του.

(3) Ὁ λόγος του, σημειώνει, θά εἶναι λόγος τοῦ ἁγίου Πνεύματος. ῾᾽Ανοίξω τό στόμα μου καί πληρωθήσεται Πνεύματος᾽. Μόνον ὁ ἐμφορούμενος ἀπό τό ἅγιον Πνεῦμα μπορεῖ νά δεῖ ὀρθά καί νά μιλήσει σωστά γιά τήν Ὑπεραγία Θεοτόκο. Κατά κάποιο τρόπο πρέπει νά εἶναι κανείς στό ἐπίπεδο τοῦ προφήτη ἤ τοῦ ἀποστόλου, γιά νά μπορέσει νά μιλήσει γιά τήν Παναγία. 
Αὐτό συμβαίνει διότι ἡ Παναγία δέν εἶναι ἕνα ἁπλό ἀνθρώπινο πρόσωπο. Χαριτώθηκε ἀπό τόν Θεό λόγω τῆς ἀπέραντης ὑπακοῆς της νά γίνει ἡ Μητέρα τοῦ Κυρίου, γι᾽ αὐτό καί μόνον ὅποιος ἔχει μετασκευασμένα ἀπό τό ἅγιον Πνεῦμα τά μάτια του μπορεῖ νά τήν θεωρήσει σωστά. ᾽Ισχύει τό ἴδιο μέ αὐτό πού συνέβη μέ τήν ᾽Ελισάβετ. Τήν εἶδε μετά τόν Εὐαγγελισμό μέ σωστό τρόπο, γιατί ῾ἐπλήσθη Πνεύματος ἁγίου καί ἀνεφώνησε φωνῇ μεγάλῃ καί εἶπε: Εὐλογημένη σύ ἐν γυναιξί᾽. Μόνον λοιπόν ὁ ἐν Πνεύματι εὑρισκόμενος ἔχει ὀρθή θεώρηση τῆς Παναγίας.
῎Ετσι μπροστά σέ ᾽Εκείνην κρίνεται ἡ ποιότητα τῆς χριστιανικῆς μας συνειδήσεως, πού σημαίνει ἀποκαλυπτόμαστε ὀρθόδοξοι ἤ αἱρετικοί. Κι ἀκόμη περισσότερο: μπορεῖ νά ἀποκαλυφθεῖ ἡ ἰουδαϊκή πιθανόν τοποθέτησή μας. Ἡ Παναγία δηλ. ἀποτελεῖ κριτήριο ὀρθοδοξίας. Κατά συνέπεια αὐτοί πού ὑβρίζουν τήν Παναγία, σάν τούς Γιεχωβάδες, βρίσκονται στή θέση τῶν ᾽Ιουδαίων: ἐκεῖνοι τήν ἔκριναν μέ τίς πιό ἀκατανόμαστες ὕβρεις. Αὐτοί πού ἰσχυρίζονται ὅτι εἶναι μιά ἁπλή γυναίκα, ὅπως ὅλες οἱ ἄλλες, φανερώνουν τήν αἵρεσή τους, σάν τούς αἱρετικούς Προτεστάντες. Αὐτοί πού ὑπερτιμοῦν ἀπό τήν ἄλλη τήν Παναγία ἀναβιβάζοντάς την στό ἐπίπεδο τῆς θεότητος, σάν τούς Ρωμαιοκαθολικούς, φανερώνουν τή δεξιά ἀπόκλιση τῆς πλάνης. Γιά τούς ᾽Ορθοδόξους ὅμως ἡ Παναγία εἶναι αὐτό πού δηλώνει τό ὄνομά της: Παν-αγία, δηλ. ὑπεράνω ὅλων τῶν ἁγίων, μά ἄνθρωπος. Γεμάτη ἀπό τή χάρη τοῦ Θεοῦ, χωρίς ὅμως νά ξεφεύγει ἀπό τά ἀνθρώπινα ὅρια. Στό πρόσωπο τῆς Παναγίας βλέπουμε τήν ἀνθρώπινη προοπτική: νά θεωθοῦμε, ἐννοώντας ὡς θέωση τήν ἕνωσή μας μέ τόν Κύριο, παραμένοντας ὅμως πάντοτε ἄνθρωποι.

Κι ὁ ὑμνογράφος καταλήγει: σ᾽ αὐτήν τήν κατάσταση, πού τό Πνεῦμα τοῦ Θεοῦ μᾶς δίνει λόγο γιά νά μιλήσουμε γιά τήν Παναγία, χαιρόμαστε καί πανηγυρίζουμε. Δέν μποροῦμε νά θυμηθοῦμε τήν Παναγία καί νά μή φαιδρύνει ἡ ψυχή μας, νά μήν πλησθοῦμε εὐφροσύνης. Γιατί βλέπουμε σ᾽ Αὐτήν τήν περίσσεια τῆς χάρης τοῦ Θεοῦ. Κι ἡ χάρη εἶναι πάντοτε χαρά. Μόνον ὁ διάβολος σκυθρωπάζει καί καίγεται ἀπό τήν ἀναφορά στήν Παναγία.

Οἱ συνάξεις μας κάθε φορά ἐπί τῇ μνήμῃ τῆς Παναγίας ἀποδεικνύουν ὅτι κι ἐμεῖς ἐμφορούμαστε ἀπό Πνεῦμα Θεοῦ. Λίγο ἤ πολύ ἡ χάρη τοῦ ἁγίου Πνεύματος μᾶς ἱκανώνει νά προσερχόμαστε τήν ᾽Εκκλησία καί νά ἀτενίζουμε τό πρόσωπο τῆς Θεοτόκου. Ἡ εὐθύνη μας εἶναι διπλή: νά κρατᾶμε τή χάρη αὐτή, δηλ. νά βρισκόμαστε σ᾽ ἐκείνη κάθε φορά τήν ἑτοιμότητα γιά νά τιμᾶμε τήν Παναγία, καί νά ἀγωνιζόμαστε νά τήν αὐξάνουμε. Καί διακράτηση καί αὔξηση τῆς χάρης τοῦ Θεοῦ, πού πλούσια εἶχε καί ἔχει ἡ Παναγία, σημαίνει: νά ὑποτασσόμαστε κάθε φορά στό θέλημα τοῦ Θεοῦ. Τό ῾ἰδού ἡ δούλη Κυρίου, γένοιτό μοι κατά τό ρῆμα Σου᾽ τῆς Παναγίας νά γίνεται καί ἡ δική μας ἀπάντηση στήν ὅποια πρόσκληση τοῦ Θεοῦ πού μᾶς ἀπευθύνει τήν κάθε στιγμή τῆς ζωῆς μας.

Ο Άγιος Σέργιος ,η Θεοτόκος και οι Χαιρετισμοί


Αποτέλεσμα εικόνας για ПРЕПОДОБНЫЙ СЕРГИЙ РАДОНЕЖСКИЙ Пресвятой Богородицы

Το όνομα ενός μεγάλου ασκητού που έζησε κοντά στον ποταμό Νούρμα της Ρωσίας ήταν Σέργιος. Όλα αυτά τα χρόνια νήστευε αυστηρά. Ξηροφαγία για πέντε μέρες με λίγο νερό, και το Σαββατοκύριακο λαδερό, ακόμα και το Πάσχα.

Το Σαρανταήμερο της Μεγάλης Τεσσαρακοστής, τελείως άσιτος. Είχε καταπλήξει τότε τον κόσμο με το πλήθος των αρετών του, ιδίως με την απέραντη καλοσύνη του και το ταπεινό του φρόνημα. Η φήμη του είχε εξαπλωθεί σε ολόκληρη τη Ρωσία, φήμη αγίου και θαυματουργού, οι δε συναξαριστές και βιογράφοι του μας αναφέρουν ότι συχνά συλλειτουργούσε με αγγέλους όπως κάποτε ο Άγιος Σπυρίδων και αργότερα πολλοί ακόμα άγιοι. Είχε δε πλήθος από ουράνιες αποκαλύψεις και καταπληκτικές ενέργειες της Θείας Χάριτος και ιδιαιτέρως μάλιστα από την Υπεραγία Θεοτόκο. Αρχίζω μ’ αυτή την ιστορία, αυτού του Αγίου διότι ο Άγιος αυτός έχει άμεση σχέση με τους Χαιρετισμούς. Έτσι ο Άγιος Φώτιος, μητροπολίτης Κιέβου, τον εγκατέστησε ηγούμενο στο μεγάλο μοναστήρι της Αγίας Τριάδος. Ο Άγιος εκοιμήθη οσιακώς, στις 25 Σεπτεμβρίου/8 Οκτωβρίου του 1413.
Αποτέλεσμα εικόνας για ПРЕПОДОБНЫЙ СЕРГИЙ РАДОНЕЖСКИЙ Пресвятой Богородицы
Ύστερα από πολλά πολλά πολλά χρόνια, που είχε πλέον ξεχαστεί το άγιον πέρασμά του, εμφανίστηκε ξαφνικά ένα βράδυ στον ύπνο ενός απλού και ταπεινού μοναχού, και ο μοναχός τον ρώτησε : -Ποιος είσαι; - Είμαι ο αμαρτωλός Σέργιος που παλαιότερα εδώ ήμουν ηγούμενος. Να πεις λοιπόν στον τωρινό ηγούμενο ν’ ανοίξει τον τάφο μου. Πράγματι υπήκουσε ο ηγούμενος και άνοιξαν τον τάφο του, και από τότε το σκήνωμά του έγινε μια τεράστια πηγή Θείας Χάριτος και πλήθος θαυμάτων. Ο Θεός δια πρεσβειών της Υπεραγίας Θεοτόκου, θέλησε να δοξάσει τον δούλον του, εδώ στη γή, τότε που ο κόσμος πλέον τον είχε ξεχάσει. Το χαρακτηριστικό του Αγίου ήταν ότι υπεραγαπούσε την Παναγία μας και της ήταν πάντοτε υπήκουος μέχρι θανάτου. Και αυτό το διδάχτηκε στην πράξη  στο Άγιον Όρος. Διότι από το Αγιορείτικο περιβόλι του Άθωνος, ξεκίνησε την ασκητική του ζωή ο Άγιος Σέργιος, για να συνεχίσει στη Ρωσία κοντά στον ποταμό Νούρμα, μέχρις ότου και εκοιμήθη οσιακώς.
Αποτέλεσμα εικόνας για ПРЕПОДОБНЫЙ СЕРГИЙ РАДОНЕЖСКИЙ Пресвятой Богородицы
Ένα άλλο πράγμα που είναι εξίσου θαυμαστό ήταν ότι ο Άγιος, όλη την ημέρα, όποια και αν ήταν η εργασία του, όποιο και αν ήταν το διακόνημά του, όπου και αν ευρίσκετο, συνεχώς, εψιθύριζε τους Χαιρετισμούς της Παναγίας, από την αρχή μέχρι το τέλος. Και πάλι από την αρχή, και πάλι από την αρχή, αμέτρητες, εκατοντάδες, χιλιάδες φορές, ίσως και εκατομμύρια σε ολόκληρη τη ζωή του.
Αποτέλεσμα εικόνας για ПРЕПОДОБНЫЙ СЕРГИЙ РАДОНЕЖСКИЙ Пресвятой Богородицы
 Γι’ αυτό και είχε τόση ευλογία και τόση χάρη, και τόση προστασία και τόσα θαυματουργικά χαρίσματα από την Υπεραγία Θεοτόκο. Άλλωστε αυτή ήταν που κατά μαρτυρία όσων βρισκόταν στην κοίμησή του, ήταν Αυτή η οποία κατέβηκε εν μέσω δορυφορούντων Αγγέλων και Αρχαγγέλων, Χερουβείμ και Σεραφείμ και παρέλαβε την αγία και οσία ψυχή του.

