Τετάρτη, 28 Δεκεμβρίου 2016

Η Παναγία Θεοτόκος – Η Χώρα του Αχωρήτου

«Τείχισόν μου τας φρένας, Σωτήρ μου
το γαρ Τείχος του κόσμον ανυμνήσαι τολμώ,
την Άχραντον Μητέρα Σου
εν πύργω ρημάτων ενίσχυσόν με,
και εν βάρεσιν εννοιών οχύρωσόν με·
Συ γαρ βοάς των αιτούντων πιστώς τας αιτήσεις πληρούν.
Συ ουν μοι δώρησαι γλώτταν,
προφοράν, και λογισμόν ακαταίσχυντον
πάσα γαρ δόσις ελλάμψεως πάρα Σου καταπέμπεται, Φωταγωγέ, ο μήτραν οικήσας Αειπάρθενον»
Κάθε φορά που πηγαίνω στην Κωνσταντινούπολη, Πόλιν αφιερωμένη στην Παναγία Θεοτόκο, επισκέπτομαι και τη γνωστή Μονή της Χώρας. Μονή αφιερωμένη στον Θεάνθρωπο Χριστό, την Χώραν των ζώντων. Στην είσοδο του ναού της Μονής της Χώρας, από το υπέρθυρο της κεντρικής πόλης μας υποδέχεται η μεγάλη ψηφιδωτή εικόνα του Χριστού: «Ή χώρα των ζώντων». Όταν προχωρήσουμε πια στον κυρίως ναό μας υποδέχεται η μεγάλη ψηφιδωτή εικόνα της Παναγίας: «Η χώρα του Αχωρήτου». Από το κοινό όνομα των δύο εικόνων, δηλ. το κοινόν τους θεολογικό θέμα, πήρα αφορμή για την εισήγησή μου: «Ή Παναγία Θεοτόκος – Η Χώρα του Αχωρήτου».
Η Παναγία Θεοτόκος - Η Χώρα του Αχωρήτου
Τί σημαίνουν τα ονόματα αυτά; Λέγουν ότι η Μονή της Χώρας ονομάσθηκε έτσι επειδή βρισκόταν εκτός των τειχών της Πόλεως, σε περιοχή που ονομαζόταν Χώρα.
«Των βυζαντινών χωρίον ην εκεί», λέγει ο χρονογράφος του ΙΔ ‘ αιώνα Γεώργιος Κωδινός, περιγράφοντας την όλη ανοικοδόμηση και εικονογράφηση της Μονής της Χώρας, η οποία έγινε από τον Θεόδωρο Μετοχίτη. Δεν νομίζουμε ότι ο μεγάλος αυτός βυζαντινός κτίτωρ της Μονής γι’ αυτό το λόγο και μόνον έδωσε τις ως άνω ονομασίες στις εικόνες του Χριστού και της Παναγίας. Υπάρχει, βέβαια, και η γνώμη ότι το όνομα της Μονής «η χώρα των ζώντων» εδόθη λόγω του κοιμητηρίου, του οποίου το παρεκκλήσι, με την απαράμιλλη τοιχογραφία της Αναστάσεως του ΙΓ’ αιώνος, σώζεται μέχρι σήμερα. Εξάλλου, όπως έχει πολύ εύστοχα παρατηρήσει ο Καθηγούμενος της I. Μονής Σταυρονικήτα π. Βασίλειος, οι ορθόδοξοι βυζαντινοί στην Κωνσταντινούπολη συνήθιζαν να δίνουν σε εκκλησίες και μονές ονόματα που να δείχνουν τον κόσμον τους, τον πνευματικό προσανατολισμό τους, την πίστη και την θεολογία τους: π.χ. Αγία Ειρήνη, Αγία Σοφία, Μονή Ακατάληπτου, Παμμακάριστος, Ζωοδόχος Πηγή, Μονή Παντεπόπτου. Μονή Παντοκράτορος, κ.λπ.
Ας προχωρήσουμε λοιπόν στο θέμα μας, έχοντας οπ’ όψιν τις ονομασίες αυτές: του Χριστού ως «Η Χώρα των ζώντων» και της Παναγίας ως «Η Χώρα του Αχωρήτου».
Είναι σ’ όλους γνωστό ότι στη Βίβλο ο Θεός αποκαλείται αχώρητος, δηλ. άπειρος και απερίγραπτος(=απεριόριστος), που δεν Τον χωράει τίποτε, ούτε ο ουρανός, ούτε η γη, ούτε κανένας ναός ή οτιδήποτε άλλο. Αναφέρω για δείγμα μία μόνον βιβλική μαρτυρία, τον γνωστόν λόγον του Αγίου Πρωτομάρτυρος Στεφάνου, ο όποιος είπε στους Εβραίους: «ουκ ο Ύψιστος εν χειροποιήτοις (ναοίς) κατοικεί», διότι ούτε οι ουρανοί είναι χωρητικοί του Ποιητού των πάντων, του οποίου «η χειρ εποίησεν ταύτα πάντα». Επίσης, από τα πολλά και πλούσια πατερικά κείμενα πάνω στο ίδιο θέμα, αναφέρω μόνον δύο-τρία: Ο Θεός «πάντα χωρών, μόνος δε αχώρητος ων», λέγει ο Άγιος Ερμάς. Και ο Άγιος Μάρτυς Ιουστίνος ο Φιλόσοφος λέγει για τον Θεόν: «ο τόπω τε αχώρητος και τω κόσμω όλω». Ο Άγιος Ιππόλυτος Ρώμης τονίζει ότι ο Θεός, ενώ κατά φύσιν είναι αχώρητος, όταν θελήσει γίνεται και χάρητος κατά θέλησιν και αγάπην και χάριν: «Αχώρητος δε ότε μη χωρείσθαι θέλει, χωρητός δε ότε χωρείσθαι θέλει».
Μονή της Χώρας. Σχέδιο της μονής το 1877.
Αυτή η αλήθεια, ότι ο Θεός όταν θέλει γίνεται και χωρητός, απεκαλύφθη σε μας και εξεδηλώθη κατ’ εξοχήν εις την φιλάνθρωπο Οικονομία της εκ της Παναγίας Θεοτόκου Σαρκώσεως και Ενανθρωπήσεως του Υιού του Θεού, του Σωτήρος Χριστού. Φύσει ων Θεός αχώρητος ο Χριστός, γίνεται «χωρητός διά φιλανθρωπίαν», όπως λέγει ο Άγιος Γρηγόριος ο Θεολόγος. Και προσθέτει: «αλλ’ επειδή κατέρχεται (ο Χριστός διά της σαρκώσεως), και επειδή κενούται δι’ ημάς… διά τούτο χωρητός γίνεται». Έτσι, ο άπειρος και ακατάληπτος και απερίγραπτος, αλλά και απεριόριστα φιλάνθρωπος Θεός φανερώνεται εν Χριστώ Ιησού ταυτόχρονα και αχώρητος και χω-ρητός, και γι’ αυτό ομολογούμε και δοξάζομεν τον θεάνθρωπο Χριστόν «τον αυτόν χωρητόν και αχώρητον», όπως πάλιν λέγει ο Γρήγορος ο Θεολόγος.
