Κυριακή, 22 Μαΐου 2016

ΓΕΡΜΑΝΟΣ Κωνσταντινουπόλεως Μητέρα του Θεού άπλωσε το έλεος της αμετάβλητης προστασίας σου




Μητέρα του Θεού, σε μας που είμαστε χριστιανοί και με πίστη χριστιανική σε τιμούμε, εμπρός, άπλωσε το έλεος της αμετάβλητης προστασίας σου... Ζητώντας σε όταν η θλίψη πλησιάζει, ελευθερωνόμαστε• κι όταν πάλι είναι o καιρός της χαράς, συ είσαι που την προμηθεύεις. Κι απ' τη στιγμή που σ' όλα τα πράγματα βρισκόμαστε κάτω απ' την παρακίνησή σου, αποκτούμε την εμπιστοσύνη ότι ζεις μαζί μας...

Αν κάποτε ο Ναός του Σολομώντα συμβόλιζε τον ουρανό που σκεπάζει τη γη, πόσο περισσότερο δε θα 'ταν δίκαιο να εξυμνήσουμε ως γήινους ουρανούς τις δικές σου εκκλησίες, εσένα που έγινες ο ζωντανός ναός του Χριστού; Τ' αστέρια μιλούνε φωτίζοντας στο στερέωμα του ουρανού τους υλικούς χρωματισμούς των εικόνων σου, ω Θεοτόκε, και δείχνουν απαστράπτοντας τις πλούσιες δωρεές σου προς εμάς. Ο ήλιος κι η σελήνη φωτίζουν το μόνο τροχό της ρόδας• το δικό σου το φως, που έρχεται απ' το Φως που εσύ γέννησες, κάνει να λάμπει κάθε σπίτι, κάθε πόλη, κάθε γη. Κι επομένως ευτυχισμένος είναι ο άνθρωπος αν και αμαρτωλός, γιατί του έτυχε να είναι όμοιός σου κατά τη φυσική ουσία κι ακόμη να 'ναι μέτοχος της θείας φύσης μέσω σου. «Ευτυχής» πραγματικά και καλό του συνέβη ή μάλλον «καλό θα του συμβεί» (Ψαλμ. 128,1)• πράγματι εσύ δεν απομακρύνεσαι από 'κείνους που θεωρούνται άξιοι να 'χουν τη βοήθειά σου μέχρι το τέλος. Ας υποχωρήσει ο θάνατος στη δύναμή σου, ω Θεοτόκε, γιατί εσύ χάρισες τη ζωή στους ανθρώπους! Ας υποχωρήσει στη δύναμή σου ο τάφος, γιατί εσύ έγινες θείο θεμέλιο ανεξήγητου ύψους! Ας υποχωρήσει στη δύναμή σου η σκόνη! Πράγματι, εσύ είσαι η αναγέννηση, γιατί έγινες Κυρία για 'κείνους που είχανε φθαρεί στη λάσπη της ύλης.

Με πίστη, λοιπόν, εμείς ομολογούμε ότι εσύ είσαι η σύντροφος της ζωής μας: πράγματι, αν δεν είχαμε αυτή την παρηγοριά, τότε το πνεύμα μας θά 'σβηνε από επιθυμία για σένα. Με πίστη σκεφτόμαστε ότι, όπως είναι γραμμένο, οι ουρανοί έχουν τοποθετηθεί στη θέση τους• έτσι πιστεύουμε να σε ξαναδούμε, εσένα που στέκεσαι ανάμεσά μας ως σύντροφος του ταξιδιού ακόμη και μετά την αποχώρηση του σώματός σου.

Προσευχή στην Παναγία – Θεοτόκε Παρθένε



Θεοτόκε Παρθένε,εὐλογημένη Μαρία κεχαριτωμένη,Δέσποινα τοῦ οὐρανοῦ καί τῆς γῆς,εὐλο­γημένος ὁ καρπός τῆς κοιλίας σου,ὅτι σωτῆρα ἔτεκες...
Δημοσίευση

2 Ιουλίου 2013, 8:30 μμ
Θεοτόκε Παρθένε,
εὐλογημένη Μαρία κεχαριτωμένη,
Δέσποινα τοῦ οὐρανοῦ καί τῆς γῆς,
εὐλο­γημένος ὁ καρπός τῆς κοιλίας σου,
ὅτι σωτῆρα ἔτεκες,
τόν μονογενῆν Υἱὀν τοῦ Θεοῦ
καί Σωτῆρα τῶν ψυχῶν ἡμῶν.

Τῶν Ἀποστόλων, λαμπρότης,
τῶν προφητῶν σύναξις,
τῶν μαρτύρων ἐκκλησία,
τῶν χριστιανῶν τό καταφύγιον,
σκέπασόν με, Παρθένε Μαρία,
ὑπό τήν προστασίαν τῶν Ἀγγέλων
καί ὑπό τήν σκέπην τῶν πτερύγων σου,
καί βοήθησόν με τόν δοῦλον σου
ἀπό πάντα πειρασμόν,
ὁπού μέλλει νά μοῦ ἔλθῃ
καί μή μέ ἀπορρίψῃς, ὦ Παρθένε Μαρία,
βοήθησόν με, Κυρία τοῦ Κόσμου,
τήν ἡμέραν τῆς κρίσεως,

ὅπως ἔλθη ἡ ταπεινή μου ψυχή
μέσα εἰς τόν Παράδεισον
ἔμπροσθεν εἰς τόν ἀδέκαστον θρόνον τοῦ Υἱοῦ σου,
ὅταν ἔλθῃ νά κρίνῃ τόν κόσμον
ἐν τῇ δευτέρᾳ ἡμέρᾳ τῆς φρικτῆς Αὐτοῦ Παρουσίας
καί νά ἀκούσω
τό «Δεῦτε οἱ εὐλογημένοι τοῦ Πατρός μου
κληρονομήσατε τήν ἡτοιμασμένην μου βασιλείαν».

πηγή: http://www.pentapostagma.gr/2013/07/prosefxh-sthn-panagia-theotoke-parthene.html#ixzz49NNe2Cw4

Την σκαλιστή στους βράχους Ι. Μ. της Παναγιάς της Κερασούντας, του Πόντου ανοίγουν οι Τούρκοι στους πιστούς




O ναός της Υπεραγίας Θεοτόκου στην  Κερασούντα του Πόντου , ο οποίος  είναι σκαλισμένος σε βράχο και  ο οποίος  πιστεύεται ότι χρονολογείται...
614   
Δημοσίευση

20 Μαΐου 2016, 1:00 μμ

O ναός της Υπεραγίας Θεοτόκου στην  Κερασούντα του Πόντου , ο οποίος  είναι σκαλισμένος σε βράχο και  ο οποίος  πιστεύεται ότι χρονολογείται  από τον τέταρτο αιώνα, άνοιξε  πρόσφατα τις πύλες του  στους πιστούς και στον θρησκευτικό τουρισμό.

Η εκκλησία της Παναγίας,  βρίσκεται κοντά στο κέντρο της πόλης Giresun, έχει υποστεί ολική αποκατάσταση και έτσι οι Πιστοί και οι τουρίστες μπορούν να επισκεφθούν την εκκλησία δύο ημέρες την εβδομάδα, αναφέρει ο τουρκικός τύπος.panagia-kerasounta

Η αναπαλαίωση του ναού πραγματοποιήθηκε από ειδικούς με στόχο  να παρουσιαστεί όσο γίνεται πιο αυθεντική στους πιστούς που θα την επισκεφθούν, τονίζει το τουρκικό  Υπουργείο Πολιτισμού και Τουρισμού.




Ο  Hulusi Güleç, αναπληρωτής επικεφαλής του Τμήματος Πολιτισμού και Τουρισμού, είπε ότι υπάρχουν λίγες  σκαλιστές εκκλησίες στην Τουρκία.

Οι εργασίες αποκατάστασης του ναού ολοκληρώθηκαν το 2013, αλλά εργασίες του περιβάλλοντα χώρου  γύρω από την εκκλησία βρίσκονται σε εξέλιξη.

Ο Güleç πρόσθεσε ότι στην δεκαετία του 1960, οι πιστοί Χριστιανοί έρχονταν στην εκκλησία απο την θάλασσα . «Οι ναυτικοί που ερχόντουσαν έπαιρναν   φρέσκο νερό μαζί τους από τη βρύση στο κάτω μέρος της εκκλησίας. «Λέγεται ότι οι ναυτικοί επισκεπτόταν τακτικά την εκκλησία για να προσευχηθούν»,  είπε ο ίδιος.

Η εκκλησία της Παναγίας στην Κερασούντα του Πόντου αποτελεί  μια σημαντική ελληνοχριστιανική πολιτιστική κληρονομιά, και ένα σπάνιο θέαμα στην περιοχή λόγω των εξαιρετικών χαρακτηριστικών της . Όταν το έργο ολοκληρωθεί, η εκκλησία θα είναι ανοικτή για δύο Σαββατοκύριακα και τις καθημερινές.