Σάββατο, 25 Μαρτίου 2017

Ο Ευαγγελισμός της Θεοτόκου



Ο Ευαγγελισμός της Θεοτόκου
Ο ΕΥΑΓΓΕΛΙΣΜΟΣ ΤΗΣ ΘΕΟΤΟΚΟΥ
Μιχαήλ Χούλη, Θεολόγου
Όταν η Ελισάβετ, που ήταν ξαδέλφη της Παναγίας και μητέρα του Ιωάννη του Βαπτιστή,  ήταν έγκυος στον 6ο μήνα της, ο Θεός έστειλε τον αρχάγγελο Γαβριήλ σε μια φτωχή αγροτοποιμενική κωμόπολη της Γαλιλαίας, που λεγόταν Ναζαρέτ (είχε δεν είχε 300 κατοίκους). Αποστολή του ήταν να μεταδώσει το πιο σπουδαίο μήνυμα της ιστορίας, τη γέννηση του Θεανθρώπου, σε μια αρραβωνιασμένη κοπέλα, την Μαριάμ, με κάποιον που τον έλεγαν Ιωσήφ και καταγόταν απ’ τη γενιά του Δαβίδ.
Οι κοπέλες αρραβωνιάζονταν τότε σε ηλικία περίπου 14 ετών και οι άντρες σε ηλικία περίπου 22 ετών ή και λίγο περισσότερο. Η απιστία της γυναίκας μετά από ένα τέτοιο γεγονός, ή και η παντρεμένη που συλλαμβανόταν επί μοιχεία, επέφεραν τον δια του λιθοβολισμού θάνατο. Η Μαριάμ, όνομα που σημαίνει «δυναμική», είχε τη δύναμη του Θεού από βρέφος. Από τότε δηλαδή που οι ευσεβείς γονείς της την αφιέρωσαν στον Ναό των Ιεροσολύμων, μετά την απάντηση του Θεού στις προσευχές τους, διότι ήσαν άτεκνοι (Η ατεκνία για την εποχή εκείνη εθεωρείτο μεγάλο όνειδος και ντροπή). Η Παναγία κόρη της Ναζαρέτ έμεινε 12 χρόνια στο Ναό και επικοινωνούσε καθημερινά με το Θεό δια της καρδιακής προσευχής. Προετοιμάστηκε έτσι δια της χάριτος του Θεού στο να γίνει η μάνα του Υιού Του, αλλά και μάνα της Εκκλησίας.
    Ο Ιωσήφ, ευσεβής και δίκαιος άνδρας, είχε ήδη κι άλλα παιδιά από προηγούμενη αποθανούσα γυναίκα του (σύμφωνα με την Ορθόδοξη Εκκλησία), τα ονόματα των οποίων αναφέρονται στα Ευαγγέλια. Ο συγκεκριμένος γάμος που επρόκειτο να γίνει ήταν ειδική περίπτωση, αφού ο Ιωσήφ ήταν συγγενής της Θεοτόκου και σκοπό είχε την ανάληψη της φροντίδας της Μαριάμ, εφόσον μάλιστα οι γονείς της είχαν στο μεταξύ πεθάνει. Το επάγγελμα του Ιωσήφ ήταν οικοδόμος και ξυλουργός (δεν διαχωρίζονταν στην εποχή του, οι άνθρωποι ήσαν πολυτεχνίτες). Όχι μόνο κατασκεύαζαν και πουλούσαν (με τον Ιησού στη συνέχεια), σε μια αρκετά μεγάλη έκταση γύρω από τη Ναζαρέτ, γεωργικά μηχανήματα, άροτρα και αγροτικό εξοπλισμό, αλλά και επισκεύαζαν ή έκτιζαν σπίτια. Το περιβάλλον επομένως στο οποίο μεγάλωσε ο Ιησούς ξέφευγε από τα στενά όρια της ιδιαίτερης πατρίδας Του και απλωνόταν σε πλουσιότερες πόλεις με ποικιλία παραδόσεων και πολιτισμού, παράλληλα με την λειτουργική ζωή της Συναγωγής, στην οποία ο Χριστός από μικρός είχε ιδιαίτερη επίδοση.
Παρουσιάστηκε λοιπόν ο αρχάγγελος στην Μαριάμ και της είπε ότι είναι ευλογημένη και χαρισματικά προικισμένη, περισσότερο από όλες τις άλλες γυναίκες. Εκείνη ταράχτηκε με τα λόγια του και δεν κατάλαβε τι πραγματικά ο απεσταλμένος του Θεού εννοούσε. Ο Γαβριήλ τής εξήγησε ότι θα γεννήσει γιο που θα ονομαστεί Ιησούς. Αυτός θα είναι Υιός του Υψίστου, θα αναλάβει το θρόνο του Δαβίδ, και η βασιλεία Του δεν θα έχει τέλος. Επαληθεύτηκε επομένως η προφητεία του Ησαΐα που έλεγε: «Νά, η Παρθένος θα συλλάβει, θα γεννήσει γιο και θα ονομαστεί Εμμανουήλ, ήτοι: ο Θεός είναι μαζί μας» (7,14). «Εμμανουήλ» είναι το πνευματικό όνομα του Ιησού, που δείχνει τη θεϊκή Του φύση. Το Ευαγγέλιο του Ιωάννη μάς λέγει ακόμη: «Και ο Λόγος έγινε άνθρωπος και έστησε την σκηνή του ανάμεσά μας. Και είδαμε την θεϊκή του δόξα: Την δόξα που ο μοναχογιός την είχε απ’ τον πατέρα και ήρθε γεμάτος χάρη θεϊκή και αλήθεια για μας» (1,14).
   Η πάναγνη κόρη της Ναζαρέτ ρώτησε στη συνέχεια πώς θα μπορούσε να γίνει αυτό, αφού δεν είχε σχέσεις συζυγικές με τον Ιωσήφ. Ο άγγελος τής απάντησε ότι θα γίνει με τη δύναμη του Αγίου Πνεύματος, γι’ αυτό και το παιδί θα ονομαστεί Υιός Θεού. Αυτό για τον Θεό δεν ενέχει βέβαια καμία δυσκολία, αν σκεφτούμε ότι δημιούργησε τον κόσμο από το μηδέν και ότι ανέστησε τον Υιό Του από τον τάφο. Της αποκάλυψε ακόμη ο αρχάγγελος ότι και η Ελισάβετ βρίσκεται στον 6ο μήνα της εγκυμοσύνης της, αν και ήταν μεγάλη σε ηλικία, και αυτό της το είπε για να νιώσει η Παναγία πως ο Θεός είναι παντοδύναμος. Η Θεοτόκος τότε δέχτηκε το θέλημα του Θεού και η αξία της βρίσκεται ιδιαίτερα σ’ αυτό: Στο ότι δηλαδή υπάκουσε ελεύθερα σ’ Αυτόν, και αποδέχτηκε χωρίς καταναγκασμό να γίνει η μητέρα του Θεανθρώπου. Το δικό της «ναι» ήταν μάλιστα το «ναι» όλων των ανθρώπων στο θέλημα του Τριαδικού Θεού και η αρχή της συμφιλίωσης Ουρανού και γης. Αυτό δείχνει ότι ο Θεός θέλει πάντα την συνεργασία του ανθρώπου για να σωθεί ο τελευταίος. Δεν επιβάλλει με την βία την θέλησή του ο Θεός. Διαφορετικά καί στον αρχικό παράδεισο θα είχε επιβάλλει το θέλημά Του καί οι πρωτόπλαστοι δεν θα αμάρταναν. Αλλά δεν το έκανε γιατί δεν θα ήσαν ελεύθεροι οι άνθρωποι να διαλέξουν τον δρόμο που θέλουν να ακολουθήσουν. Ο άνθρωπος πλάσθηκε εθελότρεπτος. Με τη θέλησή του πέφτει και ελεύθερα πάλι αν θέλει σηκώνεται. Αυτή είναι η ομορφιά του. Η Παναγία υποτάσσεται στο θέλημα του Θεού με την θέλησή της. Είπε το ναι στον ερχομό του Υιού του Θεού, που συνέβη με την δύναμη του Αγίου Πνεύματος. Όπως μοναδικό θαύμα ήταν η δημιουργία του κόσμου από το μηδέν, άλλο τόσο και ασύγκριτα ποιοτικό θαύμα από το Θεό ήταν το να γεννήσει η Παρθένος, χωρίς συνέργεια ανδρός, τον ίδιο το γιο του Θεού. Και αν δεν δεχόταν η Παναγία, το σχέδιο του Θεού θα είχε ναυαγήσει. Γι’ αυτό τιμούμε τόσο πολύ την Θεοτόκο. Διότι το δικό της ‘ναι’ είναι το ΝΑΙ όλης της πλάσης, στο θέλημα του Θεού να κατέβει στη γη και να μας ενώσει με τον εαυτόν Του.
Η ίδια γνώριζε φυσικά ότι αναλάμβανε τεράστιες ευθύνες. Θα γαλουχούσε και θα μεγάλωνε τον ίδιο τον γιο του Θεού. Όμως αποδέχθηκε την αποστολή της διότι πίστευε βαθειά στην δύναμη του Θεού, αλλά και γιατί ήταν τόσο αγνή που μόνη εκείνη απ’ όλους τους ανθρώπους αξιώθηκε να δει κατάματα την θεότητα και να ενωθεί με τον Χριστό σε ανυπολόγιστο βαθμό. Όχι μόνο πνευματικά, αλλά και βιολογικά, αφού τις εννιά μήνες της εγκυμοσύνης της είχε ενωθεί το αίμα της με το αίμα του ίδιου του Θεανθρώπου. Είναι λοιπόν η Κεχαριτωμένη, η γεμάτη από όλες τις χάρες, όπως την προσφωνεί ο αρχάγγελος Γαβριήλ, αλλά και η στολισμένη με τον ήλιο γυναίκα που γέννησε τον παγκόσμιο ποιμένα, σύμφωνα με την Αποκάλυψη του αγίου Ιωάννη.    
   Όταν επέστρεψε αργότερα η Θεοτόκος στον Ιωσήφ, από την ξαδέλφη της Ελισάβετ που είχε στο μεταξύ επισκεφτεί, εκείνος διαπίστωσε την προχωρημένη εγκυμοσύνη της και θεώρησε ότι τον πρόδωσε με άλλον άνδρα. Επειδή ήταν όμως πονόψυχος και άνθρωπος του Θεού σκέφτηκε να διαλύσει τον αρραβώνα και να την διώξει κρυφά για να μην εκτεθεί η ίδια και κινδυνέψει εξάλλου και η ζωή της. Στον ύπνο του όμως εμφανίστηκε άγγελος Κυρίου, που επαναλαμβάνει μάλιστα τον προβληματισμό του Ιωσήφ για να γίνει πιο πιστευτός. Του λέει λοιπόν να μην διστάσει να πάρει στο σπίτι του τη Μαριάμ, γιατί το παιδί που περιμένει προέρχεται από το Άγιο Πνεύμα. Του θυμίζει ακόμη ότι ο ίδιος είναι απόγονος του Δαβίδ, διότι οι Ισραηλίτες περίμεναν το Μεσσία να γεννηθεί από τη γενιά του Δαβίδ. Ο γιος της που θα γεννηθεί, του λέει, θα ονομαστεί Ιησούς και θα σώσει ΤΟ ΛΑΟ ΤΟΥ από τις αμαρτίες τους. Του επισημαίνει δηλαδή ότι το γεννηθέν θα είναι στην ουσία Θεός, αφού Ιησούς σημαίνει «ο Γιαχβέ σώζει», ότι είναι σωτήρας και ελευθερωτής. Άρα έχει την έννοια πως ο Ιησούς είναι ο Θεός ως άνθρωπος, που επισκέφτηκε το λαό Του για να τον λυτρώσει. Όταν ξύπνησε ο Ιωσήφ έκανε όπως πρόσταξε ο άγγελος και πήρε στο σπίτι του τη Μαριάμ τη γυναίκα του -αφού κατά το Νόμο άλλωστε, και στα μάτια των ανθρώπων που δεν είχαν την παραμικρή υποψία των όσων διαδραματίστηκαν, ήταν πλέον γυναίκα του.          
Όσοι έχουν διαβάσει το συγκεκριμένο άρθρο συνήθως διαβάζουν επίσης τα παρακάτω:

Παρασκευή, 24 Μαρτίου 2017

ΣΗΜΕΡΟΝ «ΕΥΑΓΓΕΛΙΖΕΤΑΙ Ο ΓΑΒΡΙΗΛ ΤΗ ΚΕΧΑΡΙΤΩΜΕΝΗ»


ΕΥΑΓΓΕΛΙΣΜΟΣ ΤΗΣ ΘΕΟΤΟΚΟΥ_1.JPG
Του Β. Χαραλάμπους, θεολόγου
Σήμερον «ο Γαβριήλ την χάριν ευαγγελίζεται».
Σήμερον «ο Υιός του Θεού, Υιός της Παρθένου γίνεται».
Σήμερον «η Παρθένος δέχεται την χαράν».
Σήμερον «τα επίγεια γέγονεν ουρανός».
Σήμερον «ο κόσμος λέλυται της αρχαίας αράς».
Σήμερον «χαράς ευαγγέλια».
Σήμερον «της σωτηρίας ημών το κεφάλαιον».
Σήμερον «του απ’ αιώνος Μυστηρίου η φανέρωσις».
Σήμερον «το ανερμήνευτον και ακατάληπτον θαύμα» γίνεται.
Σήμερον «η ανεκλάλητος χαρά».
Σήμερον «ενθέου ευφροσύνης» το πλήρωμα.
Σήμερον η «άληκτος χαρά» καταγγέλλεται.
Σήμερον «το απ’ αιώνος μυστήριον ανακαλύπτεται».
Σήμερον «ευφραινέσθω η κτίσις».
Σήμερον «ο Γαβριήλ την χάριν ευαγγελίζεται».
Σήμερον «ο Υιός του Θεού, Υιός της Παρθένου γίνεται».
*Με επιλογές (εντός  εισαγωγικών) από την Ακολουθία της Εορτής του Ευαγγελισμού της Υπεραγίας Θεοτόκου και Αειπαρθένου Μαρίας
Του Β. Χαραλάμπους, θεολόγου