Εκ του θαυμαστού γεγονότος της Σαρκώσεως και Ενανθρωπήσεως του Θεανθρώπου Χριστού, οι άγιοι Πατέρες και υμνωδοί και εικονογράφοι της Ορθοδόξου Εκκλησίας έδωσαν εις την Παναγία Παρθένο και Θεοτόκο Μαρία την ονομασία «Πλατυτέρα των Ουρανών» και «Χώρα του Αχωρήτου». Για πρώτη φορά αποδίδεται στην Παναγία Θεοτόκο η ονομασία «η Πλατυτέρα των ουρανών» εις την εικόνα της ως Δεομένης (Οranta). Την εικόνα αυτή την συναντάμε ήδη στις πρωτοχριστιανικές κατακόμβες, ενώ, αργότερον, την βλέπομε πιο θεολογικά εικονογραφημένη στην κόγχη του ιερού των ορθοδόξων ναών στο Βυζάντιο, ως μεγάλη τοιχογραφία της Παναγίας Θεοτόκου με τον μικρό Χριστό στο στήθος. Η παράσταση, η οποία ονομάζεται «η Πλατυτέρα των ουρανών», είναι, τελικά, η εικόνα της Εκκλησίας, επειδή στο πρόσωπο της Παναγίας, η Εκκλησία εχώρεσε τον ευρύτερον από όλους τους ουρανούς. Την σαφή θεολογική ταύτιση της Θεοτόκου Μαρίας με την Εκκλησίαν έχομεν ήδη στον Άγιο Κύριλλο Αλεξανδρείας· «Μαρίαν την Αειπάρθενον την Αγίαν Εκκλησίαν λέγω… Γένοιτο δε ημάς τρέμειν και σέβειν την αδιάσπαστον Τριάδα· υμνούντας την Αειπάρθενον Μαρίαν, δηλονότι την Αγίαν Έκκλησίαν». Συνεπώς, από αυτήν την θεολογικήν αλήθειαν έχομεν την αλήθεια ότι και η Εκκλησία είναι χώρα (= χώρος) πλατυτέρα των ουρανών.
Μονή της Χώρας. Σύγχρονη φωτογραφία.
Από το γεγονός αυτό, της Θεοσαρκώσεως του Χριστού από την Παναγία Θεοτόκο και την εικονογράφηση της Παναγίας με τον Θεάνθρωπο Χριστό στους κόλπους Της, προήλθε η ονομασία της Παναγίας και της ομωνύμου εικόνος Της «Η Χώρα του Αχώρητου». Αλλά αυτό το θεολογικό γεγονός μαρτυρείται στην υμνολογία της Εκκλησίας μας πριν από την εικονογραφία. Έτσι π.χ. ο Άγιος Ρωμανός ο Μελωδός, ο μέγας και θεολογικότατος υμνολόγος της εναν-θρωπήσεως του Χριστού από την Παναγία, λέγει στα γνωστά Κοντάκια του εις την Γέννησιν του Χριστού: «Ο Άχτιστος γεννάται, ο Αχώρητος χωρείται».
Και ο Άγιος Μελωδός λέγει επίσης:
«Μέγα του Πατρός πεφανέρωται εκ Κόρης,
Θείον ευσεβές και μυστήριον τω κόσμω·
Παιδίον γαρ ετέχθη ο κατέχων τα σύμπαντα,
Μόρφωσιν εκών του πρωτοπλάστου είληφε σαρκός εξ απειράνδρου
Λαοί, είπωμεν· Ευλογημένος ο τεχθείς Θεός ημών, δόξα Σοι».
Και γενικά εις όλην την εκκλησιαστική υμνολογία των εορτών του Χριστού και της θεομήτορος έχομεν εκπεφρασμένη την ιδίαν αλήθεια. Π .χ. στην καταβασία του Ευαγγελισμού (ωδή Η’) λέγεται:
«Άκου, Κόρη Παρθένε αγνη βουλήν Υψίστου αρχαίαν αληθινήν· Γενού προς υποδοχήν ετοίμη Θεού· Δια Σου γαρ ο Αχώρητος βροτοίς αναστραφήσεται».
Επίσης και στον Ακάθιστο Ύμνο λέγεται πολλάκις εις την Παναγίαν Θεοτόκο: «Χαίρε Θεού αχωρήτου χώρα». Το ίδιο διαπιστώνουμε και στην υπόλοιπη υμνολογία της Ορθοδόξου Εκκλησίας.
Ιησούς Χριστός - Η χώρα των ζώντων
Νομίζομεν ότι δεν χρειάζεται να επιμείνομεν περισσότερο στα κείμενα της Ιεράς Παραδόσεως της Εκκλησίας μας, τα οποία αποδίδουν στην Παναγία την ονομασία η Χώρα του απολύτως Αχωρήτου Θεού. Πρέπει όμως να επιμείνουμε περισσότερο στη θεολογική σημασία της ονομασίας αυτής. Γιατί η Παναγία ονομάσθηκε η Χώρα του Αχωρήτου και τί σημαίνει αυτό; Είναι απλώς ποιητική έκφραση ή μήπως έχει κάποιο βαθύτερο θεολογικό και σωτηριολογικό νόημα;
Πρέπει αμέσως να πούμε και να τονίσουμε ότι την πραγματική σημασία και το πλήρες νόημα του ονόματος της Παναγίας «Η Χώρα του Αχωρήτου» μπορούμε να το καταλάβουμε μόνο σε συσχέτιση με το όνομα του Χριστού, το οποίο Τού εδόθη πάλι στη Μονή της Χώρας: ο Χριστός η Χώρα των ζώντων. Πιθανώς, το όνομα αυτό να είχε ήδη αποδοθεί στον Χριστό, αλλά δεν το έχω ερευνήσει γι’ αυτό και την στιγμή αυτή δεν μπορώ να πω, αν αυτό το όνομα, έτσι κατά λέξιν, εδόθη στο Χριστό και κάπου αλλού πριν από την Μονή της Χώρας. Πάντως, όπως και να είναι, η ονομασία αυτή προέρχεται από τους Ψαλμούς, άρα έχει βιβλική προέλευση. Συγκεκριμένα, στους Ψαλμούς 114 (115), 9, και 55, 14 διαβάζουμε: «Ευχαριστήσω ενώπιον Κυρίου εν χώρα ζώντων», και «Ότι ερρύσω την ψυχήν μου εκ θανάτου… ευαρεστήσω ενώπιον Κυρίου εν φωτί ζώντων».
Για να το καταλάβουμε καλύτερα, θα αναφέρουμε σύντομα δύο-τρείς μόνο πατερικές ερμηνείες εις αυτά τα Ψαλμικά λόγια. Ο Άγιος Αθανάσιος ο Μέγας εις την αποδιδομένην εις αυτόν εξήγησιν εις τους Ψαλμούς ερμηνεύει: «Χώραν των ζώντων την επουράνιον φησί Ιερουσαλήμ, εν η οι κατά Θεόν αγωνισάμενοι ως αρεστοί νικηφόροι ακούσονται το ευ δούλε αγαθέ και πιστέ». Ο δε Μέγας Βασίλειος εις την Ομιλίαν εις Ψαλμόν ΡΙΔ’ λέγει: «Ο κόσμος ούτος αυτός τε έστι θνητός και χωρίον αποθνησκόντων…(και) χώρα ζώντων (εστί) ουκ αποθνησκόντων διά της αμαρτίας, αλλά ζώντων την αληθινήν ζωήν την εν Χριστώ Ιησού». Και ο Δίδυμος Αλεξανδρείας γράφει επί του Ψαλμού 55, 14: «Ο γαρ ευαρεστών τω Θεώ εν φωτί ζώντων τούτο ποιεί [δηλ. σώζει την ψυχήν αυτού εκ του θανάτου], ζη δε και πεφώτισται πας μετέχων Θεού Αυτός γαρ ζωή ων, φως εστί των ανθρώπων» (εις την Σειρά =Catenes εις Ψαλμούς). Τέλος, και ένας άλλος ανώνυμος σχολιαστής γράφει για τον ίδιον Ψαλμόν: «Του ρυσθήναί με εκ θανάτου και ελευθερωθήναί με από της αμαρτίας, μερίδα δε σχειν εν τη των ζώντων χώρα, πρόξενος ημίν γέγονεν η του Κυρίου Παρουσία» (εις την Σειρά = Catenes).