Είχαν απόλυτο δίκιο οι Άγιοι Πατέρες της Εκκλησίας οι οποίοι είχαν προφητελύσει  ότι οι Τούρκοι από «μόνοι τους» θα ανοίξουν τις πανάρχαιες εκκλησίες μας στην Μικρά Ασία , ενώ την ίδια στιγμή στην Ελλάδα «κάποιοι άλλοι» θα θέλουν να τις κλείσουν.

πηγή: http://www.pentapostagma.gr

Τετάρτη, 11 Μαΐου 2016

Ανέστη ο Χριστός και χάρισε χαρά σε όλη τη κτίση(Αγ.Επιφάνιος)


Ό ήλιος της δικαιοσύνης τριήμερος ανέτειλε σήμερα και έφώτισε ολόκληρη την κτίση... 
Οι πύλες του "Αδη ανοίχθηκαν άπ' το Χριστό και οι νεκροί σηκώθηκαν σαν από ύπνο
Ανέστη ό Χρι­στός, ή ανάσταση των πεσμένων και άνέστησε μαζί του τον Α­δάμ" ανέστη 
ο Χριστος,ή πάντων ανάσταση καί ελευθέρωσε την Εύα άπ' την κατάρα ανέστη ό Χριστός
ή ανάσταση καί αφού αποκατέστησε την τάξη στον ταραγμένο κόσμο τον λαμπροστόλισε
... ανέστη καί χάρισε χαρά σ' ολόκληρη την κτίστη · ανέ­στη καί ή φυλακή του"Αδη
κενώθηκε" ανέστη καί τη φθορά της φύσεως μετέτρεψε σε αφθαρσία...

Αυτή την ήμερα πού έκανε για εμάς ό Κύριος ας σκιρτήσου­με από χαρά πνευματική κι

αςχαρούμε με ευφροσύνη θεάρεστη. Αυτή είναι ή εορτή πού είναι πάνω άπ' όλες τίς εορτές
.
.. Το Πά­σχα το δικό μας, το Πάσχα το αληθινό είναι το ότι θυσιάστηκε ό Χριστός για χάρη

μας"κι όσοι είναι μαζί με το Χριστό είναι μια καινούργια δημιουργία" κι όσοι είναι ενωμένοι

με το Χριστό έχουν καινούργια πίστη, καινούργιους νόμους, είναι ό νέος λαός του Θεού, ό νέος

Ισραήλ κι όχι ό παλαιός· έχουν καινούργιο Πάσχα, καινούργια καί πνευματική περιτομή
,
καινούργια καί αναίμακτη θυσία, καινούργια καί θεία διαθήκη. Ανανεωθείτε σήμερα καί

φρόνημα νέο, σταθερό βάλετε μέσα στίς καρδιές σας, για να δε­χθείτε τα μυστήρια της νέας

εορτής, της αληθινής καί να γευ­θείτε σήμερα αληθινή, ουράνια απόλαυση
.
ΑΓΙΟΥ ΕΠΙΦΑΝΙΟΥ ΕΠΙΣΚΟΠΟΥ ΚΥΠΡΟΥ Λόγος είς την άγίαν του Χριστού Άνάστασιν

Ἐγκώμιον εἰς τὴν Παναγίαν Θεοτόκον :Τοῦ ἐν ἁγίοις Πατρὸς ἡμῶν Ἐπιφανίου Κύπρου ἐπισκόπου πόλεως Κωνσταντίας, τῆς Κυπριωνήσου