ΥΜΝΟΙ ΣΤΗΝ ΘΕΟΤΟΚΟΝ ΜΑΡΙΑ ΑΠΟ ΤΟ ΘΕΟΤΟΚΑΡΙΟΝ ΤΟΥ Αγίου Νεκταρίου


(Από Ωδή β’)
Ήχος πλ.α΄
1. Αγνή Παρθένε Δέσποινα
Άχραντε Θεοτόκε
Χαίρε Νύμφη Ανύμφευτε
Παρθένε Μήτηρ Άνασσα
Πανένδροσε τε πόκε
Χαίρε Νυμφή Ανύμφευτε
2. Υψηλοτέρα ουρανών
ακτίνων λαμπροτέρα
Χαίρε Νύμφη Ανύμφευτε
Χαρά Παρθενικών Χορών
αγγέλων υπερτέρα
Χαίρε Νύμφη Ανύμφευτε
3. Εκλαμπροτέρα ουρανών
φωτός καθαρωτέρα
Χαίρε Νύμφη Ανύμφευτε
των ουρανίων στρατιών πασών αγιωτέρα
Χαίρε Νύμφη Ανύμφευτε
(από Ωδή ε΄)
4. Μαρία Αειπάρθενε
Κόσμου παντός Κυρία
Χαίρε Νύμφη Ανύμφευτε
Άχραντε Νύμφη πάναγνε
Δέσποινα Παναγία
Χαίρε Νύμφη Ανύμφευτε
5. Μαρία Νύμφη Άνασσα
χαράς ημών αιτία
Χαίρε Νύμφη Ανύμφευτε
Κόρη σεμνή Βασίλισσα
Μήτηρ υπεραγία
Χαίρε Νύμφη Ανύμφευτε
6. Τιμιώτερα Χερουβείμ
υπερενδοξοτέρα.
Χαίρε Νύμφη Ανύμφευτε
των ασωμάτων Σεραφείμ
των θρόνων υπερτέρα
Χαίρε Νύμφη Ανύμφευτε
(από Ωδή δ’)
7. Χαίρε το άσμα Χερουβείμ
χαίρε ύμνος Αγγέλων
Χαίρε Νύμφη Ανύμφευτε
Χαίρε ωδή των Σεραφείμ
χαρά των Αρχαγγέλων
Χαίρε Νύμφη Ανύμφευτε
8. Χαίρε ειρήνη και χαρά
λιμήν της σωτηρίας
Χαίρε Νυμφή Ανύμφευτε
Παστάς του Λόγου ιερά
άνθος της αφθαρσίας
Χαίρε Νυμφή Ανύμφευτε
9. Χαίρε Παράδεισε τρυφής
ζωής τε αιωνίας
Χαίρε Νυμφή Ανύμφευτε
Χαίρε το ξύλον της ζωής
Πηγή αθανασίας
Χαίρε Νυμφή Ανύμφευτε
(Από Ωδή ε’)
10. Σε ικετεύω Δέσποινα
Σε νυν επικαλούμαι
Χαίρε Νύμφη Ανύμφευτε
Σε δυσωπώ,Παντάνασσα
Σην χάριν εξαιτούμαι
Χαίρε Νύμφη Ανύμφευτε
(Από Ωδή β΄)
11. Κορή σεμνή και άσπιλε
Δέσποινα Παναγία
Χαίρε Νυμφή Ανύμφευτε
Θερμώς επικαλούμαι Σε
Ναέ ηγιασμένε
Χαίρε Νυμφή Ανύμφευτε
(Από Ωδή ε΄)
12 Αντιλαβού μου, ρύσαι με
από τού πολεμίου
Χαίρε Νύμφη Ανύμφευτε
Και κληρονόμον δείξον με
ζωής της αιωνίου
Χαίρε Νύμφη Ανύμφευτε

Τι είναι το Θεοτοκάριο και πως θερμαίνει τη καρδιά εκείνου που το διαβάζει!


Θεοτοκάριο
«Να διαβάζεις κάθε μέρα το Θεοτοκάριο. Αυτό θα σε βοηθήσει πολύ να αγαπήσεις την Παναγία. Και να δεις η Παναγία μετά!…Θα σου δώσει μεγάλη παρηγοριά»!
Τὸ Θεοτοκάριον εἶναι µοναχικὸ βιβλίο, τὸ ὁποῖο περιέχει κανόνες πρὸς τιµὴν τῆς Θεοτόκου σὲ ὅλους τοὺς ἤχους, διαφόρων ὑµνογράφων, οἱ ὁποῖοι ψάλλονται στὰ µοναστήρια ἀπὸ εὐλάβεια πρὸς τὴν Παναγία. Χρήση τοῦ Θεοτοκαρίου στὸν κόσµο γίνεται κυρίως τὴν περίοδο τῆς µεγάλης Σαρακοστῆς(ἀπὸ τὴν β΄ ἑβδοµάδα τῶν νηστειῶν καὶ ἐντεῦθεν), ὁπότε καὶ χρησιµοποιεῖται στὴν ἀκολουθία τοῦ µεγάλου ἀποδείπνου.
Ο πατήρ Παΐσιος έλεγε σε κάποια Μοναχή: «Να διαβάζεις κάθε μέρα το Θεοτοκάριο. Αυτό θα σε βοηθήσει πολύ να αγαπήσεις την Παναγία. Και να δεις η Παναγία μετά!…Θα σου δώσει μεγάλη παρηγοριά»!
«Και πότε να διαβάζω το Θεοτοκάριο», τον ρώτησε αυτή η Μοναχή. «Το βράδυ ή το πρωί;».
«Καλύτερα τις πρωινές ώρες – της απήντησε ο Γέροντας –, ώστε αυτά που διαβάζεις, να τα έχεις στο νου σου όλη την ημέρα. Το Θεοτοκάριο πολύ βοηθάει. Θερμαίνεται η καρδιά και συγκινείται».
Και μνημόνευε ο άγιος Γέροντας Παΐσιος τον Αγιορείτη παπα-Κύριλλο, τον Ηγούμενο της Μονής Κουλτουμουσίου, που δεν μπορούσε να συγκρατηθεί από τους λυγμούς και τα δάκρυα, όταν διάβαζε το Θεοτοκάριο!
Το «Θεοτοκάριο»  έκανε κυρίως  γνωστό τον Άγιο Νικόδημο ως θεοτοκόφιλο συγγραφέα το οποίο από την εποχή του ακόμα του Αγίου Νικοδήμου είχει εισαχθή προς χρήση στην λατρεία ιδιαίτερα στις μονές του Αγίου Όρους.  Ο Άγιος Νικόδημος ο Αγιορείτης συνέγραψε το Θεοτοκάριον, ή ακριβέστερα το «Νέον Θεοτοκάριον” το 1795 περίπου, ευρισκόμενος στην Ιερά Σκήτη του Παντοκράτορος. Στο έργο αυτό ο Άγιος έχει συγκεντρώσει εξήντα δύο κανόνες (62) εικοσιδύο (22) μεγάλων υμνογράφων, στους οποίους μάλιστα, δίδει ωραίους χαρακτηρισμούς:
«Λέγω δη Ανδρέας ο Κρήτης, ο αρχηγός των μελωδών και κύκνος της Εκκλησίας ο λιγυρόφωνος. Ιωάννης ο Δαμασκηνός, η μουσικωτάτη και γλυκύφωνος του Χριστού αηδών. Θεοφάνης Νικαίας ο Γραπτός, ο ηδύλαλος και ωδικώτατος κόττυφος. Ιωσήφ Υμνογράφος, η πολύφωνος, και τορόφωνος των πιστών χελιδών». Συνεχίζει για τους είκοσι δύο υμνογράφους να βρίσκει παρόμοιους χαρακτηρισμούς.
Σχετικά με το «Θεοτοκάριο» υπάρχει μία συγκινητική σύσταση προς τον π. Θεόκλητο του γνωστού Γέροντος Αθανασίου του Ιβηρίτου, μεγάλου λάτρη και υμνητή της Παναγίας μας, ο οποίος επί πολλά έτη διετέλεσε βιβλιοθηκάριος της Ι. Μονής των Ιβήρων. Του γράφει τα εξής ο Γέροντας Αθανάσιος: «Να αφήσεις ένα Χαιρετισμόν από τους τρεις και να εισαγάγης το Θεοτοκάριον καθ’ ημέραν. Θα ευαρεστήσης τη Δεσποίνη και τω συλλέκτη Αγίω Νικοδήμω. Πρόσεξε την σκέψιν ταύτην, που μου επήλθεν εν στιγμή αναγνώσεως του Θεοτοκαρίου. Οι Χαιρετισμοί και το Θεοτοκάριον, ο ουρανός και η γη να παρέλθουν, αυτά όμως να μη λείψουν καμμίαν ημέραν του έτους».
Ο ἅγιος Νεκτάριος, πού μέ τή Χάρι τοῦ Θεοῦ καί τήν ἁγιότητά του εἵλκυσε στούς καιρούς μας τήν ἀγάπη, τήν τιμή καί τήν εὐλάβεια ὅλων τῶν ᾿Ορθοδόξων, ἦταν καί πολυγραφώτατος συγγραφεύς. Τό ἁγιασμένο πνεῦμα του μᾶς ἄφησε συγγράμματα θεολογικά, δογματικά, λειτουργικά καί οἰκοδομητικά, πού κυκλοφοροῦν καί μελετῶνται ἀπό πολλούς πιστούς. Συγχρόνως εἶχε καί χάρισμα ποιητικό, ὑμνογραφικό καί ἀνύμνησε μέ αὐτό πρό πάντων τήν ῾Υπεραγία Θεοτόκο, τήν ὁποία ἰδιαιτέρως εὐλαβεῖτο.
Συνέθεσε πολλούς ὕμνους καί ὠδές πρός τήν ᾿Αειπάρθενον, πού ἀπετέλεσαν μιά ὡραία συλλογή μέ τίτλο «Θεοτοκάριον». Στήν εἰσαγωγή αὐτοῦ τοῦ βιβλίου ἀναφέρει ὁ ἴδιος ὅτι οἱ ὕμνοι του αὐτοί εἶναι ἔκφρασι τῆς εὐγνωμοσύνης του πρός τήν Παναγία.
«᾿Εποίησα ᾠδάς τινας καί ὕμνους πρός αἴνεσιν καί ἀνύμνησιν τῆς Παναγίας Μητρός τοῦ Κυρίου, τῆς Γοργοεπηκόου καί ταχείας εἰς ἀντίληψιν, βοήθειαν καί προστασίαν τῶν ἐπικαλουμένων αὐτήν, καί πρός ἔκφρασιν τῆς ᾿Απείρου πρός αὐτήν εὐγνωμοσύνης μου διά τάς πολλάς πρός ἐμέ Αὐτῆς εὐεργεσίας».
Στίς ᾿Ωδές καί στούς ῞Υμνους αὐτούς ἀπευθύνεται ὁ ῞Αγιος μέ θερμό καί προσωπικό τρόπο πρός τήν Θεοτόκο καί καταφεύγει μέ ἀπόλυτη ἐμπιστοσύνη στήν Χάρι της.
«Παναγία μου, Δέσποιν᾿ ἐπάκουσον,
εἰς τήν Σήν παρρησίαν ἐπήλπισα»,
λέγει στήν Α´ ᾿Ωδή. Καί στόν Ζ´ ῞Υμνο προσθέτει·
«Δέσποινά μου Θεοτόκε,
ἡ ἐλπίς μου, ἡ ἰσχύς μου,
ἡ θερμή μου προστασία
σκέπη καί καταφυγή μου…».
Ωρισμένοι ἀπό τούς ὕμνους τοῦ ῾Αγίου, ὅπως ὁ πασίγνωστος καί κοσμαγάπητος «῾Αγνή Παρθένε», μελοποιήθηκαν καί ψάλλονται καί εὐφραίνουν τήν καρδιά μας. ῞Ολοι δέ γενικά οἱ ὕμνοι τοῦ «Θεοτοκαρίου» του βοηθοῦν στίς προσευχές μας καί στήν ἔκφρασι τῆς τιμῆς μας πρός τήν Θεομήτορα.
Επιμέλεια κειμένου Χώρα Του Αχωρήτου
Πηγές :

«Να διαβάζεις κάθε μέρα το Θεοτοκάριο. Αυτό θα σε βοηθήσει πολύ να αγαπήσεις την Παναγία


Τὸ Θεοτοκάριον εἶναι µοναχικὸ βιβλίο, τὸ ὁποῖο περιέχει κανόνες πρὸς τιµὴν τῆς Θεοτόκου σὲ ὅλους τοὺς ἤχους, διαφόρων ὑµνογράφων, οἱ ὁποῖοι ψάλλονται στὰ µοναστήρια ἀπὸ εὐλάβεια πρὸς τὴν Παναγία. Χρήση τοῦ Θεοτοκαρίου στὸν κόσµο γίνεται κυρίως τὴν περίοδο τῆς µεγάλης Σαρακοστῆς(ἀπὸ τὴν β΄ ἑβδοµάδα τῶν νηστειῶν καὶ ἐντεῦθεν), ὁπότε καὶ χρησιµοποιεῖται στὴν ἀκολουθία τοῦ µεγάλου ἀποδείπνου.

Ο πατήρ Παΐσιος έλεγε σε κάποια Μοναχή: «Να διαβάζεις κάθε μέρα το Θεοτοκάριο. Αυτό θα σε βοηθήσει πολύ να αγαπήσεις την Παναγία. Και να δεις η Παναγία μετά!...Θα σου δώσει μεγάλη παρηγοριά»!  «Και πότε να διαβάζω το Θεοτοκάριο», τον ρώτησε αυτή η Μοναχή. «Το βράδυ ή το πρωί;».  «Καλύτερα τις πρωινές ώρες – της απήντησε ο Γέροντας –, ώστε αυτά που διαβάζεις, να τα έχεις στο νου σου όλη την ημέρα. Το Θεοτοκάριο πολύ βοηθάει. Θερμαίνεται η καρδιά και συγκινείται».
 Και μνημόνευε ο άγιος Γέροντας Παΐσιος τον Αγιορείτη παπα-Κύριλλο, τον Ηγούμενο της Μονής Κουλτουμουσίου, που δεν μπορούσε να συγκρατηθεί από τους λυγμούς και τα δάκρυα, όταν διάβαζε το Θεοτοκάριο!