Ιησούς Χριστός - Η χώρα των ζώντων
Από όλα, και κυρίως από το τελευταίο ερμηνευτικό σχόλιο, συνάγεται με βεβαιότητα ότι η χώρα των ζώντων είναι o Χριστός. Αυτός είναι η αιώνια ζωή και σωτηρία μας, το αιώνιο φως εις την επουράνιο Βασιλεία, εις την επουράνια χώρα η επουράνια πατρίδα όλων των τέκνων του Θεού, των σεσωσμένων διά του Χριστού και εν τω Χριστώ, χάρις εις την πίστην και την αγάπην και την θείαν χάριν Του, διά της οποίας εδέχθη και ανέλαβε και εχώρησε εν Εαυτώ όλους εμάς.
Ο Άγιος Κλήμης Ρώμης στην Α’ Επιστολή προς Κορινθίους (κεφ. 50, 1-3) αναφέρει: «Αι γενεαί πάσαι από Αδάμ έως τήσδε της ημέρας παρήλθον, αλλ’ οι εν αγάπη (του Χριστού) τελειωθέντες κατά την του Θεού χάριν, έχουσιν χώραν ευσεβών, οι φανερωθήσονται εν τη επισκοπή της Βασιλείας του Χριστού». Τα τελευταία αυτά λόγια του Αγίου Κλήμεντος μας δείχνουν την εσχατολογική προοπτική όλων των προαναφερθέντων πατερικών ερμηνειών εις την ψαλμικήν μαρτυρίαν περί της χώρας (και φωτός) των ζώντων (η των ευσεβών, που για τον Κλήμεντα Ρώμης είναι ταυτόσημο). Χώρα των ζώντων είναι ο εκ της Θεοτόκου Μαρίας ενανθρωπήσας Θεάνθρωπος Χριστός και η εν Αυτώ ενσωμάτωση μας και αιώνια ζωή μας.
Διά να μην μακρηγορούμε, λέγομεν λοιπόν συμπερασματικά ότι η Χώρα των ζώντων είναι ό Θεάνθρωπος Χριστός και η εν Αυτώ εύρεσή μας και εγχώρησή μας και ζωή μας. Αυτός είναι η αληθινή αιώνια ζωή, που αρχίζει ήδη εδώ στη γη από την ενανθρώπηση του Χριστού, από την πρώτη παρουσία Του, και θα συνεχισθεί εν πληρότητι και ευρυχωρία μετά την Δευτέραν, την εσχάτην παρουσία του Αναστάντος Χριστού, εις την Επουράνια Βασιλεία του Θεού. Με άλλα λόγια, αυτό μαρτυρεί ο Απόστολος Παύλος, όταν λέγει ότι «η ζωή ημών κέκρυπται συν τω Χριστώ εν τω Θεώ», και ότι «ημών το πολίτευμα [δηλ. η χώρα, η πατρίδα και ο εν αυτή τρόπος ζωής] εν ουρανοίς υπάρχει, εξ ου και Σωτήρα απεκδεχόμεθα Κύριον Ιησούν Χριστόν».
Η πραγματική προϋπόθεση της αλήθειας αυτής, κατά τον ίδιο Απόστολο, είναι το Μέγα Μυστήριον της Ευσεβείας: «Θεός εφανερώθη εν σαρκί». Δηλαδή, το παράδοξο γεγονός ότι εις την Παρθένον Μαρίαν εκουσίως εχώρησε και εκ της Θεοτόκου αγαπητικώς ενανθρώπησε ο Θεάνθρωπος Χριστός «το πάντων καινών καινότατον, το μόνον καινόν υπό τον ήλιον», όπως λέγει ο Άγιος Ιωάννης ο Δαμασκηνός. Ή, να το πούμε με άλλα, πολύ απλά λόγια: Το σωτήριο γεγονός της Θείας Οικονομίας είναι ότι εχώρεσε η Παναγία τον Χριστό, για να μπορέσει ο Χριστός να χωρέσει όλους εμάς και να γίνει για όλους μας η Χώρα των ζώντων.
Το παράδοξο και υπερθαυμαστό, αλλά, ταυτόχρονα, φιλάνθρωπο και κοσμοσωτήριο αυτό γεγονός περιγράφεται διά πολλών από τους Πατέρες, κυρίως στα κείμενα που αναφέρονται στο γεγονός της Σαρκώσεως του Χριστού, και από τους υμνογράφους της Ορθοδόξου Εκκλησίας μας στους ύμνους της εορτής των Χριστουγέννων.
Ας αναφέρουμε μερικές μόνο μαρτυρίες, δηλαδή μερικά πατερικά και υμνολογικά κείμενα πάνω στο γεγονός αυτό.
Άποψη του κυρίου τρούλλου της Μονής της Χώρας
Γράφει π.χ. ο Άγιος Γρηγόριος ό Θεολόγος (στην γνωστή του χριστολογική 101η επιστολή) «Ει τις ου Θεοτόκον την Αγίαν Μαρίαν υπολαμβάνει, χωρίς έστι της Θεότητος…»· και στη συνέχεια ερμηνεύει το θεανθρώπινο γεγονός Χριστός ως εξής: «Και ει δει συντόμως ειπείν άλλο μεν και άλλο τα εξ ων ο Σωτήρ (Χριστός), ουκ άλλος δε και άλλος. Τα γαρ αμφότερα εν τη συγκράσει· Θεού μεν ενανθρωπήσαντος, ανθρώπου δε θεωθέντος». Τα λόγια του Αγίου Καππαδόκου Πατρός, μεταφερόμενα στο θέμα μας, θέλουν να ειπούν ότι εκείνος που δεν δέχεται ότι η Θεοτόκος είναι η Χώρα του αχωρήτου Θεού, αυτός θα είναι και εκτός της Χώρας των ζώντων, δηλαδή εκτός του Θεανθρώπου Χριστού.
Και αναφέρουμε επίσης μερικά μόνον χωρία από την υμνολογία της Εκκλησίας:
«Το προορισθέν τω Πατρί προ αιώνων,
και προκηρυχθέν τοις Προφήταις,
επ’ εσχάτων μυστήριον εφάνη
και Θεός ενηνθρώπησε,
σάρκα προσλαβών εκ της Παρθένου·
κτίζεται ο Άκτιστος βουλήσει·
ο Ων γίνεται·
ο Βασιλεύς του Ισραήλ,
Χριστός παραγίνεται ».
Και ακόμη ένας ύμνος των Χριστουγέννων:
«Άκουε ουρανέ και ενωτίζου η γη·
ιδού γαρ ο Υιός και Λόγος του Θεού και Πατρός,
πρόεισι τεχθήναι εκ Κόρης απειράνδρου [= Παρθένου],
ευδοκία του φύσαντος Αυτόν απαθώς,
και συνεργία τον Αγίου Πνεύματος.
Βηθλεέμ ευτρεπίζου, άνοιγε πύλην η Εδέμ·
Ότι ο Ων γίνεται ο ουκ ην,
και Πλαστουργός πάσης κτίσεως διαπλάττεται,
ο παρέχων τω κόσμω το μέγα έλεος».
