Σάββατο, 23 Ιουλίου 2016

Τοῦ ἐν Ἁγίοις Πατρὸς ἡμῶν Γρηγορίου τοῦ Παλαμᾶ «Λόγος εἰς τὰ Εἰσόδια τῆς Θεοτόκου»




Ἐὰν τὸ δένδρο ἀναγνωρίζεται ἀπὸ τὸν καρπό, καὶ τὸ καλὸ δένδρο παράγει ἐπίσης καλὸν καρπὸ (Ματθ. 7, 16. Λουκ. 6, 44), ἡ μητέρα τῆς αὐτοαγαθότητος, ἡ γεννήτρια τῆς ἀΐδιας καλλονῆς, πῶς δὲν θὰ ὑπερεῖχε ἀσυγκρίτως κατὰ τὴν καλοκαγαθία ἀπὸ κάθε ἀγαθὸ ἐγκόσμιο καὶ ὑπερκόσμιο; Διότι ἡ δύναμις ποὺ ἐκαλλιέργησε τὰ πάντα, ἡ συναΐδια καὶ ἀπαράλλακτη εἰκὼν τῆς ἀγαθότητος, ὁ προαιώνιος καὶ ὑπερούσιος καὶ ὑπεράγαθος Λόγος, ἀπὸ ἀνέκφραστη φιλανθρωπία κι᾽ εὐσπλαγχνία γιὰ χάρι μας ἠθέλησε νὰ περιβληθῇ τὴν ἰδική μας εἰκόνα, γιὰ νὰ ἀνακαλέσῃ τὴν φύσι ποὺ εἶχε συρθῇ κάτω στοὺς μυχοὺς τοῦ ἅδη καὶ νὰ τὴν ἀνακαινίσῃ, διότι εἶχε παλαιωθῆ, καὶ νὰ τὴν ἀναβιβάσῃ πρὸς τὸ ὑπερουράνιο ὕψος τῆς βασιλείας καὶ θεότητός του. Γιὰ νὰ ἑνωθῇ λοιπὸν μὲ αὐτὴν καθ᾽ ὑπόσταση, ἐπειδὴ ἐχρειαζόταν σαρκικὸ πρόσλημα καὶ σάρκα νέα συγχρόνως καὶ ἰδική μας, ὥστε νὰ μᾶς ἀνανεώσῃ ἀπὸ ἐμᾶς τοὺς ἴδιους, ἐπὶ πλέον δὲ ἐχρειαζόταν καὶ κυοφορία καὶ γέννα σὰν τὴ δική μας, τροφὴ μετὰ τὴ γέννα καὶ κατάλληλη ἀγωγή, γινόμενος πρὸς χάριν μας καθ᾽ ὅλα σὰν ἐμᾶς, εὑρίσκει γιὰ ὅλα πρέπουσα ὑπηρέτρια καὶ χορηγὸ ἀμόλυντης φύσεως ἀπὸ τὸν ἑαυτό της αὐτὴν τὴν ἀειπάρθενη, ἡ ὁποία ὑμνεῖται ἀπὸ μᾶς καὶ τῆς ὁποίας σήμερα ἑορτάζομε τὴν παράδοξη εἴσοδο στὰ ἅγια τῶν ἁγίων. Διότι αὐτὴν προορίζει πρὶν ἀπὸ τοὺς αἰῶνες ὁ Θεὸς γιὰ τὴ σωτηρία καὶ ἀποκατάσταση τοῦ γένους, καὶ τὴν ἐκλέγει ἀνάμεσα ἀπὸ ὅλους, ὄχι ἁπλῶς τοὺς πολλούς, ἀλλὰ τοὺς ἀπὸ τοὺς αἰῶνες ἐκλεγμένους καὶ θαυμαστοὺς καὶ περιβοήτους γιὰ τὴν εὐσέβεια καὶ σύνεσι, καθὼς καὶ γιὰ τὰ κοινωφελῆ καὶ θεοφιλῆ συγχρόνως ἤθη καὶ λόγια καὶ ἔργα.
2. Διότι στὴν ἀρχὴ ἐσηκώθηκε ἐναντίον μας ὁ νοητὸς καὶ ἀρχέκακος ὄφις καὶ μᾶς κατέῤῥιψε στὰ βάραθρα τοῦ ἅδη. Κι᾽ ὑπάρχουν πολλοὶ λόγοι, γιὰ τοὺς ὁποίους ἐσηκώθηκε ἐναντίον μας καὶ ὑπεδούλωσε τὴ φύσι μας· φθόνος καὶ ζηλοτυπία καὶ μῖσος, ἀδικία καὶ δόλος καὶ σοφιστεία, καὶ μαζὶ μὲ τὰ τέτοια, ἡ θανατηφόρος δύναμις ποὺ ἔχει μέσα του, τὴν ὁποία πρῶτος ἐγέννησε καὶ μόνος του, ἀφοῦ πρῶτος αὐτὸς ἀποστάτησε ἀπὸ τὴν ἀληθινὴ ζωή. Πραγματικὰ στὴν ἀρχὴ ἐφθόνησε τὸν Ἀδάμ, ὅταν τὸν εἶδε νὰ ζῇ στὸν τόπο τῆς ἄφθαρτης τρυφῆς καὶ νὰ περιλάμπεται μὲ θεοειδῆ δόξα καὶ νὰ ὁδηγῆται ἀπὸ τὴ γῆ στὸν οὐρανό, ἀπὸ ὅπου αὐτὸς ἀπεῤῥίφθηκε δικαίως καὶ ἀπὸ φθόνο ἐξεμάνη ἐναντίον του μὲ τὴ χειρότερη μανία, ὥστε νὰ θελήσῃ καὶ νὰ τὸν θανατώσῃ ἀκόμη. Ὁ φθόνος εἶναι πατέρας ὄχι τοῦ μίσους μόνο ἀλλὰ καὶ τοῦ φόνου, τὸν ὁποῖο ἐπέφερε σ᾽ ἐμᾶς ἀναμιγνύοντάς τον μὲ δόλο ὁ δολερὸς καὶ ἀληθινὰ μισάνθρωπος ὄφις. Διότι καταλήφθηκε ἀπὸ ἔρωτα πρὸς τὴν τυραννία σὲ βάρος του ἐντελῶς ἄδικα, γιὰ καταστροφὴ τοῦ πλασθέντος κατ᾽ εἰκόνα καὶ ὁμοίωσι Θεοῦ· ἐπειδὴ ὅμως δὲν ἐτόλμησε νὰ ἐπιτεθῇ κατὰ πρόσωπο, ἐχρησιμοποίησε τὸν δόλο καὶ τὴν πονηρία. Ἀφοῦ ἐπλησίασε διὰ τοῦ αἰσθητοῦ ὄφεως ὡς φίλος καὶ καλὸς σύμβουλος ὁ φοβερὸς καὶ πραγματικὰ ἐχθρὸς καὶ ἐπίβουλος, κατορθώνει, φεῦ!, κρυφὰ νὰ ἐπιτύχῃ καὶ μὲ τὴ ἀντίθεη συμβουλὴ χύνει σὰν δηλητήριο στὸ ἄνθρωπο τὴν θανατηφόρα δύναμί του.
3. Ἐὰν λοιπὸν ὁ Ἀδάμ, κρατώντας δυνατὰ τότε τὴν θεία ἐντολή, ἀπέῤῥιπτε τὴν ἐχθρικὴ πονηρὰ συμβουλή, θὰ ἐφαινόταν νικητὴς κατὰ τοῦ ἀντιπάλου καὶ ἀνώτερος τῆς θανατηφόρας φθορᾶς, καταντροπιάζοντας τὸν μανιακὸ καὶ δόλιο προσβολέα. Ἐπειδὴ ὅμως ἐκεῖνος ὑποκύπτοντας ἑκούσιως, ποὺ δὲν ἔπρεπε ποτὲ νὰ τὸ κάμῃ, ἐνικήθηκε καὶ ἀχρειώθηκε, κι᾽ ἔτσι, ἀφοῦ ἦταν ῥίζα τοῦ γένους, μᾶς ἀνέδειξε καταλλήλους θνητοὺς βλαστούς, ἐχρειαζόταν ὁπωσδήποτε, ἂν ἔπρεπε νὰ ἀνταποδώσωμε τὴν ἧττα, νὰ κερδίσωμε τὴ νίκη, ν᾽ ἀποῤῥίψωμε μὲ ψυχὴ καὶ σῶμα τὸ θανατηφόρο δηλητήριο καὶ ν᾽ ἀπολαύσωμε ζωή, καὶ μάλιστα ζωὴ αἰώνια καὶ ἀπαθῆ. Ἐχρειαζόταν λοιπὸν τὸ γένος μας νέα ῥίζα, δηλαδὴ νέο Ἀδάμ, ὄχι μόνο ἀναμάρτητο, ἀλλὰ κι᾽ ἐντελῶς ἀνεξαπάτητο καὶ ἀήττητο, ποὺ ἐπὶ πλέον μπορεῖ καὶ νὰ συγχωρῇ τὶς ἁμαρτίες καὶ νὰ καθιστᾶ ἀθώους τοὺς ἐνόχους, ποὺ ὄχι μόνο ζῆ ἀλλὰ καὶ ζωοποιεῖ, ὥστε νὰ μεταδίδῃ ζωὴ καὶ ἄφεσι ἁμαρτιῶν καὶ στοὺς προσκολλωμένους σ᾽ αὐτὸν καὶ συγγενεῖς κατὰ τὸ γένος, ἀναζωογονώντας ὄχι μόνο τοὺς μεταγενεστέρους, ἀλλὰ καὶ τοὺς πρὶν ἀπὸ αὐτὸν ἀποθανόντας.
4. Γι᾽ αὐτὸ ὁ Παῦλος, ἡ μεγάλη σάλπιγγα τοῦ Πνεύματος, βοᾷ λέγοντας, «ὁ πρῶτος ἄνθρωπος ἔγινε ὡς ζωντανὴ ψυχή, ὁ δεύτερος ἄνθρωπος ἔγινε ὡς πνεῦμα ζωοποιὸ» (Α´ Κορ. 15, 45). Ἀναμάρτητος δὲ καὶ ζωοποιὸς καὶ ἱκανὸς νὰ συγχωρῇ ἁμαρτίες δὲν εἶναι κανεὶς πλὴν τοῦ Θεοῦ. Ἑπομένως ὁ νέος Ἀδὰμ ἦταν ἀναγκαῖο νὰ εἶναι ὄχι μόνο ἄνθρωπος ἀλλὰ καὶ Θεός, νὰ εἶναι κυριολεκτικῶς ζωὴ καὶ σοφία, δικαιοσύνη καὶ ἀγάπη, εὐσπλαγχνία καὶ κάθε ἄλλο ἀγαθό, ὥστε νὰ διενεργήσῃ τὴν ἀνακαίνισι καὶ ἀναζώωσι τοῦ παλαιοῦ Ἀδὰμ μὲ ἔλεος καὶ σοφία καὶ δικαιοσύνη. Ὁ νοητὸς καὶ ἀρχέκακος ὄφις, χρησιμοποιώντας τὰ ἀντίθετα ἀπὸ αὐτὰ προεκάλεσε σ᾽ ἐμᾶς τὴν παλαίωσι καὶ τὴ νέκρωσι.
5. Ὅπως λοιπὸν στὴν ἀρχὴ ὁ ἀνθρωποκτόνος ἀπὸ φθόνο καὶ μῖσος ξεσηκώθηκε ἐναντίον μας, ἔτσι ὁ ἀρχηγὸς τῆς ζωῆς ἐκινήθηκε ὑπὲρ ἡμῶν ἀπὸ ὑπερβολὴ φιλανθρωπίας καὶ ἀγαθότητος. Διότι ἀγάπησε δικαίως τὴ σωτηρία τοῦ πλάσματός του, ποὺ ἦταν νὰ τὸ φέρῃ πάλι στὴν ἐξουσία καὶ νὰ τὸ ξανασώσῃ, ὅπως ἐκεῖνος ὁ ἀρχέκακος ἀδίκως ἀγάπησε τὴν ἀπώλεια τοῦ πλάσματος τοῦ Θεοῦ, ποὺ ἦταν νὰ τὸ ὑποτάξῃ στὸν ἑαυτό του καὶ νὰ τοῦ ἐπιβάλλεται τυραννικῶς. Ὅπως δὲ αὐτὸς διέπραξε τὴ νίκη του καὶ τὴν πτῶσι τοῦ ἀνθρώπου μὲ ἀδικία καὶ δόλο, μὲ ἀπάτη καὶ σοφιστεία, ἔτσι ὁ ἐλευθερωτὴς μὲ δικαιοσύνη καὶ σοφία καὶ ἀλήθεια ἐπραγματοποίησε τὴν τελικὴ ἧττα τοῦ ἀρχεκάκου καὶ τὴν ἀνακαίνισι τοῦ πλάσματός του. Ἀλλὰ ἡ ἀνάπτυξις τοῦ θέματος περὶ τῆς σοφίας ποὺ ὑπάρχει σ᾽ αὐτὴν τὴ θεία οἰκονομία δὲν εἶναι τοῦ παρόντος καιροῦ.
6. Ἦταν δὲ θέμα ἀκριβοῦς δικαιοσύνης καὶ ἡ ἴδια ἡ ἡττηθεῖσα καὶ ὑποδουλωθεῖσα ἑκουσίως φύσις νὰ ξαναπαλαίσῃ γιὰ τὴ νίκη καὶ ν᾽ ἀπωθήσῃ τὴ δουλεία ἑκουσίως. Γι᾽ αὐτὸ ὁ Θεὸς εὐδόκησε ν᾽ ἀναλάβῃ ἀπὸ ἐμᾶς τὴ φύσι μας ἑνούμενος μὲ αὐτὴν παραδόξως καθ᾽ ὑπόστασι. Ἦταν δὲ ἀδύνατο ἡ ὑψίστη ἐκείνη καὶ ὑπεράνω τοῦ νοῦ καθαρότης νὰ ἑνωθῇ μὲ μολυσμένη φύσι διότι ἕνα μόνο πρᾶγμα εἶναι ἀδύνατο στὸν Θεὸ τὸ νὰ συνέλθῃ σὲ ἕνωσι μὲ ἀκάθαρτο, πρὶν τοῦτο καθαρισθῇ. Γι᾽ αὐτὸ καὶ ἐχρειαζόταν κατ᾽ ἀνάγκη μιὰ τελείως ἀμόλυντη καὶ καθαρωτάτη παρθένος γιὰ κυοφορία καὶ γέννησι ἐκείνου ποὺ εἶναι καὶ ἐραστής της καὶ δοτὴρ τῆς καθαρότητος ἡ ὁποία καὶ προωρίσθηκε καὶ ἀποτελέσθηκε κι᾽ ἐφανερώθηκε, καὶ τὸ σχετικὸ μὲ αὐτὴν μυστήριο ἐτελέσθηκε, μὲ πολλὰ παράδοξα γεγονότα ποὺ κατὰ καιροὺς συνῆλθαν σὲ ἕνα.
7. Γι᾽ αὐτὸ καὶ τὰ γεγονότα ποὺ συνετέλεσαν σ᾽ αὐτὸ ἑορτάζονται ἀπὸ ἐμᾶς σήμερα, ἀφοῦ ἀπὸ τὸ ἀποτέλεσμα ἀντιληφθήκαμε κυρίως τὸ μεγαλεῖο τῶν γεγονότων ποὺ ὡδήγησαν πρὸς τὸ τόσο μεγάλο τέλος. Διότι αὐτὸς ποὺ εἶναι ἐκ Θεοῦ καὶ πρὸς τὸν Θεὸν καὶ Θεός, καὶ Λόγος καὶ Υἱὸς τοῦ ὑψίστου Πατρός, συνάναρχος καὶ συναΐδιος, γίνεται υἱὸς ἀνθρώπου, αὐτῆς τῆς Ἀειπάρθενης. «Ὁ Ἰησοῦς Χριστὸς χθὲς καὶ σήμερα εἶναι ὁ ἴδιος, καθὼς καὶ στοὺς αἰῶνες» (Ἑβρ. 13, 8), ἄτρεπτος κατὰ τὴν θεότητα, ἄμεμπτος κατὰ τὴν ἀνθρωπότητα. «Αὐτὸς μόνος», ὅπως ἤδη προεμαρτύρησε ὁ Ἠσαΐας (Ἠσ. 53, 9), «δὲν διέπραξε ἁμαρτία καὶ δὲν εὑρέθηκε δόλος στὸ στόμα του». Καὶ ὄχι μόνο τοῦτο, ἀλλὰ καὶ αὐτὸς μόνος δὲν συνελήφθηκε μὲ ἀνομίες, οὔτε ἐγεννήθηκε μὲ ἁμαρτίες, ὅπως μαρτυρεῖ ὁ Δαβὶδ στοὺς ψαλμοὺς γιὰ τὸν ἑαυτό του καὶ γιὰ κάθε ἄνθρωπο ὥστε νὰ εἶναι καὶ κατὰ τὸ πρόσλημμα τελείως καθαρὸς καὶ ἀμόλυντος καὶ νὰ μὴ χρειάζεται οὔτε κατ᾽ αὐτὸ καθάρσια μέσα γιὰ τὸν ἑαυτό του· γιὰ νὰ εἶναι ἔτσι δυνατό, διαβιβάζοντας σ᾽ ἐμᾶς γιὰ χάρι μας δικαίως μαζὶ καὶ πανσόφως τόσο τὴν κάθαρσι ὅσο καὶ τὸ πάθος, νὰ δεχθῇ καὶ τὸν θάνατο καὶ τὴν ἀνάστασι. Πραγματικὰ ἡ κατὰ τὴν σάρκα ὁρμὴ πρὸς γένεσι, ποὺ εἶναι ἀκουσία καὶ ἀπειθὴς στὸν νόμο τοῦ νοός, ἂν καὶ ἀπὸ μερικοὺς δουλαγωγεῖται βιαίως, ἀπὸ μερικοὺς δὲ σωφρόνως ἀφήνεται μόνο γιὰ παιδοποιΐα, πάντως φέρει τὰ σύμβολα τῆς ἀπὸ τὴν ἀρχὴ καταδίκης, καθὼς εἶναι καὶ λέγεται φθορὰ καὶ ὁπωσδήποτε γιὰ τὴν φθορὰ γεννᾶ, καὶ εἶναι ἐμπαθὴς κίνησις τοῦ ἀνθρώπου ποὺ δὲν ἐκράτησε τὴν τιμή, τὴν ὁποία ἡ φύσις μας ἐπῆρε ἀπὸ τὸν Θεό, ἀλλὰ ὡμοιώθηκε μὲ τὰ κτήνη.