Ἐγκώμιον εἰς τὴν Παναγίαν Θεοτόκον

 Τοῦ ἐν ἁγίοις Πατρὸς ἡμῶν Ἐπιφανίου Κύπρου
ἐπισκόπου πόλεως Κωνσταντίας, τῆς Κυπριωνήσου
Ἐγκώμιον εἰς τὴν Παναγίαν Θεοτόκον
Τὰς ἐκλαμπούσας μαρμαρυγὰς τῆς Θεοτόκου ἀκτῖνας φοβερὰς καὶ ἀκαταλήπτους δυνάμεις, οὐρανοῦ καὶ γῆς οἰκουμένης μυστήριον, θαῦμα, ἱλαστήριον φράσας ὁ τάλας ἐγώ, εἰς ἀκριβεστέραν ἔννοιαν ὁ τῆς καρδίας μου ἔνδον σκιρτήσας λογισμὸς βαθείας μνήμης, καὶ ὑψηλοτάτης θεωρίας πειρώμενος φέρειν τὸ θαῦμα, τρόμος καὶ φόβος πολὺς καὶ δεινὸς συνέσχε με, ὦ ἀγαπητοί. Ἡ γὰρ μνήμη τῆς φρικτῆς θεωρίας, ἔντρομον τὴν ψυχήν μου, καὶ φρικώδη τὴν καρδίαν ἐνέγκασα οὐ μετρίως ἐτιμώρησεν, ἀλλὰ δυνατῶς ἐβασάνισεν. Ἐπιπλήττει γάρ μου τὸν νοῦν, τῆς μεγίστης θεωρίας ἡ μνήμη, ὡς ἀκαταλήπτου μυστηρίου, τὸ λέγειν οὐκ ἰσχύουσα. Τίς γὰρ ἱκανὸς τοιοῦτο φρᾶσαι μυστήριον; ποῖον δὲ φθέγξασθαι στόμα, ἢ ποία γλῶσσα λαλήσει, Λέληθεν, εἰπεῖν οὐκ ἰσχύει. Νῦν δὲ τολμήσω περὶ τῆς μόνης Θεοτόκου καθ᾿ ὃ καταλαμβάνω· καὶ πάλιν φοβοῦμαι. Οὐκ ἔχω γλῶτταν ἀξίως εἰπεῖν τὰ λίαν μεγάλα. Ἰσχνόωνος γὰρ καὶ βραδύγλωσσος, καὶ οὐκ εὔλαλος ὑπάρχω, ἵν᾿ οὕτως εἴπω, περὶ τῆς μεγαλωνύμου καὶ ὁσίας καὶ ἀπειρογάμου καὶ θεοτόκου Μαρίας,
μητρὸς τοῦ Κυρίου· περὶ ἧς οὐκ εὐμαρῶς ἀνθρώπων γλῶττα λαλήσει. Ἰσχνοφωνεῖ γὰρ πρὸς ταύτην, καὶ ὑποστέλλεται ἡ γλῶσσα, οὐκ ἀξίως ἔχουσα τὸ λέγειν. Αὕτη γὰρ καὶ τὰς τῶν οὐρανῶν δυνάμεις ἐξένισεν· ἐξέστησαν πάντες ἄγγελοι, ἀρχάγγελοι, ἀρχαὶ, ἐξουσίαι, θρόνοι, κυριότητες, τὰ χερουβεὶμ καὶ τὰ σεραφεὶμ καὶ πᾶσα στρατιὰ ἀγγέλων φόβῳ καὶ τρόμῳ δεινῷ συσχεθέντες. Ἐθεώρησαν γὰρ ἐπὶ γῆς ἐν αὐτῇ τὸν ἐν οὐρανοῖς, καὶ ἔφριττον. Ἔβλεπον τὴν Παρθένον, οὐρανὸν καὶ θρόνον, καὶ συνείχοντο φόβῳ, θεωροῦσαι τὸν ἄναρχον ἀπὸ θρόνου χερουβικοῦ εἰς μήτραν παρθενικὴν καθίσαντα.
Ὦ μακαρία ῥίζα· πόθεν ταύτην ἐβλάστησε; Περὶ ταύτης ὁ προφήτης Ἡσαΐας ὡς χελιδὼν κελαδεῖ, τῇ πυρίνῳ γλώττῃ βοῶν· Ἀναστήσεται ῥάβδος ἐκ τῆς ῥίζης Ἰεσσαὶ, καὶ ἄνθος ἐκ τῆς ῥίζης ἀναβήσεται, καὶ ἀναπαύσεται ἐπ᾿ αὐτὴν Πνεῦμα φόβου Θεοῦ. Ἐκ τῆς ῥίζης δὲ Ἰεσσαὶ Δαβὶδ ὁ βασιλεὺς, καὶ ἐκ τῆς φυλῆς Δαβὶδ τοῦ βασιλέως ἡ ἁγία Παρθένος, ἡ ὁσία τῶν ὁσίων ἀνδρῶν θυγάτηρ, ἧς οἱ γονεῖς Ἰωακεὶμ καὶ Ἄννα, οἵτινες ἐν τῇ ζωῇ αὐτῶν τῷ Θεῷ εὐηρέστησαν, οἳ καὶ καρπὸν τοιοῦτον ἐβλάστησαν, τὴν ἁγίαν Παρθένον Μαρίαν, ναὸν Θεοῦ ὁμοῦ καὶ μητέρα· Ἰωακεὶμ δὲ καὶ Ἄννα καὶ Μαρία, οἱ τρεῖς τῇ Τριάδι σαφῶς ἐλειτούργησαν. Ἰωακεὶμ γὰρ ἑρμηνεύεται ἡ ἑτοιμασία Κυρίου· ἐξ αὐτοῦ γὰρ ἡτοιμάσθη ναὸς Κυρίου ἡ Παρθένος. Ἄννα δὲ πάλιν ὁμοίως ἡ χάρις ἑρμηνεύεται· χάριν γὰρ ἔλαβεν Ἰωακεὶμ καὶ Ἄννα, ἵνα τοιοῦτον βλαστήσωσι καρπὸν διὰ προσευχῆς, τὴν ἁγίαν Παρθένον κτησάμενοι. Ἰωακεὶμ γὰρ ἐν τῷ ὄρει προσηύχετο, καὶ Ἄννα ἐν τῷ παραδείσῳ αὐτῆς. Κυοφορήσασα δὲ Ἄννα, οὐρανὸν καὶ θρόνον χερουβικὸν ἔτεκε, τὴν ἁγίαν κόρην Μαρίαν. Αὕτη γὰρ οὐρανὸς καὶ ναὸς καὶ θρόνος εὑρίσκεται.Ἡ γὰρ Μαρία ἑρμηνεύεται κυρία, ἀλλὰ καὶ ἐλπίς. Κύριον γὰρ ἔτεκε, τὴν ἐλπίδα τοῦ παντὸς κόσμου Χριστόν.Ἑρμηνεύεται πάλιν τὸ Μαρία, σμύρνα θαλάσσης· σμύρναν δὲ ἐρεῖ, ὃ καὶ φημὶ, περὶ ἀθανασίας, ὅτι ἤμελλε τὸν ἀθάνατον μαργαρίτην τίκτειν ἐν τῇ θαλάσσῃ, τουτέστιν ἐν τῷ κόσμῳ. Θάλασσαν δὲ ἐρεῖ τὸν ἅπαντα κόσμον, ᾧ ἡ Παρθένος γαλήνην ἐδωρήσατο, τὸν λιμένα τεκοῦσα Χριστόν. Τοιγαροῦν πάλιν τῆς σεμνῆς κόρης Μαρίας ἑρμηνεύεται τὸ μακάριον ὄνομα, φωτιζομένη, ἥτις ἐφωτίσθη παρὰ τοῦ Υἱοῦ τοῦ Θεοῦ, καὶ ἐφώτισε τοὺς πιστεύσαντας εἰς τὰ πέρατα τῆς γῆς τῇ Τριάδι. Τριάδος γὰρ νύμφη ὑπάρχει ἡ ἁγία Θεοτόκος κόρη Μαρία, τὸ πανάῤῥητον τῆς οἰκονομίας κειμήλιον· πρὸς ἣν ὁ Γαβριήλ· Χαῖρε, κεχαριτωμένη, ὁ Κύριος μετὰ σοῦ. Ὑπέμνησεν ὁ Γαβριὴλ, καὶ ὁ Πατὴρ οὐρανόθεν ἀῤῥαβῶνα τὸ Πνεῦμα τὸ ἅγιον ἀπέστειλεν, ὡρμήσατο τὴν Παρθένον εἰς τὸν μονογενῆ Υἱόν, οὐράνιον νύμφην, ἣν ὁ Πατὴρ ἠγάπησεν, ὁ Υἱὸς ἐνῴκησε, τὸ ἅγιον Πνεῦμα ἐπεπόθησεν. Αὕτη γὰρ νύμφη καὶ παστὰς, καὶ ἐκ ταύτης ὁ νυμφίος ἐκπορευόμενος Χριστὸς, τὸ παρθενικὸν ἔνδυμα, κατὰ τὴν τοῦ προφήτου Δαβὶδ μελῳδίαν· Ἐν τῷ ἡλίῳ ἔθετο τὸ σκήνωμα αὐτοῦ, καὶ αὐτὸς ὡς νυμφίος ἐκπορευόμενος ἐκ παστοῦ αὐτοῦ. Ὦ νυμφίου πόθος ἁγνείας τὴν ἰδίαν δούλην, νύμφην, καὶ μητέρα ὁρμᾶται ὁ Γαβριήλ· πρόξενος τῆς Παρθένου ἐγένετο, οὐρανοῦ καὶ γῆς συνάπτων τὸ θυμίαμα· ἣν προφῆται σαφῶς ὑπέγραψαν, τοῦ γάμου τὴν τάξιν κηρύξαντες, πῶς ἡ Παρθένος οὐράνιος εὑρίσκεται νύμφη ὁμοῦ τε καὶ μήτηρ, ἡ τὰ πρὸ γάμου δῶρα λαβοῦσα τὸ ἅγιον Πνεῦμα, προῖκα δὲ τὸν οὐρανὸν ὁμοῦ τε καὶ παράδεισον.