Και για να θυμηθούμε τον μεγάλο θεολόγο και υμνολόγο του ενός και αυτού θεανθρωπίνου Μυστηρίου του Χριστού και της Παναγίας Θεοτόκου, τον Άγιο Ιωάννη τον Δαμασκηνό, στην υμνολογία γίνεται λόγος για «το απ’ αιώνος απόκρυφον και Αγγέλοις άγνωστον μυστήριον», το οποίον διά της Θεοτόκου «τοις επί γης πεφανέρωται» εν τω προσώπω του Θεανθρώπου Χριστού, του «Θεού εν ασυγχύτω ενώσει σαρκουμένου» και «θεουργούντος το ανθρώπινον».
Και, τέλος, πρόκειται για το «Μυστήριον του Χριστού», που είναι αποκάλυψη και πραγματοποίηση της προαιώνιου «Μεγάλης Βουλής» του Θεού, το οποίον Μυστήριον = γεγονός, «ο έστι Χριστός εν ημίν», θεολογικότατα εξέφρασε και διετύπωσε, όπως είναι γνωστόν, ο Άγιος Μάξιμος ο Ομολογητής: «Τούτο προδήλως έστιν άρρητός τε και απερινόητος θεότητός τε και ανθρωπότητος καθ’ υπόστασιν ένωσις, εις ταυτόν άγουσα τη θεότητι κατά πάντα τρόπον, τω της υποστάσεως λόγω, την ανθρωπότητα και μίαν αμφοτέρων αποτελούσα την υπόστασιν σύνθετον της αυτών κατά φύσιν ουσιώδους διαφοράς μηδεμίαν καθοτιούν επάγουσα μείωσιν ώστε και μίαν αυτών γενέσθαι την υπόστασιν και την φυσικήν διαφοράν απαθή διαμένειν… Τούτο έστι το μέγα και απόκρυφον μυστηριον. Τούτο έστι το μακάριον δι’ ο τα πάντα συνέστησαν τέλος. Τούτο έστιν ο της αρχής των όντων προεπινοούμενος θείος σκοπός, ον ορίζοντες είναι φαμέν, προεπινοούμεον τέλος, ου ένεκα μεν πάντα, αυτό δε ουδενός ένεκα. Προς τούτο το τέλος αφορών, τας των όντων ο Θεός παρήγαγεν ουσίας. Τούτο κυρίους εστί το της προνοίας και των προνοουμένων πέρας· καθ’ ο εις τον Θεόν η των υπ’ Αυτού πεποιημένων εστίν ανακεφαλαίωσις. Τούτο έστι το πάντας περιγράφον τους αιώνας και την υπεράπειρον και απειράκις απείρως προϋπάρχουσαν των αιώνων Μεγάλην του Θεού βουλήν εκφαίνον μυστήριον, ης γέγονεν άγγελος αυτός ο κατ’ ουσίαν του Θεού Λόγος γενόμενος άνθρωπος· και αυτόν, ει θέμις ειπείν, τον ενδότατον πυθμένα της Πατρικής αγαθότητος φανερόν καταστήσας και το τέλος εν Αυτώ δείξας δι’ ο προς το είναι σαφώς αρχήν έλαβον τα πεποιημένα. Διά γαρ τον Χριστόν, ήγουν το κατά Χριστόν μυστήριον, πάντες οι αιώνες και τα εν αυτοίς τοις αιώσιν, εν Χριστώ την αρχήν του είναι και το τέλος ειλήφασιν. Ένωσις γαρ προϋπεννοήθη των αιώνων, όρου και αοριστίας, και μέτρου και αμετρίας, και πέρατος και απειρίας, και Κτίστου και κτίσεως, και στάσεως και κινήσεως, ήτις εν Χριστώ επ’ εσχάτων των χρόνων φανερωθέντι γέγονε».
Άποψη του δεύτερου τρούλλου της Μονής της Χώρας
Από αυτά τα ολίγα, αλλά πολύ χαρακτηριστικά χωρία των Πατέρων της Ορθοδόξου Εκκλησίας, των ταυτόχρονα θεολόγων και υμνολόγων του ενός και του αυτού μεγάλου και αδιαιρέτου Μυστηρίου της Χώρας του Αχωρήτου και της Χώρας των ζώντων, δηλαδή της Παναγίας και του Χριστού, τελικά φαίνεται αυτό που θέλω να αναπτύξω. Ότι, δηλαδή, το θαυμαστό και σωτήριο γεγονός της Παναγίας Θεοτόκου ως «Χώρας του Αχωρήτου» ταυτίζεται με το «Μέγα Μυστήριον της ευσέβειας» (= της πίστεως μας), που είναι «ο Χριστός εν ημίν», ο Χριστός εν τη Εκκλησία και με την Εκκλησία ή, ακόμη ακριβέστερον, ο Χριστός ως Εκκλησία.
Επομένως, ο Χριστός ως Θεάνθρωπος (όχι δηλαδή μόνον ως Υιός και Λόγος του Θεού, αλλά και ταυτόχρονα ως Υιός της Θεοτόκου — «μία σύνθετος Υπόστασις», κατά τους Πατέρες) είναι η εσχατολογική Χώρα των ζώντων, η οποία περιλαμβάνει όλην την κτίση και χωράει όλους εμάς τους ανθρώπους, τους αληθινά ζώντας και εμφιλοχωρούντας εν Αυτώ. Το εσχατολογικό αυτό γεγονός άρχισε από την εν Παναγία εγχώρηση και ενανθρώπηση του Χριστού και συνεχίζεται με την εν Χριστώ εγχώρηση και ενσωμάτωσή μας (κατά τον Απ. Παύλο -Γαλ. 3, 27-28· Εφ. 3, 3-6, και κατά τον Μέγα Αθανάσιο, Κατά Αρειανών, βιβλ. Β’). Φανερώνεται δε ήδη πραγματοποιούμενο, ενώ θα πραγματοποιηθεί πλήρως ως «οικονομία του πληρώματος των καιρών, ανακεφαλαιώσασθαι τα πάντα εν τω Χριστώ», ή με άλλα πάλιν αποστολικά λόγια, ως μετάσταση ή μετάθεση ή εγχώρηση ημών «εις τήν Βασιλείαν του Υιού της αγάπης Αυτού», δηλ. του Θεού Πατρός. Και ακριβώς αυτή η Βασιλεία του Αγαπητού Υιού του Θεού είναι η ημετέρα αιώνια Χώρα των ζώντων, που δεν είναι κάτι άλλο από τον ίδιο τον Θεάνθρωπο Χριστό. Διότι, ο Χριστός ως Μονογενής Υιός του Θεού κατήλθε από τους ουρανούς και «δι’ ημάς τους ανθρώπους και διά την ημετέραν σωτηρίαν» εσαρκώθη και ενανθρώπησε «εκ Πνεύματος Αγίου και Μαρίας της Παρθένου» και έγινε «Πρωτότοκος εν πολλοίς αδελφοίς» και εφόρεσε και εχώρεσε όλην την δημιουργίαν του Θεού και όλους εμάς — ως Νέος και Έσχατος Αδάμ και ως Νέος και Έσχατος Παράδεισος, η εσχατολογική Χώρα των ζώντων.