8. Γι᾽ αὐτὸ ὄχι μόνο ἦλθε ὁ Θεὸς ἀνάμεσα στοὺς ἀνθρώπους ἀλλὰ καὶ ἦλθε ἀπὸ παρθένο ἁγνὴ καὶ ἁγία, μᾶλλον δὲ πανυπέραγνη καὶ ὑπεραγία, ἀφοῦ εἶναι παρθένος ὄχι μόνο ὑπερτέρα μολυσμοῦ σαρκός, ἀλλὰ καὶ ἀνωτέρα ἀπὸ μολυσμένους σαρκικοὺς λογισμούς. Τὴν σύλληψί της ἐπέφερε ἐπέλευσι παναγίου Πνεύματος, ὄχι ὀρέξεως σαρκός, προεκάλεσε εὐαγγελισμὸς καὶ πίστις στὴν ἐνανθρώπησι τοῦ Θεοῦ ποὺ νικᾶ κάθε λόγο ὡς ἐξαίσια καὶ ὑπὲρ λόγο, ἀλλὰ δὲν προέλαβε συγκατάθεσις καὶ πεῖρα ἐμπαθοῦς. Διότι συνέλαβε κι᾽ ἐγέννησε, ἐνῶ εἶχε ἐντελῶς ἀπομακρυσμένη τέτοια ἐπιθυμία μὲ τὴν προσευχὴ καὶ τὴν πνευματικὴ θυμηδία (διότι εἶπε ἡ παρθένος πρὸς τὸν εὐαγγελιστὴ ἄγγελο, «ἰδοὺ ἡ δούλη τοῦ Κυρίου ἂς γίνῃ σ᾽ ἐμένα σύμφωνα μὲ τὰ λόγια σου» (Λουκ. 1, 38). Γιὰ νὰ εὑρεθῇ λοιπὸν παρθένος ἱκανὴ γι᾽ αὐτό, ὁ Θεὸς προορίζει πρὸ αἰώνων καὶ ἐκλέγει ἀνάμεσα στοὺς ἐκλεγμένους ἀπὸ αἰῶνες αὐτὴν τὴν ὑμνουμένη τώρα ἀπὸ ἐμᾶς ἀειπάρθενη κόρη.
9. Καὶ βλέπετε ἀπὸ ποῦ ἄρχισε ἡ ἐκλογή. Ἀνάμεσα στὰ παιδιὰ τοῦ Ἀδὰμ ἐξελέγη ἀπὸ τὸν Θεὸ ὁ θαυμάσιος Σήθ, ποὺ μὲ τὴν εὐκοσμία τῶν ἠθῶν, τὴν εὐταξία τῶν αἰσθήσεων καὶ τὴν εὐπρέπεια τῶν ἀρετῶν ἐδείκνυε τὸν ἑαυτό του ἔμψυχο οὐρανὸ κι᾽ ἐπέτυχε γι᾽ αὐτὸ τὴν ἐκλογή, ἀπὸ τὴν ὁποία ἐπρόκειτο νὰ βλαστήσῃ αὐτὴ ἡ παρθένος ὡς θεοπρεπὲς ὄχημα τοῦ ὑπερουρανίου Θεοῦ καὶ ν᾽ ἀνακαλέσῃ τοὺς ἀνθρώπους πρὸς οὐράνια υἱοθεσία.
10. Γι᾽ αὐτὸ ὅλοι οἱ ἀπὸ τοῦ Σὴθ (Γεν. 4, 26) ὠνομάζονταν υἱοὶ Θεοῦ, διότι ἀπὸ αὐτὴν τὴν γενεὰ ἐπρόκειτο ὁ Υἱὸς τοῦ Θεοῦ νὰ γίνῃ υἱὸς ἀνθρώπου, ἐφ᾽ ὅσον ἄλλωστε καὶ ὁ Σὴθ γλωσσικῶς σημαίνει ἀνάστασις, μᾶλλον δὲ ἐξανάστασις, ἡ ὁποία εἶναι κυρίως ὁ Κύριος ποὺ ἐπαγγέλεται καὶ χαρίζει ἀθάνατη ζωὴ στοὺς πιστεύοντας σ᾽ αὐτόν. Καὶ πόσο ταιριαστὸς εἶναι ὁ τύπος! «Ὁ μὲν Σὴθ ἔγινε γιὰ τὴν Εὔα, ὅπως λέγει αὐτή, στὴ θέσι τοῦ Ἄβελ», τὸν ὁποῖο ἐφόνευσε ἀπὸ φθόνο ὁ Κάϊν (Γεν. 4, 25)· ὁ δὲ τόκος τῆς παρθένου Χριστὸς ἔγινε στὴ φύσι ἀντὶ γιὰ τὸν Ἀδάμ, τὸν ὁποῖο ἐθανάτωσε ἀπὸ φθόνο ὁ ἀρχηγὸς καὶ προστάτης τῆς κακίας. Ἀλλὰ ὁ μὲν Σὴθ δὲν ἀνέστησε τὸν Ἄβελ, ἀφοῦ ἦταν ἁπλῶς τύπος τῆς ἀναστάσεως· ὁ δὲ Κύριός μας Ἰησοῦς Χριστὸς ἀνέστησε τὸν Ἀδάμ, διότι αὐτὸς εἶναι ἡ ἀληθινὴ τῶν ἀνθρώπων ζωὴ καὶ ἀνάστασις, ἐξ αἰτίας τῆς ὁποίας καὶ οἱ ἀπόγονοι τοῦ Σὴθ ἀξιώθηκαν τὴν θεία υἱοθεσία κατὰ τὴν ἐλπίδα τους, ὀνομαζόμενοι υἱοὶ τοῦ Θεοῦ. Ὅτι δὲ ὠνομάζονταν υἱοὶ τοῦ Θεοῦ ἐξ αἰτίας αὐτῆς τῆς ἐλπίδος εἶναι φανερὸ ἀπὸ τὸν πρῶτο ὀνομασθέντα ποὺ διαδέχθηκε τὴν ἐκλογή. Ἦταν δὲ αὐτὸς ὁ Ἐνὼς τοῦ Σήθ, ὁ ὁποῖος κατὰ τὸ γεγραμμένο ἀπὸ τὸν Μωυσῆ «πρῶτος ἤλπισε νὰ καλῆται μὲ τὸ ὄνομα τοῦ Κυρίου τοῦ Θεοῦ» (Γεν. 4, 26). Βλέπετε σαφῶς ὅτι ἐπέτυχε τὸ θεῖο ὄνομα σύμφωνα μὲ τὴν ἐλπίδα;
11. Ἀφοῦ λοιπὸν ἄρχισε ἀπὸ τὰ ἴδια τὰ παιδιὰ τοῦ Ἀδὰμ ἡ ἐκλογὴ γι᾽ αὐτὴν ποὺ κατὰ τὴν πρόγνωσί του θὰ ἐγινόταν μητέρα τοῦ Θεοῦ καὶ ἐπετελεῖτο διὰ μέσου τῶν κατὰ καιροὺς γενεῶν, κατέβηκε μέχρι τοῦ βασιλέως καὶ προφήτου Δαβὶδ καὶ τῶν διαδόχων τοῦ θρόνου καὶ τοῦ γένους του. Ἐπειδὴ δὲ ὁ καιρὸς ἐκαλοῦσε τώρα τὴν ἀποτελείωσι τῆς θείας αὐτῆς ἐκλογῆς, ἐξελέγησαν ἀπὸ τὸν Θεὸ ὁ Ἰωακεὶμ καὶ ἡ Ἄννα ἀπὸ τὸν οἶκο καὶ τὴ γενεὰ τοῦ Δαβίδ, ποὺ ἦσαν μὲν ἄτεκνοι, συνεζοῦσαν δὲ σωφρόνως καὶ ἦσαν ἀνώτεροι στὴν ἀρετὴ ἀπὸ ὅλους ὅσοι ἀνάγουν στὸ Δαβὶδ τὴν εὐγένεια τοῦ γένους καὶ τοῦ ἤθους. Αὐτὸ τὸ ζεῦγος ἐζητοῦσε διὰ τῆς ἀσκήσεως καὶ προσευχῆς τὴν λῆξι τῆς ἀτεκνίας των ἀπὸ τὸν Θεό, καὶ ὑποσχόταν νὰ ἀναθέσουν σ᾽ αὐτὸν ἀπὸ βρέφος αὐτὸ ποὺ θὰ ἐγεννοῦσαν. Τότε παρέχεται ἡ ὑπόσχεσις καὶ δίδεται παιδί, ἡ τωρινὴ Θεομήτωρ, ὥστε ἡ πανάρετη κόρη νὰ γεννηθῇ ἀπὸ πολυαρέτους γονεῖς καὶ ἡ πάναγνη ἀπὸ ἐξαιρετικὰ σώφρονες, καὶ νὰ λάβῃ ὡς καρπὸ ἡ σωφροσύνη, συνερχομένη μὲ τὴν προσευχὴ καὶ τὴν ἄσκησι, τὸ νὰ γίνῃ γεννήτρια τῆς παρθενίας, καὶ μάλιστα παρθενίας ποὺ προβάλλει ἀφθόρως κατὰ τὴν σάρκα τὸν προαιωνίως γεννημένον ἀπὸ παρθένον Πατέρα κατὰ τὴν θεότητα. Τί πτερὰ ἐκείνης τῆς προσευχῆς! Τί παῤῥησία, ποὺ εὑρῆκε ἑνώπιον τοῦ Κυρίου!
12. Ἀλλὰ ἐπειδὴ βέβαια ἐκεῖνοι ἐπέτυχαν ἔτσι τὰ ζητούμενα μὲ τὴν προσευχή τους καὶ εἶδαν τὴν πρὸς αὐτοὺς θεία ἐπαγγελία νὰ ἐκπληρώνεται ἐμπράκτως, σπεύδοντας καὶ αὐτοὶ νὰ ἐκπληρώσουν τὴν πρὸς τὸ Θεὸ ὑπόσχεσι ὡς φιλαλήθεις καὶ θεοφιλεῖς καὶ φιλόθεοι συγχρόνως, εὐθὺς μετὰ τὸν ἀπογαλακτισμὸ ὁδηγοῦν τὴν ἀληθινὰ ἱερὰ καὶ θεόπαιδα καὶ τώρα θεομήτορα παρθένο στὸ ἱερὸ τοῦ Θεοῦ καὶ στὸν ἱεράρχη ποὺ εὑρισκόταν σ᾽ αὐτό. Αὐτὴ δέ, γεμάτη θεία χάρι καὶ τέλειο νοῦ ἀκόμη καὶ σ᾽ αὐτὴ τὴν ἡλικία, ἀντιλαμβανόταν ἀπὸ τότε, καὶ μάλιστα καλύτερα ἀπὸ τοὺς ἄλλους τὰ τελούμενα σ᾽ αὐτήν, καὶ ἔδειξε μὲ ὅποιον τρόπο μποροῦσε ὅτι δὲν ὁδηγεῖται, ἀλλὰ αὐτὴ μόνη της μὲ ἐλεύθερη γνώμη προσέρχεται στὸ Θεό, σὰν νὰ εἶναι ἀπὸ ἑαυτοῦ της πτερωμένη πρὸς τὸν ἱερὸ καὶ θεῖο ἔρωτα και νὰ θεωρῇ ἀγαπητὴ καὶ νὰ ἀναγνωρίζῃ ὡς ἀξία της τὴν εἴσοδο καὶ κατοικία στὰ ἅγια τῶν ἁγίων.
13. Γι᾽ αὐτὸ καὶ ὁ ἀρχιερεὺς τοῦ Θεοῦ, ἀφοῦ ἀντιλήφθηκε τότε ὅτι ἡ κόρη εἶχε ἔνοικη τὴν θεοειδῆ χάρι παραπάνω ἀπὸ ὅλους, ἔπρεπε νὰ τὴν ἀξιώσῃ τὸ ἀνώτερο ἀπὸ ὅλους, νὰ τὴν εἰσαγάγῃ στὰ ἅγια τῶν ἁγίων καὶ νὰ πείσῃ αὐτὸ ποὺ γινόταν ὅλους τοὺς τότε ἀνθρώπους ν᾽ ἀγαποῦν, μὲ τὴν σύμπραξι καὶ ἀπόφασι τοῦ Θεοῦ μαζί, ποὺ ἔστελλε ἀπὸ ἄνω δι᾽ ἀγγέλου ἀπόῤῥητη τροφὴ στὴν παρθένο ἐκεῖ. Μὲ αὐτὴν τὴν τροφὴ ἐδυνάμωνε καλύτερα τὴ φύσι της καὶ συντηροῦσε καὶ τελειοποιοῦσε τὸν ἑαυτό της κατὰ τὸ σῶμα καθαρώτερα καὶ ἀνώτερα ἀπὸ τὶς ἀσώματες δυνάμεις, ἔχοντας ὡς ὑπηρέτες τοὺς οὐρανίους νόες, διότι δὲν εἰσήχθηκε ἁπλῶς καὶ μόνο στὰ ἅγια τῶν ἁγίων, ἀλλὰ καὶ κατὰ κάποιον τρόπο παραλήφθηκε ἀπὸ τὸν Θεὸ σὲ συνοίκησι μὲ αὐτὸν γιὰ ὄχι ὀλίγα ἔτη· ὥστε ἔτσι στὸν κατάλληλο καιρὸ ν᾽ ἀνοιχθοῦν οἱ οὐράνιες μονὲς καὶ νὰ δοθοῦν γιὰ ἀΐδια κατοίκια σὲ ὅσους πιστεύουν στὴν παράδοξη γέννα της.
14. Ἔτσι λοιπὸν καὶ γι᾽ αὐτοὺς τοὺς λόγους ἀπετέθη δικαίως σήμερα στὰ ἅγια ἄδυτα σὰν θησαυρὸς τοῦ Θεοῦ ἡ κόρη ποὺ ἐξελέγη ἀνάμεσα στοὺς ἐκλεκτοὺς ἀπὸ αἰῶνες, ποὺ ἀναδείχθηκε ἁγία τῶν ἁγίων, ποὺ ἔχει τὸ σῶμα καθαρώτερο καὶ θειότερο ἀκόμη καὶ ἀπὸ τὰ διὰ τῆς ἀρετῆς κεκαθαρμένα πνεύματα, ὥστε νὰ μὴ εἶναι δεκτικὸ μόνο τοῦ τύπου τῶν θείων λόγων, ἀλλὰ καὶ τοῦ ἰδίου τοῦ ἐνυποστάτου καὶ μονογενοῦς Λόγου τοῦ προανάρχου Πατρός· σὰν θησαυρὸς ποὺ ὁ Λόγος θὰ τὸν χρησιμοποιοῦσε στὸν καιρὸ του, ὅπως καὶ ἔγινε, γιὰ πλουτισμὸ καὶ ὑπερκόσμιο καὶ συγχρόνως παγκόσμιο κόσμημα. Κι᾽ ἔτσι καὶ γι᾽ αὐτὸν τὸν λόγο δοξάζει τὴ μητέρα του καὶ πρὶν ἀπὸ τὴ γέννησι καὶ μετὰ τὴ γέννησι. Ἐμεῖς δέ, κατανοώντας τὴ σημασία τῆς σωτηρίας ποὺ μᾶς ἑτοιμάσθηκε δι᾽ αὐτῆς ἀποδίδουμε μὲ ὅλη τὴ δύναμί μας τὴν εὐχαριστία καὶ τὸν ὕμνο. Πραγματικά, ἂν ἡ εὐγνώμων γυναῖκα ποὺ ἀναφέρεται στὸ εὐαγγέλιο, μόλις ἄκουσε γιὰ λίγο τοὺς σωτηριώδεις λόγους τοῦ Κυρίου, ἀπέδωσε τὸν μακαρισμὸ καὶ τὴν εὐχαριστία στὴ μητέρα τούτου, ὑψώνοντας τὴ φωνή της ἀπὸ τὸν ὄχλο καὶ λέγοντας πρὸς τὸν Χριστό, «καλότυχη εἶναι ἡ κοιλία ποὺ σ᾽ ἐβάστασε καὶ οἱ μαστοὶ ποὺ ἐθήλασες» (Λουκ. 11, 27) ἐμεῖς ποὺ ἔχουμε κοντὰ μας γραμμένα ὅλα τὰ λόγια τῆς αἰώνιας ζωῆς, καὶ ὄχι μόνο τὰ λόγια, ἀλλὰ καὶ τὰ θαύματα καὶ τὰ παθήματα καὶ τὴν δι᾽ αὐτῶν ἔγερσι τῆς φύσεως μας ἀπὸ τοὺς νεκροὺς καὶ ἀνάληψὶ της ἀπὸ τὴ γῆ στὸν οὐρανό, καὶ τὴν δι᾽ αὐτῶν ἐπηγγελμένη σ᾽ ἐμᾶς ἀθάνατη ζωὴ καὶ ἀμετάτρεπτη σωτηρία, πῶς δὲν θ᾽ ἀνυμνήσωμε καὶ μακαρίσωμε ἀδιαλείπτως τὴν μητέρα τοῦ χορηγοῦ τῆς σωτηρίας, τοῦ δοτῆρος τῆς ζωῆς, ἑορτάζοντας τώρα καὶ τὴν σύλληψι αὐτῆς καὶ τὴν γέννησι καὶ τὴν μετοίκησι στὰ ἅγια τῶν ἁγίων;
15. Ἀλλὰ ἂς μετοικίσωμε κι᾽ ἐμεῖς τοὺς ἑαυτούς μας, ἀδελφοί, ἀπὸ τὴ γῆ στὰ ἄνω· ἂς μεταφερθοῦμε ἀπὸ τὴν σάρκα ἐπάνω στὸ πνεῦμα· ἂς μεταθέσωμε τὸν πόθο ἀπὸ τὰ πρόσκαιρα στὰ μόνιμα· ἂς καταφρονήσωμε τὶς σαρκικὲς ἡδονές, ποὺ ἔχουν εὑρεθῇ ὡς δέλεαρ κατὰ τῆς ψυχῆς καὶ παρέρχονται γρήγορα· ἂς ἐπιθυμήσωμε τὰ πνευματικὰ χαρίσματα ποὺ μένουν ἄφθαρτα· ἂς ὑψώσωμε ἀπὸ τὴν κάτω τύρβη τὴ στάσι καὶ τὴν διάνοιὰ μας· ἂς τὴν ἀνεβάσωμε στὰ οὐράνια ἄδυτα, ἐκεῖνα τὰ ἅγια τῶν ἁγίων, ὅπου τώρα κατοικεῖ ἡ Θεοτόκος.
16. Διότι ἔτσι θὰ εἰσέλθουν σ᾽ αὐτὴν ἐπωφελῶς γιὰ μᾶς μὲ θεάρεστη παῤῥησία καὶ τὰ ἄσματά μας καὶ οἱ δεήσεις μας πρὸς αὐτὴν κι ἔτσι ἐκτὸς ἀπὸ τὰ παρόντα μὲ τὴ μεσιτεία της θὰ γίνωμε κληρονόμοι καὶ τῶν μελλόντων καὶ μενόντων ἀγαθῶν, μὲ τὴ χάρι καὶ φιλανθρωπία τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ τοῦ Κυρίου μας ποὺ ἐγεννήθηκε ἀπὸ αὐτὴν γιὰ μᾶς, στὸν ὁποῖο πρέπει δόξα, τιμὴ καὶ προσκύνησις, μαζὶ μὲ τὸν ἄναρχο Πατέρα του καὶ τὸ συναΐδιο καὶ ζωοποιὸ Πνεῦμα, τώρα καὶ πάντοτε καὶ στοὺς αἰῶνες τῶν αἰώνων. Γένοιτο.