Ἐζήτει οὖν ἰδεῖν ἡ Παρθένος ὃν ἐπόθει, καὶ ἔλεγε· Ποῦ ὁ νυμφίος οὗ τὸ κάλλος ποθῶ; ποῦ τὸ κάλλος τοῦ ἡλίου λαμπρότερον; ποῦ τῆς πάσης εὐμορφίας ἡ ἀνεκλάλητος δόξα; ποῦ τὸ ἄσβεστον φῶς ὃ ποθοῦσα ζητῶ; ποῦ ὁ ἥλιος ὃς ἀκτῖνα ζητεῖ; ποῦ τῶν χερουβεὶμ ἡ κιθάρα; ποῦ τῶν σεραφεὶμ τὸ ἀκοίμητον ὄμμα Χριστός; ποῦ τῶν ἀγγέλων ἡ προσκύνησις, ἣν ὁ Γαβριὴλ ἐμήνυσε; ποῦ ὁ μόνος τοῦ μόνου μονογενὴς Υἱὸς τοῦ Πατρὸς, ὃν ἡ Παρθένος ποθοῦσα, καὶ φιλοῦσα ὁμοῦ τε καὶ ζητοῦσα ἀσπάζεται; πρὸς ἣν ὁ Γαβριήλ· Χαῖρε, κεχαριτωμένη, ἡ χάρις ἡ ἀπέραντος τῆς ἁγίας Παρθένου. Χαῖρε, κεχαριτωμένη, πολλῶν ἀρετῶν κατακεκοσμημένη, λαμπαδηφοροῦσα Παρθένε τὸ ἄσβεστον τοῦ ἡλίου λαμπρότερον φῶς. Χαῖρε, κεχαριτωμένη, τοῦ νοητοῦ ἀγκίστρου τὸ δέλεαρ· ἐν σοὶ γὰρ ἄγκιστρον ἡ θεότης. Χαῖρε, κεχαριτωμένη, ἡ νοερὰ τῆς δόξης κιβωτός· Χαῖρε, κεχαριτωμένη, ἡ στάμνος ἡ χρυσῆ, τὸ οὐράνιον ἔχουσα μάννα. Χαῖρε, κεχαριτωμένη, ἡ τὴν γλυκεῖαν τῆς ἀεννάου πηγῆς τοὺς διψῶντας ἐμπλήσασα. Χαῖρε, κεχαριτωμένη, νοερὰ θάλασσα, τὸν οὐράνιον ἔχουσα μαργαρίτην Χριστόν· Χαῖρε, κεχαριτωμένη, ὁ λαμπρὸς οὐρανὸς, ἡ τὸν ἀχώρητον ἐν οὐρανοῖς ἔχουσα Θεόν. Χαῖρε, κεχαριτωμένη, ἡ τὸν χερουβικὸν θρόνον τῆς θεότητος ἐξαστράπτουσα. Χαῖρε, κεχαριτωμένη, κύκλον ἔχουσα οὐρανοῦ, καὶ Θεὸν ἀχώρητον, ἐν σοὶ δὲ χωρητόν, καὶ ἀστενοχώρητον. Χαῖρε, κεχαριτωμένη, στυλοειδὴς νεφέλη, ἡ τὸν Θεὸν ἔχουσα, τὸν ἐν τῇ ἐρήμῳ τὸν λαὸν καθοδηγήσαντα.
Τὶ εἴπω; καὶ τὶ λαλήσω; πῶς μακαρίσω τὴν ὁλόῤῥιζον δόξαν; ὅτι χωρὶς Θεοῦ μόνου πάντων ἀνωτέρα ὑπάρχει. Καλλιωτέρα γὰρ τῶν χερουβεὶμ καὶ σεραφεὶμ, καὶ πάσης στρατιᾶς πέφυκεν ἀγγελικῆς· πρὸς ἣν οὐρανοῦ καὶ γῆς οὐκ ἐπαρκέσει γλῶττα, τάχα δὲ οὔτε ἀγγέλων. Καὶ γὰρ αὐτοὶ ὕμνον καὶ αἶνον καὶ τιμὴν καὶ δόξαν προσήνεγκαν· ἀλλ᾿ οὔτε οὕτω κατ᾿ ἀξίαν εἰπεῖν ἴσχυσαν. Ἔχαιρον δὲ ἄγγελοι, ὡς αὐτοὶ μόνον τὸν Θεὸν ἔχοντες, πρὸς οὓς ἡ παναγία Παρθένος ἀνωτέρα πέφυκε, τὸν Θεὸν τὸν ἐν οὐρανῷ ἐπὶ γῆς κυήσασα, ἵν᾿ οὕτως ἑλκύσῃ στρατιὰς ἀγγέλων ἐπὶ γῆς μετὰ ἀνθρώπων. Αὕτη γὰρ οὐρανοῦ καὶ γῆς μεσίτης πέφυκεν ἑνότητα ποιήσασα.
Ὦ μακαρία Παρθένε, ἁγνὴ περιστερὰ, ἡ οὐράνιος νύμφη Μαρία, οὐρανὸς καὶ ναὸς καὶ θρόνος τῆς θεότητος· ἡ τὸν ἐξαστράπτοντα ἐν οὐρανῷ καὶ ἐπὶ γῆς ἥλιον ἔχουσα Χριστόν· ἡ φωτεινὴ νεφέλη, πάμφωτον ἀστραπὴν ἐξ οὐρανοῦ τῷ κόσμῳ καταλάμψασα Χριστόν· ἡ οὐράνιος νεφέλη, ἡ τὴν βροντὴν τοῦ ἁγίου Πνεύματος ἐν ἑαυτῇ κρυπτομένην τῷ κόσμῳ καταβιβάσασα, ἡ τὸν ὄμβρον τοῦ ἁγίου Πνεύματος τῇ πάσῃ γῇ πρὸς καρποφορίαν πίστεως καταράξασα. Χαῖρε, κεχαριτωμένη, ἡ πύλη τῶν οὐρανῶν, περὶ ἧς ὁ προφήτης κέκραγε λέγων· Ἰδοὺ ἡ πύλη κεκλεισμένη, καὶ οὐδεὶς εἰσελεύσεται δι᾿ αὐτῆς, οὐδὲ ἐξελεύσεται, εἰ μὴ Κύριος ὁ Θεὸς μόνος· καὶ ἔσται ἡ πύλη κεκλεισμένη τῷ ἡγουμένῳ, διότι ἡγούμενος αὐτὸς κληθήσεται, καὶ εἰς αὐτὸν ἐλπιοῦσι πάντα τὰ ἔθνη. Περὶ ταύτης τῆς πύλης καὶ ἐν τοῖς Ἄσμασι τῇ λέξει ὁ προφήτης τρανῶς καὶ σαφῶς καταλέγεται κεκραγώς· Κῆπος κεκλεισμένος, ἀδελφή μου, νύμφη· κῆπος κεκλεισμένος, πηγὴ ἐσφραγισμένη. Ἔμεινεν ἐν τῇ παρθενίᾳ ἡ ἁγία καὶ σεμνὴ κόρη Μαρία, ἡ φωτεινὴ νεφέλη, ἡ ἔνδον ἔχουσα τὸν Θεὸν Λόγον· πρὸς ἣν ὁ μεγαλόφωνος Ἡσαΐας· Ἰδοὺ νεφέλη κούφη, καὶ ἥξει εἰς Αἴγυπτον· τὸ ἀλατόμητον ὄρος, ἡ τὴν ἀκρότομον ἔχουσα πέτραν Χριστόν, περὶ ἧς ὁ σοφώτατος Δανιὴλ λέγει· Ἀπετμήθη λίθος ἐξ ὄρους ἄνευ χειρῶν· τουτέστιν, ἄνευ ἀνδρὸς τὴν στερεὰν πέτραν Χριστὸν ἔτεκεν ἡ Παρθένος, ὁ ἀσύνθετος ναὸς, ἡ τὸν οὐράνιον ἔχουσα λίθον Χριστόν, ἡ βροντοειδὴς νεφέλη, ἡ τὴν ἀστραπὴν ἔνδον κοιλιοφόρως βαστάσασα· καὶ μαρτυρεῖ μοι τῷ λόγῳ ἡ θεία Γραφὴ λέγουσα· Κοιλία σου θημωνία σίτου πεφραγμένη ἐν κρίνοις· ἡ ἀγεώργητος χώρα, ἡ τὸν Λόγον ὡς κόκκον σίτου δεξαμένη, καὶ τὸ δράγμα βλαστήσασα, ἡ νοερὰ κλίβανος, ἡ τὸ πῦρ καὶ τὸν ἄρτον τῆς ζωῆς ἔχουσα· ἡ ὁσία μήτηρ τοῦ Σωτῆρος, ἡ τὸν Λόγον τοῦ Πατρὸς ἐκ σοῦ σαρκωθέντα τεκοῦσα, πρὸς ἣν Ἡσαΐας· Ἰδοὺ ἡ παρθένος ἐν γαστρὶ ἕξει, καὶ τέξεται υἱόν, καὶ καλέσουσι τὸ ὄνομα αὐτοῦ, Ἐμμανουήλ.