Αυτό που κυρίως έκανε γνωστό τον Άγιο Νικόδημο ως θεοτοκόφιλο συγγραφέα είναι το γνωστό συλλεκτικό έργο «Θεοτοκάριο», το οποίο από την εποχή του Αγίου Νικοδήμου έχει εισαχθή προς χρήση στην λατρεία ιδιαίτερα στις μονές του Αγίου Όρους. Στο έργο αυτό ο Άγιος έχει συγκεντρώσει εξηνταδύο κανόνες (62) εικοσιδύο (22) μεγάλων υμνογράφων, στους οποίους μάλιστα, δίδει ωραίους χαρακτηρισμούς:  «Λέγω δη Ανδρέας ο Κρήτης, ο αρχηγός των μελωδών και κύκνος της Εκκλησίας ο λιγυρόφωνος. Ιωάννης ο Δαμασκηνός, η μουσικωτάτη και γλυκύφωνος του Χριστού αηδών. Θεοφάνης Νικαίας ο Γραπτός, ο ηδύλαλος και ωδικώτατος κόττυφος. Ιωσήφ Υμνογράφος, η πολύφωνος, και τορόφωνος των πιστών χελιδών». Συνεχίζει για τους είκοσι δύο υμνογράφους να βρίσκει παρόμοιους χαρακτηρισμούς. 
Σχετικά με το «Θεοτοκάριο» υπάρχει μία συγκινητική σύσταση προς τον π. Θεόκλητο του γνωστού Γέροντος Αθανασίου του Ιβηρίτου, μεγάλου λάτρη και υμνητή της Παναγίας μας, ο οποίος επί πολλά έτη διετέλεσε βιβλιοθηκάριος της Ι. Μονής των Ιβήρων. Του γράφει τα εξής ο Γέροντας Αθανάσιος: «Να αφήσεις ένα Χαιρετισμόν από τους τρεις και να εισαγάγης το Θεοτοκάριον καθ' ημέραν. Θα ευαρεστήσης τη Δεσποίνη και τω συλλέκτη Αγίω Νικοδήμω. Πρόσεξε την σκέψιν ταύτην, που μου επήλθεν εν στιγμή αναγνώσεως του Θεοτοκαρίου. Οι Χαιρετισμοί και το Θεοτοκάριον, ο ουρανός και η γη να παρέλθουν, αυτά όμως να μη λείψουν καμμίαν ημέραν του έτους».

Ο ἅγιος Νεκτάριος, πού μέ τή Χάρι τοῦ Θεοῦ καί τήν ἁγιότητά του εἵλκυσε στούς καιρούς μας τήν ἀγάπη, τήν τιμή καί τήν εὐλάβεια ὅλων τῶν ᾿Ορθοδόξων, ἦταν καί πολυγραφώτατος συγγραφεύς. Τό ἁγιασμένο πνεῦμα του μᾶς ἄφησε συγγράμματα θεολογικά, δογματικά, λειτουργικά καί οἰκοδομητικά, πού κυκλοφοροῦν καί μελετῶνται ἀπό πολλούς πιστούς.
Συγχρόνως εἶχε καί χάρισμα ποιητικό, ὑμνογραφικό καί ἀνύμνησε μέ αὐτό πρό πάντων τήν ῾Υπεραγία Θεοτόκο, τήν ὁποία ἰδιαιτέρως εὐλαβεῖτο.

Συνέθεσε πολλούς ὕμνους καί ὠδές πρός τήν ᾿Αειπάρθενον, πού ἀπετέλεσαν μιά ὡραία συλλογή μέ τίτλο «Θεοτοκάριον». Στήν εἰσαγωγή αὐτοῦ τοῦ βιβλίου ἀναφέρει ὁ ἴδιος ὅτι οἱ ὕμνοι του αὐτοί εἶναι ἔκφρασι τῆς εὐγνωμοσύνης του πρός τήν Παναγία.
«᾿Εποίησα ᾠδάς τινας καί ὕμνους πρός αἴνεσιν καί ἀνύμνησιν τῆς Παναγίας Μητρός τοῦ Κυρίου, τῆς Γοργοεπηκόου καί ταχείας εἰς ἀντίληψιν, βοήθειαν καί προστασίαν τῶν ἐπικαλουμένων αὐτήν, καί πρός ἔκφρασιν τῆς ᾿Απείρου πρός αὐτήν εὐγνωμοσύνης μου διά τάς πολλάς πρός ἐμέ Αὐτῆς εὐεργεσίας».

Στίς ᾿Ωδές καί στούς ῞Υμνους αὐτούς ἀπευθύνεται ὁ ῞Αγιος μέ θερμό καί προσωπικό τρόπο πρός τήν Θεοτόκο καί καταφεύγει μέ ἀπόλυτη ἐμπιστοσύνη στήν Χάρι της.
«Παναγία μου, Δέσποιν᾿ ἐπάκουσον,
εἰς τήν Σήν παρρησίαν ἐπήλπισα»,
λέγει στήν Α´ ᾿Ωδή. Καί στόν Ζ´ ῞Υμνο προσθέτει·
«Δέσποινά μου Θεοτόκε,
ἡ ἐλπίς μου, ἡ ἰσχύς μου,
ἡ θερμή μου προστασία
σκέπη καί καταφυγή μου...».
Ωρισμένοι ἀπό τούς ὕμνους τοῦ ῾Αγίου, ὅπως ὁ πασίγνωστος καί κοσμαγάπητος «῾Αγνή Παρθένε», μελοποιήθηκαν καί ψάλλονται καί εὐφραίνουν τήν καρδιά μας.


῞Ολοι δέ γενικά οἱ ὕμνοι τοῦ «Θεοτοκαρίου» του βοηθοῦν στίς προσευχές μας καί στήν ἔκφρασι τῆς τιμῆς μας πρός τήν Θεομήτορα.