Με την σάρκωσίν Του από την Παναγία Θεοτόκο, ο Χριστός έγινε η Εκκλησία, «ο όλος Χριστός — Κεφαλή και Σώμα» κατά τους Πατέρες. Και ενώ είναι και παραμένει Ένας και Μοναδικός Θεάνθρωπος, γίνεται, κατά τον Άγιο Γρηγόριο Παλαμά, και «μυριοϋπόστατος». Δηλαδή, κατά την προφητεία του Ησαΐα (κεφ. 53) και κατά την καινοδιαθηκικήν ευχαριστιακήν πραγματικότητα (Ιωάν. 6), ο Μεσσίας-Χριστός είναι συγχρόνως και προσωπικός και συλλογικός, Απαρχή και Κεφαλή της Εκκλησίας ταυτόχρονα, η ανακεφαλαίωση των πάντων και η ενσωμάτωση («ενχρίστωσις», λέγει ο π. Ιουστίνος Πόποβιτς) πάντων των μελών του Σώματός Του, της Εκκλησίας, ως «του Πληρώματος του τα πάντα εν πάσι Πληρουμένου».
πηγή: Αθανασίου Γιέφτιτς, πρ.Επισκόπου Ζαχουμίου και Ερζεγοβίνης, «Χριστός, η χώρα των ζώντων», σ.89-101, εκδ. Ίνδικτος

Ο Άγιος Ιωάννης Δαμασκηνός περί της Παναγίας Θεοτόκου


Από τον πνευματικόν πατέρα μου παρέλαβον ότι πρέπει να θέτωμεν «φυλακήν τω στόματι» ημών όταν ομιλώμεν περί των μυστηρίων του Χριστού. Πόσω μάλλον πρέπει να κάνωμεν τούτο όταν ομιλώμεν περί του «μυστηρίου των μυστηρίων» του Χριστού περί της Παναγίας και Υπερευλογημένης Θεοτόκου και Αειπαρθένου Μητρός Του.
Εάν ο θεόπτης Μωϋσής με φόβον και έντρομος «ευλαβείτο κατεμβλέψαι» ενώπιον της αφλέκτου βάτου, που ήτο μόνον η «σκιά της αληθείας», σκιά της αληθινής Βάτου, της Παναγίας Θεοτόκου, τι άλλο να κάνωμεν ημείς οι αμαρτωλοί και ανάξιοι, όταν πρόκειται να ομιλήσωμεν δια την Παναγίαν Θεοτόκον, παρά να προσευχώμεθα πρώτον ταπεινά μαζί με όλον το πλήρωμα της Εκκλησίας του Χριστού, έχοντας τους αγίους υμνωδούς μας ως κανονάρχας και τελετάρχας:
Τείχισόν μου τας φρένας, Σωτήρ μου•
το γαρ τείχος του κόσμου ανυμνήσαι τολμώ,
την άχραντον Μητέρα Σου•
εν πύργω ρημάτων ενίσχυσόν με,
και εν βάρεσιν εννοιών οχύρωσόν με•
Συ γαρ βοάς των αιτούντων πιστώς τας αιτήσεις πληρούν.
Συ ουν μοι δώρησαι γλώτταν,
προφοράν,
και λογισμόν ακαταίσχυντον•
πάσα γαρ δόσις ελλάμψεως παρά Σου καταπέμπεται,
Φωταγωγέ,
ο μήτραν οικήσας αειπάρθενον»1.
Περί της Παναγίας Θεοτόκου ωμίλησαν και έγραψαν πολλοί άγιοι Πατέρες και υμνωδοί της Εκκλησίας του Χριστού. Ένας από τους πιο μεγάλους Πατέρας και υμνωδούς της Εκκλησίας, που εξύμνησε την Υπεραγίαν Θεοτόκον «όσον εφικτόν» ήτο εις τους ανθρώπους («το γαρ προς αξίαν ανέφικτον», Β΄, 14), είναι ο άγιος Ιωάννης ο Δαμασκηνός, η χρυσόρροος λύρα του Παναγίου Πνεύματος, το θεόπνευστον στόμα του Λόγου2, ο «ορθότομος λάτρης της Αγίας και Ασυγχύτου Τριάδος»3.
Αλλά και προ του αγίου Δαμασκηνού και μετά τον Δαμασκηνόν έχομεν επίσης πολλούς Πατέρας οι οποίοι ωμίλησαν και έγραψαν περί της Μητρός του Σωτήρος Χριστού. Όλοι αυτοί ήσαν συγχρόνως και ποιηταί – υμνογράφοι της Εκκλησίας, γεγονός το οποίον μαρτυρεί ότι εις την Πανύμνητον Θεοτόκον αρμόζει μάλλον «θείος και ιερός ύμνος» και αίνος (Α΄, 5• Δ΄, 4), λόγος δηλαδή δοξολογικός, διότι τα μυστήριά της είναι «πάντα υπέρ έννοιαν, πάντα υπερένδοξα»4, και ουδείς απλός λόγος θα εξαρκέση προς ύμνον των «μεγαλείων» της, τα οποία «εποίησεν αυτή ο Δυνατός» (Λουκ. 1, 42).
Προ του Δαμασκηνού οι άγιοι Γρηγόριος ο Θεολόγος και Εφραίμ ο Σύρος, Πρόκλος Κωνσταντινουπόλεως και Κύριλλος Αλεξανδρείας, Μόδεστος και Σωφρόνιος Ιεροσολύμων, Ανδρέας Ιεροσολυμίτης και Γερμανός Κωνσταντινουπόλεως, και μετά τον Δαμασκηνόν οι Θεόδωρος ο Στουδίτης, Φώτιος ο Πατριάρχης, Συμεών ο Νέος Θεολόγος και οι τρεις βυζαντινοί Παλαμάς, Θεοφάνης Νικαίας και Καβάσιλας, – όλοι αυτοί έγραψαν λόγους εις την Παναγίαν, οι οποίοι είναι ποιήματα θεόπνευστα και «ύμνοι θεοπρεπείς», μεγαλυνάρια και ωδαί πνευματικαί μιας ακαταπαύστου και διαρκούς τελετής και εορτής5 της Θεοτόκου.
Και έτσι έπρεπε ασφαλώς να γίνη, διότι εις την Ορθόδοξον Εκκλησίαν ζη διαρκώς μία αληθής περί Παναγίας Θεοτόκου παράδοσις, επί κεφαλής της οποίας ίσταται ως «χορίαρχος»6 και τελετάρχης ο «Άγγελος Πρωτοστάτης» (Γ, 16), ο οποίος εκ της Παναγίας Τριάδος7 «ουρανόθεν επέμφθη ειπείν τη Θεοτόκω το Χαίρε»8. Το «Χαίρε» αυτό, που συνοψίζει ολόκληρον το χαρμόσυνον άγγελμα («ευ-αγγέλιον») της ελεύσεως του Σωτήρος Χριστού, έγινε εις την Ορθόδοξον Εκκλησίαν παντοτινή παράδοσις, όπως ακριβώς το επροφήτευσεν η Παναγία Θεοτόκος: «Ιδού γαρ από του νυν μακαριούσί με πάσαι αι γενεαί» (Λουκ. 1, 48• Πρβλ. Β΄, 9). Αλλά ο μακαρισμός αυτός και η δοξολογία της Θεοτόκου εις την Ορθόδοξον Εκκλησίαν δεν είναι μόνον «ιερός ύμνος», είναι ταυτοχρόνως και θεολογία, δηλαδή ορθή «δόξα» και ορθός «λόγος» περί των αρρήτων μυστηρίων του Θεού μέσα εις την Οικονομίαν της σωτηρίας τα οποία επραγματοποιήθησαν δια της Παναγίας. Διότι και ο Θεός και η Παναγία δεν δοξάζεται, ει μη με την ορθο-δοξίαν.