 http://users.uoa.gr/~nektar/orthodoxy/paterikon/grhgorios_palamas_eis_ta_eisodia_ths_8eotokoy.htm

ΣΤΗΝ ΑΓΙΑ ΑΝΝΑ



Υπό  του Σεβασμιωτάτου Μητροπολίτου Αντινόηςκ.κ. ΠΑΝΤΕΛΕΗΜΟΝΟΣ


Χαίρεται σήµερα, η Αγία του Χριστού Εκκλησία καθώς εορτάζει την Σύλληψη της προµήτορος του Χριστού και µητέρας της Υπεραγίας Δεσποί¬νης ηµών Θεοτόκου και Αειπαρθένου Μαρίας, της Αγίας Άννης. Η Αγία Άννα καταγόταν από τη φυλή του Δαβίδ και ήταν κόρη του Ματθάν του ιερέα και της Μαρίας. Ο Ματθάν ιεράτευσε κατά τους χρόνους της Κλεοπάτρας βασί¬λισσας της Αιγύπτου και του Σαπώρου βασιλέα των Περσών. Απόκτησε τρεις κόρες, την Μαρία, την Σαβή και την Άννα, από τις οποίες η Μαρία παντρεύ¬τηκε στη Βηθλεέµ και γέννησε την Σαλώµη την µαία. Η Σαβή γέννησε την Ελι¬σάβετ, µητέρα του Αγ. Ιω άννου του Βαπτιστού και η Άννα γέννησε τη Μαρία την Θεοτόκο. Η αγία Άννα αφού γέννησε την Θεοτόκο Μαρία, η οποία υπήρξε η σωτηρία όλου του κόσµου, και αφού την απογαλάκτισε, την αφιέρωσε ως τριετίζουσα δάµαλη στον Ναό του Θεού, ως καθαρό και άµωµο δώρο. Πέρασε το υπόλοιπο της ζωής της µε νηστείες, προσευχές και ελεηµοσύνες και ειρηνικά παρέδωσε την αγία της ψυχή στον Κύριο.
Είναι κατ’ εξαίρετο τρόπο µακάρια η αγία Άννα, γιατί ως κλήρο αναφαί¬ρετο απέλαβε της αθανασίας το προνόµιο. Εκείνο το οποίο πολλοί βασιλείς και σοφοί επιθύµησαν να απολαύσουν, αλλά δεν απόλαυσαν. Αλλά η αγία Άννα, η οποία έλαµψε µε τη δικαιοσύνη της και διέπρεψε στην αρετή, από¬λαυσε την καλή κληρονοµιά της αιώνιας µακαριότητας και χαράς.
Θεµέλιο αρραγέστατο είχε η µακάρια τη θεία αγάπη και τη φύλαξη του Νόµου του Θεού. Γι’ αυτό το λόγο απόλαυσε κλήρο αθανασίας, τον οποίο πολλοί θέλη¬σαν να απολαύσουν, αλλ' ούτε τη σκιά του δεν αξιώθηκαν. Δεν είναι γνωστό ποιός από τους γονείς της Θεοτόκου πέθανε πρώτος. Γνωρίζουµε µόνον ότι η Θεοτόκος έµεινε ορφανή σε ηλικία 11 ετών. Θάφτηκε η µακάρια Άννα, αλλά µας άφησε την «στήλην την έµψυχον», την Αειπάρθενο Κόρη, τον έµψυχο των χαρισµάτων ωκεανό, τον λογικό πολύφωτο ουρανό και την πηγή πάσης αθα¬νασίας, της ευσππλαχνίας το άπειρο πέλαγος, την πάγχρυση στάµνα του ουρανίου µάννα, την ακοίµητη και πολύφωτη λυχνία των µετανοούντων, την ελπίδα των απελπισµένων, το πανάγιο όρος στο οποίο ευδόκησε να κατοική¬σει ο Θεός.
Και ποιός άνθρωπος µπορεί να µην οµολογήσει, ότι η αγία Άννα έχει µόνη της αθανασίας το προνόµιο; Εκείνη µε τις αρετές της λάµπει σαν άλλος ήλιος ανάµεσα στο νοητό στερέωµα του χώρου των αγίων. Όλος ο κόσµος θαύµασε και θαυµάζει τις νίκες του µεγάλου Αλεξάνδρου, πολλοί επιθύµησαν να δουν τους θησαυρούς του και τα θησαυροφυλάκια του, και εκείνος ο καλός βασι¬λιάς χωρίς αργοπορία έδειχνε τους φίλους του.
Ως ο µεγαλοπρεπέστερος από κάθε άλλον βασιλιά, θησαυρούς δείχνει ο Κύριος του Ουρανού και της Γης τους φίλους του, τους Αγίους της Εκκλη¬σίας, αυτούς τους πιστούς φίλους και εκλεκτούς του Θεού. Από το γένος του Ιωακείµ και της Άννης προήλθε αυτό το χάρισµα, το να είναι στον ουρανό τόσοι Άγιοι, τόσοι φίλοι του Θεού. Θησαυροφυλάκιο του Θεού αποτελεί η Αγία Άννα, γιατί όπως ο Κύριος µας διδάσκει λέγοντας «εκ του καρπού του δένδρου γνώσεσθαι αυτό».
Η οµορφιά των παιδιών, το ήθος, η θεάρεστη και ανεπίληπτη ζωη των παιδιών είναι µάρτυρες αξιόπιστοι των γονιών. Από την αγιότητα , από την τελειότητα της Θεοτόκου, ας γνωρίζουµε ποιοί ήταν ο Ιωα¬κείµ και η Άννα.
Την εποχή της Ρωµαϊκής Αυτοκρατο-ρίας, µας διηγείται ο Βαλέριος Μάξ鬵ος, µια πλούσια Ρωµαία πήγε να χαιρετήσει µιαν άλλη ευγενή, την Κορνη¬λία. Άρχισε λοιπόν εκείνη να οµιλεί για τους πολλούς και διάφορους θησαυ¬ρούς που είχε. Η Κορνιλία µε σιωπή άκουγε, έως ότου ήλθε η κόρη της από το σχολείο, η οποία µε σεµνοπρέπεια και µε ένα παρθενικό χαιρετισµό µπήκε. Τότε η Κορνηλία λεγει: Ιδού και τα δικά µου πλούτη, αυτοί είναι οι δικοί µου θησαυροί.
Γίνεται φανερό, ότι αν οι απλοί άνθρωποι έχουν σαν θησαυρό και πλούτο τους την καλή συµπεριφορά και σωφροσύνη των παιδιών τους, πόσο µάλλον και ποιά δόξα είναι για την Άννα η ασύγκριτη αγιότητα της Κόρης της. Λέγει ότι ο Ιωσήφ ο µνήστωρ της Παρθένου Μαρίας, µολονότι ήταν και προηγου¬µένως δίκαιος και άγιος, εν τούτοις όµως έφτασε στο ύψος της αγιότητα ς από τη συναναστροφή του µε την Αειπαρθένο Μαρία. Αν εµείς, όταν συνανα¬στρεφόµαστε µε σοφούς και ενάρετους ανθρώπους, απολαµβάνουµε µέρος της σοφίας και της αρετής τους, πόσο µάλλον απέλαβε εκείνος ο δίκαιος, έχοντας µπροστά του το έµψυχο δοχείο τόσης αγιοσύνης και τελειότητας;
Από το Ιερό Ευαγγέλιο µαθαίνουµε, ότι όταν η Παναγία επισκέφτηκε την εξαδέρφη της την Ελισάβετ, αµέσως πλήσθηκε Πνεύµατος Αγίου η Ελισάβετ, και όχι µόνον αυτή, αλλά και το βρέφος, ο Ιωάννης, σκίρτησε, σηµείο, ότι και µόνο από τον ασπασµό της Μαρίας αγιάσθηκε. Πόσο αγιασµό και πόση Χάρη προξένησε η Θεοτόκος στους γονείς της; Από την κτίση του κόσµου ποτέ ο ήλιος δεν είδε άλλη αΥιότερη και υπερτελειότερη Παρθένο. Τέτοιοι τέλειοι και αΥιότατοι ήταν και οι γονείς της Θεοτόκου, και άξιοι να είναι όχι µόνο κληρονόµοι της αιώνιας µακαριότητας, αλλά αξιώθηκαν να γίνουν συγγενείς και Προπάτορες του Υιού και Λόγου του Θεού.
Ο Θεός όµως δεν δόξασε τους Προπάτορες του εξαιτίας της συγγένειας της σαρκικής, όχι, αλλά από τα θεά¬ρεστα έργα τους. Η αγιότητα των έργων τους έδωσε την εκλογή, και όχι η εκλογή την αγιότητα . Κανείς δε στεφανώνεται, «εάν µη νόµιµως άθληση». Το «ουδείς» περιέχει τους πάντας και ξένους και συγγενείς. Ας προβάλλουµε ένα άλλο παράδειγµα της αγιότητα ς του Ιωακείµ και της Άννας. Με πίστη θερµή, µε δάκρυα κατανυκτικά ζητούσαν από τον Θεό να λύσει το όνειδος της στεί¬ρωσης. Ζητούσαν την βοήθεια του Θεού, όχι καθισµένοι στην ανάπαυση του σπιτού, αλλά ο Ιωακείµ τρέχει στο όρος, και η µακάρια Άννα στον κήπον της έχοντας ως σύντροφο της την ερηµιά, τη µητέρα της κατάνυξης, τα δάκρυα, την προσευχή και τη νηστεία. Με τέτοιους µεσίτες ζήτησαν τη λύση της στεί¬ρωσης. Με τέτοια έργα έγιναν προπάτορες του Υιού του Θεού.
Πόσο διαφέρει η σηµερινή στειρωτική κοινωνία από την πολιτεία των αγίων του Θεού. Σήµερα, καταφεύγουν οι χριστιανοί, αντί µε πίστη στον Θεό, σε γιατρούς για να τους δώσουν παιδιά, οι οποίοι κατατρώνε περιου¬σίες ολόκληρες χωρίς να φέρνουν το ποθούµενο αποτέλεσµα. Σήµερα, τα παιδιά επαναστατούν εναντίον των γονέων τους, δείχνουν ασέβεια προς τους διδασκάλους τους, απείθεια προς τους µεγαλείτερούς τους και πολλά απ’ αυτά αποµακρύνθηκαν από το σωτήριο δρόµο της θεοσέβειας. Οι κοσµικές νυκτερινές διασκεδάσεις, τα ναρκωτικά, το κάπνισµα, το ποτό, τα ηλεκτρο¬νικά παιχνίδια, τα µηχανάκια έγιναν γι’ αυτούς τα ιδανικά τους και ο σκοπός της ζωής τους. Και πολλοί γονείς είναι συνυπεύθυνοι γι’ αυτή την κατάσταση, διότι µε την αδιαφορία τους για τη θρησκευτικο-ηθική διαπαιδαγώγηση των παιδιών τους το: «δεν πειράζει», «δε βαριέσαι», «άστους», «νέοι είναι», προ¬ξένησαν την πηγή του κακού. Εάν οι γονείς αδιαφορούν για την ηθική µόρ¬φωση των παιδιών τους και ασχολούνται µόνον µε το τι θα φάνε, πως θα ντυθούν και τι θα σπουδάσουν, τότε τι είδους ανθρώπους περιµένει να δει η νέα γενιά, εφόσον θα απουσιάζει από τη ζωή των νέων ο Χριστός; Με ποιές προϋποθέσεις και θεµέλια να χτίσουν τα νέα ζευγάρια το γάµο τους, όταν δεν υπάρχει σεβασµός στα ιδανικά και την ηθική του χριστιανικού γάµου; Με ποιά ευλάβεια και σεβασµό θα συµµετά¬σχουν στην λατρευτική ζωή της Εκκλησίας, εάν καθ’ όλο το χρόνο απουσιά¬ζουν οι γονείς και τα παιδιά από τη Λειτουργία της Κυριακής; Ποιά πίστη θα οµολογούν, όταν αγνοούν τα διδάγµατα της Εκκλησίας µας;
Μάθετε, αγαπητοί µου αδερφοί, από τη σηµερινή γιορτή µε πόσα καλά ήθη πότισαν την κόρη τους ο Ιωακείµ και η Άννα, µε πόσα άγια παραδείγµατα της δικής τους ζωής. Ας παραδειγµατιστούµε και εµείς από το παράδειγµα των αγίων γονέων της Θεοτόκου, οι οποίοι µε προθυµία και χωρίς φόβους και δισταγµούς αφιέρωσαν τη µονάκριβη Κόρη τους στον Θεό. Ας εξετάσουµε, µε ποιό γάλα ευαγγελικής ζωής θα θηλάσουµε τα παιδιά µας. Ας θυµηθούµε πόσες φορές τάξαµε στον Θεό, στις δύσκολες στιγµές της ζωής µας, και δεν εκπληρώσαµε όσα υποσχεθήκαµε, επειδή αποβλέπουµε περισσότερο στο προσωπικό µας κέρδος. Ας εξετάσουµε τον εαυτό µας για να δούµε, εάν δίνουµε µαθήµατα χριστιανικά στους νέους, και οι νέοι στους νεότερους. Μήπως έχουµε στην καρδιά µας την ανελεηµοσύνη και την ασπλαγχνία, την υπερηφάνεια και την αλαζονεία; Ας κάνουµε αυτοκριτική για να δούµε, αν αντί τίµιοι, είµαστε άρπαγες αντί δίκαιοι, είµαστε άδικοι•αντί ηθικοί, είµαστε ανήθικοι αντί νηστευτές, είµαστε λαίµαργοι.
Ο Θεός ως «πολύ δοθήσεται, πολύ απαιτηθήσεται». Ο Θεός χαρίζει πολλά, αλλά ποιός από το βάθος της καρδιάς του τον ευχαριστεί νυχθηµερόν. Όταν ο Κύριος έλθει σε κρίση θα ζητήσει λογαργιασµό και για την προσωπική µας ζωή και για την ανατροφή των παιδιών στην φύλαξη των θείων νόµων και των άλλων αρετών.
Αγαπητοί µου αδελφοί, όλοι µας ας ζητήσουµε µε δάκρυα µετάνοιας την λύση της ψυχικής µας στείρωσης και ας ζητήσουµε, να µας δώσει ψυχικούς καρπούς, µήπως και έλθει ο καλός γεωργός ξαφνικά και βρεί άκαρπη τη δική µας ψυχή. Ας προσφέρουµε στο εξής καρπούς µετανοίας, καρπούς ελεηµοσύνης, καρπούς της κατά Θεόν αγάπης, ούτως ώστε να τιµήσουµε µε έργα αγαθά τη σηµερινή εορτάζουσα αγία προµήτορα του Χριστού, Άννα, της οποίας ταις πρεσβείας, είθε ο Πανάγαθος Κύριος να δεχθεί υπέρ της σωτηρίας πάντων ηµών. Αµήν.
 
http://ntprodromoy.blogspot.gr/2012/12/blog-post_7.html

Λόγος στη γιορτή της Υπεραγίας Δέσποινάς μας Θεοτόκου όταν οδηγήθηκε από τους γονείς της στον Ναό