Ὦ Παρθένος ἁγία, ἁγία μήτηρ Κυρίου· μακαρία νύμφη Τριάδος ἀχωρίστου· μακαρία σὺ ἐν γυναιξὶν, ἡ τεκοῦσα ἐπὶ γῆς ὡς βρέφος τὸν πάντων κτίστην Θεόν· μακαρία σὺ ἐν γυναιξὶν, ἡ μόνη ἐπὶ γῆς κυήσασα τὸν οὐράνιον Θεόν· μακαρία σὺ ἐν γυναιξὶν, ἧς μασθοὺς ἐθήλασεν ὁ τρέφων τὰ σύμπαντα· μακαρία σὺ ἐν γυναιξὶν, ἡ νῦν γεννήσασα τὸν ποτὲ πλάσαντα πηλῷ τὸν Ἀδὰμ ἐν τῷ παραδείσῳ, Θεοτόκε ἁγία παρθένε Μαρία. Θεοτόκος γὰρ ὑπάρχεις, ἡ τὸν Λόγον ἐκ σοῦ σαρκωθέντα τεκοῦσα· Θεοτόκος ὑπάρχεις ἡ τὸν Θεὸν Λόγον ἐν μορφῇ δούλου κυήσασα· Θεοτόκος ὑπάρχεις, ὅτι Θεὸν Λόγον δεξαμένη σαρκωθέντα ἔτεκες· Θεοτόκος ὑπάρχεις ἡ μόνη τοῦ μόνου μονογενῆ Υἱὸν τοῦ Θεοῦ γεννήσασα· οὐ πρόσκαιρον Θεὸν γεννήσασα, ἀλλ᾿ αἰώνιον τὸν πρὸ σοῦ καὶ πάντων Θεόν, ἐκ σοῦ σαρκωθέντα· τὸ ἄσπιλον πρόβατον, ἡ τὸν ἀμνὸν τεκοῦσα Χριστόν· ἡ δάμαλις ἡ ἀπειρόζυγος, ἡ τὸν μόσχονγεννήσασα· ἡ νοερὰ τῆς πίστεως τράπεζα, ἡ τὸν ἄρτον τῆς ζωῆς τῷ κόσμῳ χορηγήσασα.
Τὶ εἴπω; καὶ τὶ λαλήσω τὴν ὁλόῤῥιζον δόξαν; Περὶ ταύτης τῆς ὁσίας κόρης τῆς ἀείπαιδος καὶ παρθένου, διὰ τοῦ προφήτου λέγοντος ὁ Θεός φησιν· Ἐκ σοῦ μοι ἐξελεύσεται ἡγούμενος, τοῦ εἶναι εἰς ἄρχοντα ἐν τῷ Ἰσραήλ· καὶ ἔξοδοι αὐτοῦ ἀπ᾿ ἀρχῆς ἐξ ἡμερῶν αἰῶνος. Διὰ τοῦτο δώσει αὐτοὺς ἕως καιροῦ τικτούσης, τέξεται, καὶ οἱ ἐπίλοιποι τῶν ἀδελφῶν αὐτοῦ ἐπιστρέψουσιν ἐπὶ τοὺς υἱοὺς Ἰσραήλ· καὶ στήσεται, καὶ ὄψεται, καὶ ποίμνιον αὐτοῦ ἐν ἰσχύϊ Κύριος.
Ὦ Παρθένε ἁγία, φωτὸς αἰωνίου ὑπάρχουσα μήτηρ· φωτὸς τοῦ φωτίσαντος ἐν οὐρανοῖς τὰς τῶν ἀγγέλων στρατιάς· φωτὸς τοῦ φωτίσαντος τῶν σεραφεὶμ τὸ ἀνεκλάλητον ὄμμα· φωτὸς τοῦ φωτίσαντος λαμπραῖς λαμπάσι τὸν ἥλιον· φωτὸς τοῦ φωτίσαντος τὰ πέρατα τῆς οἰκουμένης τῇ Τριάδι· φωτὸς τοῦ εἰπόντος· Ἐγώ εἰμι τὸ φῶς τοῦ κόσμου· φωτὸς τοῦ εἰρηκότος· Ἐγὼ φῶς εἰς τὸν κόσμον ἐλήλυθα· φωτὸς τοῦ ἀναληφθέντος καὶ φωτίσαντος ἐν οὐρανοῖς καὶ ἐπὶ γῆς τὰ σύμπαντα.
Ὦ παναγία Παρθένε, ἡ στρατιὰς ἀγγέλων ξενίσασα· Ξένον γὰρ θαῦμα ἐν οὐρανοῖς, γυνὴ τὸ φῶς ἐν ἀγκάλαις βαστάσασα· ξένον θαῦμα ἐν οὐρανοῖς, χερουβικὸς θρόνος ἕτερος· ξένον θαῦμα ἐν οὐρανοῖς, γυναικὸς υἱὸς, αὐτῆς καὶ τῶν αἰώνων πατὴρ ὑπάρχων· ξένον θαῦμα ἐν οὐρανοῖς, Παρθένου θάλαμος, Υἱὸν Θεοῦ, Θεὸν νυμφίον ἔχουσα Χριστόν· ξένον θαῦμα ἐν οὐρανοῖς, τὸ βρέφος τῆς Παρθένου, Δεσπότης τῶν ἀγγέλων πέφυκεν.
Ὦ παναγία Παρθένε, μήτηρ τοῦ Σωτῆρος, ἡ τὸν ἄναρχον γεννήσασα Λόγον, τὸν τοῦ Πατρὸς σύνθρονον Υἱόν, τὸν ὁμοούσιον τοῦ Πατρὸς καὶ τοῦ ἁγίου Πνεύματος, τὸν προαιώνιον σὺν Πατρὶ καὶ τῷ ἁγίῳ Πνεύματι, τὸν τοὺς οὐρανοὺς καμαρώσαντα, τὸν τὴν γῆν ἑδράσαντα.
Χαῖρε, παναγία Παρθένε, ἡ τὸ πῦρ τῆς θεότητος ἀφλέκτως, ὡς νοερὰ βάτος, κατέχουσα, ἡ νοερὰ κλίβανος, ἡ τὸ πῦρ καὶ τὸν ἄρτον τῆς ζωῆς θερμὸν τῷ κόσμῳ πρὸς βρῶσιν ἐνέγκασα· περὶ οὗ λέγει ὁ Σωτὴρ τοῦ κόσμου Χριστός· Λάβετε, φάγετε· τοῦτό μου ἐστὶ τὸ σῶμα, τὸ ὑπὲρ ὑμῶν κλώμενον εἰς ἄφεσιν ἁμαρτιῶν.
Πλουσία τῆς παρθενικῆς ἡ πανάρετος τράπεζα, ὦ ἀγαπητοὶ, παντοίων καλῶν βρωμάτων πρὸς ἀπόλαυσιν τῇ οἰκουμένῃ ἐδωρήσατο ἡ ὁσία Παρθένος καὶ μήτηρ τοῦ Χριστοῦ, ἡ τὸν φωτεινὸν λύχνον τὸν ἐκλάμποντα ἐν οὐρανῷ καὶ ἐπὶ γῆς βαστάσασα Χριστόν· πρὸς ἣν ὁ προφήτης Ζαχαρίας· Ἰδοὺ λυχνία χρυσῆ καὶ τὸ λαμπάδιον ἐπάνω αὐτῆς. Τοιγαροῦν καὶ ὁ Δαβὶδ τὸ μελῳδικὸν ᾆσμα τοῦτο βοᾷ· Λύχνος τοῖς ποσί μου ὁ λόγος σου, καὶ φῶς τοῖς τρίβοις μου.
Ὦ λυχνία παρθενική, ἡ τὸ σκότος ἀπελαύνουσα καὶ τὸ φῶς καταυγάζουσα. Ὦ λυχνία παρθενική, ἡ τὸ πῦρ καὶ τὸ ἔλαιον ἀχώριστον πρὸς φωτισμὸν ἐνέγκασα. Ὦ λυχνία παρθενική, τρίφωτον ἐν πῦρ ἄσβεστον, ὁμοούσιον ἀφ᾿ ὑψηλοτάτου θρόνου λαβοῦσα, καὶ πρὸς φωτισμὸν τῆς οἰκουμένης ἐκλάμψασα. Ὦ λυχνία παρθενική, περὶ ἧς διὰ τοῦ Προφήτου λέγει ὁ Θεός· Ἐκεῖ ἐξανατελῶ κέρας τῷ Δαβὶδ, ἡτοίμασα λύχνον τῷ Χριστῷ μου. Ὁ βασιλικὸς στέφανος, τὸν μαργαριτοειδῆ πολύτιμον ἔχουσα λίθον Χριστόν· ἡ βασιλικὴ πορφύρα, τὸν οὐρανοῦ καὶ γῆς ἐνδύσασα βασιλέα τὸ οἰκουμενικὸν τοῦ σώματος πορφυροειδὲς ἔνδυμα· ἡ ἀκηλίδωτος τῶν Χριστιανῶν πίστις· ἡ ἀκατάληπτος βίβλος, ἡ τὸν Λόγον καὶ τὸν Υἱὸν τοῦ Πατρὸς τῷ κόσμῳ παραναγνώσασα. Ἡ μακαρία ἐν γυναιξίν, ἡ τὸν Λόγον ἐκ σοῦ σαρκωθέντα τεκοῦσα, Λόγον τὸν τοῦ Πατρὸς Υἱόν, Λόγον τὸν προαιώνιον Θεόν, Λόγον ἄναρχον, καὶ ἀΐδιον, Λόγον τὸν σὺν Πατρὶ καὶ ἁγίῳ Πνεύματι προσκυνούμενον, Λόγον τὸν σύνθρονον τοῦ Πατρὸς, Λόγον τὸν ἐπὶ τῶν χερουβεὶμ καθήμενον, Λόγον, ὃν τὰ τετράμορφα ζῶα δοξολογοῦσι, Λόγον τὸν τοὺς ἀγγέλους κτίσαντα, Λόγον τὸν ἀρχὰς καὶ ἐξουσίας εἶναι ποιήσαντα, Λόγον τὸν οὐρανοὺς ἐκτείναντα, καὶ τὴν γῆν ἑδράσαντα, Λόγον τὸν ἀληθινὸν Θεὸν Ἰησοῦν Χριστὸν τὸν Κύριον ἡμῶν, ὃν ἔτεκες, παναγία Παρθένε, καὶ μετὰ τόκον πάλιν παρθένος, ἡ τὸν μαργαρίτην τεκοῦσα, καὶ τὸν βασιλικὸν στέφανον πλέξασα.