Δευτέρα, 26 Δεκεμβρίου 2016

Η Συμβολή της Παρθένου στο μυστήριο της Γεννήσεως Γέροντας Ιωσήφ Βατοπαιδινός,

Γέροντας Ιωσήφ Βατοπαιδινός,
Ομιλία για τα Χριστούγεννα
Πάντοτε η συνάθροισή μας εδώ εν ονόματι της Χάριτος του Χριστού μας ήτο επωφελής. Σήμερον δε,  είναι κάποια εξαίρεσις ασυγκρίτως πολύ μεγάλη. Διότι σήμερα εορτάζομεν την γέννησην του Χριστού μας. Αυτό δεν θα ερμηνευθεί ποτέ, ούτε στον παρόντα αιώνα, ούτε στον μέλλοντα, στην αιωνιότητα, όταν θα τελειοποιηθεί όλη η λογική φύσις, ούτε τότε θα κατανοήσει το ασύλληπτον μυστήριον της αφάτου κενώσεως του Θεού Λόγου, ειδικά για την σωτηρία του ανθρώπου. Σύμπασα η κτίσις μετέσχε, μετέχει και θα μετάσχει όλης της πανευλογίας της Θείας κενώσεως. Αλλά αυτά είναι τα περισσεύματα, ο πραγματικός στόχος είναι ο άνθρωπος. Για την κτίσιν δεν χρειαζόταν η κένωσις. Αυτός που είπε και εγεννήθησαν, ενετείλατο και εκτίσθησαν, δεν χρειαζόταν να κατέβει εδώ και να ταπεινωθεί. Θα ημπορούσε να το κάνει και προστακτικά. Αυτό δεν θα κάνει και στην παλιγγενεσία; Σε χρόνον αστραπής θα ανακαινίσει το σύμπαν.
Η Συμβολή της Παρθένου στο μυστήριο της Γεννήσεως
Στον άνθρωπον όμως δεν έγινε αυτό και αυτό είναι η προσοχή μας. Το τι σημαίνει το κατ’ εικόνα και ομοίωση. Ο άνθρωπος, αδελφοί μου, είναι το ιδιαίτερο καμάρι της θεοπρεπούς μεγαλοσύνης. Βλέπετε ενώ τα σύμπαντα, όπως είπα, κατασκευάστηκαν προστακτικά, τον άνθρωπον ο Θεός δεν τον έκανε προστακτικά. Τον κατασκεύασεν ιδιοχείρως και του έδωσε τις ιδιότητες και τον χαρακτήρα ούτως ώστε να γίνει χωρητικός των θείων ιδιοτήτων, εκτός του να είναι κατά φύσιν θεός. Λοιπόν, αυτό το κατ’ εικόνα και ομοίωσιν επλανήθη και εξέπεσε. Η Παναγάπη του Χριστού μας, για να δείξει ότι πράγματι είναι κατ’ εικόνα και ομοίωσιν ο άνθρωπος και εις τούτο απόκεινται όλες οι ευλογίες και η θέωσις, γι’ αυτό έρχεται ο Ίδιος ιδιοχείρως να αναπλάσει μεν τον άνθρωπον οντολογικά καθώς τον κατασκεύασε καθ’ ομοίωσίν Του, αλλά και να του δείξει και τον τρόπο πρακτικά της πάλης και του βιώματός του εδώ στην κοιλάδα του κλαυθμώνος.
Η αιτία της καταστροφής ήταν ο εγωισμός και η φιλαυτία… Έρχεται η Θεία Κένωσις και έρχεται τώρα να γίνει βρέφος Αυτός που τη δρακί περιέχει το σύμπαν. Να έρθει ως βρέφος ταπεινόν, από μια ταπεινήν κόρη, την αειπάρθενό Του Μητέρα και με άφραστον και ασύλληπτον και ακατανόητον τρόπο εγεννήθην ως άνθρωπος κρατώντας την αγνότητα της μητέρας και την ιδικήν Του. Κάτι θα πω εδώ που δεν ξέρω πώς θα γίνει, είναι σε μια παρέκκλισιν. Είναι η σημασία ακριβώς της αγνότητος. Αυτό με συγκλόνισε κυριολεκτικά για τον λόγον ότι προόρισε αυτήν την κόρη προ καταβολής κόσμου και μετά όταν ήρθαν οι πρόγονοι αυτής της φυλής, από τότε άρχισε να τους δείχνει ο Θεός ότι από την ρίζα τους θα φυτρώσει αυτό το κοράσιον που θα συνεργήσει Αυτή να δώσει σάρκα, να δώσει ανθρώπινον σώμα εις τον Θεόν Λόγον καθώς ευδόκησεν η αγαθότης Του να αναπλάσει τα πάντα. Μένει αυτό το κοράσιον αγνότατον, βλέπετε, και εις την περίοδον ακόμα της συλλήψεως, όπως βλέπετε, όταν της είπε ο Άγγελος ότι θα γεννήσει υιόν, τρόμαξε το κοριτσάκι, λέει μα πώς είναι δυνατόν; Αφού εγώ δεν έχω σχέση με άντρα! Λέει, όχι, μη φοβάσαι, της λέει, Πνεύμα Άγιον επελεύσεται επί σε και δύναμις Υψίστου επισκιάσει σοι. Γι’ αυτό και το γεννώμενον Άγιον θα είναι Υιός του Θεού. Και τότε δεν αντέδρασε το κοριτσάκι και λέει: γένοιτο κατά το θέλημά Σου Κύριε. Και γίνεται η σύλληψις, κατά τρόπον ασύλληπτον εις τους φυσικούς κανόνας, διότι ήτο υπέρ φύσιν. Και γίνεται σύλληψις μέσα εις τα σπλάχνα της αειπαρθένου αυτής κορούλας και αισθάνεται την εγκυμοσύνην της, αναβαίνει κλιμακηδόν όπως είναι οι φυσιολογικοί νόμοι. Αισθανόταν ότι ήτο έγκυος αλλά ουδέποτε αισθάνθηκε μέσα της τον συναισθηματισμόν της ανθρωπίνης πτώσεως και παραβάσεως. Αν και συνέλαβεν εις τα παρθενικά της σπλάχνα και με το παρθενικό της αίμα δημιούργησε τη σάρκωση του Υιού της, του Θεού Λόγου, Αυτή και τότε και αείποτε ήτο Παρθένος. …
Εδώ είναι το ασύλληπτο μυστήριο! Ήξερε η κορούλα ως Προφήτης ότι ήρθεν η ώρα της να γεννήσει και ξεκίνησεν γι’ αυτόν τον σκοπόν εις τον τόπον που τους είχε υποδείξει η Πρόνοια να πάνε. Και πήγαν εκεί, αν και λέει: «ουκ ην τόπος εν τω καταλύματι». Πράγματι δεν ήταν. Διότι τους τόπους του καταλύματος, τους πήραν οι πλούσιοι και οι αυτάρκεις και οι κατέχοντες και οι εξουσιαστές. Για τους φτωχούς δεν είχε τόπον. Καταδέχεται λοιπόν ο Υιός του Θεού να αρχίσει από την ταπείνωσιν την ανάπλαση της ανθρωπίνης προσωπικότητος. Και ο τοκετός έγινε ασύλληπτος, ακατάληπτος, όπως καθόταν η κορούλα στο σπίτι εκεί και περίμενε, ήξερε την ώρα, έξαφνα βρίσκεται στην αγκαλιά της το βρέφος, χωρίς να ξέρει η ίδια πόθεν βγήκε, πώς βγήκε. Αισθανόταν το αειπάρθενο της αγνότητός της και βλέπει έξαφνα το αγγελούδι μέσα στην αγκάλη της και είχε τα ρουχαλάκια έτοιμα εκ των προτέρων και το έντυσε.