Θεοφυλάκτου Αρχιεπισκόπου Αχρίδος

Στον ναό προσφέρουν στον Δεσπότη αφιέρωμα ζωντανό που κινείται και στον οίκο του Θεού προστίθεται ωραιότητα και ο τόπος του ναού κληρώνεται σαν κατοικητήριο της δόξας —πράγμα που και ο Δαβίδ παραδέχεται ότι επιθυμεί, αλλά δεν αξιώνεται να το δει με τα μάτια του. Και ξεχνά η παιδούλα το πατρικό της σπίτι και οδηγείται στον βασιλιά, που επιθύμησε το κάλλος της.
Οδηγείται με τη θέλησή της, με τιμές και δόξα, με λαμπρή πομπή βγαίνει από το σπίτι της, ενώ όλοι χειροκροτούν εγκωμιαστικά την έξοδο. Συνοδεύουν τους γονείς της όλοι οι συγγενείς, οι γείτονες, οι φίλοι. Οι πατέρες συνοδεύουν χαρούμενα τον πατέρα κι οι μητέρες τη μητέρα, οι κοπέλλες και οι νεαρές κρατώντας λαμπάδες συμπορεύονται με την κόρη του Θεού σαν ένας κύκλος αστεριών φωτεινών γύρω από τη σελήνη κι όλη η Ιερουσαλήμ μαθαίνει το γεγονός και παρακολουθεί την πρωτοφανή αυτή πομπή, δηλαδή ένα κοριτσάκι τριών ετών να περιστοιχίζεται με τόση δόξα, να τιμάται με τόση λαμπαδηφορία. Όταν έφτασαν στον ναό, τους περίμενε και τους χαιρετούσε με ψαλμωδίες όλη η ιερατική τάξη και ο ίδιος ο αρχιερέας συγκινούνταν από το θαύμα αυτό και μάλιστα περισσότερο από όλους, επειδή ήταν θεόπνευστος.
Οι γονείς οδηγούν σ’ αυτόν την κόρη, που την εμπιστεύονται και διηγούνται τα σχετικά με τη στείρωση της Άννας και την υπόσχεση που έλαβαν σ’ αυτό το θέμα και γενικά παραδέχονται πως υπερβαίνει τις δυνάμεις τους η ανατροφή της κόρης. Επειδή ήταν πολύ αγαπητή από τον Θεό, έπρεπε και η ανατροφή της να είναι ανάλογη, ώστε ένα μαργαριτάρι τόσο λαμπρό και σπάνιο να μη ραφτεί πάνω σ’ ένα φτηνό και τιποτένιο ύφασμα, αλλά σ’ ένα βασιλικό ένδυμα, για να το στολίσει και να το αναδείξει πάρα πολύ.
Ο αρχιερέας εκείνη τη στιγμή μάλλον έπεσε σε έκσταση, καταλείφθηκε από το πνεύμα του Θεού και διέγνωσε ότι η κόρη είναι πραγματικά κατοικητήριο θείας χάρης και ότι είναι αυτή περισσότερο άξια απ’ αυτόν να εμφανίζεται συνεχώς ενώπιον του Θεού. Ταίριαζε αυτό που ειπώθηκε και είχε βαθύ νόημα στον νόμο για την κιβωτό, ότι θα κατοικήσει στα Άγια των αγίων, γιατί αυτό ακριβώς αναφέρεται ολοφάνερα σ’ αυτήν την κόρη. Ο αρχιερέας χωρίς ενδοιασμούς και χωρίς φόβο τολμά κάτι δίκαιο, που ξεπερνά τον νόμο, μάλλον ξεπερνά τον ανθρώπινο νόμο καθώς και την ασάφεια του γράμματος τού νόμου, γιατί ακολουθεί το άγιο Πνεύμα και οδηγεί και αποθέτει στα Άγια των αγίων αυτό το αφιέρωμα. Δέχεται ο τόπος αυτός την κόρη, αυτός που κανείς άλλος άνθρωπος δεν τον είδε, που δεν τον πατούν ούτε οι ιερείς ούτε ο ίδιος ο αρχιερέας, παρά μια μόνο φορά τον χρόνο. Έπρεπε βέβαια να μην υπακούει δουλικά στη σπουδαιότητα του νόμου, αυτή που αγιάσθηκε με την καθαρότητά της περισσότερο από ολόκληρη τη φύση και δικαιώθηκε από τότε που ήταν στη μήτρα της μητέρας της, ενός νόμου που δεν θεσπίστηκε για τους δίκαιους, αλλά για τους αμαρτωλούς. Ο νόμος καθιερώθηκε για τις παραβάσεις και θεωρήθηκε παιδαγωγός για κείνους που χρειαζόταν διαπαιδαγώγηση. Σ’ αυτήν που ξεπερνούσε τους αγγέλους όχι ο νόμος, αλλά η χάρη του Θεού εκτελούσε τα τέλεια. Φανερώνει ο Θεός ότι αρέσει αυτά τα όποια συνέβησαν, γιατί χρησιμοποιεί σαν διάκονό της άγγελο για να αναθρέψει την αφιερωμένη και τρέφει με παράδοξο τρόπο αυτήν που θα τον γεννήσει και θα τον αναθρέψει, ώστε κανένα χαρακτηριστικό της να μη φαίνεται ότι είναι ανθρώπινο, αλλά όλα να φαίνονται ότι είναι θεϊκά.
Αυτή είναι η σημερινή μας πανήγυρη, αυτό το γεγονός γιορτάζουμε σήμερα, την προσαγωγή της κόρης στον ναό και την εισαγωγή της στα Άγια των αγίων. Τι παράξενο γεγονός, τι παράξενο πράγμα ακούμε! Ένα μικρό κορίτσι να ζει στα άδυτα και αθέατα του Θεού. Ακόμη κι αν μόνο πατούσε στην αυλή του ναού, αυτό θα έδειχνε ξεκάθαρα την οικειότητα που θα είχε με τον Δεσπότη, αφού βέβαια το «να πατάει κανείς την αυλή μου δεν το επιτρέπω» ορίσθηκε από τον Θεό γι’ αυτούς που έρχονται σε ρήξη μ’ αυτόν. Ακόμη κι αν έβλεπε μόνο τα Άγια του ναού, κι αυτό θα ήταν μεγάλη απόδειξη παρρησίας προς τον Θεό. Ακόμη κι αν μια φορά τον χρόνο έμπαινε στα Άγια του ναού, κι αυτό θα ξεπερνούσε πάρα πολύ την ταπεινή θέση της γυναίκας.
Τώρα όμως περνώντας την αυλή, διασχίζοντας το δεύτερο χώρισμα και φτάνοντας στα Άγια των αγίων, ορίζεται να μένει συνεχώς μαζί με τον Θεό κι αυτό είναι ένας αρραβώνας μεταξύ της ανθρώπινης φύσης και της χάρης του Θεού, που εμφανίζεται αργότερα. Δείχνει μ’ αυτή της την ενέργεια η Θεοτόκος προφητικά σ’ εμάς και ανοίγει τον δρόμο σ’ όλο το ανθρώπινο γένος για την άνοδο και είσοδό του στα ουράνια και αληθινά Άγια των αγίων και έτσι μετά απ’ αυτό φαίνεται ότι καταργεί τον μωσαϊκό νόμο, ο οποίος επειδή δεν μπορούσε να μας δικαιώσει και να μας καθαρίσει από την αμαρτία, σχεδόν μας εμπόδιζε όλους να μετέχουμε σε κάθε μορφή αγιότητας. Επρόκειτο βέβαια ο Χριστός με τη θεία χάρη να μας δικαιώσει όλους και «αφού με τον σταυρικό θάνατό του γκρέμισε ό,τι σαν τοίχος μας χώριζε και προκαλούσε έχθρα», άνοιξε για όλους τους ανθρώπους τις εισόδους, που ήταν προηγουμένως άβατες, και αφού μας άγιασε όλους και μας καθάρισε με νερό και άγιο Πνεύμα, μας δέχτηκε στα Άγια. Γι’ αυτό τώρα στον ναό υποδέχεται την Παρθένο. Και όσα συμβαίνουν τώρα στη Θεοτόκο, μοιάζουν σαν να μας δίνει ό Θεός αξιόπιστα ενέχυρα για τη συμφιλίωση αργότερα ολόκληρου του ανθρώπινου γένους μαζί του.
Μικρό παιδί αφιερώνεται εξαιτίας της έλλειψης κακίας και εξαιτίας της ευθύτητάς του· «Γιατί η βασιλεία του Θεού ανήκει σε ανθρώπους που είναι σαν κι αυτά» και «Βοηθάει ο Κύριος τους αθώους και βλέπει με ευμένεια τους ευθείς ανθρώπους». Μιλάμε για γυναίκα, που εξαιτίας της Εύας προήλθε η αμαρτία, ώστε «εκεί όπου πλεόνασε η αμαρτία, εκεί θα υπερπερισσεύσει η χάρη του Θεού». Και ενώ η γυναί¬κα διώχτηκε από τον παράδεισο, θα προηγηθεί της φύσης της και θα εισέλθει στα Άγια των άγιων, θα είναι τριών ετών, γιατί έτσι συμβολίζεται η αγία Τριάδα, αυτή που αυξάνει την αγιότητα. Τί σημαίνει η πομπή: Είναι η ελεύθερη διατύπωση της χάρης του θεού, η οποία απλώθηκε σ’ ολόκληρη τη γη και δεν περιορίσθηκε σ’ ένα τόπο σύμφωνα με τη στενή αντίληψη του νόμου. Τί σημαίνει η παρουσία νέων κοριτσιών; Ψυχές του «καινούργιου ζυμαριού» του Θεού, που συμπορεύονται μιμούμενες την Παρθένο. Μπορώ να διακρίνω κάποιον συμβολισμό στις λαμπάδες που κρατούν; Είναι το φως της ζωής, που λάμπει για να δοξάζεται ο Θεός, είναι ο φωτισμός της γνώσης, αυτό που ανάβει και κρατιέται από δυνατά χέρια, κι όχι σαν να το κρατούν αποκαμωμένα χέρια και εγκαταλελειμμένο από κάθε δύναμη, όπως λέει ο θείος Δαβίδ, ότι και «το φως των οφθαλμών κι αυτό ακόμη σβήνει». Γιατί το άγιο Πνεύμα θα αποφύγει τον δόλο και δεν θα κατοικήσει σε σώμα καταχρεωμένο με πολλές αμαρτίες.
Εσύ ακροατή, που σκανδαλίζεσαι απ’ αυτά που ακούς εξαιτίας της προσωπικής σου τυφλώσεως, κρύψου στη σκιά και μη σκέφτεσαι τίποτε περισσότερο από αυτό που ξεπερνάει το γράμμα του νόμου, αφού είσαι «σκληροτράχηλος με πωρωμένη την καρδιά» και κλεισμένα τα αφτιά, που πάντοτε αντιστέκεσαι στο άγιο Πνεύμα. Είναι δυνατόν να λέγεται ότι ο αρχιερέας παρανομεί τόσο φανερά και ενεργεί τόσο επικίνδυνα, αν δεν είχε πεισθεί από τον Θεό ότι έτσι πρέπει να κάνει γι’ αυτό το κοριτσάκι; Πώς θα εισήγαγε την κόρη τόσο παράτολμα στα Άγια των αγίων, αν δεν συμβουλευόταν πιο σοφούς από σένα, ακροατή, αν δεν είχε κάποιο σημάδι «αποκαλύψεως και αλήθειας» στο στήθος, πράγματα που τον κοσμούσαν πάντοτε και από τα οποία έπαιρνε πάντοτε την άδεια για το τί έπρεπε να κάνει κάθε φορά; Ποιός από τους ιερείς θα τον ανεχόταν να παρανομεί σ’ αυτό το ζήτημα; Πώς δεν θα ξεσήκωνε τον λαό αυτή η ασυνήθιστη ενέργειά του, αφού σε άλλες περιστάσεις ήταν πάντοτε αντιδραστικός και πάντοτε καιροφυλακτούσε να μη γίνουν ασυνήθιστα πράγματα; Όμως το θέλημα του Θεού είναι πάντοτε ισχυρότερο κι όσα επικύρωσε ο άγιος Θεός κανείς από τους ανθρώπους δεν μπορεί να τα απορρίψει και με τα μυστικά χαλινάρια της πρόνοιας του Θεού τα στόματα όλων ελέγχονταν και καθοδηγούνταν και έτσι όλοι επαινούσαν και έλεγαν ότι αυτά συμβαίνουν πέρα από την ανθρώπινη λογική.
Δεν συμφωνείς μ’ αυτά ότι είναι αληθινά, ούτε πιστεύεις στον Θεό; Κοινή με τους προγόνους σου είναι αυτή η συμπεριφορά σου και πατρογονικό είναι αυτό που καμαρώνεις, γιατί αυτοί οι πρόγονοι δεν είχαν πιστέψει στον Θεό, αλλ’ είχαν εξουθενωθεί για την επιθυμητή γη. «Σαράντα χρόνια», λέει ο Θεός που δεν τον πίστεψαν, «βαρέθηκα τη γενεά εκείνη και είπα- «Πάντοτε πλανώνται με την αμαρτωλή καρδιά τους»». Εκτός απ’ αυτά βέβαια πρόσεξε μην ανοίξεις περισσότερο τη θύρα σου στους ειδωλολάτρες και απιστείς στα θαύματα που περιέχονται στον νόμο του Θεού κι έτσι μαζί μ’ αυτούς βαδίζεις για τα δικά μας θέματα και ενώ νομίζεις ότι συνηγορείς σ’ αυτά που λέει ο νόμος, πέσεις έξω και πάρεις σοβαρές αποφάσεις εναντίον του νόμου.
Οι Ιουδαίοι λοιπόν ας φορούν κάλυμμα μπροστά στα μάτια τους κι ας μη βλέπουν τίποτε φωτεινό και θεϊκό, «Γιατί έκλεισαν τα μάτια τους» και γι’ αυτό δεν κατάλαβαν, αφού βαδίζουν στο σκοτάδι. «Εμείς όμως, χωρίς κάλυμμα στο πρόσωπο, κοιτάζουμε σε καθρέφτη τη λαμπρότητα του Κυρίου» και σημαδεμένοι με το φως τους και διαπλασμένοι απ’ αυτό, να μην εξετάσουμε μόνο τα σχετικά με τη γιορτή και να τα τιμήσουμε, αλλά και μείς οι ίδιοι να γίνουμε γιορτή και θεμέλιο γιορτής. Πώς θα γίνει αυτό; Χθες ήσουν, ακροατή, μια στείρα και άκαρπη ψυχή, που δεν μπορούσε να γεννήσει ένα τέκνο, το οποίο θα ήταν άξιο να δει το φως της ζωής; Σήμερα λάβε μέσα σου τον δεσποτικό φόβο και με χρήσιμες νηστείες, με δάκρυα, με δοξολογίες, γέννησε για τον εαυτό σου τα αγαθά όντως σπέρματα και πνεύμα σωτηρίας και θρέψε, παιδί μου, και αύξησε την πίστη σου μέχρι αυτή να φτάσει την πίστη της σεβάσμιας Τριάδας. Μην ασπάζεσαι την πολυθεΐα, γιατί αυτό είναι κάτι χυδαίο, ούτε έναν Θεό με μια μόνον υπόσταση, γιατί αυτό είναι κάτι φτωχό. Το πρώτο έχει σχέση με την ειδωλολατρική αισχρότητα και με την επινόηση της διαδοχής της θεότητας, το δεύτερο έχει σχέση με την ιουδαϊκή μικροπρέπεια, επειδή τα τρία δεν χωρούν μαζί εξαιτίας της στενότητας της σκέψης τους. Πρόσφερε το αφιέρωμά σου στον Κύριο, από τον οποίο προέρχεται «κάθε καλή προσφορά», και μην αφιερώνεις ό,τι καλό καταφέρεις να κάνεις νομίζοντας ότι προέρχεται από τους κόπους σου, αλλά να ξέρεις πως αυτό οφείλεται στη δύναμη και στη χάρη εκείνου. Ας σε φωτίζει και το άσβεστο φως της παρθενίας ή της σωφροσύνης κι έτσι θα γίνεις άξιος να εισέλθεις εσύ ή να εισαγάγεις άλλον στα Άγια των αγίων. Γιατί χωρίς «αγιασμό και καθαρότητα κανείς δεν θα αντικρύσει τον Κύριο», όπως λέει ο Παύλος. Έχε εμπιστοσύνη στον Κύριο. Έτσι βέβαια θα τραφείς με τον μυστικό θεϊκό άρτο, που θα μεταφέρει άγγελος και θα σου τον προσφέρει, αν βέβαια λέμε και πιστεύουμε ότι ο ιερέας είναι άγγελος του Κυρίου.
Αυτά είναι τα κέρδη από μια πανήγυρη που γίνεται στο όνομα του Χριστού, έτσι οι Χριστιανοί ευχαριστούνται με τις γιορτές.
Είσαι παρθένος; Πρόσεξε τη δόξα της παρθενίας, που σε οδηγεί και που σε ανεβάζει και με ποιόν τρόπο σε τρέφει και με τι «να μη σαλευθεί το πόδι σου, μήτε να σβήσει η λαμπάδα σου», ούτε «να σε βρει ο θάνατος μπαίνοντας στο σπίτι σου από τα παράθυρα», ούτε να βεβηλώσεις το άγιο της αφθαρσίας, το οποίο δεν επιδέχεται καμιά ανάκληση. Γιατί ποιός αποκατέστησε την παρθενία του, έστω και αν λιώσει τις σάρκες του, έστω και αν διατηρήσει τον εαυτό του απρόσιτο στους ύπουλους λογισμούς;
Έχεις δεθεί με τα δεσμά του γάμου; Πρόσεξε να μην κατηγορήσεις τον γάμο ως αίτιο της απομακρύνσεώς σου από τον Θεό, να μη προφασιστείς ανόητα πράγματα. Ο Ιωακείμ και η Άννα ήταν παντρεμένοι, αλλά δεν ήταν μακριά από τον Θεό. Και το πιο παράδοξο, όταν απέκτησαν διάδοχο και προχώρησαν έτσι μπροστά, κράτησαν την άποψή τους ίδια για πάντα. Προσφέροντας τη θυγατέρα τους στον Θεό, έγιναν και καλούνται θεοπάτορες σαν ανταμοιβή. Επί πλέον πρόσεξε και λειτούργησε σωστά μέσα στον γάμο, «δίνοντας στον αυτοκράτορα ό,τι του ανήκει, και στον Θεό ό,τι ανήκει στον Θεό». Αγάπα τη σύζυγο σου σαν να είναι η σάρκα σου —«κανείς ποτέ δεν μίσησε το ίδιο του το σώμα»— και μη ρίχνεις το βλέμμα σου έξω από το σπίτι σου. «Πίνε νερό από το πηγάδι σου», γιατί είναι πολύ στενά τα ξένα πηγάδια «και φέρνουν θλίψη στη σάρκα» σύμφωνα με τον νόμο. Ανάτρεφε τα παιδιά σου «με αγωγή και συμβουλές, που εμπνέονται από την πίστη στον Κύριο» και να φοβάσαι την καταδίκη του αρχιερέα Ηλεί. Αγιάστηκες με τον γάμο, αλλά και άγιασες τον γάμο και έγινες επιτηδειότατος και μεταχειρίστηκες τις κοσμικές υποθέσεις σύμφωνα με τον νόμο του Θεού και απέδειξες την αλήθεια που λέει η Γραφή ότι «ο Κύριος ενώνει τη γυναίκα με τον άνδρα», ένα ταίριασμα πραγματικά ωραίο και στεφανωμένο από τον Θεό, ο οποίος τα πάντα λογικά συνταιριάζει.
Έτσι γιορτάζουμε, αδελφοί, μακάρι έτσι να γιορτάζουμε πάντοτε, για να αξιωθούμε να εισέλθουμε στην πιο τέλεια είσοδο, στα Άγια των αγίων, παρθένες ψυχές, καθαρές από κάθε κακό — αυτήν θεωρώ πραγματική παρθενία μ’ αυτά που γράφω—, να κρατά η ψυχή μας λαμπρές τις λαμπάδες που καίνε το έλαιο της φιλανθρωπίας, να εισέλθουμε εκεί «όπου μπήκε πριν από μας και για χάρη μας ο Χριστός», έχοντας για βοηθό μας αυτήν την ίδια τη Θεοτόκο και στις προθέσεις μας και στις πράξεις μας. Αυτή μας αξίωσε να δεχτούμε τόσες χάρες της και η οποία τώρα με τη γιορτή της μας αγιάζει, και τότε μας αξίωσε να νιώσουμε το κάλλος της πανάγιας και αϊδίας Τριάδας, του Πατρός, του Υιού και του αγίου Πνεύματος, του μοναδικού Θεού, στον οποίο ανήκει κάθε δόξα, τιμή και προσκύνηση, τώρα και πάντοτε και στους αιώνες των αιώνων. Αμήν.