Ὦ μακαρία Παρθένε, ἡ τὴν οὐράνιον δόξαν βλαστήσασα, ἡ ἀπὸ πολλῶν ἀνθῶν τοῦ παραδείσου τὸν κόσμον εὐωδίᾳ πληρώσασα. Κρίνον ἄσπιλον ὑπάρχει ἡ Παρθένος, τὸ ἀμάραντον ῥόδον γεννήσασα Χριστόν, ἡ ἄμπελος τῆς ἀληθείας, ἡ πολύφορος καὶ ἀτρύγητος τῇ παρθενίᾳ, ἡ μὴ σκαφεῖσα, καὶ βοτρυοφορήσασα, ἡ τὸν πέπειρον βότρυν βλαστήσασα Χριστόν.
Πῶς οὖν ἐβλάστησας, πεῖσον ἡμᾶς, παναγία Παρθένε· πῶς μήτηρ Θεοῦ ὤφθης ἐπὶ γῆς, Λόγον προαιώνιον δεξαμένη. Ἡ κοιλιοφορήσασα παρθένος ἐγὼ ἄφθαρτος, ναὸς ἀμόλυντος γέγονα τοῦ ἐνοικήσαντος ἐν ἐμοὶ Λόγου Θεοῦ ἀπειρογάμου. Τὸν Ἐμμανουὴλ ἐν ἀφθάρτῳ κοιλίᾳ φέρουσα, εἰς γαστέρα ἀμόλυντον, ἀφομοιουμένη θρόνῳ χερουβικῷ· εἰς ἣν ὁ Λόγος τοῦ Πατρὸς σὰρξ ἐγένετο, ὁ ἄναρχος καὶ ἀόρατος· ὁρατὸς οἰκονομικῶς, ὁ ἐνανθρωπήσας Θεός· πεῖραν οὐκ ἐγνωκυῖα ἀνδρὸς, τὸν προαιώνιον Θεὸν Ἰησοῦν Χριστὸν ἔτεκον. Παρθένος γὰρ καὶ νῦν ὑπάρχω μετὰ τὸν τόκον, καθαρωτέρα τοῦ πρώην. Ἀπόνως ἔτεκον, οὐχ ὡς πᾶσα γυνή· ἀνόμοια γὰρ ἐμοῦ κἀκείνων τὰ μεταξὺ πράγματα. Οὐκ ἔγνω φύσις ἀνθρώπων τὸν τόκον μου, εἰ μὴ μόνος ὁ ἐν ἐμοὶ οἰκήσας Θεός.
Ὦ Παρθένε, φρικτὸν τῆς Ἐκκλησίας κειμήλιον, τὸ μέγα τυχὸν μυστήριον, ἱερέα καλεῖ τὴν παρθένον ὁμοῦ τε καὶ θυσιαστήριον· ἥτις τραπεζοφοροῦσα τὸν οὐράνιον ἄρτον Χριστὸν ἔδωκεν ἡμῶν εἰς ἄφεσιν ἁμαρτιῶν. Ὦ γαστὴρ ἀμόλυντος οὐρανὸν κύκλον ἔχουσα, καὶ Θεὸν ἀχώρητον, ἐν σοὶ δὲ χωρητὸν βαστάσασα. Ὦ γαστὴρ οὐρανοῦ πλατυτέρα, Θεὸν τὸν ἐν σοὶ μὴ στενοχωρήσασα. Ὦ γαστὴρ ἑπτάκυκλος οὐρανὸς, καὶ μειζοτέρως αὐτῶν τυγχάνουσα. Ὦ γαστὴρ ἑπτὰ οὐρανῶν ὑψηλοτέρα καὶ πλατυτέρα. Ὦ γαστὴρ ὁ ὄγδοος οὐρανὸς στερεωμάτων ἀνωτέρα. Ὦ γαστὴρ ἑπταφώτου χάριτος τὸ ἄσβεστον ἔχουσα φῶς.
Τὶ εἴπω, ἢ τὶ λαλήσω περὶ τῆς σεμνῆς καὶ ἁγίας Παρθένου; Ὁ πόθος ἕλκει με λέγειν περὶ τῆς Θεοτόκου, καὶ φόβος κατέχει με τοῦ σιωπᾷν, οὐκ ἀξίως ἔχων τοῦ λέγειν. Ὁ νοῦς προκαλεῖται, καὶ ὁ φόβος ἀπωθεῖται· ὃς μὲν ἕλκει με, ὃς δὲ ἀνθέλκει με. Ἐπειδὴ οὖν συνέχομαι τῶν ἀμφοτέρων, συμφέρει μοι λαλῆσαι περὶ τῆς μεγαλωνύμου καὶ ὁσίας Παρθένου. Λέγω γὰρ ταύτην οὐρανὸν καὶ θρόνον ὁμοῦ τε καὶ σταυρόν· τὰς γὰρ ἁγίας ἀγκάλας ἐκτείνασα, τὸν Δεσπότην ἐβάστασεν ὁ θρόνος χερουβικὸς, σταυροειδής, οὐράνιος, περὶ ἧς διὰ τῶν Γραφῶν ἐν οὐρανοῖς παρακύπτω, καὶ βλέπω ταύτην ὑπὸ ἀγγέλων προσκυνουμένην. Ὄθεν πρῶτον ὁ Γαβριὴλ τὴν Παρθένον ἀσπάζεται· Χαῖρε, κεχαριτωμένη, ὁ Κύριος μετὰ σοῦ· χαῖρε, κεχαριτωμένη, ὁ λαμπρὸς οὐρανός· χαῖρε, κεχαριτωμένη, ἡ τὸν ἐξαστράπτοντα ἐξ οὐρανοῦ λαμπραῖς λαμπάσιν ἀκτῖνα ἔχουσα ἥλιον τὸν Χριστόν. Σεραφεὶμ γέγονεν ἡ Παρθένος, ἡ πολυώνυμος, καὶ πολυόμματος, τῆς ἀκαταλήπτου θέας· σκέπη τις νοερὰ, δι᾿ οἰκουμενικοῦ σώματος εὑρεθεῖσα, τὰ χερουβεὶμ ὑπερβαίνουσα. Ἐκεῖνα μὲν γὰρ ἀποστρέφονται μὴ δυνάμενα ἀτενίσαι πρὸς νοητὸν πῦρ τῆς θεότητος. Αὕτη δὲ τρανοῖς ὄμμασιν ἐνατενίζουσα τὸ ἀκατάληπτον καὶ ἀκοίμητον ὄμμα Χριστοῦ, ποθοῦσα καὶ φιλοῦσα ἠσπάζετο. Στρατιαὶ ἀγγέλων ὑποπόδιον τῶν ποδῶν τοῦ Σωτῆρος προσπίπτοντες, οὔτε ἰδεῖν, οὔτε προσψαῦσαι ἰσχύουσιν· αὕτη δὲ χείλη χείλεσι συνάπτουσα τὸν ἀκατάληπτον ἠσπάζετο.
Ὦ Παρθένε, ἀκαταλήπτου μυστηρίου φέρουσα θαῦμα, τριπόθητον πίστιν τῇ οἰκουμένῃ κηρύξασα. Ἀγγέλων ἀνωτέρα γέγονεν ἡ Παρθένος, μειζοτέρα τῶν χερουβεὶμ καὶ τῶν σεραφεὶμ, ἀρέσκουσα τῷ βασιλεῖ Χριστῷ, ὡς ἀξία δούλη καὶ μήτηρ τιμηθεῖσα παρὰ Θεῷ. Ἁγία μήτηρ ἀμόλυντε, ἡ τὸν πρὸ σοῦ γεννήσασα Χριστὸν τὸν εἰπόντα· Πρὶν Ἀβραὰμ γενέσθαι ἐγώ εἰμι· ἡ τὸ σπήλαιον δοξάσασα, καὶ τὴν φάτνην μεγαλύνασα. Παρθένος γὰρ καὶ σπήλαιον καὶ φάτνη, οὐρανοῦ κύκλον ἔχοντες, Θεὸν ἀχώρητον ἔφερον, οἱ τρεῖς τῇ Τριάδι σαφῶς λειτουργήσαντες, ὅτε ἡ Παρθένος ἀπόνως τὸν οὐρανοῦ καὶ γῆς Δεσπότην ἐν τῷ σπηλαίῳ κυήσασα, ἐν τῇ φάτνῃ ἔθετο, τότε καὶ τάξεις ἀγγέλων τὴν Παρθένον ἐκύκλωσαν βοῶντες καὶ λέγοντες· Δόξα ἐν ὑψίστοις Θεῷ, καὶ ἐπὶ γῆς εἰρήνη, ἐν ἀνθρώποις εὐδοκία.Ὄθεν καὶ ποιμένες ἀγραυλοῦντες τὴν τοιαύτην δοξολογίαν τῶν ἀγγέλων ἤκουσάν τε περὶ τοῦ Σωτῆρος, καὶ τῷ δρόμῳ βαδίσαντες, τὸ φῶς προσεκύνησαν, ξένον θαῦμα θεασάμενοι, τὴν δούλην τοῦ Δεσπότου καὶ τὴν ἐπίγειον παρθένον, οὐράνιον νύμφην. Αὕτη γὰρ καὶ νύμφη, καὶ παστὰς, καὶ Θεοῦ μήτηρ ὤφθη ἐν τῷ σπηλαίῳ, ὅτε τὸ βρέφος ἔτεκε Χριστόν, κατὰ τὴν προφητικὴν Ἡσαΐου φωνήν· ὅτι Παιδίον ἐγεννήθη ἡμῖν· υἱὸς καὶ ἐδόθη ἡμῖν, οὗ ἡ ἀρχὴ ἐπὶ τοῦ ὤμου αὐτοῦ, καὶ καλεῖται τὸ ὄνομα αὐτοῦ μεγάλης βουλῆς Ἄγγελος, Θεὸς ἰσχυρὸς, ἐξουσιαστής, Ἄρχων εἰρήνης, Πατὴρ τοῦ μέλλοντος αἰῶνος.