Καταδέχεται λοιπόν ο Υιός του Θεού του ζώντος. Αυτός ο διοικητής των σύμπαντων όντων, καταδέχεται μ’ αυτόν τον τρόπον να σαρκωθεί μες στο σπήλαιον και να κατακλιθεί σαν στρωμνή μες στη φάτνη, μες στην πάχνη. Δεν είχε αλλού τόπο γι’ Αυτόν. Τα υποδέχεται όλα εκουσίως και αρχίζει παρακάτω από εκεί το δεύτερον στοιχείον. Το κεντρικόν στοιχείον όπως είπα της ανθρωπίνης προσωπικότητος που είναι το κατ’ εικόνα και ομοίωσιν, είναι η αγνότης και η παρθενία, αλλά το δεύτερον το ομοιογενές είναι η αγάπη. Επειδή ο Θεός και Δημιουργός που δημιούργησε το κατ’ εικόνα και ομοίωσιν, Αυτός ήτο και είναι η αυτοαγάπη. Άρα ο άνθρωπος ως εικόνα και ομοίωσις έχει θεμέλιον της οντότητός του την αγάπη. Άρα η αγάπη στον άνθρωπο είναι επιβεβλημένον καθήκον, δεν είναι αρετολογία, δεν είναι περιστασιακή, είναι στοιχείον οντότητος της ανθρωπίνης προσωπικότητος και υποδεικνύει το βρέφος.
Μόλις λοιπόν έμαθαν οι εχθροί ότι εγεννήθη κάποιος και θα είναι αρχηγός φρόντισε τότε, όπως λέει η ιστορία, ο Ηρώδης να το σκοτώσει. Δεν μπορούσεν Αυτός, αφού Αυτός διοικεί το σύμπαν να τον παραμερίσει αυτόν και να γλιτώσει την καταστροφήν; Μπορούσε, αλλά αρχίζει ακριβώς να μας δείξει τον τρόπον. Πρώτα τον τρόπον της αγνότητος με τον τρόπο της γεννήσεως και δεύτερον τον τρόπον της αγάπης με την ανοχήν…
Αυτά είναι αδερφοί μου, αυτά ήθελα να σας ενθυμίσω και ειδικά με τον συγκλονισμόν της σημερινής εορτής που κατεδέχθη ο Θεός Λόγος να γίνει για μας άνθρωπος για να κάνει εμάς τους ανθρώπους να μας επαναφέρει πάλι να μας κάνει θεούς. Βλέπεις πώς λέει στην προσευχή Του; «θέλω Πάτερ ίνα όπου ειμί Εγώ ίνα ώσι και αυτοί», «Συ Πάτερ εν εμοί καγώ εν αυτοίς ίνα ώσιν εν καθώς ημείς εν εσμεν». Ήρθεν εδώ ο Δημιουργός του σύμπαντος των είναι, και συγχωράει την ανθρώπινην ενοχήν και βαρβαρότητα και κακότητα, αναπλάθει την ενοχήν δια του αίματος, μας δείχνει τον τρόπο της επιστροφής και μας δίδει την απόδειξη, το βραβείο της μετανοίας, ότι θα μας επαναφέρει, όχι ότι μας συγχώρησε γιατί εφταίξαμε, θα μας επαναφέρει εις την θέσιν τού κατ’ εικόνα και ομοίωσιν. Διότι αυτός είναι ο προορισμός μας, αλίμονο! Δεν μεταβάλλονται οι φυσικοί νόμοι. Το κατ’ εικόνα και ομοίωσιν σημαίνει ότι ο άνθρωπος θα επανέρθει εκεί ακριβώς που είναι η θέσις του και ο τόπος του. Γι’ αυτό ήρθεν ο αυτουργός, ο δημιουργός, ο συνοχεύς και του το έδωσε. Γι’ αυτό εύχομαι η Θεία Χάρις του Κυρίου μας που συγκατέβη για την δική μας την ανάπλασιν και οι πρεσβείες της γλυκυτάτης μανούλας, της μητέρας των χριστιανών, της παγκοσμίου μητέρας που συμπαρίσταται πάντοτε με την μητρικήν της στοργήν να μας ενισχύσει να επιτύχομεν τον τρόπον της μετανοίας και να κερδίσομεν την Θείαν επαγγελίαν που μας έταξεν ο Κύριός μας. Αμήν!

Κυριακή, 18 Δεκεμβρίου 2016

Μοναχός Μ.Σ. Η Παναγία και οι Άγιοι του Άθωνα

Το βουνό που αγάπησαν αυτοί που αγάπησαν πολύ την Παναγία. Στην χιλιόχρονη ιστορία του έχουμε πάνω από Εκατοντριάντα ανακηρυγμένους αγίους. Πρώτοι της ισάγγελης αυτής σειράς οι άγιοι Αθανάσιος ο κτήτορας της Μεγίστης Λαύρας και ο Ξηροποταμηνός Παύλος. Οι δυο πρώτες λαμπάδες π’ ανάφτηκαν στο μπρός στην εικόνα της Παναγίας μανουάλι και φωτίζουν τα πρόσωπα των μοναχών μέχρι σήμερα. Είναι οι Πρόδρομοι π’ ανοίγουν δρόμους για να γνωρίσουν μυριάδες ανθρώπων κατοπινών την εξαίσια παρηγοριά που δίνει στους πιστούς η Θεοτόκος.
panagiagionoros2
Μια τίμια σειρά αφοσιωμένων δούλων που έντονα αφήνουν να φανεί η ποικιλία των χαρισμάτων του αγίου Πνεύματος. Έτσι έχουμε αγιορείτες αγίους μοναχούς, διακόνους, ιερομονάχους, κατοπινούς ιεράρχες, αρχιεπισκόπους και πατριάρχες και πατριάρχες πάλι που γίνονται μοναχοί. Έχουμε βασιληάδες και βασιλόπαιδες, αξιωματούχους, ηγουμένους και υποτακτικούς κτήτορες, έγκλειστους, ασκητές και κοινοβιάτες, πτωχούς, νέους και γέροντες, ιερομάρτυρες και νεομάρτυρες, θαυματουργούς, μυροβλύτες, συγγραφείς, αντιγραφείς, μεταφραστές, ζωγράφους και ποιητές… Όλοι κεριά αναμμένα μπρός στη τιμιωτέρα των χερουβείμ που τους έγινε μητέρα, αδελφή, γιάτρισσα, προστάτισσα… Αυτή που την ευλαβούνταν βαθιά, π’ αγαπούσαν με τρυφερότητα μικρού παιδιού, την παρακαλούσαν ολοήμερα με καθημερινούς χαιρετισμούς, παρακλήσεις, δεήσεις, θεοτοκάρια, θεοτοκία, κανόνες, πολύωρες αγρυπνίες και λιτανείες να πρεσβεύει υπέρ αυτών και όλου του κόσμου.
Κι εκείνη, με την άφατη φιλοστοργία της υπόσχονταν, παρουσιάζονταν σε οράματα και σε όνειρα, μιλούσαν οι εικόνες της, θαυματουργούσε, παραμυθούσε, ελευθέρωνε από πειρασμούς, τους ευχαριστούσε, τους προέλεγε και κάποτε διέταζε και απαιτούσε κι άλλοτε με χρυσό φλουρί και με χαρά πλήρωνε τους ψάλτες για τον κόπο της όμορφης ψαλμωδίας τους… Δυστυχώς ούτε μόνα τα ονόματά τους ο φιλόξενος αυτός χώρος δεν φτάνει για ν’ αναφέρουμε.