(Δημητρίου Γ. Τσάμη, «Θεομητορικόν», τ.Β΄, εκδ. Ορθ. Χριστ. Αδελφότητα ΛΥΔΙΑ, σ. 57-69, απόσπασμα)


Πέμπτη, 14 Ιουλίου 2016

ΥΜΝΟΙ ΕΙΣ ΤΗΝ ΚΟΙΜΗΣΙΝ ΤΗΣ ΥΠΕΡΑΓΙΑΣ ΘΕΟΤΟΚΟΥἘγκώμια στὴν Κοίμηση τῆς Θεοτόκου:Ἅγιος Ἰωάννης ὁ Δαμασκηνός


15 Αυγούστου με το ορθόδοξο εκκλησιαστικό ημερολόγιο ,σήμερον εορτάζει ο ουρανός την σεπτή μετάσταση της υπεραγίας Θεοτόκου , και μαζί τους συνεορτάζουν και οι ορθόδοξοι χριστιανοί , τα γνήσια μέλοι της Εκκλησίας του Θεού , παρακαλώντας μετά δακρύων την υπεραγία Θεοτόκο να λυπηθεί το γένος των Ελλήνων , να μας χαρίσει μετάνοια , τους δε πεπτωκώτας από την ορθόδοξο πίστη πρώην αδελφούς μας εν Χριστώ ,  νεοημερολογήτες ,οικουμενιστές , εικονομάχους , εκκλησιομάχους , να τους φωτίσει να επιστρέψουν στην Αγία του Θεού Ορθόδοξο Εκκλησία , δια να λάμψη και πάλι η ορθόδοξος πίστη , και να γίνουμε ξανά ως Έλληνες το νέο Ισραήλ , και να μεταδώσουμε το ΦΩΣ ΤΟΥ ΘΕΑΝΘΡΩΠΟΥ ΙΗΣΟΥ  ΧΡΙΣΤΟΥ ,σε όλους τους λαούς της γης , ανατολής και δύσης !!

Ἐγκώμια στὴν Κοίμηση τῆς Θεοτόκου:Ἅγιος Ἰωάννης ὁ Δαμασκηνός ,Ἠλίας Μηνιάτης

Ύμνοι εις την Θεοτόκον Greek Orthodox Hymns to the Mother of God

  

Ἅγιος Ἰωάννης ὁ Δαμασκηνός
Τί εἶναι αὐτὸ τὸ μυστήριο τὸ μέγα, ποὺ συντελεῖται γύρω ἀπὸ τὸ πρόσωπό σου, ἱερὴ Μητέρα καὶ Παρθένε; «Εὐλογημένη σὺ ἐν γυναιξὶ καὶ εὐλογημένος ὁ καρπὸς τῆς κοιλίας σου». Ὅσο ὑπάρχουν ἄνθρωποι θὰ σὲ μακαρίζουν, γιατί μονάχα Σὺ εἶσαι ἄξια γιὰ μακαρισμό!
Καὶ νὰ ποὺ ὅλες οἱ γενιὲς Σὲ μακαρίζουν. Ἐσένα εἶδαν οἱ θυγατέρες τῆς Ἱερουσαλήμ, δηλαδὴ τῆς Ἐκκλησίας, καὶ σὲ μακάρισαν οἱ βασίλισσες, δηλαδὴ οἱ ψυχὲς τῶν δικαίων, καὶ θὰ σὲ ὑμνοῦν αἰώνια. Γιατί Σὺ εἶσαι ὁ θρόνος ὁ βασιλικός, στὸν ὁποῖον παραστέκονται Ἄγγελοι κοιτάζοντας τὸν Βασιλέα καὶ Δημιουργὸ νὰ κάθεται ἐπάνω του.
Σὺ ἔγινες Ἐδὲμ νοητή, πιὸ ἱερὴ καὶ πιὸ θεϊκὴ ἀπὸ τὴν παλιά. Γιατί σὲ ἐκείνη τὴν Ἐδὲμ ἔμεινε ὁ Ἀδὰμ ὁ γήινος, ἐνῶ σ’ Ἐσένα ὁ Κύριος τοῦ οὐρανοῦ.

ΠΕΡΙ ΠΑΝΑΓΙΑΣ



Πατάπιος μοναχός Καυσοκαλυβίτης (*)

«Τό βουνό αὐτό (ὁ Ἄθως) εἶναι μεγάλο καί ψηλό καί ξακουστό ἀπό παλιά, γεμάτο καρποφόρα δένδρα, καί πολύ πλούσιο σέ πηγές. Βρίσκεται στήν Ἄσπρη Θάλασσα (τό Αἰγαῖο δηλαδή) κι ἀπό ἐκεῖ φαίνεται σάν νησί, γιατί τριγύρω ἔχει θαλασσινό νερό. Μόνο ἀπό τήν βορεινή πλευρά στενεύει ... ἐκεῖ ὅπου ἑνώνεται μέ τήν μεγάλη γῆ τῆς Θράκης καί τῆς Μακεδονίας... Ἀπό τό Ὄρος, ἡ Κωνσταντινούπολη καί δύο-τρία νησιά βρίσκονται πρός τήν Ἀνατολή... Ὅλα τά ἄλλα νησιά τῆς Ἄσπρης Θάλασσας καί ἡ Κύπρος ... βρίσκονται νοτίως τοῦ Ἁγίου Ὄρους».

Αὐτά σημείωνε (σέ ἑλληνική μετάφραση) στά 1745 ὁ ρώσος περιηγητής ἀπό τό Κίεβο μοναχός Βασίλειος Γκρηγκόροβιτς Μπάρσκι κατά τό δεύτερο ταξίδι του στόν Ἄθωνα⋅ ὁ Μπάρσκι, πού δέκα χρόνια πρίν, εἶχε βρεθεῖ στήν Κύπρο περιηγούμενος στά μοναστήρια της καί ἀφήνοντάς μας, ὡς παρακαταθήκη, τίς πολύ χρήσιμες γιά τήν ἔρευνα σχεδιαστικές ἀπεικονίσεις τους.

Καί συνεχίζει ὁ Μπάρσκι, καταγράφοντας τίς περί τῆς Θεοτόκου παραδόσεις, πού συνάντησε στόν Ἄθωνα: «Μετά τήν ἐνσάρκωση τοῦ Κυρίου ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ καί τήν ἐν δόξῃ ἀνάληψή Του στούς οὐρανούς, ὅταν οἱ ἅγιοι Ἀπόστολοι μοίρασαν μέ κλῆρο τά πέρατα τῆς γῆς, γιά τό κήρυγμα τῆς ἁγίας ὀρθοδόξου πίστεως, ἔλαβε μέρος καί ἡ ὑπεραγία Θεοτόκος καί τῆς ἔλαχε ὡς κλῆρος τό ὄρος τοῦτο τοῦ Ἄθωνος, πρᾶγμα γιά τό ὁποῖο μαρτυρεῖται στό βιβλίο Πρόλογος, πού τυπώθηκε στό Πετσόρκ (τή Λαύρα τοῦ Κιέβου δηλαδή), στό βίο τῆς ὑπεραγίας Θεοτόκου».

Μετάσταση της Παναγίας, ανάταση των πιστών



Η τιμή και ο σεβασμός των Ορθοδόξων προς την Κυρία Θεοτόκο είναι τόσο μεγάλος ώστε κάναμε πανηγύρι και πάνδημη εορτή την ένδοξη Κοίμησή της. Η ιερή και ένδοξη μνήμη της Κοιμήσεώς της είναι κατά τον ιερό Κοσμά, τον ποιητή και υμνογράφο, στολισμένη και λάμπουσα με δόξα Θεού. Γι’ αυτό δεν είναι άξιο απορίας το ότι γύρω από την Κοίμησή της Πανάγνου κατά τον νουν και την ψυχή και το σώμα αειπαρθένου Μαρίας έχουν γραφτεί υπέροχα εγκώμια και λυρικότατοι θεοπρεπείς ύμνοι. Οι ιεροί υμνογράφοι και εγκωμιασταί αναφέρονται συχνά σε ευσεβείς παραδόσεις γύρω από το πανάχραντο σώμα της «τιμιωτέρας των Χερουβίμ και ενδοξοτέρας ασυγκρίτως των Σεραφείμ».

Έτσι ο άγιος Ιωάννης ο Δαμασκηνός  στους τρεις λόγους του «Εἰς τήν Κοίμησιν», ο θείος Γρηγόριος ο Παλαμάς, ο άγιος Μάρκος Εφέσου ο Ευγενικός, ο ιερός Κοσμάς, επίσκοπος Μαϊουμά, στον κανόνα του «Εἰς τήν Κοίμησιν τῆς Θεοτόκου», ο θεσπέσιος Ανδρέας Κρήτης, ο όσιος Νικόδημος ο Αγιορείτης κ.ά. κάνουν λόγο περί αναλήψεως ή μεταστάσεως της Θεοτόκου τρεις ημέρες μετά την Κοίμησή της. Είναι τόσο βαθύς ο σεβασμός τους προς το πρόσωπο Εκείνης, η οποία έγινε του παναγίου Θεού ο ναός ο πανάγιος και «ἐδάνεισε εἰς τόν Κύριον σάρκα ἐμψυχωμένην, ψυχή λογική τε καί νοερά καί θελητική», ώστε γράφουν, Αυτής της οποίας η παρθενία έμεινε «ἀλώβητος» (=αβλαβής, ακέραιη), όταν γέννησε τον Υιόν και Λόγον του Θεού, αυτής της ιδίας όταν μετέστη προς τον ουρανόν, έχει φυλαχτεί το σώμα αδιάλυτον. Γι’ αυτό, γράφουν, δε θα ονομάσουμε «τήν ἱεράν σου μετάστασιν θάνατον» «ἀλλά κοίμησιν, ἤ ἐκδημίαν, ἤ ἐνδημίαν, οἰκειότερον. Ἐκδημοῦσα γάρ τῶν τοῦ σώματος, ἐνδημεῖς πρός τά κρείττονα». Τούτο δε συνέβη, διότι αυτής της οποίας κατά τη γέννηση η παρθενία έμεινε αλώβητος έπρεπε να τηρηθεί αδιάφθορο το σώμα και μετά θάνατον. Διότι πώς ήταν δυνατόν να τολμήσει να αγγίξει η διαφθορά το Ζωοδόχο σώμα της; Αυτά είναι ολωσδιόλου ξένα της θεοφόρου ψυχής και του σώματός της. Αυτήν και μόνο που την ατένισε ο θάνατος τρομοκρατήθηκε!

Η αιρεση περι της θεοτητας της Κυριας Θεοτοκου

Το Βατικανο, ετοιμαζει εδω και χρονια μια καινουργια αιρεση που αφορα τη Κυρια Θεοτοκο. Ειναι η αιρεση περι της Θεοτητας Αυτης.
Οι Ορθοδοξοι συμφωνουν με τον αγιο Ιωαννη το Δαμασκηνο που σε ενα εγκωμιο προς τη Κυρια Θεοτοκο γραφει: "ου φημι Θεον την Θεοτοκον αλλα Θεοτοκον". H Kυρια Θεοτοκος δεν ειναι Θεος, αλλα Μητερα του μονου Θεανθρωπου, γι αυτο την ονομαζουμε Θεοτοκο.
Σχετικα με τη αιρεση που ετοιμαζει το Βατικανο εχω τις εξης εμπειριες:
1. Ο πρωτος που προσπαθησε να μου περαση την αιρεση περι της Θεοτητας της Κυριας Θεοτοκου ηταν ο συγχωρεμενος γεροντας μου, ο αντιχριστος Πετρος Σκλαβος. Εφαρμοσε την εξης τακτικη: μου εδωσε να διαβασω ενα βιβλιο καποιου αγιορειτη γεροντα περι της Κυριας Θεοτοκου. Ενα καφαλαιο ειχε την επικεφαλλδα: "Η Θεοτοκος ειναι Θεος μετα Θεον". Ειπα στο γεροντα μου οτι η Παναγια δεν ειναι Θεος αλλα απλος ανθρωπος. Δεν μου ειπε τιποτα, αλλα την ωρα του φαγητου μου ειπε να κανω κομποσχοινι ορθιος κατι που ειναι η μεγαλυτερη τιμωρια για ενα δοκιμο μοναχο. Τον ρωτησα ποιο ειναι το παραπτωμα μου, και μου ειπε: "για να ταπεινωθης". Προφανως θεωρουσε επαρση το γεγονος οτι δεν δεχτηκα την αιρεση που προσπαθησε να μου περαση.

Τι λέει η παράδοση για την έλευση της Θεοτόκου στο Άγιο Όρος


Η παράδοση περί της ελεύσεως της Θεοτόκου στο Άγιον Όρος Άθως ως απαρχή για την τιμή της από τους Αγιορείτες μοναχούς. Βαθειά πεποίθηση των Αγιορειτών μοναστών σε όλη τη διάρκεια της ιστορίας του αθωνικού μοναχισμού ήταν και παραμένει ότι η Παναγία είναι η προστάτιδα του Αγίου Όρους, που φυλάει τον Άθωνα και τους ασκούμενους σ᾿ αυτό πατέρες, επαγρυπνώντας και πρεσβεύοντας γι᾿ αυτούς.

Αφορμή γι᾿ αυτό στάθηκαν οι υποσχέσεις που έδωσε η κυρία Θεοτόκος στον πρώτο αθωνίτη άγιο, όσιο Πέτρο τον Αθωνίτη, όπως αυτές καταγράφηκαν στο Βίο του, αλλά και στο Εγκώμιο προς αυτόν που συνέταξε ο άγιος Γρηγόριος ο Παλαμάς αλλά και σε διάφορες διηγήσεις για την έλευση της Θεοτόκου στον Άθωνα και την δωρεά του ιερού αυτού τόπου σ᾿ αυτήν από τον Υιό της.

Επιπροσθέτως, είναι γνωστό σε ολόκληρο τον ορθόδοξο κόσμο ότι το Άγιον Όρος αποτελεί, κατά αρχαία παράδοση, κλήρο της Υπεραγίας Θεοτόκου. Γιά τον λόγο αυτό άλλωστε η παρουσία της, αιώνες τώρα, δεσπόζει στην αγιορειτική ζωή.