Εἶτά φησι μετὰ ταῦτα· Μάγοι ἀπὸ ἀνατολῶν ὑπὸ ἀστέρος φωτεινοῦ καταλαμπόμενοι, καὶ ὁδηγούμενοι, τὸ μῆκος τῆς ἐξ ἀνατολῆς ὁδοῦ βαδίσαντες, ἥκασιν εἰς προσκύνησιν τοῦ τεχθέντος ἐν Βηθλεέμ. Ὄθεν καὶ τὴν πόλιν Ἱερουσαλὴμ καταλαβόντες, κρύπτεται ἀπ᾿ αὐτῶν ὁ ἀστήρ· οἱ δὲ θορυβηθέντες τὸν ὁδηγὸν ἀπολέσαντες, ἀνάγκης τῇ βίᾳ τοὺς ἐν τῇ πόλει ἐρωτῶντες, ἐπυνθάνοντο παρ᾿ αὐτῶν· Ποῦ ὁ Χριστὸς γεννᾶται; ξένον δὲ θαῦμα πᾶσιν ἐνομίζετο. Περὶ οὗ Ἡρώδης ἀκούσας, ἐταράττετο λίαν, καὶ καλέσας τοὺς ἱερεῖς, ἐπυνθάνετο παρ᾿ αὐτῶν, ποῦ ὁ Χριστὸς γεννᾶται. Οἱ δὲ εἶπον καὶ οὐκ ἠρνήσαντο· ὡμολόγησαν καὶ οὐκ ἐψεύσαντο. Τὰς ἀκτῖνας τοῦ ἡλίου κρύπτειν οὐκ ἠδύναντο, τὴν περὶ τοῦ Σωτῆρος φωνὴν διὰ τοῦ προφήτου σαφηνιζομένην ἐμαρτύρησαν λέγοντες· Ἐν Βηθλεὲμ γεννᾶται ὁ Χριστός. Οὕτω γὰρ βοᾷ διὰ τοῦ προφήτου· Καὶ σύ, Βηθλεὲμ, οὐδαμῶς εἶ ἐλαχίστη ἐν τοῖς ἡγεμόσιν Ἰούδα· ἐκ σοῦ γὰρ ἐξελεύσεται τοῦ εἶναι εἰς ἄρχοντα ἐν τῷ Ἰσραήλ. Ὢ τοῦ ἀπειθοῦντος Ἰσραήλ! Ὡμολόγησε τὸ πρᾶγμα τοῦ νόμου, καὶ τὸν νομοθέτην ἠρνήσατο· αὐτοὶ ἐμαρτύρησαν ποῦ ὁ Χριστὸς γεννᾶται, καὶ αὐτοὶ πάλιν ἠρνήσαντο τὸν γεννηθέντα Χριστόν. Τὶ οὖν οἱ μάγοι; ὧν τὸ οἰκεῖον τοῦ νοὸς ἠλλοιώθη, ὧν ἡ καρδία ἐταράττετο λίαν, καὶ ἐσβέννυτο ἐν λύπῃ, ὧν οἱ στεναγμοὶ ὡς κυμάτων βία τὴν ναῦν ἐπόντιζον, ὧν οἱ ὀφθαλμοὶ μαργαριτοειδέσι δάκρυσι τὴν γῆν κατέῤῥαινον, ὧν ἀφόρητος ἡ θλίψις, τὸν ἀνατολῶν ζητοῦντες ὁδηγόν, ὃν οὐκ εἶχον, ἔχοντες ἐζήτουν· Ποῦ ὁ ἀστὴρ ὁ τῶν μάγων ὁδηγός; Καθ᾿ οἷον δὲ τρόπον κρύπτεται ἀπ᾿ αὐτῶν ὁ ἀστήρ; σκόπει τὴν ἀλήθειαν, καὶ βλέπε τὸ θαῦμα, καὶ τὴν μήνυσιν. Ἔνεκεν τούτου κρύπτεται ἀπ᾿ αὐτῶν ὁ ἀστὴρ, ἵνα τούτων ἐρωτώντων παρὰ τῶν ἀπίστων ἱερέων, φανερὸν γένηται πᾶσι τὸ οὐρανοῦ καὶ γῆς μυστήριον. Ὄθεν μετὰ τὸ γνῶναι πάντας, φανεροῦται πάλιν μάγοις ὁ ἀστὴρ, ἕως οὗ ἐλθὼν ἔστη ἐπάνω τοῦ βρέφους ἐν τῷ σπηλαίῳ, ἢ μᾶλλον ἐν τῷ οὐρανῷ. Ὅπου γὰρ Χριστὸς, ἐκεῖ ὁ οὐρανός· τὸ γὰρ σπήλαιον οὐρανὸς ὤφθη ἐπὶ γῆς. Οἱ δὲ ἰδόντες τὸν ἀστέρα, μᾶλλον δὲ τὸν Σωτῆρα, ἐχάρησαν χαρὰν μεγάλην, οἳ καὶ κύψαντες προσεκύνησαν, καὶ ἐκβαλόντες τὰ δῶρα, χρυσὸν καὶ λίβανον καὶ σμύρναν. Χρυσὸν μὲν ὡς βασιλεῖ· λίβανον δὲ ὡς Θεῷ· καὶ σμύρναν ὡς θνητῷ· μᾶλλον δὲ ἵνα καὶ τὸν ἐνταφιασμὸν μηνύσωσι τοῦ πάντων κτίστου καὶ δημιουργοῦ Χριστοῦ, ὃν ἔτεκεν ἡ οὐράνιος νύμφη Μαρία, ὁ οὐρανὸς καὶ ναὸς καὶ θρόνος τῆς θεότητος, τὸ ἀνεκλάλητον τοῦ παραδείσου κειμήλιον.
Ἄγγελοι τὴν Εὔαν ἐμέμφοντο, νυνὶ δὲ τὴν Μαρίαν δοξάζουσιν· ἡ τὸ ἀσθενὲς τῶν γυναικῶν κυρίως δοξάσασα, ἡ τὴν πεσοῦσαν Εὔαν ἀναστήσασα, καὶ τὸν ἐκβληθέντα τοῦ παραδείσου Ἀδὰμ εἰς οὐρανοὺς ἀποστείλασα, ἡ τὸν κλεισθέντα παράδεισον ἀνοίξασα, καὶ διὰ λῃστοῦ πάλιν τὸν Ἀδὰμ καταφυτεύσασα.
Διὰ σοῦ γὰρ τὸ μεσότοιχον τοῦ φραγμοῦ τὴν ἔχθραν κατέλυσεν, ὦ ἁγία Παρθένε· διὰ σοῦ ἡ οὐράνιος εἰρήνη τῷ κόσμῳ ἐδωρήθη, διὰ σοῦ τὰ πέρατα τῆς οἰκουμένης ἐφωτίσθη, διὰ σοῦ ἄνθρωποι ἄγγελοι γεγόνασι, διὰ σοῦ φίλοι, καὶ δοῦλοι, καὶ τέκνα Θεοῦ ἄνθρωποι ἐκλήθησαν, καὶ διὰ σοῦ σύνδουλοι ἀγγέλων καὶ συνόμιλοι ἄνθρωποι ἠξιώθησαν γενέσθαι· διὰ σοῦ γνῶσις οὐράνιος, καὶ δοξολογία ἀπὸ γῆς εἰς οὐρανοὺς ἀναπέμπεται· διὰ σοῦ παῤῥησίαν ἄνθρωποι ἐν οὐρανῷ πρὸς τὸν Ὕψιστον ἔχουσι· διὰ σοῦ σταυρὸς ἔλλαμψε κατὰ πάσης τῆς οἰκουμένης, ἐν ᾧ τὸ βρέφος σου ἐκρέματο Χριστὸς ὁ Θεὸς ἡμῶν· διὰ σοῦ θάνατος πατεῖται, καὶ ᾅδης σκυλεύεται· διὰ σοῦ τὰ εἴδωλα πεπτώκασι, καὶ γνῶσις οὐράνιος ἐγήγερται· διὰ σοῦ τὸν μονογενῆ Υἱὸν τοῦ Θεοῦ ἐγνώκαμεν, ὃν ἔτεκες, παναγία Παρθένε, τὸν Κύριον ἡμῶν Ἰησοῦν Χριστόν, ᾧ πάντες ἄγγελοι καὶ ἄνθρωποι προσκυνοῦντες λέγομεν, ἄναρχον τὸν Πατέρα, ἄναρχον τὸν Υἱόν, ἄναρχον τὸ ἅγιον Πνεῦμα, Τριάδα ἀχώριστον καὶ ὁμοούσιον δοξάζοντες εἰς τοὺς αἰῶνας τῶν αἰώνων.Ἀμήν.