Ο Ευαγγελισμός της Θεοτόκου Μητροπολίτης Ναυπάκτου και Αγίου Βλασίου Ιερόθεος


Η εορτή του Ευαγγελισμού της Θεοτόκου είναι Δεσποτικοθεομητορική εορτή. Αυτό σημαίνει ότι είναι Δεσποτική επειδή αναφέρεται στον Δεσπότη Χριστό, ο οποίος συνελήφθη στην γαστέρα της Θεοτόκου, και θεομητορική εορτή επειδή αναφέρεται στο πρόσωπο εκείνο που συνετέλεσε στην σύλληψη και την ενανθρώπηση του Λόγου του Θεού, δηλαδή την Παναγία.
Η Θεοτόκος Μαρία έχει μεγάλη αξία και σπουδαία θέση στην Εκκλησία, ακριβώς γιατί ήταν το πρόσωπο εκείνο που περίμεναν όλες οι γενεές, και αυτή έδωσε στον Λόγο του Θεού την ανθρώπινη φύση. Έτσι, το πρόσωπο της Θεοτόκου συνδέεται στενά με το Πρόσωπο του Χριστού. Και η αξία της Παναγίας δεν οφείλεται μόνον στις αρετές της, αλλά κυρίως στον καρπό της κοιλίας της. Γι’ αυτό, η Θεοτοκολογία συνδέεται στενώτατα με την Χριστολογία. Όταν κάνουμε λόγο για τον Χριστό δεν μπορούμε να αγνοήσουμε αυτήν που του έδωσε σάρκα, και όταν κάνουμε λόγο για την Παναγία, αναφερόμαστε ταυτόχρονα και στον Χριστό, γιατί από Αυτόν αντλεί Χάρη και αξία. Αυτό φαίνεται καθαρά στην ακολουθία των Χαιρετισμών, στην οποία υμνείται η Θεοτόκος, αλλά πάντοτε εν συνδυασμώ με το ότι είναι μητέρα του Χριστού: «Χαίρε ότι υπάρχεις βασιλέως καθέδρα, χαίρε ότι βαστάζεις τον βαστάζοντα πάντα».
Αυτός ο σύνδεσμος Χριστολογίας και Θεοτοκολογίας φαίνεται και στην ζωή των αγίων. Ένα χαρακτηριστικό γνώρισμα των αγίων, που είναι τα πραγματικά μέλη του Σώματος του Χριστού, είναι ότι αγαπούν την Παναγία. Είναι αδύνατον να υπάρχη άγιος ο οποίος δεν την αγαπά.
α´
Ο Ευαγγελισμός της Θεοτόκου είναι η αρχή όλων των Δεσποτικών εορτών. Στο απολυτίκιο της εορτής ψάλλουμε: «σήμερον της σωτηρίας ημών το κεφάλαιον και του απ’ αιώνος μυστηρίου η φανέρωσις…». Το περιεχόμενο της εορτής αναφέρεται στο γεγονός κατά το οποίο ο αρχάγγελος Γαβριήλ – ο άγγελος εκείνος με τον οποίο συνδέονται όλα τα γεγονότα που έχουν σχέση με την ενανθρώπηση του Χριστού – επισκέφθηκε με εντολή του Θεού την Παναγία και την πληροφόρησε ότι έφθασε ο καιρός της σαρκώσεως του Λόγου του Θεού, και ότι αυτή θα γίνη η μητέρα Του. (βλ. Λουκά α’, 26-56).
Η λέξη «ευαγγελισμός» αποτελείται από δύο επί μέρους λέξεις, ήτοι εύ και αγγελία, και δηλώνει την καλή είδηση, την καλή αγγελία. Πρόκειται για την πληροφορία που δόθηκε δια του αρχαγγέλου ότι ο Λόγος του Θεού θα ενανθρωπήση για την σωτηρία του ανθρώπου. Ουσιαστικά πρόκειται για την εκπλήρωση της υποσχέσεως του Θεού, που δόθηκε μετά την πτώση του Αδάμ και της Εύας (βλ. Γεν. γ’, 15), η οποία λέγεται πρωτευαγγέλιο. Γι’ αυτό, η πληροφορία της ενανθρωπήσεως του Λόγου του Θεού είναι η μεγαλύτερη είδηση μέσα στην ιστορία.
Κατά τον άγιο Μάξιμο τον Ομολογητή, το ευαγγέλιο του Θεού είναι πρεσβεία του Θεού και παράκληση στους ανθρώπους δια του σαρκωθέντος Υιού Του. Παράλληλα είναι και η καταλλαγή των ανθρώπων με τον Πατέρα, ο Οποίος δίνει ως μισθό την αγέννητη θέωση σε αυτούς που υπακούουν στον Χριστό. Η θέωση λέγεται αγέννητη γιατί δεν γεννάται, αλλά φανερώνεται στους αξίους. Επομένως, η θέωση που προσφέρεται δια του ενανθρωπήσαντος Χριστού δεν είναι γέννηση, αλλά φανέρωση δια της ενυποστάτου ελλάμψεως σε αυτούς που είναι άξιοι αυτής της αποκαλύψεως.
Η καλή αγγελία, το ευαγγέλιο, ο ευαγγελισμός είναι διόρθωση των γεγονότων που έγιναν στην αρχή της δημιουργίας του ανθρώπου, στον αισθητό Παράδεισο της Εδέμ. Εκεί από γυναίκα άρχισε η πτώση και τα αποτελέσματά της, εδώ από γυναίκα άρχισαν όλα τα αγαθά. Έτσι, η Παναγία είναι η νέα Εύα. Εκεί υπήρχε ο αισθητός Παράδεισος, εδώ η Εκκλησία. Εκεί ο Αδάμ, εδώ ο Χριστός. Εκεί η Εύα, εδώ η Μαρία. Εκεί ο όφις, εδώ ο Γαβριήλ. Εκεί ο ψιθυρισμός του δράκοντος-όφεως στην Εύα, εδώ ο χαιρετισμός του αγγέλου στην Μαρία (Ιωσήφ Βρυένιος). Με αυτόν τον τρόπο διορθώθηκε το σφάλμα του Αδάμ και της Εύας.
β´
Ο αρχάγγελος Γαβριήλ απεκάλεσε την Παναγία «κεχαριτωμένη«. Της είπε: «Χαίρε, κεχαριτωμένη, ο Κύριος μετά σού, ευλογημένη συ εν γυναιξίν» (Λουκ. α’, 28-29). Η Παναγία αποκαλείται «κεχαριτωμένη» και χαρακτηρίζεται «ευλογημένη», αφού ο Θεός είναι μαζί της.
Κατά τον άγιο Γρηγόριο τον Παλαμά, και άλλους αγίους Πατέρας, η Παναγία είχε ήδη χαριτωθή, και δεν χαριτώθηκε την ημέρα του Ευαγγελισμού. Παραμένοντας μέσα στα άγια των αγίων του Ναού έφθασε στα άγια των αγίων της πνευματικής ζωής, που είναι η θέωση. Εάν το προαύλιο του Ναού προοριζόταν για τους προσηλύτους και εάν ο κυρίως Ναός για τους ιερείς, τα άγια των αγίων προορίζονταν για τον αρχιερέα. Εκεί εισήλθε η Παναγία, δείγμα ότι έφθασε στην θέωση. Είναι γνωστόν ότι στην χριστιανική εποχή ο νάρθηκας προοριζόταν για τους κατηχουμένους και τους ακαθάρτους, ο κυρίως ναός για τους φωτισθέντας, τα μέλη της Εκκλησίας, και τα άγια των αγίων γι’ αυτούς που έφθασαν στην θέωση.
Έτσι, η Παναγία είχε φθάσει στην θέωση και πριν ακόμη δεχθή την επίσκεψη του αρχαγγέλου. Για τον σκοπό αυτό χρησιμοποίησε μια ειδική μέθοδο Θεογνωσίας και Θεοκοινωνίας, όπως ερμηνεύει θαυμάσια και θεόπνευστα ο άγιος Γρηγόριος ο Παλαμάς. Πρόκειται για την ησυχία, την ησυχαστική οδό. Κατάλαβε η Παναγία ότι δεν μπορεί κανείς να φθάση στον Θεό με την λογική, την αίσθηση, την φαντασία και την ανθρώπινη δόξα, αλλά δια του νού. Έτσι νέκρωσε όλες τις δυνάμεις της ψυχής που προέρχονται από την αίσθηση, και δια της νοεράς προσευχής ενεργοποίησε τον νού. Με αυτόν τον τρόπο έφθασε στην έλλαμψη και την θέωση. Και γι’ αυτό αξιώθηκε να γίνη Μητέρα του Χριστού, να δώση την σάρκα της στον Χριστό. Δεν είχε απλώς αρετές, αλλά την θεοποιό Χάρη του Θεού.
Η Παναγία είχε το πλήρωμα της Χάριτος του Θεού, συγκριτικά με τους ανθρώπους. Βέβαια, ο Χριστός, ως Λόγος του Θεού, έχει όλο το πλήρωμα των Χαρίτων, αλλά και η Παναγία έλαβε το πλήρωμα της Χάριτος από το πλήρωμα των Χαρίτων του Υιού της. Γι’ αυτόν τον λόγο σε σχέση με τον Χριστό είναι κατώτερη, αφού ο Χριστός είχε την Χάρη κατά φύσιν, ενώ η Παναγία κατά μετοχήν, σε σχέση όμως με τους ανθρώπους είναι ανώτερη.
Η Παναγία είχε το πλήρωμα της Χάριτος, εκ του πληρώματος των Χαρίτων του Υιού της, προ της συλλήψεως, κατά την σύλληψη και μετά την σύλληψη. Πρό της συλλήψεως το πλήρωμα της Χάριτος ήταν τέλειο, κατά την σύλληψη ήταν τελειότερο, και μετά την σύλληψη ήταν τελειότατο (άγ. Νικόδημος αγιορείτης). Με αυτόν τον τρόπο η Παναγία ήταν παρθένος κατά το σώμα και παρθένος κατά την ψυχή. Και αυτή η σωματική της παρθενία είναι ανώτερη και τελειότερη από την ψυχική παρθενία των αγίων, που επιτυγχάνεται με την ενέργεια του Παναγίου Πνεύματος.
γ´
Κανείς άνθρωπος δεν γεννάται απηλλαγμένος από το προπατορικό αμάρτημα. Η πτώση του Αδάμ και της Εύας και οι συνέπειες αυτής της πτώσεως κληρονομήθηκαν σε όλο το ανθρώπινο γένος. Φυσικό ήταν και η Παναγία να μην είναι απηλλαγμένη από το προπατορικό αμάρτημα. Ο λόγος του Αποστόλου Παύλου είναι σαφής: «πάντες ήμαρτον και υστερούνται της δόξης του Θεού» (Ρωμ. γ’, 23). Στο αποστολικό αυτό χωρίο φαίνεται ότι το αμάρτημα νοείται ως στέρηση της δόξης του Θεού, και ακόμη ότι κανείς δεν είναι απηλλαγμένος από αυτό. Έτσι, λοιπόν, και η Παναγία γεννήθηκε με το προπατορικό αμάρτημα. Πότε όμως απαλλάχτηκε από αυτό; Η απάντηση στο ερώτημα αυτό πρέπει να ελευθερωθή από σχολαστικές αντιλήψεις.
Κατ’ αρχάς πρέπει να πούμε ότι το προπατορικό αμάρτημα ήταν η στέρηση της δόξης του Θεού, η αλλοτρίωση από τον Θεό, η απώλεια της Θεοκοινωνίας. Αυτό όμως είχε και σωματικές συνέπειες, γιατί στο σώμα του Αδάμ και της Εύας εισήλθε η φθορά και ο θάνατος. Όταν στην Ορθόδοξη Παράδοση γίνεται λόγος για κληρονόμηση του προπατορικού αμαρτήματος, δεν εννοείται η κληρονόμηση της ενοχής της προπατορικής αμαρτίας, αλλά κυρίως οι συνέπειές της, που είναι η φθορά και ο θάνατος. Όπως όταν αρρωσταίνη η ρίζα του φυτού, αρρωσταίνουν και τα κλαδιά και τα φύλλα, το ίδιο έγινε με την πτώση του Αδάμ. Ασθένησε όλο το ανθρώπινο γένος. Η φθορά και ο θάνατος που κληρονομεί ο άνθρωπος είναι το εύκρατο κλίμα της καλλιέργειας των παθών, και με αυτόν τον τρόπο σκοτίζεται ο νούς του ανθρώπου.
Ακριβώς γι’ αυτόν τον λόγο η πρόσληψη από τον Χριστό, με την ενανθρώπησή Του, αυτού του θνητού και παθητού σώματος, χωρίς την αμαρτία, συνετέλεσε στο να διορθωθούν οι συνέπειες του αμαρτήματος του Αδάμ. Θέωση υπήρχε και στην Παλαιά Διαθήκη, όπως και φωτισμός του νού, αλλά δεν είχε καταργηθή ο θάνατος, γι’ αυτό και οι θεόπτες Προφήτες πήγαιναν στον Άδη. Με την ενανθρώπηση του Χριστού και την Ανάστασή Του, θεώθηκε η ανθρώπινη φύση και έτσι δόθηκε η δυνατότητα σε κάθε άνθρωπο να θεωθή. Επειδή με το άγιο Βάπτισμα γινόμαστε μέλη του θεωθέντος και αναστημένου Σώματος του Χριστού, γι’ αυτό και λέμε ότι δια του αγίου Βαπτίσματος απαλλάσσεται ο άνθρωπος από το προπατορικό αμάρτημα.
Όταν προσαρμόσουμε αυτά στην περίπτωση της Παναγίας, μπορούμε να καταλάβουμε την σχέση της με το προπατορικό αμάρτημα και την ελευθέρωσή της από αυτό. Η Παναγία γεννήθηκε με το προπατορικό αμάρτημα, είχε όλες τις συνέπειες της φθοράς και του θανάτου στο σώμα της. Με την είσοδό της στα άγια των αγίων έφθασε στην θέωση. Αυτή όμως η θέωση δεν ήταν αρκετή για την απαλλαγή από τις συνέπειές του, που είναι η φθορά και ο θάνατος, ακριβώς γιατί δεν είχε ενωθή η θεία με την ανθρώπινη φύση στην υπόσταση του Λόγου. Έτσι, την στιγμή που με την δύναμη του Αγίου Πνεύματος η θεία φύση ενώθηκε με την ανθρώπινη φύση, στην γαστέρα της Παναγίας, η Παναγία πρώτη γεύεται την ελευθέρωσή της από το λεγόμενο προπατορικό αμάρτημα και τις συνέπειές του. Άλλωστε, την στιγμή εκείνη έγινε αυτό που απέτυχε να κάνη ο Αδάμ και η Εύα με τον ελεύθερο προσωπικό τους αγώνα. Γι’ αυτό, η Παναγία την στιγμή του Ευαγγελισμού έφθασε σε μεγαλύτερη κατάσταση από εκείνην στην οποία βρισκόταν ο Αδάμ και η Εύα πριν την πτώση. Αξιώθηκε να γευθή το τέλος του σκοπού της δημιουργίας, όπως θα δούμε σ’ άλλες αναλύσεις.
Γι’ αυτό, για την Παναγία δεν χρειάστηκε να γίνη Πεντηκοστή, δεν χρειάστηκε να βαπτισθή. Αυτό που βίωσαν οι Απόστολοι την ημέρα της Πεντηκοστής, που έγιναν μέλη του Σώματος του Χριστού δια του Αγίου Πνεύματος, και αυτό που έγινε σε όλους εμάς κατά το μυστήριο του Βαπτίσματος, έγινε για την Παναγία την ημέρα του Ευαγγελισμού. Τότε απαλλάχθηκε από το προπατορικό αμάρτημα, όχι με την έννοια ότι απαλλάχθηκε από την ενοχή, αλλά ότι απέκτησε την θέωση στην ψυχή και το σώμα, λόγω της ενώσεώς της με τον Χριστό.
Μέσα στα πλαίσια αυτά πρέπει να ερμηνευθή και ο λόγος του αγίου Ιωάννου του Δαμασκηνού, ότι την ημέρα του Ευαγγελισμού η Παναγία έλαβε το Άγιον Πνεύμα, το Οποίο την καθάρισε και της έδωσε δύναμη δεκτική της θεότητος του Λόγου, συγχρόνως δε και γεννητική. Δηλαδή, η Παναγία έλαβε από το Άγιο Πνεύμα καθαρτική χάρη, αλλά και δεκτική και γεννητική του Λόγου του Θεού, ως ανθρώπου.
δ´
Η απάντηση της Παναγίας στην πληροφορία του αρχαγγέλου ότι θα αξιωθή να γεννήση τον Χριστό ήταν εκφραστική: «Ιδού η δούλη Κυρίου, γένοιτό μοι κατά το ρήμά σου» (Λουκ. α’, 38). Φαίνεται εδώ η υπακοή της Παναγίας στον λόγο του αρχαγγέλου, αλλά και η υπακοή της στον Θεό, για ένα γεγονός που ήταν παράδοξο και παράξενο για την ανθρώπινη λογική. Έτσι υποτάσσει την λογική της στο θέλημα του Θεού.
Μερικοί ισχυρίζονται ότι κατά την στιγμή εκείνη όλοι οι δίκαιοι της Παλαιάς Διαθήκης, αλλά και όλη η ανθρωπότητα περίμεναν με αγωνία να ακούσουν την απάντηση της Παναγίας, έχοντας φόβο μήπως αρνηθή και δεν υπακούση στο θέλημα του Θεού. Ισχυρίζονται ότι επειδή κάθε φορά που ο άνθρωπος βρίσκεται σε τέτοιο δίλημμα, ακριβώς επειδή έχει ελευθερία, μπορεί να πη το ναι ή το όχι, όπως άλλωστε έγινε στην περίπτωση του Αδάμ και της Εύας, το ίδιο μπορούσε να συμβή και στην Παναγία. Αλλά όμως η Παναγία δεν ήταν δυνατόν να αρνηθή, όχι γιατί δεν είχε ελευθερία, αλλά γιατί είχε την πραγματική ελευθερία.
Ο άγιος Ιωάννης ο Δαμασκηνός κάνει διάκριση μεταξύ φυσικού και γνωμικού θελήματος. Γνωμικό θέλημα έχει κανείς όταν διακρίνεται για την άγνοια ενός πράγματος, για την αμφιβολία και τελικά για την αδυναμία επιλογής. Πρόκειται για μια αμφιταλάντευση περί του πρακτέου. Φυσικό θέλημα έχει κανείς όταν οδηγήται κατά τρόπο φυσικό, χωρίς αμφιταλαντεύσεις, χωρίς άγνοια, στην πραγματοποίηση της αλήθειας.
Φαίνεται, λοιπόν, ότι το φυσικό θέλημα συνδέεται με το «θέλειν», ενώ το γνωμικό θέλημα με το «πώς θέλειν», και μάλιστα όταν γίνεται με αμφιβολίες και αμφιταλαντεύσεις. Επόμενο είναι ότι το φυσικό θέλημα συνιστά την τελειότητα της φύσεως, ενώ το γνωμικό θέλημα συνιστά την ατέλεια της φύσεως, αφού προϋποθέτει άνθρωπο που δεν έχει γνώση της αλήθειας, δεν είναι βέβαιος γι’ αυτό που πρέπει να αποφασίση.
Ο Χριστός καίτοι είχε δύο θελήματα, λόγω των δύο φύσεων, ανθρωπίνης και θείας, εν τούτοις είχε φυσικό θέλημα, από την άποψη που μελετάμε εδώ καί, βέβαια, δεν είχε γνωμικό θέλημα. Ως Θεός ήξερε πάντοτε το θέλημα του Θεού Πατρός και δεν υπήρχε ποτέ αμφιβολία μέσα Του ούτε αμφιταλάντευση. Αυτό κατά χάριν βιώνεται και από τους αγίους, ιδιαιτέρως από την Παναγία. Επειδή η Παναγία είχε φθάσει στην θέωση, γι’ αυτό ήταν αδύνατο να αρνηθή το θέλημα του Θεού και να μη συγκατατεθή για την ενανθρώπηση. Είχε την τέλεια ελευθερία, και γι’ αυτό η ελευθερία της ενεργούσε πάντοτε κατά φύσιν και όχι παρά φύσιν. Εμείς επειδή δεν έχουμε φθάσει στην θέωση έχουμε ατελή ελευθερία, το λεγόμενο γνωμικό θέλημα, γι’ αυτό και αμφιταλαντευόμαστε για το πρακτέο. Η ερώτησή της «πώς εσται μοι τούτο, επεί άνδρα ου γινώσκω» (Λουκ. α’, 34), δείχνει ταπείνωση, αδυναμία της ανθρωπίνης φύσεως, αλλά και το παράδοξο του πράγματος, επειδή υπήρχαν θαυματουργικές συλλήψεις στην Παλαιά Διαθήκη, όχι όμως ασπόρως.
ε´
Κατά την ημέρα του Ευαγγελισμού έχουμε άμεση σύλληψη του Χριστού με την δύναμη και ενέργεια του Παναγίου Πνεύματος. Σ’ ένα θεοτοκίο ψάλλουμε: «Του Γαβριήλ φθεγξαμένου σοι παρθένε το χαίρε σύν τη φωνή εσαρκούτο ο των όλων Δεσπότης«. Αυτό σημαίνει ότι δεν παρενεβλήθησαν μερικές ώρες και ημέρες για να γίνη η σύλληψη, αλλά έγινε ακριβώς εκείνη την στιγμή.