«Η ΠΛΑΤΥΤΕΡΑ ΤΩΝ ΟΥΡΑΝΩΝ» ΥΠΟ ΙΩΑΝΝΟΥ Π. ΠΑΝΑΓΙΩΤΟΥ ΑΘΗΝΑΙ 1971



Διήγησις περί της θαυματουργού εικόνος της Θεοτόκου της επονομαζομένης «ΕΣΦΑΓΜΕΝΗΣ»

Η επωνυμία αυτή απεδόθη τη Αγία ταύτη εικόνι, δια την εξής αιτίαν :

Εις Ιεροδιάκονος Εκκλησιάρχης της αυτής Μονής, εργαζόμενος εντός του Καθολικού Ναού, και καταγινόμενος κατά το χρέος αυτού, ίνα φιλοκαλή και τακτοποιή τα πάντα, ήρχετο ενίοτε ίνα γευματίση εν τη Κοινή τραπέζη, ουχί εν τη, ως έθος, διατεταγμένη ώρα, αλλ’ υστερώτερον.
Εν μια δε των ημερών εβράδυνεν ωσαύτως εν τη εκκλησία, είτα ελθών εις την τράπεζαν εζήτησε παρά του τραπεζάρη, να τω δώση να γευματίση ο δε τραπεζάρης αγανακτήσας δια την άωρον έλευσιν του Εκκλησιάρχου, είπεν αυτώ μετ’ οργής, ότι πρέπει να έρχηται εις την τράπεζαν εις την διατεταγμένην ώραν και ουχί όταν θέλη και βούληται. Ταύτα ακούσας ο Εκκλησιάρχης ελυπήθη δια την τοιαύτην παρατήρησιν του Τραπεζάρη, και ούτω μάλλον επιμόνως εζήτει να τω δοθή γεύμα αλλ’ ο Τραπεζάρης είπεν αποφασιστικώς, ότι δεν έχει δι’ αυτόν ούτε τμήμα άρτου όθεν ο ταλαίπωρος Εκκλησιάρχης και νήστις, και ως δαιμονιών εξήλθε της τραπέζης και οι λογισμοί αυτού ο εις του άλλου σκοτεινότεροι γενόμενοι ήρξαντο να κυματίζωσι την διάπυρον και οξείαν αυτού καρδίαν, και να δαιμονίζωσιν αυτήν δια της προς τον Τραπεζάρην αδημονίας και αγανακτήσεως.
Εν τοιαύτη λοιπόν ανωμάλω καταστάσει του πνεύματος επέστρεψεν εις τον Ναόν, όπου οι λογισμοί αυτού, ουχί μόνον δεν καθησύχασαν αλλά μάλλον ισχυροτέρως κατέθλιβον αυτόν και όλως εγένετο σχεδόν έξω φρενών.
Εν τοιαύτη λοιπόν ταραχή και ζάλη του πνεύματος, και όλως εξεστηκώς επλσίασε προς την εικόνα της Θεομήτορος, και σταθείς ενώπιον αυτής ήρξατο λέγων επιτιμητικώς : «Έως πότε έσομαι υπηρετών σοι Θεοτόκε; Κόπους και κόπους και δι’ όλα ταύτα ουχί μόνον ουδέ άλλο, αλλ’ ουδέ τμήμα άρτου έχω εις υποστήριξιν των κεκοπιακυιών δυνάμεών μου» και με τους λόγους τούτους λαβών την μάχαιραν, δι’ ης πρότερον εκαθάριζε τους κηρούς εκ των μανουαλίων, αναπαλήσας τη χειρί αυτού έπηξεν αυτήν ισχυρώς εις την παρειάν της εικόνος, και ούτω κατέτρωσεν αυτήν και εν τω άμα εξετινάχθη και έρρευσεν κρουνηδόν αίμα εκ της πληγής, το δε όλον πρόσωπον της Θεομήτορος κατεκάλυψεν η ωχρότης, ώσπερ τινός αποθνήσκοντος εκ της πληγής και εκ του ρέοντος αίματος, αμέσως δε ο εικονοκτόνος κατεσχέθη από τρόμον μέγαν, έπεσεν ενώπιον της Αγίας εικόνος, και παταχθείς από φρίκην, εγένετο ώσπερ φρενόληπτος, αι αρμονίαι του σώματος αυτού παρελύθησαν, και έτρεμεν ως ο Κάϊν και φονεύς. Ευθέως εγνώρισαν το γεγονός άπαντες οι εν τω Μοναστηρίω και ελθόντες εις τον Ναόν ο τε Καθηγούμενος και οι αδελφοί, είδον εκθαμβούμενοι, ότι το εκ της παρειάς της αγίας εικόνος ρεύσαν αίμα εισέτι δεν εξηράνθη εν αυτή. Τότε αμέσως ο φονεύς ετυφλώθη και εγένετο φρενόληπτος.

Η Μετάσταση της Υπεραγίας Θεοτόκου


Ἰ­ω­άν­νη Ἐλ. Σι­δη­ρᾶ: θε­ο­λό­γου, ἐκ­κλη­σι­α­στι­κοῦ ἱ­στο­ρι­κοῦ καὶ νο­μι­κοῦ
Θε­ο­λο­γι­κὴ προ­σέγ­γι­ση τῆς ἐν Χρι­στῷ ἐν­σω­μά­του Με­τα­στά­σε­ως τῆς Ὑ­πε­ρα­γί­ας Θε­ο­τό­κου Μα­ρί­ας στὴν Βα­σι­λεί­α τῆς Τριά­δος.
Εἶ­ναι γε­γο­νὸς βε­βαι­ω­μέ­νο καὶ ἀ­ναν­τίρ­ρη­το ἀ­πὸ τὴν Ἱ­ε­ρὰ Ἐ­πι­στή­μη τῆς Ὀρ­θο­δό­ξου Θε­ο­λο­γί­ας ὅ­τι οἱ πε­ρὶ τὸν βί­ο τῆς Ὑ­πε­ρα­γί­ας Θε­ο­τό­κου Μη­τρὸς τοῦ Σω­τῆ­ρος καὶ λυ­τρω­τοῦ Θε­αν­θρώ­που Ἰ­η­σοῦ Χρι­στοῦ μαρ­τυ­ρί­ες εἶ­ναι πε­νι­χρό­τα­τες στὰ Ἱ­ε­ρὰ Εὐ­αγ­γέ­λια καὶ στὰ λοι­πὰ βι­βλί­α τοῦ «Ἱ­ε­ροῦ Κα­νό­νος» τῆς Και­νῆς Δι­α­θή­κης. Ἐν τού­τοις πάμ­πολ­λες ὑ­πῆρ­ξαν οἱ λε­γό­με­νες «ἀ­πό­κρυ­φες δι­η­γή­σεις» ἐκ τῶν ὁ­ποί­ων ὁ­ρι­σμέ­νες ὀ­νο­μά­στη­καν «Ἀ­πό­κρυ­φα Εὐ­αγ­γέ­λια» γιὰ νὰ συμ­πλη­ρώ­σουν τὰ χα­ρα­κτη­ρι­ζό­με­να ὡς «ἱ­στο­ρι­κὰ κε­νὰ» σχε­τι­κὰ μὲ τὸν βί­ο τῆς Ἀ­πει­ράν­δρου Θε­ο­μή­το­ρος καὶ Πα­νά­γνου Μα­ρί­ας. Οἱ δὲ ση­μαν­τι­κό­τε­ρες ἀ­πό­κρυ­φες πη­γὲς πε­ρὶ τοῦ Ἱ­ε­ροῦ προ­σώ­που τῆς Πα­να­γί­ας Ἀ­χράν­του Μα­ρί­ας εἶ­ναι: α) τὸ «Πρω­τευ­αγ­γέ­λιο τοῦ Ἰ­α­κώ­βου καὶ β) τὸ Εὐ­αγ­γέ­λιο τοῦ ψευ­δο-Ματ­θαί­ου. Ἡ Ὀρ­θό­δο­ξη Ἐκ­κλη­σί­α ὅ­μως διὰ τῆς ἐν Ἁ­γί­ῳ Πνεύ­μα­τι ὑ­πὸ τῶν θε­ο­φό­ρων Πα­τέ­ρων κα­θι­ε­ρώ­σε­ως τῆς Ἱ­ε­ρᾶς Πα­ρα­δό­σε­ως ὡς γνη­σί­ας ἐκ­φρά­σε­ως τῆς ἀ­λη­θοῦς εὐ­αγ­γε­λι­κῆς καὶ δογ­μα­τι­κῆς δι­δα­σκα­λί­ας ἀ­πε­μά­κρυ­νε ὅ­λα τὰ μυ­θώ­δη, ἐ­φή­μαρ­τα καὶ αἱ­ρε­τι­κὰ στοι­χεῖ­α, τὰ ὁ­ποῖ­α ἀ­φο­ροῦν τὴν κα­θό­λου ζω­ὴ τῆς Ὑ­πε­ρα­γί­ας Θε­ο­τό­κου Μα­ρί­ας.
Ἔ­τσι, οἱ θε­ο­φό­ροι Πα­τέ­ρες θε­ο­πνεύ­στως κα­τέ­γρα­ψαν τὴν Ὀρ­θό­δο­ξη θε­ο­λο­γι­κὴ δι­δα­σκα­λί­α πε­ρὶ τοῦ ἱ­ε­ροῦ προ­σώ­που τῆς Πα­νά­γνου Θε­ο­μή­το­ρος, ὅ­πως τοῦ­το ἀ­πο­δει­κνύ­ε­ται στοὺς «Ὅ­ρους» τῶν Ἁ­γί­ων Οἰ­κου­με­νι­κῶν Συ­νό­δων, ἐ­νῶ σὲ ἄλ­λες πε­ρι­πτώ­σεις ἡ Ἐκ­κλη­σί­α με­τὰ πολ­λῆς προ­σο­χῆς ἀ­πε­δέ­χθη καὶ υἱ­ο­θέ­τη­σε τὰ ἐκ τῆς Ἱ­ε­ρᾶς Πα­ρα­δό­σε­ως δι­δάγ­μα­τα πε­ρὶ τῆς Θε­ο­τό­κου Μα­ρί­ας.
Ἡ με­τά­στα­σις τῆς Ὑ­πε­ρα­γί­ας Θε­ο­τό­κου Μα­ρί­ας.

ΤΟ ΔΟΓΜΑ ΤΗΣ "ΑΣΠΙΛΗΣ ΣΥΛΛΗΨΗΣ" ΤΗΣ ΘΕΟΤΟΚΟΥ ΑΠΟ ΤΟΥΣ ΚΑΘΟΛΙΚΟΥΣ Η «άσπιλη σύλληψη» της Θεοτόκου



Το δόγμα αυτό, το όποιο διετύπωσε το 1854 ο Πάπας Πίος ο 9ος, σημαίνει ότι η Παναγία γεννήθηκε άσπιλη, αναμάρτητη, δεν είχε το προπατορικό αμάρτημα, όπως το έχουμε όλοι οι άνθρωποι. Η διδασκαλία αυτή βέβαια περί της ασπίλου συλλήψεως δεν στηρίζεται πουθενά, ούτε στην Αγία Γραφή, ούτε στην διδασκαλία των Πατέρων της Εκκλησίας και έχει επίσης πολλά τρωτά σημεία.





Η ορθόδοξη άποψη

Ένα τρωτό σημείο αυτής της διδασκαλίας είναι ότι προσβάλλει την μοναδικότητα της γεννήσεως του Κυρίου μας Ιησού Χριστού. Μόνο ο Χριστός γεννήθηκε αναμάρτητος εκ Πνεύματος Αγίου, είναι η μοναδική περίπτωση κατά την οποία δεν μεσολάβησε σάρκα και αίμα. Ο Χριστός μας γεννήθηκε από την Παρθένο Μαρία, άνευ συνάφειας ανδρός. Δεν ήλθε σε σαρκική ένωση η Παναγία με άνδρα. Το Άγιο Πνεύμα επισκίασε την Παναγία και δι’ Αγίου Πνεύματος εγεννήθηκε ο Κύριος μας· ο Ιησούς Χριστός γεννήθηκε εκ Πνεύματος Αγίου από την Παρθένο Μαρία, γι’ αυτό και είναι αναμάρτητος. Η Παναγία όμως δεν γεννήθηκε εκ Πνεύματος Αγίου· γεννήθηκε από γονείς φυσιολογικά, κανονικά, από τον Ιωακείμ και από την Άννα. Προσβάλλει επομένως η διδασκαλία αυτή την μοναδικότητα της γεννήσεως του Χριστού. Η μοναδική γέννηση, η οποία έγινε εκ Πνεύματος Αγίου και είναι γι’ αυτό άσπιλη, είναι η γέννηση του Κυρίου μας Ιησού Χριστού.

Στην Ορθοδοξία έχουμε «αφθορον σύλληψιν» του Χριστού και όχι «άσπιλον σύλληψιν της Θεοτόκου».



Ενώ λοιπόν νομίζουν ότι με την άσπιλη σύλληψη υπερυψώνουν την Παναγία, ουσιαστικώς την μειώνουν. Γιατί η Παναγία εξυψώνεται πιο πολύ αν παρουσιασθεί ότι αυτά που κατόρθωσε, αυτή η αγιότης την οποία κατόρθωσε, δεν τα κατόρθωσε γιατί ήταν αναμάρτητη εκ φύσεως, τα κατόρθωσε γιατί ενώ ήταν άνθρωπος σαν εμάς, γεννήθηκε από φυσικούς γονείς, από τον Ιωακείμ και την Άννα, ενώ ήταν άνθρωπος καθόλα φυσιολογικός, είχε αυτήν την δική μας τη φύση, η οποία ρέπει προς την αμαρτία, κατόρθωσε εν τούτοις να καλλιεργήσει τις αρετές με πολλή άσκηση, με προσευχή, με νηστείες με εγκράτεια, με αγνότητα ιδιαιτέρως, και να φθάσει στα ύψη αυτά της αγιότητος, συνεργώντας και κοπιάζοντας η ίδια.

Εμείς οι πιστοί, θα πρέπει να την έχουμε ως παράδειγμα και ως δίδαγμα και ως στόχο. Εκείνη κατόρθωσε να φθάσει σ’ αυτήν την αγιότητα και να υμνείται δι’ όλων των αιώνων· Εκείνη ήταν σκεύος εκλογής. Λόγω της αγιότητός της κατόρθωσε και είλκυσε την προσοχή του Θεού και έγινε η αγαπητή του Θεού: «Χαίρε Κεχαριτωμένη. Ο Κύριος μετά σου. Ευλογημένη συ εν γυναιξί». Έδειξε με την άγια ζωή της, την άφθαστη υπακοή της, την πολλή ταπείνωση, την ανυπέρβλητη αγνότητα, μέχρι που μπορεί να υψωθεί ο άνθρωπος.

Προφητείες της Παλαιάς Διαθήκης περί της Θεοτόκου



Πρωτοπρεσβ. π. Άγγελος Αγγελακόπουλος εφημέριος Ι. Ν. Αγίας Παρασκευής Καλλιπόλεως Πειραιώς

Η Υπεραγία Θεοτόκος προφητεύθηκε αιώνες πριν γεννηθεί. Γι’ αυτό η ζωή της βρίσκεται στο κέντρο των αιώνων και αποτελεί «το περιήχημα της προφητικής αγγελίας, την οπτασία των προφητικών οραματισμών, το κέντρο της μεσσιανικής προσδοκίας». Απειράριθμες είναι οι παλαιοδιαθηκικές προτυπώσεις, που αναφέρονται στην «απείρανδρον Μητέρα του Εμμανουήλ». Στο παρόν άρθρο θα παρουσιάσουμε τις αντιπροσωπευτικότερες θεομητορικές παλαιοδιαθηκικές προφητείες.

Α) ΠΕΝΤΑΤΕΥΧΟΣ

Στο πρώτο βιβλίο της Αγίας Γραφής, την Γένεση, συναντούμε τον πρώτο συμβολισμό. Η Εδέμ προτυπώνει τη νοητή Εδέμ, που είναι η Παναγία, στους κόλπους της οποίας κατοικεί ο νέος  Αδάμ, ο Χριστός.

Μετά την παράβαση των πρωτοπλάστων Αδάμ και Εύας, ο Χριστός, ως ο άσαρκος Λόγος, διαλέγεται με τους παραβάτες και λέγει στον αρχέκακο όφι, τον διάβολο: «Και έχθραν θήσω αναμέσον σου και αναμέσον της γυναικός και αναμέσον του σπέρματός σου και αναμέσον του σπέρματος αυτής. Και αυτός σου τηρήσει την κεφαλήν και συ τηρήσεις αυτού την πτέρναν»[1]. Δηλ. «Έχθρα θα βάλω ανάμεσα σ’ εσένα και στη γυναίκα, κι ανάμεσα στο σπέρμα σου και στο σπέρμα της. Εκείνος θα σου συντρίψει το κεφάλι κι εσύ θα του πληγώσεις τη φτέρνα». Η γυναίκα, της οποίας το σπέρµα θα συντρίψει την κεφαλή του φιδιού, του διαβόλου, είναι η Παρθένος Μαρία και το σπέρµα της ο Χριστός. Πρόκειται για το γνωστό “πρωτευαγγέλιο”.