Κάποιους μυστικούς μαγνήτες έχει ο Άθωνας και τραβά τόσα ανήσυχα πνεύματα, τόσο αποφασισμένους ανθρώπους, τόσο δυνατούς. Άλλοι χάνονται στις δίχως νερό ερημιές, σε ρέματα, σπηλιές, πλαγιές με γκρεμούς, παραλίες βραχοσκέπαστες. Ψάχνουν ένα τόπο νάναι μόνοι, αυτοί κι ο Θεός. Τόποι δίχως παρηγοριά ανθρώπινη, δίχως ανθούς, καρπούς, στρουθιά, κακοτράχαλοι. Άλλοι πάλι βρίσκουν απερίγραπτης ομορφιάς θέσεις για το χτίσιμο των μοναστηριών τους και των κελλιών τους. Δε φοβηθήκανε τη βροχή, το χιόνι, το κάμα. Πως ζήσανε τόσο χρόνια μόνοι; Μερικούς δεν τους γνώρισαν παρά στο τέλος της ζωής τους κι άλλους καθόλου. Στους χειμώνες, είχανε τη ζεστασιά την αγιοπνευματική και στά καλοκαίρια τη δροσιά της θείας χάριτος.
Τα μοναστήρια του Άθωνα αυξήθηκαν και λιγόστεψαν. Από χρόνια μένουν είκοσι. Στρατόπεδα κατά της εκκοσμίκευσης της Εκκλησίας, κέντρα πολιτισμού και αγάπης. Χώροι υποταγμένων ελευθέρων ανθρώπων, φονευτές δυνάμεων σκοτεινών, φώτα ζωής, χαράς, ειρήνης. Ο κύριος ρόλος τους απέραντα σπουδαίος για όλο τον κόσμο: η αδιάκοπη προσευχή. Οι άγιοι κτήτορές τους δε θέλησαν ούτε μετά την κοίμησή τους να δοξασθούν κι έτσι κρύψανε τα τίμια λείψανά τους. Κανένα μοναστήρι και μεγάλη σκήτη δεν είναι που να μην έχει τους δικούς της αγίους, που η παρουσία τους είναι τόσο έντονη σαν της μεγάλης Εφόρου Παναγίας.

Μοναχός Μ.Σ. Η Παναγία με το μαφόρι της σκεπάζει τον Άθωνα


Η Παναγία είναι η αρχόντισσα αυτού, του τόπου, που επεθύμησε να υμνείται το γλυκύτατο όνομά της. Σ’ όλο τ’ όρος είναι η μόνη γυναικεία μορφή που δεσπόζει στις ψυχές και τους τόπους. Εξαιρετικά ξεχωρίζουν τρεις μονάχα αγίες που έχουν κάποια σχέση και με τη ζωή της και φυλάγονται ακέρια άγια λείψανά τους. Η αγία Άννα, η μητέρα της, που στο Κυριακό της ομώνυμης νότιας σκήτης φυλάγεται το τιμιώτατο πόδι της, της αγίας Αναστασίας, σχεδόν ολόσωμο, του πιο μεγάλου θησαυρού της Μονής Γρηγορίου και της αγίας Μαγδαληνής της Παρθένου, μυροφόρου και ισαποστόλου το αριστερό χέρι στη Σιμωνόπετρα, που όχι σπάνια έχει ευωδία θαυμαστή και θερμότητα ζωντανού ανθρώπου.
Οι περισσότεροι ναοί στο Άγιον Όρος είναι αφιερωμένοι στήν Παναγία. Ό,τι πιο πολύτιμο εδώ, είναι οι άγιες εικόνες της, ντυμένες με χρυσά και ασημένια “πουκάμισα», με πολλά αφιερώματα και θαύματα: η Ιβηρίτισσα, η Κουκουζέλισσα, η Τριχερούσα, η Εσφαγμένη, η Αντιφωνήτρια, η Γοργοϋπήκοος, του Άξιον Έστί, η Γαλακτοτροφούσα και τόσες άλλες στοργικές βρεφοκρατούσες και δεόμενες…
Ο ένας άγιος δίνει το κομποσχοίνι του στον άλλο για να μη σβύσει η φωτιά της προσευχής και παγώσει ο κόσμος και σβύσει αφανισμένος. Οι κρίκοι της αλυσίδας των χρόνων στεριώνουν με τους κόμπους των ευχών που τρέχουν στα δάχτυλα των αγίων. Στις πικρές μέρες, που ζει ο σημερινός κόσμος κι όλα μέσα του έχουν παλιώσει κι έχουν τη γεύση του χαρουπιού, στον Άθωνα όλα είναι τα παλιά καινούργια και τα καινούργια παλιά και ζωντανά μέσα στη ζεστασιά της αγκαλιάς της Παναγίας, μέσα στις ζωηφόρες αχτίδες της ποικιλίας του αγίου Πνεύματος μα και της Ενότητας.
Μια τέτοια παράδοση φιλόθεων, φιλοθεοτόκων και φιλαδέλφων αγίων καταντάει αλήθεια προκλητική· δε σ’ αφήνει εύκολα να ησυχάζεις μα σου δίνει και μια παρηγοριά και δύναμη μεγάλη μέσα από ασφάλεια ακριβή. Πάνω από δεκατρείς δεκάδες οι άγιοι του Άθωνα. Πάνω από δεκατρείς εκατοντάδες οι μοναχοί του Άθωνα σήμερα. Οι πρώτοι πρεσβεύουν για τους δεύτερους και προσκαλούν. Χαρά μεγάλη που και σήμερα κρυμμένοι βρίσκονται συνεχιστές της ζωής τόσων αγίων, θεόφιλοι και φιλάρετοι, παιδιά της Παναγίας, που σκύβει και τους ακούει… Που τη χαρά τους δεν ξέρουν τι να την κάμουν… Που τη μισή χαρά τους όλες οι ψευτοχαρές του κόσμου δεν φτάνουν… Που τη χαρά τους αυτή τη δίνει η απ’ όλες τις χαρές πιο μεγάλη… Η κυρία των Αγγέλων, η χαρά των θλιβομένων, η αγιορείτισσα Παναγία…
AgiOros_Panagia2
Πηγή:www.agioskosmas.gr
Οι άγιοι του Άθωνα είναι οι διαμαντόπετρες στο περιδέραιο της Ελεούσας. Είναι τα μυρίπνοα εαρινά άνθη του περιβολιού της, που κανένας χειμώνας δε μπορεί να μαράνει και στην ευωδία τους πολλοί προστρέχουν ταπεινά σήμερα. Είναι το μοσχοβόλημα του κρίνου της Παναγίας π’ ανθίζει ψηλά στον Άθωνα, το βουνό της Μεταμόρφωσης και της μεταμόρφωσής μας, των αγίων, της Παναγίας, που άξια βαπτίσθηκε: Άγιον Όρος!… και τ’ αχνάρια των αγίων και της Παναγίας είναι ζωντανά τυπωμένα πάνω του.
Πηγή: Ετήσια έκδοσις της Ιεράς Μονής Οσίου Γρηγορίου Αγίου Όρους, «ο Όσιος Γρηγόριος», περίοδος Β΄, έτος 1979, αριθμ.4