Ο αρχάγγελος Γαβριήλ είπε στον Ιωσήφ, τον μνήστορα της Υπεραγίας Θεοτόκου. «Μη φοβηθής παραλαβείν Μαριάμ την γυναίκα σου, το γαρ εν αυτή γεννηθέν εκ Πνεύματος εστίν Αγίου» (Ματθ. α’, 20). Η Παναγία γέννησε κατά άνθρωπο τον Χριστό, αλλά η σύλληψη έγινε εκ Πνεύματος Αγίου.
Ο Μ. Βασίλειος, ερμηνεύοντας αυτήν την φράση, και κυρίως το «γεννηθέν εκ Πνεύματος αγίου», λέγει ότι κάθε πράγμα που προέρχεται από κάτι άλλο, δηλώνεται με τρεις λέξεις. Η μία είναι το «δημιουργικώς», όπως ολόκληρη η κτίση δημιουργήθηκε από τον Θεό με την ενέργειά Του. Η άλλη είναι το «γεννητώς», όπως ο Υιός γεννήθηκε προ πάντων των αιώνων από τον Πατέρα. Η τρίτη είναι το «φυσικώς», όπως η ενέργεια βγαίνει από κάθε φύση, ήτοι η λαμπρότητα από τον ήλιο, και γενικότερα η ενέργεια από τον ενεργούντα. Για την σύλληψη του Χριστού εν Αγίω Πνεύματι η αληθινή έκφραση είναι ότι ο Χριστός συνελήφθη με την ενέργεια του Αγίου Πνεύματος «δημιουργικώς», και όχι γεννητώς και φυσικώς.
Ο άγιος Ιωάννης ο Δαμασκηνός διδάσκει ότι ο Υιός και Λόγος του Θεού συνέπηξε για τον Εαυτό του, με τα αγνά και καθαρώτατα αίματα της Θεοτόκου, σάρκα που είναι εμψυχωμένη από λογική και νοερά ψυχή, όχι σπερματικώς, αλλά δημιουργικώς δια του Αγίου Πνεύματος.
Βέβαια, όταν κάνουμε λόγο για σύλληψη του Χριστού στην γαστέρα της Θεοτόκου με την δύναμη και δημιουργική ενέργεια του Αγίου Πνεύματος, δεν πρέπει να απομονώνουμε το Άγιον Πνεύμα από την Αγία Τριάδα. Είναι γνωστόν από την πατερική διδασκαλία ότι κοινή είναι η ενέργεια του Τριαδικού Θεού. Η δημιουργία του κόσμου και η αναδημιουργία του ανθρώπου και του κόσμου έγινε και γίνεται με την κοινή ενέργεια του Τριαδικού Θεού. Επομένως, όχι μόνον το Άγιον Πνεύμα εδημιούργησε το δεσποτικό σώμα του Χριστού, αλλά και αυτός ο ίδιος ο Πατήρ και ο Υιός, δηλαδή ολόκληρη η Αγία Τριάδα. Η διατύπωση αυτής της αλήθειας είναι ότι ο Πατήρ ευδόκησε την σάρκωση του Υιού Του, ο Υιός και Λόγος του Θεού αυτούργησε την σάρκωσή Του και το Άγιον Πνεύμα την ετελεσιούργησε.
Η σύλληψη του Χριστού στην κοιλία της Θεοτόκου έγινε με ησυχία και κρυφιότητα και όχι με κρότο και ταραχή. Κανείς, ούτε από τους αγγέλους ούτε από τους ανθρώπους, μπόρεσε να καταλάβη εκείνη την στιγμή αυτά τα μεγάλα που επετελέσθησαν. Ο Προφητάναξ Δαυίδ προφήτευσε αυτό το γεγονός λέγοντας: «Καταβήσεται ως υετός επί πόκον, ωσεί σταγών η στάζουσα επί την γήν» (Ψαλμ. οα’, 6). Όπως η βροχή που πέφτει επάνω σ’ ένα ποκάρι από μαλλί δεν προκαλεί θόρυβο, ούτε και καμμιά φθορά, το ίδιο έγινε και κατά τον ευαγγελισμό και την σύλληψη. Ο Χριστός με την σύλληψή Του δεν προκάλεσε θόρυβο ούτε και καμμιά φθορά στην παρθενία της Παναγίας. Γι’ αυτό και η Παναγία ήταν και έμεινε Παρθένος προ του τόκου, κατά τον τόκο και μετά τον τόκο. Είναι τα τρία αστέρια τα οποία ο αγιογράφος σχηματίζει πάντοτε στο μέτωπο και στους δύο ώμους της Παναγίας.
στ´
Η ένωση της θείας με την ανθρώπινη φύση στην υπόσταση του Λόγου, μέσα στην κοιλία της Θεοτόκου, συνιστά την άμεση θέωση της ανθρωπίνης φύσεως. Δηλαδή, από την πρώτη στιγμή που ενώθηκε η θεία με την ανθρώπινη φύση υπάρχει θέωση της ανθρωπίνης φύσεως. Είναι χαρακτηριστικός ο λόγος του αγίου Ιωάννου του Δαμασκηνού: «άμα σάρξ, άμα Θεού Λόγου σάρξ». Αυτό σημαίνει ότι δεν παρενεβλήθη ένα διάστημα μετά από την σύλληψη για να θεωθή το ανθρώπινο πρόσλημμα, αλλά αυτό έγινε αμέσως κατά την ώρα της συλλήψεως.
Συνέπεια και συνέχεια αυτού του γεγονότος είναι ότι η Παναγία πρέπει να λέγεται Θεοτόκος, αφού αυτή γέννησε πραγματικά τον Θεό, τον Οποίο κυοφόρησε εννέα μήνες στην κοιλία της, και όχι έναν άνθρωπο που είχε την Χάρη του Θεού. Γι’ αυτό η Παναγία λέγεται Θεοτόκος και όχι Χριστοτόκος. Το χριστολογικό δόγμα έχει συνέπεια και στο θεοτοκολογικό. Η Παναγία είναι Θεοτόκος, ακριβώς γιατί συνέλαβε εν Αγίω Πνεύματι τον Χριστό.
Αυτό πρέπει να τονισθή, γιατί παλαιά έγινε μεγάλη θεολογική συζήτηση για το αν η Παναγία πρέπει να λέγεται Θεοτόκος, λόγω υπάρξεως αιρετικών διδασκαλιών, η δε τελική κατοχύρωση της διδασκαλίας ότι η Παναγία εγέννησε Θεό, και ότι αμέσως με την πρόσληψη της ανθρωπίνης φύσεως υπάρχει θέωσή της, έγινε στην Γ’ Οικουμενική Σύνοδο. Ο αιρετικός Νεστόριος, χρησιμοποιώντας φιλοσοφικούς όρους και ανθρώπινο στοχασμό, υποστήριζε ότι η Παναγία ήταν άνθρωπος και γι’ αυτόν τον λόγο ήταν αδύνατο να γεννήση τον Θεό. Το βρέφος που υπήρχε μέσα της δεν ήταν Θεός, αλλά άνθρωπος. Απλώς ο Θεός «παρήλθεν» ή «συμπαρήλθεν» δια της Θεοτόκου. Βέβαια, υπήρχε πρόβλημα στην θεολογία του για τις σχέσεις μεταξύ των δύο φύσεων στον Χριστό. Ο Νεστόριος πίστευε ότι η σάρκα του Χριστού ήταν απλώς συνημμένη με την φύση της θεότητος. Ο Λόγος ήταν Θεός, αλλά ήταν συνημμένος με τον άνθρωπο και κατοικούσε μέσα του. Με τέτοιες προϋποθέσεις ονόμαζε την Παναγία Χριστοτόκο και όχι Θεοτόκο.
Όμως, ο Χριστός είναι Θεάνθρωπος, τέλειος Θεός και τέλειος άνθρωπος, και η κάθε φύση ενεργούσε «μετά της θατέρου κοινωνίας» στην υπόσταση του Λόγου. Το θέμα αυτό θα το δούμε όταν θα κάνουμε λόγο για την γέννηση του Χριστού. Εδώ όμως πρέπει να υπογραμμισθή ότι η ανθρώπινη φύση θεώθηκε αμέσως με την ένωσή της με την θεία φύση στην υπόσταση του Λόγου, μέσα στην κοιλία της Θεοτόκου. Γι’ αυτό η Παναγία είναι και λέγεται Θεοτόκος, αφού γέννησε κατά άνθρωπον τον Θεό.
ζ´
Η άμεση θέωση της ανθρωπίνης φύσεως από την θεία φύση του Λόγου δεν σημαίνει ότι καταργούνται τα ιδιώματα της ανθρωπίνης φύσεως. Αυτό δείχνει ότι η σύλληψη και κυοφορία, αλλά και η γέννηση του Χριστού έγινε κατά φύσιν και υπέρ φύσιν. Υπέρ φύσιν, γιατί έγινε δημιουργικώς από το Πανάγιο Πνεύμα και όχι σπερματικώς. Κατά φύσιν, γιατί η κυοφορία έγινε κατά τον τρόπο που κυοφορείται το βρέφος.
Υπάρχει όμως ένα σημείο που πρέπει να υπογραμμισθή. Σε κάθε βρέφος υπάρχουν μερικά στάδια, έως ότου έλθη η ώρα να γεννηθή. Κατ’ αρχάς γίνεται η σύλληψη, στην συνέχεια μετά από ένα χρονικό διάστημα ο εξεικονισμός των μελών του σώματός του, έπειτα αναπτύσσεται ολίγον κατ’ ολίγον, και κατά τον βαθμό της αναπτύξεώς του ακολουθεί η κίνηση, και τέλος, όταν ολοκληρωθή, εξέρχεται από την κοιλία της μητέρας του.
Ενώ στο θείο βρέφος έχουμε ολίγον κατ’ ολίγον αύξηση, εν τούτοις δεν παρενεβλήθη διάστημα μεταξύ συλλήψεως και εξεικονισμού των μελών. Ο Μ. Βασίλειος λέγει ρητώς: «ευθύς γαρ τέλειον ήν τη σαρκί το κυοφορούμενον, ου ταις κατά μικρόν διαπλάσεσι μορφωθέν». Αυτό πρέπει να το δούμε από την άποψη ότι εξεικονίσθησαν τα μέλη του σώματός Του αμέσως, δημιουργήθηκε τέλειος άνθρωπος, αλλά όμως δεν βρέθηκε αμέσως στην διάπλαση των εννέα μηνών. Αναπτυσσόταν ολίγον κατ’ ολίγον, ενώ είχε απαρτισθή το σώμα Του από την αρχή.
η´
Η σύλληψη του Χριστού στην κοιλία της Θεοτόκου έγινε από το Πανάγιο Πνεύμα δημιουργικώς και όχι σπερματικώς, γιατί έπρεπε να αναλάβη ο Χριστός την καθαρά φύση που είχε ο Αδάμ προ της παραβάσεως. Βέβαια, ο Χριστός προσέλαβε σάρκα παθητή και θνητή, όπως αυτή έγινε μετά την παράβαση του Αδάμ, για να νικήση την φθορά και τον θάνατο, αλλ’ όμως ήταν άκρως καθαρά και αμίαντος, όπως ήταν προ της παραβάσεως. Έτσι, η σάρκα του Χριστού από απόψεως καθαρότητος ήταν όπως το προ της παραβάσεως σώμα του Αδάμ, από απόψεως δε θνητότητος και φθαρτότητος ήταν το μετά την παράβαση σώμα του Αδάμ.
Επομένως, η σύλληψη έγινε δια του Αγίου Πνεύματος, γιατί ο τρόπος με τον οποίο γεννάται σήμερα ο άνθρωπος (διά του σπέρματος) είναι μετά την παράβαση. Κατά τον άγιο Γρηγόριο τον Παλαμά, η κίνηση της σαρκός προς γέννηση δεν είναι απηλλαγμένη τελείως της αμαρτίας, γιατί, ενώ ο νούς έχει ταχθή από τον Θεό να ηγεμονεύη τον άνθρωπο, συμπεριφέρεται «ανυποτάκτως» κατά την διάρκεια της κινήσεως της σαρκός. Έτσι, η καθαρά φύση του Χριστού έχει σχέση με την δημιουργική και όχι σπερματική σύλληψη.
Ακριβώς αυτό το γεγονός συνδέεται στενώτατα με το ότι η σύλληψη, κυοφορία και γέννηση του Χριστού από την Παναγία ήταν ανήδονος, άκοπος και ανώδινος. Ο Χριστός, λοιπόν, συνελήφθη, κυοφορήθηκε ως βρέφος και γεννήθηκε ανηδόνως, ακόπως, ανωδίνως. Συνελήφθη ασπόρως για δύο βασικούς λόγους. Πρώτον, για να αναλάβη την καθαρά ανθρώπινη φύση, και δεύτερον, για να γεννηθή αφθόρως και ανωδίνως.
Η Παναγία όπως συνέλαβε τον Χριστό ανηδόνως, χωρίς ηδονή, το ίδιο και τον κράτησε εννέα μήνες στην κοιλία της ακόπως και αβάρως. Δεν αισθανόταν βάρος, παρά το ότι το θείο βρέφος αναπτυσσόταν φυσιολογικά και είχε το βάρος ενός αναπτυσσομένου εμβρύου. Εφαρμόσθηκε έτσι η προφητεία του Προφήτου Ησαΐου: «Ιδού Κύριος κάθηται επί νεφέλης κούφης» (Ησ. ιθ’, 1). Με τον όρο «νεφέλη κούφη» εννοείται η ανθρώπινη σάρκα, που ήταν τόσο πολύ ελαφρά, ώστε δεν προξένησε κανένα βάρος και κόπο στην Παναγία, κατά το διάστημα της εννεαμήνου κυοφορίας.
Η άσπορη και ανήδονη σύλληψη της Παναγίας και η άκοπη κυοφορία συνδέεται στενά με την άφθορη και ανώδινη γέννηση του Χριστού. Κατά τον άγιο Γρηγόριο Νύσσης υπάρχει στενή σχέση μεταξύ ηδονής και οδύνης, αφού κάθε ηδονή έχει συνημμένο και τον πόνο. Ο Αδάμ αισθάνθηκε ηδονή και ακολούθησε ο πόνος σε όλο το ανθρώπινο γένος. Έτσι και τώρα δια της ελευθερώσεως από την ηδονή προέρχεται χαρά στο ανθρώπινο γένος. Η γέννηση του Χριστού δεν έφθειρε την παρθενία της Θεοτόκου, όπως ακριβώς η σύλληψη δεν έγινε με ηδονή, και η κυοφορία με βάρος και κόπο. Εκεί που ενεργεί το Πανάγιο Πνεύμα «νικάται φύσεως τάξις».
θ´
Η διάρκεια της κυοφορίας της Παναγίας είναι προτύπωση της αδιαλείπτου κοινωνίας που θα έχουν οι άγιοι στην Βασιλεία του Θεού.
Είναι γνωστό και δεδομένο ότι η μητέρα που έχει κυοφορούμενο βρέφος έχει στενή και οργανική σχέση μαζί του. Σύγχρονοι επιστήμονες έχουν αποδείξει ότι το βρέφος επηρεάζεται πάρα πολύ όχι μόνο από την σωματική κατάσταση της μητέρας του, αλλά και από την ψυχολογική της συγκρότηση. Και επειδή το θείο βρέφος συνελήφθη εκ Πνεύματος Αγίου, αλλά μεγάλωσε κατά τον φυσικό τρόπο, δηλαδή είχε κοινωνία με το σώμα της Παναγίας, γι’ αυτό και υπάρχει στενή σχέση μεταξύ του Χριστού και της Θεοτόκου. Φυσικά, αυτό πρέπει να το δούμε από την άποψη ότι η Παναγία δίνει το αίμα της στον Χριστό, αλλά και ο Χριστός την Χάρη και ευλογία Του σε αυτήν. Κυοφορούμενος ο Χριστός δεν έπαυσε να βρίσκεται ταυτόχρονα στον θρόνο του Θεού ενωμένος με τον Πατέρα Του και το Άγιον Πνεύμα.
Η ανθρώπινη φύση ενώθηκε με την θεία φύση ατρέπτως, ασυγχύτως, αδιαιρέτως, αχωρίστως, αμέσως από την στιγμή της συλλήψεως. Αυτό σημαίνει ότι πρώτη η Παναγία γεύθηκε τα αγαθά της θείας ενανθρωπήσεως, την θέωση. Αυτό που οι Μαθηταί του Χριστού γεύθηκαν κατά την Πεντηκοστή, και εμείς μετά το Βάπτισμα, κατά την διάρκεια του μυστηρίου της θείας Ευχαριστίας, όταν κοινωνούμε το Σώμα και το Αίμα του Χριστού, και αυτό που θα ζουν οι άγιοι στην Βασιλεία των Ουρανών, το ζούσε η Παναγία από την πρώτη στιγμή της συλλήψεως και κυοφορίας.
Επομένως, ο Χριστός εννέα ολόκληρους μήνες, μέρα και νύχτα, έτρεφε με το αγιασμένο αίμα Του την Παναγία. Αυτό είναι προτύπωση της αδιαλείπτου θείας Κοινωνίας και της αδιαλείπτου σχέσεως και κοινωνίας των αγίων με τον Χριστό που θα γίνη κυρίως στην άλλη ζωή. Γι’ αυτό και η Παναγία είναι προτύπωση του μέλλοντος αιώνος. Από αυτό το πρίσμα είναι Παράδεισος.
ι´
Ο άγιος Νικόδημος ο αγιορείτης, μιλώντας για τον Ευαγγελισμό της Θεοτόκου, προχωρεί και σε μια προσωπική και υπαρξιακή προσέγγιση του γεγονότος αυτού. Γιατί, δεν αρκεί μόνο να εορτάζουμε εξωτερικά τα γεγονότα της θείας ενανθρωπήσεως, αλλά να τα πλησιάζουμε υπαρξιακά και πνευματικά. Γι’ αυτόν τον λόγο συνέλεξε πολλά χωρία αγίων στα οποία γίνεται λόγος γι’ αυτήν την υπαρξιακή προσέγγιση.
Είναι χαρακτηριστικός ο λόγος του Προφήτου Ησαΐου: «Δια τον φόβον σου, Κύριε, εν γαστρί ελάβομεν και ωδινήσαμεν και ετέκομεν, πνεύμα σωτηρίας σου εποιήσαμεν επί της γής» (Ησ. κστ’, 18). Κατά την ερμηνεία των αγίων Πατέρων σπόρος είναι ο λόγος του Θεού και μήτρα είναι ο νούς και η καρδία του ανθρώπου. Δια της πίστεως ο λόγος του Θεού σπείρεται στην καρδιά του ανθρώπου και την καθιστά έγκυο από τον φόβο του Θεού. Πρόκειται για τον φόβο να μη μείνη ο άνθρωπος μακρυά από τον Θεό. Δια του φόβου αυτού αρχίζει ο αγώνας για την κάθαρση της καρδιάς και την απόκτηση των αρετών, που ομοιάζει με πόνο, ωδίνες τοκετού. Με αυτόν τον τρόπο γεννιέται το πνεύμα της σωτηρίας, που είναι η θέωση και ο αγιασμός.
Η μόρφωση του Χριστού μέσα μας γίνεται με πνευματικές ωδίνες. Ο Απόστολος Παύλος λέγει: «τεκνία μου, ούς πάλιν ωδίνω, άχρις ου μορφωθή Χριστός εν υμίν» (Γαλ. δ’, 19). Ωδίνες είναι ο ασκητικός αγώνας, και μόρφωση είναι η θέωση και ο αγιασμός.
Κατά τους αγίους Πατέρας (άγιο Γρηγόριο Νύσσης, άγιο Μάξιμο Ομολογητή, άγιο Συμεών τον νέο Θεολόγο, όσιο Νικήτα τον Στηθάτο κλπ.), αυτό που συνέβη σωματικά στην Παναγία, αυτό γίνεται πνευματικά σε κάθε έναν του οποίου η ψυχή παρθενεύει, δηλαδή καθαρίζεται από τα πάθη. Ο Χριστός, που μια φορά γεννήθηκε κατά σάρκα, θέλει να γεννάται πάντα κατά πνεύμα, από αυτούς που θέλουν, και έτσι γίνεται βρέφος, διαπλάττοντας τον εαυτό του μέσα σ’ εκείνους δια των αρετών.
Η πνευματική σύλληψη και γέννηση γίνεται αντιληπτή από το ότι σταματά η ρύση του αίματος, δηλαδή παύουν να υπάρχουν επιθυμίες για την διάπραξη της αμαρτίας, δεν ενεργούν τα πάθη στον άνθρωπο, μισεί ο άνθρωπος την αμαρτία και θέλει διαρκώς να πράττη το θέλημα του Θεού. Αυτή δε η σύλληψη και γέννηση αποκτάται με την εφαρμογή των θείων εντολών, κυρίως με την επιστροφή του νοός στην καρδιά και με την αδιάλειπτη μονολόγιστη προσευχή. Τότε ο άνθρωπος γίνεται ναός του Παναγίου Πνεύματος.
Ο Ευαγγελισμός της Θεοτόκου είναι ευαγγελισμός του ανθρωπίνου γένους, πληροφορία ότι ενηνθρώπησε ο Υιός και Λόγος του Θεού. Αυτή η παγκόσμια εορτή πρέπει να συντελέση στην προσωπική εορτή, στον προσωπικό ευαγγελισμό. Πρέπει να δεχθούμε τα προοίμια της σωτηρίας μας, που είναι η μεγαλύτερη είδηση στην ζωή μας.
Από το βιβλίο: Ιεροθέου Μητροπολίτου Ναυπάκτου, Δεσποτικές εορτές, εκδ. Ιερά Μονή Γενεθλίου της Θεοτόκου (Πελαγίας).