ΔΙΑΜΟΡΦΩΣΗ ΤΟΥ ΟΡΟΥ "ΘΕΟΤΟΚΟΣ" ΚΑΤΑ ΤΗ ΔΙΑΡΚΕΙΑ ΤΩΝ ΟΙΚΟΥΜΕΝΙΚΩΝ ΣΥΝΟΔΩΝ ΚΑΙ Η ΧΡΙΣΤΟΛΟΓΙΚΗ ΚΑΙ ΣΩΤΗΡΙΟΛΟΓΙΚΗ ΣΗΜΑΣΙΑ ΤΟΥ ΒΑΣΙΛΕΙΟΥ Α. ΤΣΙΓΚΟΥ


Λέκτορος Θεολογικῆς Σχολῆς
Ἀριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης
Ἕνας γέροντας τῆς ὀρθοδόξου παραδόσεώς μας ἔλεγε ὅτι θά πρέπει νά θέτουμε "φυλακήν τῷ στόματι ἡμῶν", ὅταν μιλοῦμε γιά τά "ὑπέρ ἔννοιαν" μυστήρια τοῦ Χριστοῦ. Πολύ δέ περισσότερο, ὀφείλουμε νά ἱστάμεθα μέ τόν προσήκοντα σεβασμό, ὅταν καλούμεθα νά μιλήσουμε γιά τό ὑπερφυές "μυστήριο τῶν μυστηρίων" τοῦ Χριστοῦ, γιά τήν Ὑπερευλογημένη Θεοτόκο καί Ἀειπάρθενο Μητέρα Του. Ἀναφορικά μέ τό ὄντως "μέγα τῆς Θεοτόκου μυστήριον", θά μπορούσαμε, μαζί μέ ὅλο τό πλήρωμα τῆς Ἐκκλησίας, καί ἐμεῖς μέ ζέουσα προσευχητική διάθεση νά ἐπαναλάβουμε τά λόγια τοῦ ὑμνωδοῦ: "Τείχισόν μου τάς φρένας Σωτήρ μου· τό γάρ τεῖχος τοῦ κόσμου ἀνυμνῆσαι τολμῶ, τήν ἄχραντον Μητέρα σου· ἐν πύργῳ ρημάτων ἐνίσχυσόν με, καί ἐν βάρεσιν ἐννοιῶν ὀχύρωσόν με. Σύ γάρ βοᾷς τῶν αἰτούντων πιστῶς τάς αἰτήσεις πληροῦν. Σύ οὖν μοι δώρησαι γλῶτταν, προφοράν, καί λογισμόν ἀκαταίσχυντον· πᾶσα γάρ δόσις ἐλλάμψεως παρά Σοῦ καταπέμπεται Φωταγωγέ, ὁ μήτραν οἰκήσας ἀειπάρθενον".
Ἡ Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία ἔχει ἐξαρχῆς παραλάβει καί διαφυλάσσει ἀκαινοτόμητη, ἑρμηνεύει αὐθεντικά καί βιώνει ἀδιαλείπτως μία ἀληθινή περί Θεοτόκου Μαρίας δογματική παράδοση καί διδασκαλία, ὅπως αὐτή ἔχει ἐκφρασθεῖ διά τῶν Ἁγίων Οἰκουμενικῶν Συνόδων καί τῶν πολυπληθῶν συγγραμμάτων τῶν θεοφόρων Πατέρων της. Στίς σελίδες πού ἀκολουθοῦν, θά συνεισφέρουμε καί ἐμεῖς τόν ὀβολό μας ἐπιχειρώντας νά ἀνατρέξουμε στά μνημεῖα τῆς Ἱερᾶς Παραδόσεως, ἔτσι ὥστε νά γίνουμε φορεῖς καί μεταδότες τῆς παρακαταθήκης τῆς πίστεως, πού παραλάβαμε γιά τά ἄρρητα μυστήρια τοῦ Θεοῦ, τά ὁποῖα, μέσα στό προαιώνιο σχέδιο τῆς θείας Οἰκονομίας γιά τή σωτηρία τοῦ ἀνθρώπινου γένους, πραγματοποιήθηκαν ἐν χρόνῳ μέ τή συμβολή τῆς Θεοτόκου. Ἀρχικά θά μᾶς ἀπασχολήσουν οἱ δογματικές διεργασίες καί οἱ ἀπόψεις ἐκείνων τῶν προσώπων, πού ἔπαιξαν πρωταγωνιστικό ρόλο στή διαμόρφωση τοῦ ὅρου "Θεοτόκος" κατά τή διάρκεια τῶν Οἰκουμενικῶν Συνόδων, προκειμένου ἡ Ἐκκλησία νά διατυπώσει ἐπακριβῶς καί σαφῶς τή δογματική της διδασκαλία. Στή συνέχεια, θά ἀναπτύξουμε τή θέση ὅτι ὁ ὅρος "Θεοτόκος" εἶναι στήν πραγματικότητα χριστολογικός καί σωτηριολογικός ὅρος. Μέ ἄλλα λόγια, θά καταδείξουμε ὅτι ἡ ὀρθόδοξη διδασκαλία τῆς Ἐκκλησίας περί τῆς Παρθένου Μαρίας ὡς Θεοτόκου συνδέεται μέ ἀκατάλυτο δεσμό καί ὀργανική, ἀμφίδρομη σχέση μέ τήν ὀρθόδοξη Χριστολογία καί Σωτηριολογία, καί γι' αὐτό ἀποτελεῖ ἕνα μόνο, πλήν ὅμως, ἀναπόσπαστο κεφάλαιο στή διαπραγμάτευση τοῦ δόγματος τῆς Ἐνανθρωπήσεως τοῦ Θεοῦ Λόγου.

Δογματικές διαφορές Εκκλησίας και παπισμού σχετικά με το πρόσωπο της Κυρίας Θεοτόκου





Δογματικές διαφορές Εκκλησίας και παπισμού σχετικά με το πρόσωπο της Κυρίας Θεοτόκου


Εν Πειραιεί 24-7-2013
Πρωτοπρεσβ. π. Άγγελος Αγγελακόπουλος εφημέριος Ι. Ν. Αγίας Παρασκευής Καλλιπόλεως Πειραιώς

Βρισκόμαστε εν όψει της περιόδου του ιερού Δεκαπενταυγούστου και της μεγάλης Θεομητορικής εορτής της Κοιμήσεως της Θεοτόκου, του Πάσχα του καλοκαιριού. Με την ευκαιρία αυτή κρίνεται πνευματικώς ωφέλιμο να επικεντρώσουμε την προσοχή μας στον τρόπο, που θα πρέπει να εορτάσουμε αυτή την μεγάλη εορτή οι Ορθόδοξοι Χριστιανοί. Ποιές είναι οι απαραίτητες προϋποθέσεις του εορτάζειν; Ο άγιος Γρηγόριος ο Θεολόγος μάς προτρέπει να εορτάσουμε όχι πανηγυρικώς, αλλά θεϊκώς και πνευματικώς˙ όχι κοσμικώς και φιληδόνως, αλλ’ υπερκοσμίως και Αγγελικώς. Και κυρίως οφείλουμε να εορτάσουμε με Ορθοδοξία (ορθή πίστη) και με ορθοπραξία (ορθή ζωή). Σε διαφορετική περίπτωση θα ακούσουμε τον Κύριό μας Ιησού Χριστό και την Παναγία Μητέρα Του να μας λένε με αποστροφή και αγανάκτηση: «μεμίσηκα, ἀπῶσμαι ἑορτὰς ὑμῶν καὶ οὐ μὴ ὀσφρανθῶ θυσίας ἐν ταῖς πανηγύρεσιν ὑμῶν·» (Αμώς 5, 21).

Όταν γίνεται λόγος περί του Ορθοδόξως εορτάζειν, εννοείται ότι θα πρέπει να έχουμε σωστή, ορθή, ορθόδοξη και όχι διαστρεβλωμένη πίστη περί του προσώπου της Παναγίας και ότι θα πρέπει να γνωρίζουμε την δογματική ιδίως διδασκαλία της Ορθοδόξου Εκκλησίας περί της Θεοτόκου έναντι των αιρέσεων. Γι’αυτό θά παρουσιάσουμε τίς δογματικές διαφορές της Ορθοδόξου Εκκλησίας και της αιρέσεως του Παπισμού σχετικά μέ τήν Υπεραγία Θεοτόκο.

Μεταξύ των αιρέσεων, που διαστρέφουν την διδασκαλία της Εκκλησίας για το πρόσωπο της Παναγίας μας, η αίρεση του Παπισμού είναι η μεγαλύτερη.

Κατ’αρχήν, οφείλουμε νά τονίσουμε ότι η δογματική διδασκαλία της Ορθοδόξου Εκκλησίας γιά τήν Θεοτόκο συνδέεται στενότατα μέ τήν διδασκαλία της γιά τόν Χριστό, μέ τό χριστολογικό δόγμα. Εξαιτίας του Θεανθρώπου Χριστού η Μαρία έγινε Θεοτόκος. Όλα τά έργα και τίς αρετές της τίς οφείλει η Παναγία στόν Γλυκύτατο Υιό της. Χριστός και Θεοτόκος δέν χωρίζονται˙ Μήτηρ και Υιός δέν διαιρούνται. Γι’αυτό και βλέπουμε σχεδόν πάντοτε στίς εικόνες της Παναγίας ότι αυτή δέν απεικονίζεται ποτέ μόνη της, αλλά πάντοτε κρατώντας στίς αγκάλες της ή φέροντας εντός της κοιλίας της τό παιδίον Ιησούν, ο οποίος είναι ο Σωτήρ του κόσμου. Ως εξ αυτού, στήν Ορθόδοξη Εκκλησία ποτέ δέν αναπτύχθηκε η διδασκαλία περί της Θεοτόκου ξεχωριστά και αυτόνομα από τήν διδασκαλία περί του Χριστού.

Ἅγιος Νεκτάριος Ἀπόσπασμα ἀπὸ τὸ βιβλίο τοῦ Ἁγίου Νεκταρίου «Μελέτη περὶ τῆς Μητρὸς τοῦ Κυρίου τῆς Ὑπεραγίας Θεοτόκου καὶ Ἀειπαρθένου Μαρίας»


ἐκδοθὲν τὸ πρῶτον ἐν Ἀθήναις τὸ 1901


ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Β´

Περὶ τοῦ σεβασμοῦ τῶν πιστῶν πρὸς τὴν Ὑπεραγίαν Δέσποιναν Θεοτόκον καὶ Ἀειπάρθενον Μαρίαν
καὶ περὶ τῶν ἁγίων αὐτῆς εἰκόνων καὶ περὶ τῶν ἱερῶν ναῶν τῶν τιμωμένων ἐπ᾿ ὀνόματι αὐτῆς

Ἡ Θεοτόκος τοσούτου ἀπέλαυε σεβασμοῦ παρὰ τῶν πιστῶν, τοσαύτης τιμῆς καὶ ἀγάπης, ὥστε πρὸς ταύτην μετὰ Θεόν, πλὴν τῆς λατρείας, τὰ δευτερεῖα τῆς τιμῆς, τοῦ σεβασμοῦ καὶ τῆς ἀγάπης ἀπέδιδαν. Ὁ σεβασμὸς τῶν πιστῶν πρὸς τὴν παρθένον Θεοτόκον Μαρίαν ἀνέρχεται εἰς αὐτὸν τὸν Α´ καὶ Β´ αἰῶνα, καὶ ἐπεβάλλετο ὑπ᾿ αὐτῶν τῶν Ἱερῶν Γραφῶν μνημονευουσῶν τοῦ ὀνόματος αὐτῆς ὡς κεχαριτωμένης καὶ εὐλογημένης καὶ ὡς εὑρούσης χάριν παρὰ τῷ Θεῷ μόνης μεταξὺ πασῶν τῶν γυναικῶν.

*****

Αὕτη ἡ Θεοτόκος ἐν πνεύματι προφητικῷ ἤδη ἀναγγελεῖ τὴν περιωπὴν αὐτῆς μεταξὺ πασῶν τῶν γενεῶν, λέγουσα: «Ἰδοὺ γὰρ ἀπὸ τοῦ νῦν μακαριοῦσί με πᾶσαι αἱ γενεαί κτλ.» (Λουκ. α´ 48). Καὶ ἀληθῶς ἀπὸ τοῦ χρόνου ἐκείνου ἤρξατο ὁ μακαρισμὸς τῆς Θεοτόκου. Τὴν Θεοτόκον ἐμακάρισε πρώτη ἡ Ἐλισάβετ, ἥτις, πλησθεῖσα πνεύματος ἁγίου, ἀνεφώνησε φωνῇ μεγάλῃ καὶ εἶπεν «Εὐλογημένη σὺ ἐν γυναιξὶ καὶ εὐλογημένος ὁ καρπὸς τῆς κοιλίας σου, καὶ μακαρία ἡ πιστεύσασα, ὅτι ἔσται τελείωσις τοῖς λελαλημένοις αὐτῇ παρὰ Κυρίου» (Λουκ. α´ 42-45).
Ἐπίσης αἱ σύγχρονοι γυναῖκες αἱ θεωροῦσαι τὴν παρθένον ἀγκαλοφοροῦσαν τὸ θεῖον βρέφος πάντως θὰ ἐμακάριζον αὐτήν.
Ὁ εὐαγγελιστὴς Λουκᾶς ἀναφέρει τὴν ἐπάρασαν φωνὴν ἐκ τοῦ ὄχλου καὶ μακαρίσασαν τὴν γαλακτοτροφήσασαν τὸν Κύριον Μητέρα (ια´ 27).

Η τιμή της Θεοτόκου έχει ουσιαστική σχέση με την υπόθεση της σωτηρίας μας;



 
Η τιμή της Θεοτόκου έχει ουσιαστική σχέση με την υπόθεση της σωτηρίας μας;


Απόσπασμα από το βιβλίο:

Η ΟΡΘΟΔΟΞΙΑ ΜΑΣ
π. ΑΝΤΩΝΙΟΥ ΑΛΕΒΙΖΟΠΟΥΛΟΥ
Η πλάνη των αιρετικών

Τίθεται το ερώτημα: Η τιμή της Θεοτόκου έχει ουσιαστική σχέση με την υπόθεση της σωτηρίας μας;
Ναί, βεβαίως έχει. Όποιος αρνείται την προσωπική συμμετοχή της παρθένου Μαρίας στο έργο της σωτηρίας μας, όποιος δεν αποδίδει την ανάλογη τιμή στη Θεοτόκο, αυτός δεν κινείται στο χώρο της νέας ρίζας του Χριστού και της νέας δημιουργίας, αλλά μένει στην εποχή της πτώσης και της φθοράς και συνδέεται μόνο με τη ρίζα του παλαιού Αδάμ, που είναι η ρίζα της αμαρτίας. Γι' αυτόν τον άνθρωπο ο Χριστός είναι σαν να μην εγεννήθη.
Με άλλα λόγια όποιος δεν αναγνωρίζει την παρθένο Μαρία ως Θεοτόκο, αυτός αρνείται την Θεανθρωπότητα του Χριστού, αυτός δεν μπορεί να ωφεληθεί από την ανάγνωση της αγίας Γραφής και από την εφαρμογή των εντολών του Χριστού. Τούτο γιατί δεν μας σώζει η αγία Γραφή, αλλά ο ίδιος ο Χριστός, τον οποίον αναγγέλλει η αγία Γραφή (πρβλ. Ιω. ε' 39). Στον χαρακτηρισμό της Μαρίας ως Θεοτόκου συνίσταται «όλον το μυστήριον της θείας οικονομίας διότι εάν η γεννήσασα είναι Θεοτόκος, θα είναι Θεός και ο γεννηθείς εξ αυτής, όπως επίσης και άνθρωπος» (Ιω. Δαμασκ.).
Εκείνος όμως που θα αναγνωρίσει την παρθένο Μαρία Θεοτόκο και θα πιστεύσει στην Θεανθρωπότητα του Χριστού, πρέπει να αποδώσει στη Μαρία την ανάλογη τιμή και να την αναγνωρίσει μητέρα Του κατά την επιθυμία του Κυρίου (πρβλ. Ιω. ιθ' 27). Γι' αυτό λέμε πως η τιμή της Θεοτόκου έχει άμεση σχέση με την υπόθεση της σωτηρίας μας.
Συμπερασματικά νομίζουμε πως στο πρόσωπο της παρθένου Μαρίας ολόκληρη η ανθρωπότητα συγκατατέθηκε για τη σωτήρια επέμβαση του Θεού, προκειμένου ο άνθρωπος να επιστρέψει στην κοινωνία με τον Θεό. Έτσι η παρθένος Μαρία έγινε «όργανο» και «συνεργός» του Θεού στη σωτηρία του άνθρωπου. Με τη συγκατάθεση της την επεσκίασε το Άγιο Πνεύμα, την εξάγνισε και την κατέστησε κατάλληλο δοχείο, μέσα στο οποίο δημιουργήθηκε με τη σάρκα της η ανθρώπινη φύση του Υιού και Λόγου του Θεού. Με αυτόν τον τρόπο γεννήθηκε όχι θεοφόρος άνθρωπος, αλλά αληθινά Θεός με σάρκα.

Η παρθένος Μαρία δεν εγέννησε βέβαια τη Θεότητα, αλλά την ανθρώπινη φύση, που όμως ανήκε στο ένα πρόσωπο του Ιησού Χριστού και γι' αυτό το λόγο είναι «μητέρα του Κυρίου», δηλαδή αληθινή Θεοτόκος. Σ' αυτή τη μοναδική αλήθεια στηρίζεται άλλωστε η σωτηρία του ανθρώπου και όποιος απορρίπτει την πίστη ότι η Μαρία είναι αληθινή Θεοτόκος, αρνείται την εν Χριστώ σωτηρία.

Ο Χριστός είναι η «νέα ρίζα», επειδή δεν κατάγεται από τη ρίζα του Αδάμ, εγεννήθη «άνευ σποράς», εκ παρθένου. Όμως αυτό που ο Χριστός χρησιμοποιεί, το θέλει σε αποκλειστική χρήση. Με τη γέννηση του δεν παραβιάζεται η παρθενία της μητέρας Του και εκείνη μένει παρθένος και μετά τη γέννηση, έχοντας τον Ιησού υιό μονογενή. Ο Ιωσήφ ήταν «πατέρας» του Ιησού «σύμφωνα με τον νόμο» και οι λεγόμενοι «αδελφοί» ήσαν «κατά τον νόμον» αδελφοί.
Η Εκκλησία τιμά την Μαρία ως Θεοτόκο και αειπάρθενο και διακηρύττει πως στα σπλάγχνα της Παρθένου ανακαινίσθηκε η φύση του άνθρωπου και γίναμε μέτοχοι της Θείας ζωής. Έτσι η Μαρία είναι η «γέφυρα» που ένωσε τη γη με τον ουρανό και τιμάται ανάλογα από τους πιστούς. Εκείνος που πρώτος ετίμησε την παρθένο Μαρία είναι ο ίδιος ο Θεός. Η Μαρία έγινε η «κεχαριτωμένη» και η «ευλογημένη», η «μητέρα του Κυρίου», την οποία οφείλουν να μακαρίζουν «πάσαι αι γενεαί».