Ο Ευαγγελισμός της Θεοτόκου


ΑΦΙΕΡΩΜΑ: 25 ΜΑΡΤΙΟΥ: Ο ΕΥΑΓΓΕΛΙΣΜΟΣ ΤΗΣ ΘΕΟΤΟΚΟΥ ΚΑΙ Η ΕΡΜΗΝΕΙΑ ΤΗΣ ΕΙΚΟΝΑΣ ΤΟΥ ΕΥΑΓΓΕΛΙΣΜΟΥ

Ο Ευαγγελισμός της Θεοτόκου είναι η αρχή όλων των Δεσποτικών εορτών. Στο απολυτίκιο της εορτής ψάλλουμε: "σήμερον της σωτηρίας ημών το κεφάλαιον και του απ' αιώνος μυστηρίου η φανέρωσις..."

Το περιεχόμενο της εορτής αναφέρεται στο γεγονός κατά το οποίο ο αρχάγγελος Γαβριήλ – ο άγγελος εκείνος με τον οποίο συνδέονται όλα τα γεγονότα που έχουν σχέση με την ενανθρώπηση του Χριστού – επισκέφθηκε με εντολή του Θεού την Παναγία και την πληροφόρησε ότι έφθασε ο καιρός της σαρκώσεως του Λόγου του Θεού, και ότι αυτή θα γίνη η μητέρα Του. (βλ. Λουκά α', 26-56).


Η λέξη "ευαγγελισμός" αποτελείται από δύο επί μέρους λέξεις, ήτοι εύ και αγγελία, και δηλώνει την καλή είδηση, την καλή αγγελία. Πρόκειται για την πληροφορία που δόθηκε δια του αρχαγγέλου ότι ο Λόγος του Θεού θα ενανθρωπήση για την σωτηρία του ανθρώπου. Ουσιαστικά πρόκειται για την εκπλήρωση της υποσχέσεως του Θεού, που δόθηκε μετά την πτώση του Αδάμ και της Εύας (βλ. Γεν. γ', 15), η οποία λέγεται πρωτευαγγέλιο. Γι' αυτό, η πληροφορία της ενανθρωπήσεως του Λόγου του Θεού είναι η μεγαλύτερη είδηση μέσα στην ιστορία.

Ο αρχάγγελος Γαβριήλ απεκάλεσε την Παναγία "κεχαριτωμένη". Της είπε: "Χαίρε, κεχαριτωμένη, ο Κύριος μετά σού, ευλογημένη συ εν γυναιξίν" (Λουκ. α', 28-29). Η Παναγία αποκαλείται "κεχαριτωμένη" και χαρακτηρίζεται "ευλογημένη", αφού ο Θεός είναι μαζί της.

Κατά τον άγιο Γρηγόριο τον Παλαμά, και άλλους αγίους Πατέρας, η Παναγία είχε ήδη χαριτωθή, και δεν χαριτώθηκε την ημέρα του Ευαγγελισμού. Παραμένοντας μέσα στα άγια των αγίων του Ναού έφθασε στα άγια των αγίων της πνευματικής ζωής, που είναι η θέωση. Εάν το προαύλιο του Ναού προοριζόταν για τους προσηλύτους και εάν ο κυρίως Ναός για τους ιερείς, τα άγια των αγίων προορίζονταν για τον αρχιερέα. Εκεί εισήλθε η Παναγία, δείγμα ότι έφθασε στην θέωση. Είναι γνωστόν ότι στην χριστιανική εποχή ο νάρθηκας προοριζόταν για τους κατηχουμένους και τους ακαθάρτους, ο κυρίως ναός για τους φωτισθέντας, τα μέλη της Εκκλησίας, και τα άγια των αγίων γι' αυτούς που έφθασαν στην θέωση.

Έτσι, η Παναγία είχε φθάσει στην θέωση και πριν ακόμη δεχθή την επίσκεψη του αρχαγγέλου. Για τον σκοπό αυτό χρησιμοποίησε μια ειδική μέθοδο Θεογνωσίας και Θεοκοινωνίας, όπως ερμηνεύει θαυμάσια και θεόπνευστα ο άγιος Γρηγόριος ο Παλαμάς. Πρόκειται για την ησυχία, την ησυχαστική οδό. Κατάλαβε η Παναγία ότι δεν μπορεί κανείς να φθάση στον Θεό με την λογική, την αίσθηση, την φαντασία και την ανθρώπινη δόξα, αλλά δια του νού. Έτσι νέκρωσε όλες τις δυνάμεις της ψυχής που προέρχονται από την αίσθηση, και δια της νοεράς προσευχής ενεργοποίησε τον νού. Με αυτόν τον τρόπο έφθασε στην έλλαμψη και την θέωση. Και γι' αυτό αξιώθηκε να γίνη Μητέρα του Χριστού, να δώση την σάρκα της στον Χριστό. Δεν είχε απλώς αρετές, αλλά την θεοποιό Χάρη του Θεού.

Η Παναγία είχε το πλήρωμα της Χάριτος του Θεού, συγκριτικά με τους ανθρώπους. Βέβαια, ο Χριστός, ως Λόγος του Θεού, έχει όλο το πλήρωμα των Χαρίτων, αλλά και η Παναγία έλαβε το πλήρωμα της Χάριτος από το πλήρωμα των Χαρίτων του Υιού της. Γι' αυτόν τον λόγο σε σχέση με τον Χριστό είναι κατώτερη, αφού ο Χριστός είχε την Χάρη κατά φύσιν, ενώ η Παναγία κατά μετοχήν, σε σχέση όμως με τους ανθρώπους είναι ανώτερη.

Η απάντηση της Παναγίας στην πληροφορία του αρχαγγέλου ότι θα αξιωθή να γεννήση τον Χριστό ήταν εκφραστική: "Ιδού η δούλη Κυρίου, γένοιτό μοι κατά το ρήμά σου" (Λουκ. α', 38). Φαίνεται εδώ η υπακοή της Παναγίας στον λόγο του αρχαγγέλου, αλλά και η υπακοή της στον Θεό, για ένα γεγονός που ήταν παράδοξο και παράξενο για την ανθρώπινη λογική. Έτσι υποτάσσει την λογική της στο θέλημα του Θεού.

Η ένωση της θείας με την ανθρώπινη φύση στην υπόσταση του Λόγου, μέσα στην κοιλία της Θεοτόκου, συνιστά την άμεση θέωση της ανθρωπίνης φύσεως. Δηλαδή, από την πρώτη στιγμή που ενώθηκε η θεία με την ανθρώπινη φύση υπάρχει θέωση της ανθρωπίνης φύσεως.

Ο Ευαγγελισμός της Θεοτόκου - Ερμηνεία εικόνας

Τη συμβολή της Θεοτόκου στη σάρκωση του Λόγου του Θεού φέρνει η Εκκλησία μας στη μνήμη των πιστών με την εορτή του Ευαγγελισμού. Η ακολουθία της εορτής είναι στηριγμένη στην αφήγηση του Ευαγγελιστή Λουκά:

«Εν δε τω μηνί τω έκτω απεστάλη ο άγγελος Γαβριήλ υπό του Θεού εις πόλιν της Γαλιλαίας, ή όνομα Ναζαρέτ, προς παρθένον μεμνηστευμένην ανδρί, ω όνομα Ιωσήφ, εξ οίκου Δαυιδ, και το όνομα της παρθένου Μαριάμ. Και εισελθών ο άγγελος προς αυτήν είπε χαίρε, κεχαριτωμένη ο Κύριος μετά σου, ευλογημένη συ εν γυναιξίν. Η δε ιδούσα διεταράχθη επί τω λόγω αυτού, και διελογίζετο ποταπός είη ο ασπασμός ούτος. Και είπεν ο άγγελος αυτή, μη φοβού, Μαριάμ, εύρες γαρ χάριν παρά τω Θεώ. Και ίδου συλλήψη εν γαστρί και τέξη υιόν, και καλέσεις το όνομα αυτού Ιησούν. Ούτος έσται μέγας και υιός υψίστου κληθήσεται, και δώσει αυτώ Κύριος ο Θεός τον θρόνον Δαυίδ του πατρός αυτού, και βασιλεύει επί τον οίκον Ιακώβ εις τους αιώνας, και της βασιλείας αυτού ουκ έσται τέλος. Είπε δε Μαριάμ προς τον άγγελον, πώς έσται μοι τούτο, επεί άνδρα ου γινώσκω; Και αποκριθείς ο άγγελος είπεν αυτή, Πνεύμα Άγιον επελεύσεται επί σε, και δύναμις υψίστου επισκιάσει σοι, διό και το γεννώμενον άγιον κληθήσεται υιός Θεού... Είπε δε Μαριάμ, ιδού η δούλη Κυρίου, γενοιτό μοι κατά το ρήμα σου. Και απήλθεν απ'; αυτής ο άγγελος» (Από το Ευαγγέλιο της εορτής, Λουκ. 1, 26-38).

Τα όσα εξιστόρησε πιο πάνω ο ιερός Ευαγγελιστής, συνοψίζονται στο απολυτίκιο της εορτής του Ευαγγελισμού, «Σήμερον της σωτηρίας ημών το κεφάλαιον (= η αρχή, η βάση), και του απ'; αιώνος μυστηρίου η φανέρωσις, ο Υιός του Θεού, Υιός της Παρθένου γίνεται, και Γαβριήλ την χάριν ευαγγελίζεται. Διό και ημείς συν αυτώ τη Θεοτόκω βοήσωμεν, Χαίρε κεχαριτωμένη, ο Κύριος μετά σου». Το απολυτίκιο, καθώς και οι λοιποί ύμνοι της εορτής, ζωντανεύει τη σκηνή, τη στιγμή που ο αρχάγγελος Γαβριήλ αναγγέλει στην Παρθένο Μαρία ότι με την επισκίαση του Αγίου Πνεύματος θα γίνει η Μητέρα του Θεού.

Εκείνα που αφηγείται ο Ευαγγελιστής Λουκάς και με την ωραία γλώσσα της ποίησης διαλαλούν οι ύμνοι της Εκκλησίας, τα προβάλλει η βυζαντινή εικόνα του Ευαγγελισμού. Η στάση των προσώπων, η έκφραση και οι χειρονομίες τους, καθώς τα χρώματα και οι λεπτομέρειες της παράστασης, υπομνηματίζουν το γεγονός.

Περιγραφή της εικόνας

Α) Ο αρχάγγελος Γαβριήλ. Είναι ο «πρωτοστάτης άγγελος», ο αγγελιοφόρος του Θεού, που έφερε στην αγνή κόρη της Ναζαρέτ το χαρμόσυνο μήνυμα. Η στάση του σώματός του εκφράζει τη χαρά που έφερε το άγγελμά του. Παρόλο που ο αρχάγγελος βρίσκεται στο έδαφος, παρουσιάζεται με ορμή κίνησης, όπως άλλωστε μαρτυρεί το άνοιγμα των ποδιών του. Στον Ευαγγελισμό της Μονής Δαφνίου η στάση του αγγέλου δίνει με αριστουργηματικό τρόπο την εντύπωση πως η πτήση του δεν έχει τελειώσει, καθώς μιλάει στη Θεοτόκο. Ο Γαβριήλ με το αριστερό του χέρι κρατεί σκήπτρο, που συμβολίζει τον αγγελιοφόρο και όχι κρίνο, όπως μάς έχει συνηθίσει η δυτική ζωγραφική. Το δεξί του χέρι απλώνεται με βίαιη κίνηση προς τη Θεοτόκο σε σχήμα ομιλίας. Βόα σ'; αυτήν κατά το γνωστό τροπάριο «ποιον σοι εγκώμιον προσαγάγω επάξιον; τι δε ονομάσω σε; απορώ και εξίσταμαι. Διο, ως προσετάγην (=διατάχτηκα), βοώ σοι, Χαίρε η Κεχαριτωμένη».

Β) Η Θεοτόκος. Η Μητέρα του Θεού είναι η «κεχαριτωμένη», η ευλογημένη μεταξύ των γυναικών. Η βυζαντινή εικόνα του Ευαγγελισμού την παρουσιάζει άλλοτε να κάθεται στο θρόνο της και άλλοτε όρθια. Στην περίπτωση που η Θεοτόκος εικονίζεται καθισμένη, η εικόνα υπογραμμίζει την υπεροχή της απέναντι στον αρχάγγελο. Στην Εκκλησία μας υμνούμε, ως γνωστό, τη Θεοτόκο ως «την τιμιωτέραν των Χερουβίμ και ενδοξοτέραν ασυγκρίτως των Σεραφίμ» (των αγγελικών δηλαδή ταγμάτων). Εδώ ο αγιογράφος είναι και συνεπής στο απόκρυφο κείμενο. Το Πρωτοευαγγέλιο του Ιακώβου γράφει πως η Παναγία «πήρε την πορφύρα, κάθησε στο θρόνο της και την έγνεθε. Και κείνη τη στιγμή στάθηκε μπροστά της ένας Άγγελος». Σ'; άλλες εικόνες η Θεοτόκος είναι όρθια. Με τη στάση αυτή ακούει, κατά κάποιο τρόπο, καλύτερα το θείο μήνυμα.

Στην περίπτωση της Θεοτόκου αξίζει να μελετηθούν κυρίως τα αισθήματά της και οι σκέψεις της, ο ψυχικός της γενικά κόσμος την ώρα του Ευαγγελισμού.

Η εμφάνιση, πρώτα, του αρχαγγέλου και ο χαιρετισμός του, τάραξον τη Θεοτόκο. Το αδράχτι με το νήμα που σύμφωνα με την παράδοση (Πρωτοευαγγέλιο του Ιακώβου) κρατούσε στο χέρι της, έπεσε από το φόβο της. Βυθίστηκε σε σκέψεις. Σκεπτόταν τη σημασία του αγγελικού χαιρετισμού. Δεν αμφιβάλλει, δεν απιστεί στη διαβεβαίωση του αρχαγγέλου ότι θα γίνει Μητέρα του Θεού, μόνο με φρόνηση ρωτάει «Πώς έσται μοι τούτο, επεί άνδρα ου γινώσκω;». Εδώ η Θεοτόκος διαφέρει από την Εύα. Εκείνη παρασύρθηκε από τον εγωισμό της και δέχτηκε ανεξέταστα όσα ο σατανάς της πρότεινε. Η Θεοτόκος, αντίθετα, στολισμένη με ταπεινοφροσύνη και υπακοή στο θέλημα του Θεού, ζητάει να μάθει με πιο τρόπο θα πραγματοποιηθούν τα λόγια του αγγελιοφόρου του Θεού. 

Όταν όμως ο αρχάγγελος τη διαβεβαίωσε πως όλα θα γίνονταν με τη χάρη του Αγίου Πνεύματος και τη δύναμη του Θεού (το μαρτυρούν το τμήμα του κύκλου και οι ακτίνες που εκπέμπονται από αυτό στο πάνω μέρος της εικόνας), εκείνη ολόψυχα και ανεπιφύλακτα συγκατατέθηκε, «ίδου η δούλη Κυρίου, γένοιτό μοι κατά το ρήμα σου». Στο δοξαστικό των αποστίχων του εσπερινού της εορτής, η Εκκλησία μας δίκαια ψάλλει «Άγγελος λειτουργεί τω θαύματι, παρθενική γαστήρ τον Υιόν υποδέχεται Πνεύμα Άγιον καταπέμπεται, Πατήρ άνωθεν ειδοκεί και το συνάλλαγμα (=συμφωνία) κατά κοινήν πραγματεύεται βούληση, την επιθυμία, τη συμφωνία μεταξύ του Θεού και της Παρθένου, Πλάστη και πλάσματος, γιατί «η σάρκωσις του Λόγου ήτο έργον όχι μόνον του Πατρός και της Δυνάμεώς Του και του Πνεύματος... αλλά και της θελήσεως και της πίστεως της Παρθένου» (άγιος Νικόλαος Καβάσιλας, «Η Θεομήτωρ», σ. 134).

Η αμηχανία και η φρόνηση της Θεοτόκου, που με υπέροχους διαλόγους παρουσιάζουν τα τροπάρια της εορτής του Ευαγγελισμού, εκφράζονται σ'; άλλες εικόνες με την ανοιχτή παλάμη του δεξιού της χεριού. Η χειρονομία αυτή της απορίας είναι σαν να λέει «Γάμου υπάρχω αμύητος, πως ουν παίδα τέξομαι;» (β'; στιχηρό του εσπερινού).

Άλλες εικόνες του Ευαγγελισμού μάς τονίζουν τη συγκατάθεση της Θεοτόκου στα λόγια του αρχαγγέλου. Η Μητέρα του Θεού εικονίζεται με σκυμμένο το κεφάλι (όπως στην εικόνα μας) έχοντας το δεξί της χέρι πάνω στο στήθος της, ή να βγαίνει από το μαφόριό της. αυτά μάς θυμίζουν το «ιδού η δούλη Κυρίου...». Στην εικόνα μας ο αγιογράφος συνδυάζει στη στάση της Θεοτόκου την αμηχανία με τη συγκατάθεση. Παρουσιάζει τη Θεοτόκο με σκυμμένο το κεφάλι και βυθισμένη στις σκέψεις της.

Ο πιστός, καθώς ατενίζει και μελετά και προσκυνεί την εικόνα του Ευαγγελισμού, γεμάτος από χαρά και ευγνωμοσύνη σιγοψάλλει «Άξιον εστίν, ως αληθώς, μακαρίζειν σε την Θεοτόκον, την αειμακάριστον και παναμώμητον και μητέρα του Θεού ημών».

Από το βιβλίο «Ο Μυστικός Κόσμος των Βυζαντινών Εικόνων» (α'; τόμος) Χρήστου Γκότση, Εκδ. Αποστολική Διακονία