Αλλά οι ορθόδοξοι χριστιανοί δεν τοποθετούν τη Θεοτόκο πάνω από την Εκκλησία αλλά μέσα σ' αυτήν. Και η ίδια κληρονόμησε την άρρωστη φύση και ήταν γνήσιο παιδί του κόσμου, τον οποίο με τη συγκατάθεση της στο σχέδιο του Θεού εκπροσώπησε. Στα σπλάγχνα της εβλάστησε η νέα ρίζα, στην οποία και η ίδια οφείλει τη σωτηρία. Γι' αυτό και θεωρείται «παναγία» σε σχέση με τα άλλα δημιουργήματα του Θεού και κορυφαία της Εκκλησίας.
Η αγία σάρκα του Κυρίου ήταν και σάρκα της Θεοτόκου και όλοι οι χριστιανοί που εντασσόμαστε στο σώμα του Χριστού γινόμαστε αδελφοί του Κυρίου και η παρθένος Μαρία γίνεται Μητέρα ολόκληρης της ανθρωπότητας. Βλέπουμε την παρθένο Μαρία όχι ανεξάρτητα από τον Χριστό, αλλά πάντοτε σε σχέση με το πρόσωπο του Θεανθρώπου, ως «μητέρα του Κυρίου» και η τιμή που της αποδίδουμε, βρίσκεται πάντοτε σε σχέση με την υπόθεση της σωτηρίας μας «εν Χριστώ Ιησού».
Έτσι εκείνος που αρνείται αυτή την τιμή, όχι μόνο δεν ακολουθεί την προφητεία της Γραφής («μακαριούσι με πάσαι αι γενεαί»), αλλά και ζει στην εποχή της πτώσης, πριν από τη γέννηση του Σωτήρα. Γιατί το μυστήριο της σωτηρίας μας εκφράζεται με τον όρο «Θεοτόκος», συμπλέκεται δηλαδή με την τιμή που απορρέει άπ' αυτόν τον όρο και η οποία αποδίδεται στο πρόσωπο της παρθένου Μαρίας.

Η Θεοτόκος στη δογματική διδασκαλία της Εκκλησίας



 
Η ΑΓΙΑ ΘΕΟΤΟΚΟΣ
ΣΤΗ ΔΟΓΜΑΤΙΚΗ ΔΙΔΑΣΚΑΛΙΑ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ
 
    Ο Λόγος έγινε αληθινά άνθρωπος. Πήρε την πραγματική ανθρώπινη φύση, με μίαν όμως καινότητα που δεν είχε η παλαιωθείσα φύση τού Αδάμ. Ο Χριστός είχε μεν τη φύση τού Αδάμ (σώμα και ψυχή), χωρίς όμως το στοιχείο της φθοράς, που επικάθησε σ αυτήν με την παράβαση. Έπρεπε να ήταν η αυτή ανθρώπινη φύση, σε καινούργια όμως διάσταση. Γιατί μια οποιαδήποτε παλαιά φύση δεν μπορούσε να πετύχει το θαύμα της λυτρώσεως. Όπως το καινούργιο κρασί δεν το βάζουν σε ασκιά τριμμένα και παλαιά, διότι υπάρχει κίνδυνος να διαρραγούν αυτά από το βάρος τού νέου οίνου, έτσι και το ρεύμα της νέας ζωής δεν μπορούσε να διοχετευτεί σε αγωγούς σκιουργιασμένους και παλαιούς. Έπρεπε η φύση μέσω της οποίας θα διοχετευόταν στον κόσμον η νέα ζωή, να είναι και αυτή νέα, φύση αληθινή μεν και πραγματική, χωρίς όμως την φθαρμένη παλαιότητά της, το στοιχείο εκείνο που την έκανε να έχει ανάγκη λυτρώσεως, δηλαδή την αμαρτία.

Και η φύση αυτή δόθηκε από το Πνεύμα τού Θεού και την Παρθένο Μαρία. Το πρώτο στοιχείο καινότητος της νέας φύσεως ήταν η δημιουργική ενέργεια τού Πνεύματος τού Θεού. Στη γέννηση τού Λόγου δεν μπορούσε να έχει θέση ο ρόλος τού φυσικού γεννήτορα. Με τον τρόπο αυτό δουλεύει η παλαιά φύση στη διαιώνιση τού ανθρωπίνου γένους. Είναι ο φυσικός τρόπος συλλήψεως τού ανθρώπου στη μήτρα της γυναίκας. Η φυσική συνέργεια τού πατέρα είναι απαραίτητη σε κάθε ανθρώπινη γέννηση. Με τη γέννηση δε αυτή κάθε γεννώμενο μπαίνει στον κύκλο της φυσικής φθοράς, την οποίαν κληρονομεί από τη φύση τού προπάτορα. Αυτός ο κύκλος ο φθαρμένος και παλαιός έπρεπε να σπάσει στην περίπτωση τού Θεανθρώπου, η σύλληψη και η γέννηση τού οποίου έπρεπε να ήταν έξω από τα κοινά μέτρα της φύσεως. Ο Χριστός δεν έπρεπε να έχει φυσικό πατέρα, γιατί αλλιώτικα θα ήταν ένας κοινός άνθρωπος. Φυσική του αρχή έπρεπε να ήταν κάποια πέρα από τη λειτουργικότητα της παλαιάς γεννήσεως. Η αρχή δε αυτή ήταν το Πνεύμα τού Θεού, η ενέργεια τού οποίου ανεπλήρωσε τη θέση τού πατέρα στη σύλληψη τού Υιού τού Θεού. Την ανθρώπινη σπορά αντικατέστησε η δύναμη τού θείου Πνεύματος, η οποία επεσκίασε τη μήτρα της Παρθένου και εμόρφωσε σ αυτήν το έμβρυο της ανακαινισμένης φύσεως. Με τον τρόπο αυτό καταβλήθηκε η νέα φύση η ξεκομμένη από τη ρίζα τού Αδάμ, η φύση χωρίς τη φθορά τού προπάτορα. Τώρα υπάρχει η νέα ρίζα τού κόσμου, φυτρωμένη στα σπλάχνα της Απειρογάμου, από την οποίαν θα βλαστήσουν οι νέοι άνθρωποι, θα προέλθει η καινούργια κτίση στο νέο θαύμα της χριστοποιημένης ζωής. Το συλληφθέν στη μήτρα της Παρθένου είναι -κατά τη δήλωση τού αγγέλου- «άγιον», φύση καθαρή, γεμάτη φώς και διαφάνεια, που καμιά σχέση δεν είχε με την παλαιά φύση, που οδηγούσε στη φθορά και το θάνατο. Από τη φύση τού Χριστού απορρέει η καινότητα της νέας ζωής. Η παλαιά φύση ενοφθαλμίζεται στο Δέντρο τού χριστολογικού θαύματος, απ όπου παίρνει τη χάρη τη λυτρωτική και αυξητική στο απαστράπτον σώμα της θείας βασιλείας. Όλα, λοιπόν, καινά στον ξένο και καινό τόκο της Παρθένου, επί τού οποίου αυγάζει η θεσπέσια μαρμαρυγή τού Πνεύματος τού Θεού!
Το δεύτερο στοιχείο καινότητος της φύσεως ήταν η θέση της Μαρίας, ως μητέρας τού Χριστού. Μία παρθένος επελέγη από τον Θεόν ως λειτουργός στο καινοποιητικό θείο μυστήριο. Ο Λόγος έπρεπε να έχει μητέρα για να είναι πραγματική η ανθρώπινη φύση του. Αφού δε δεν ήταν δυνατόν να έχει πατέρα (ήταν «απάτωρ εκ μητρός»), η Μητέρα του έπρεπε να είναι παρθένος, δηλαδή κόρη απείρανδρος. Τον παρθενικό τόκο της Μαρίας προείδεν ο Ησαΐας στην παλαιά εποχή, φωτιζόμενος από το Πνεύμα τού Θεού· «ιδού η παρθένος έξει εν γαστρί και τέξεται υιόν...». Η προφητική φωνή προεμήνυε την απόρρητη θεία βουλή. Η Μαρία υπήρξε «παρθενομήτωρ», συνταιριασμένη στον καινούργιο ρυθμό της νέας φύσεως. Ο ρόλος της δε αυτός ήταν απαραίτητος για την οικονομία της λυτρώσεως. Ήταν η ταπεινή συνεισφορά τού ξεπεσμένου γένους στο έργο της σωτηρίας του. Η ανθρωπότητα παρείχε την Κόρη της, για να έχει μέσω αυτής τον Σωτήρα της. Η πεσμένη φύση έπρεπε να συμβάλει και αυτή στο έργο της σωτηρίας της. Η συνεισφορά δε αυτή ήταν η θεόπαις Μαρία, η ταπεινή Κόρη της Ναζαρέτ, η γυναίκα η άσπιλη και καλή, που θα εδάνειζε τη σάρκα της για να προέλθει απ αυτήν η ανθρώπινη φύση τού Εμμανουήλ, το απαστράπτον δοχείο τού Δεσπότου, η «Κεχαριτωμένη», της οποίας η καθαρότητα και η πνευματική καλλονή οδήγησαν σε έκσταση το λειτουργικό πνεύμα τού Θεού· ο θρόνος τού Παμβασιλέως, η πλατυτέρα των ουρανών, η βασίλισσα τού ουρανού και της γης. Η παρθενία της Μαρίας δεν λειτούργησε μονάχα στη σύλληψη τού Υιού της, αλλά και στη γέννησή του. Η Μαρία όντως έτεκε, παραμείνασα παρθένος. Ο τόκος της δεν κατέλυσε τα σήμαντρα της παρθενίας της. Όπως παρθένος συνέλαβε, έτσι και παρθένος έτεκε. Αλλά και μετά τον τόκο δεν έχασε την παρθενία της, παραμείνασα εσαεί παρθένος, αειπάρθενος. Όπως δε λέγει ο ιερός Αυγουστίνος· «παρθένος συνέλαβε, παρθένος έτεκε και μετά τόκον παρθένος διέμεινεν». Τέλος, ένα άλλο σημείο συναφές με τα πιο πάνω είναι ο ανώδυνος και αλόχευτος τόκος της Παρθένου. Η Μητέρα τού Θεού δεν ένιωσε πόνους κατά τη γέννα της. Οι πόνοι είχαν επιβληθεί σαν κατάρα από τον Θεό στην Εύα για το μοιραίο ρόλο της στο τραγικό δράμα της Εδέμ. Η επώδυνη γέννηση ακολουθούσε την ενήδονη σύλληψη. Τέτοια όμως σύλληψη δεν έγινε στη Θεοτόκο. Ο τόκος της συνεπώς ήταν έξω από την κατάρα. Ήταν ο τοκετός που θα γινόταν, αν η Εύα έμενε πιστή στην εντολή τού Θεού. Αλλά και τα φυσικά λόχεια δεν είχε ο τόκος της Μαρίας. Ήταν τόκος αλόχευτος. Τίποτε, λοιπόν, δεν γνώρισε η Μαρία από την παλαιά φυσική γέννηση, γιατί σαν μητέρα λειτουργούσε ως απαρχή στην ανακαινισμένη ανθρωπότητα, στους καινούργιους ρυθμούς στους οποίους μπήκε η φύση των ανθρώπων με την καινοφανή γέννηση τού τόκου της.

Το ζήτημα της παρθενίας και αειπαρθενίας της Μαρίας είναι πολύ σημαντικό στην ορθόδοξη παράδοση, γιατί εκφράζει όσο κανένα άλλο την πνευματικότητα και το σωτηριολογικό ήθος της Ορθοδοξίας. Παρόμοιες ιδέες είναι ανήκουστες σε συμπαγείς κύκλους της ετερόδοξης Δύσεως. Τα περί αειπαρθενίας της Θεοτόκου διδάγματα της Ορθόδοξης Ανατολής δεν αγγίζουν την ψυχή ορθολογιστών θεολόγων τού Προτεσταντισμού με το φιλελεύθερο υποκειμενισμό και τη λογοκρατία που τους διακρίνουν. Την παρθενία της Μαρίας την βλέπουν εξ απόψεως εξωτερικής. Δεν έχουν τη δύναμη να εισδύσουν στο βάθος τού θεομητορικού θαύματος, να πιάσουν τα βαθύτερα μηνύματά του και να νιώσουν τους τόσο πλούσιους μυστηριακούς του κραδασμούς. Και δέχονται μεν την παρθενική σύλληψη τού Υιού τού Θεού· όχι όμως και την αειπαρθενία της Πανάγνου. Το δόγμα αυτό το απορρίπτουν -για να μην πούμε το περιφρονούν- αποκομμένοι από το σώμα της αρχαίας εκκλησιαστικής παραδόσεως και ερμηνεύοντας αυθαίρετα όσα χωρία παρέχει σχετικώς η αγ. Γραφή. Έτσι, ερμηνεύοντες κακώς όσα λέγονται περί αδελφών τού Κυρίου και απορρίπτοντες τη μαρτυρία της εκκλησιαστικής παραδόσεως που εξηγεί τη Γραφή συμπληρώνοντας τα κενά της διηγήσεώς της, ισχυρίζονται ότι η Μαρία, μετά τή γέννηση τού Κυρίου, είχε γαμική σχέση με τον Ιωσήφ, από την οποίαν απέκτησε τους αδελφούς τού Ιησού!

Στους Ρωμαιοκαθολικούς αντίθετα έχουμε δογματικές εκκεντρικότητες γύρω από το μαριολογικό δόγμα της πίστεως. Έχοντες την αίσθηση ότι είναι κύριοι της παραδόσεως (ο Πάπας) και ανέκαθεν επιρρεπείς σε καινοτομίες και νεωτερισμούς, έπλασαν δόγματα που καμιά σχέση δεν έχουν με τη διδασκαλία της Γραφής και την αποστολική παράδοση της Εκκλησίας. Έτσι εδογμάτισαν την άσπιλο σύλληψη της Θεοτόκου, ότι δηλαδή η Μαρία, ενόψει τού μεγάλου θεομητορικού ρόλου της, αξιώθηκε από τον Θεό να γεννηθεί χωρίς να φέρει το προπατορικό αμάρτημα. Θεωρία φυσικά εσφαλμένη, διότι η Μαρία, σαν αληθινή απόγονος τού Αδάμ και γεννηθείσα κατά τους νόμους της φυσικής γεννήσεως (είχε γονείς τον Ιωακείμ και την Άννα), δεν μπορούσε να μείνει έξω από τη φυσική συνέχεια τού Αδάμ, φέρουσα και αυτή το αμάρτημα τού προπάτορα, από το οποίο την εκαθάρισε η τελειωτική χάρη τού Πνεύματος τού Θεού, όταν την επεσκίασε την ώρα τού Ευαγγελισμού και κατέβαλε στη μήτρα της την ανθρώπινη φύση τού Σωτήρος. Όμοια εδίδαξαν, ότι η Μαρία δεν γεύτηκε το φυσικό θάνατο, αλλά λίγο πριν έλθει το φυσικό τέλος της, ο Θεός τη μετέθεσε ένσωμη στον ουρανό. Και το δόγμα αυτό είναι εσφαλμένο, γιατί ξεχωρίζει απότομα τη Μητέρα τού Θεού από το φυσικό κύκλο της αλήθειάς της, αφού γνωρίζουμε ότι κανένας άνθρωπος, απόγονος τού Αδάμ, δεν εξαιρείται από το θάνατο, ο οποίος είναι το καθολικό τίμημα της αμαρτίας. Είναι φανερόν ότι με τα διδάγματα αυτά οι Παπικοί έχουν χάσει τη δογματική ισορροπία τους και έχουν περιπέσει σε δογματικές εκκεντρικότητες, απομακρυνθέντες από τή γνήσια περί Θεοτόκου διδασκαλία της αρχαίας παραδόσεως της Εκκλησίας. Θέλοντες δε να τονίσουν υπέρμετρα το Πρόσωπο της Θεοτόκου, στο τέλος το αμαυρώνουν με κακόηχα διδάγματα και θεωρήματα, αντικείμενα στο πνεύμα της ορθής πίστεως.

Το δόγμα περί Θεοτόκου κατέχει ασφυκτική θέση στην ευσέβεια και τη ζωή της Ορθόδοξης Καθολικής Εκκλησίας. Στη συνέχεια θα μας δοθεί ευκαιρία να δούμε και άλλα στοιχεία τού σημαντικού αυτού δόγματος. Οι Ορθόδοξοι τιμούν υπερβαλλόντως την Παναγία τους, τη Μητέρα τού Θεού, της Εκκλησίας και τού γένους των ανθρώπων. Την τιμούν πιο πάνω από τους αγγέλους, τα Χερουβίμ και τα Σεραφείμ. Στη δόξα της βλέπουν τη δόξα τού ανάρχου Τόκου της. Την νιώθουν πολύ κοντά τους σαν μητέρα στοργική, που, πονεμένη από το μαρτύριο τού Υιού της, μπορεί να νιώσει το δικό τους πόνο και να βοηθήσει στη δική τους περίσταση. Την νιώθουν σαν προστάτιδα και βοηθόν· σαν τείχος τού γένους προστατευτικό και απροσμάχητο ενάντια στους πολυποίκιλους εχθρούς του· σαν σύμμαχο στον αγώνα τους κατά των δαιμονικών δυνάμεων και σαν πρέσβειρα στον Θεό και μεσίτριαν υπέρ της σωτηρίας των πνευματικών τέκνων της. Τιμούν πολυειδώς την Παναγία τους και φυλάσσουν το δόγμα της σαν κόρην οφθαλμού, δείχνοντες εξαιρετική ευαισθησία στις όποιες απόπειρες αιρετικής διαστροφής του. Το δόγμα, τέλος, της Θεοτόκου κατέχει περίοπτη θέση στην ορθόδοξη λατρεία και την ασματική ακολουθία της Εκκλησίας μας.