Παρασκευή, 6 Μαΐου 2016

Να χαρείς μαζί με την Παναγία την Ανάσταση του Χριστού


resurrect1
«Οψέ σαββατων, τη επιφωσκούση εις μίαν σαββάτων, ήλθε Μαρία η Μαγδαληνή και η άλλη Μαρία θεωρήσαι τον τάφον. Και ιδού σεισμός εγένετο μέγας, άγγελος γαρ Κυρίου, καταβάς εξ ουρανού, προσελθών απεκύλισε τον λίθον από της θύρας και εκαθισε επάνω αυτού…» Ματθ. (κη 1-2)
ΑΓΙΟΥ ΝΙΚΟΔΗΜΟΥ ΤΟΥ ΑΓΙΟΡΕΙΤΗ
Συλλογίσου αγαπητέ, ότι έχουμε χρέος να συγχαρούμε με την Παναγία Παρθένο, που όταν είδε τον Υιό και Θεό της ότι αναστήθηκε, γέμισε αμέσως από τόση μεγάλη χαρά όσο μεγάλη ήταν και η θλίψη που δοκίμασε στα Πάθη του.
Οι πόνοι και οι θλίψεις της μετριούνται με τη γνώση που είχε για την άπειρη αξιότητα του ενσαρκωμένου Λόγου, και από την αγάπη της σ’ αυτόν, όχι μόνο σαν Θεό, και σαν γέννημα των σπλάγχνων της, αλλά σαν μονογενή Υιό της και επειδή αυτή μόνη ήταν μητέρα του χωρίς πατέρα. Όλα αυτά δεν άφηναν την αγάπη της να μοιρασθεί σε άλλα πράγματα, αλλά την πολλαπλασίαζαν μόνο στο γλυκό της Υιό.
Επειδή λοιπόν τον γνώριζε περισσότερο, τον αγαπούσε και περισσότερο, απ’ όσο τον γνώριζαν και τον αγαπούσαν όλοι οι άγγελοι στον ουρανό. Επομένως μπορούμε να πούμε, ότι η Παναγία Παρθένος έπασχε στο Πάθος του Υιού της περισσότερο από όσο έπασχαν όλα μαζί τα κτίσματα· κι ότι η λύπη της δεν συγκρίνεται με καμιά άλλη, παρά μόνο τη λύπη, που δοκίμασε ο αγαπημένος της Ιησούς. «Και τη δική σου ψυχή θα διαπεράσει ρομφαία» (Λουκ. 2,35).
Αφού όμως αυτή πρώτη πήγε κατά το μεσονύκτιο για να δει τον τάφο του Υιού της και αφού γι’ αυτή και μόνη έγινε ο σεισμός και ο Αρχάγγελος Γαβριήλ, ο συνήθης διακονητής και τροφεύς και ευαγγελιστής της, κατέβηκε από τους ουρανούς, κύλησε την πέτρα από τη πόρτα του τάφου και καθόταν πάνω σ’ αυτήν αστραπόμορφος και λευκός σαν το χιόνι. Αφού λέω, κατέβηκε ο θείος Γαβριήλ, ω , πως μετατράπηκε αμέσως σε υπερβολική χαρά η υπερβολική της λύπη! Ω πόσο αγαλλίασε το πνεύμα της, όταν είδε, ότι γι’ αυτήν μόνο ανοίχθηκε ο τάφος του Υιού της! Όπως για χάρη της Θεοτόκου ανοίχθηκαν στους ανθρώπους τα ουράνια και τα επίγεια, έτσι και για τη Θεοτόκο ανοίχθηκε ο ζωοποιός τάφος του Κυρίου, όπως λέει ο μέγας της Θεσσαλονίκης Γρηγόριος ο Παλαμάς.
Αυτή πρώτη είδε την Ανάσταση του Υιού της! Ω πόσο ευφράνθηκε, όταν πλησιάζοντας στόν αγαπητό της Ιησού έπιασε με μεγάλη ευλάβεια και αγάπη τα άγια πόδια του και τα προσκύνησε! Κι όταν είδε γεμάτα από το θείο φως της Αναστάσεως τα μέλη του γλυκύτατου Υιού της, τα οποία προ ολίγου ήσαν όλα καταξεσχισμένα, άτιμα και άμορφα! Πάνω απ’ όλα όμως πόσο χάρηκε, όταν άκουσε από το θείο στόμα του Υιού της τον χαροποιό εκείνο λόγο, που της είπε, το «χαίρε»· μολονότι και ο Ευαγγελιστής Ματθαίος αναφέρει, ότι ήταν μαζί της και η Μαγδαληνή Μαρία και έπιασε και αυτή τα πόδια του Κυρίου, και άκουσε και αυτή το χαίρε, με σκοπό να μην αμφισβητείται η Ανάσταση του Κυρίου, αν την μαρτυρούσε μόνο η Παναγία μητέρα του λόγω της φυσικής οικειότητας, καθώς το αποδεικνύει ο Θεσσαλονίκης Γρηγόριος (και ο Ξανθόπουλος στο συναξάρι του Πάσχα). Ποιος νους μπορεί να καταλάβει τι είδους τελειότητα αγάπης και χαράς υπήρξε ανάμεσα στη Θεοτόκο και στο Χριστό, αναμεσα σε μια τετοια Μητέρα και σ’ ένα τέτοιο Γιο;
Λοιπόν, αδελφέ αν η Θεοτόκος είναι φυσική Μητέρα του Χριστού, θετή δε και πνευματική μητέρα όλων των Χριστιανών και μάλιστα τέτοια μητέρα ώστε, καθώς ο Χριστός μας παραγγέλλει να μη αποκαλέσουμε πατέρα στη γη, επειδή κυρίως ένας είναι ο πατέρας μας, ο επουράνιος. Έτσι ακριβώς έχουμε δίκιο να πούμε ότι κι άλλη μητέρα δεν έχουμε παρά μόνο τη Θεοτόκο. Αν, λέω, η Θεοτόκος είναι μητέρα των χριστιανών, χρωστάς και συ αδελφέ σαν χριστιανός και γιός της Παρθένου να συγχαρείς σ’ αυτή τη μεγάλη χαρά της. Αν στον καιρό της τόσης ευτυχίας της, δέν συγχαρείς με την Παναγία, ασφαλώς θα φανείς ανάξιος της αγάπης της. Και αν φανείς ανάξιος της αγάπης της, θα φανείς ανάξιος για να γίνεις δεκτός κάτω από τη σκέπη της· κι αν αυτή η μητέρα όλων μας, δεν σε δεχθεί κάτω από τη σκέπη της αλλοίμονον σε σένα! Ποια ελπίδα σου απομένει για τη σωτηρία σου; Αυτή είναι η μητέρα του ελέους και όλες οι χάριτες του Θεού περνούν μέσ’ από τα χέρια της τόσο στον ουρανό, όσο και στη γη, τόσο στους αγγέλους, όσο και στούς ανθρώπους. Αυτή μόνη όντας μεθόριο μεταξύ του Θεού και των κτισμάτων, παίρνει από την Τρισήλιο Θεαρχία όλες τις υπερφυσικές δωρεές και τα χαρίσματα και τα μεταδίδει σαν φιλανθρωπότατη βασίλισσα σ’ όλες τις τάξεις των αγγέλων και των ανθρώπων, ανάλογα με τήν αγάπη, που έχουν πρός αυτήν. Είναι λοιπόν αυτή μόνη η ταμιούχος ταυτόχρονα και χορηγός του πλούτου της θεότητος και χωρίς τη μεσιτεία της δέν μπορεί νά πλησιάσει κανείς το Θεό, ούτε άγγελος, ούτε άνθρωπος, καθώς λέει γι’ αυτήν ο μέγας της Θεσσαλονίκης Γρηγόριος στον πρώτο λόγο του στα Εισόδια.
Θέλησε λοιπόν ο Κύριος να είναι οι πρεσβείες της Θεοτόκου νόμοι απαράβατοι, για να δίνεται από αυτόν έλεος και ευσπλαγχνία σ’ εκείνους, για τους οποίους αυτή πρεσβεύει: «ανοίγει το στόμα και μιλάει με σοφία και σύνεση και η ελεημοσύνη της ανέστησε τα τέκνα της και πλούτισαν» (Παροιμ. 29, 28). Και ο άγιος Γερμανός λέει απευθυνόμενος στην Παρθένο «Δεν είναι ποτέ δυνατόν να σε παρακούσει ο Θεός, επειδή πειθαρχεί «κατά πάντα, και διά πάντα, και σε όλα» σε σένα που είσαι η αληθινή και άχραντη μητέρα του» (Λόγος στήν Κοίμηση).
Να χαίρεσαι λοιπόν με όλη σου την καρδιά μαζί μ’ αυτήν τη Δέσποινα, τ’ ουρανού και της γης, της χαράς το δοχείο, επειδή σ’ αυτήν πρώτη δόθηκε η χαρά και πριν από την Αναστάση, στον Ευαγγελισμό της, και μετά την Ανάσταση, σήμερα.
Να χαίρεσαι μαζί με τη Θεοτόκο, καθώς χαίρεται μαζί της και όλη η Εκκλησία του Χριστού σε πολλά σημεία των ασματικών τροπαρίων της ψάλλοντας της χαρμόσυνα και πανηγυρικά, τώρα μέν: «ο άγγελος εβόα τη Κεχαριτωμένη, αγνή Παρθένε χαίρε και πάλιν ερώ χαίρε. ο σος Υιός ανέστη τριήμερος εκ τάφου», τώρα δε: «Συ δε αγνή τέρπου Θεοτόκε, εν τη εγέρσει του τόκου σου». Καί αλλού: «Αναστάντα κατιδούσα σον Υιόν και Θεόν, χαίροις σύν Αποστόλοις, Θεοχαρίτωτε αγνή». Και σε άλλο σημείο: «την γαρ εν τω πάθει σου μητρικώς πάντων υπεραλγήσασαν, έδει και τη δόξη της σαρκός σου, υπερβαλλούσης απολαύσαι χαράς».( Αυτή που ως μητέρα υπερβολικά πόνεσε στο πάθος σου, έπρεπε να απολαύση υπερβολική χαρά για τη δόξα του σώματος σου).
Τι λέω; Να χαίρεσαι μαζί με τη Θεοτόκο, καθώς χαίρεται μαζί της και όλη η άλογη κι αναίσθητη κτίση και πανηγυρίζει στήν Ανάσταση του Υιού της και της προσφέρει τα ωραιότερα και σπουδαιότερα δώρα και τις χάριτες της γλυκύτατης άνοιξης. Δέν βλέπεις και με τα μάτια σου, πως τώρα ο ουρανός είναι διαυγέστερος; Ότι ο δίσκος της σελήνης είναι λαμπρότερος καί πιο ασημένιος, και όλα τα αστέρια του ουρανού φαίνονται καθαρότερα; Δέν βλέπεις πως τώρα η γη είναι στεφανωμένη με τα πολυποίκιλά της χορτάρια, με τ’ ανοιγμένα διάφορα δένδρα της και με τα ποικιλόχρωμα και ευωδέστατα άνθη και τριαντάφυλλα της, που άλλα μεν βγήκαν τελείως από τους κάλυκές του και παρουσιάζουν σ’ όσους τα βλέπουν τη ροδόπνοη χάρη τους, ενώ άλλα βγήκαν λίγο και άλλα είναι κλεισμένα ακόμη μέσα σ’ αυτούς; Δεν ακούς με τ’ αυτιά σου τη συμφωνία και την παναρμόνια μουσική, που τώρα συνθέτουν με τις γλυκύτατες φωνές τους πάνω στα χρυσοπράσινα και πυκνόφυλλα δένδρα τ’ αηδόνια, τα χελιδόνια, τα τρυγόνια, τα κοτσύφια, οι κούκοι, οι πέρδικες, οι κίσσες, τ’ αγριοπερίστερα, οι σπίνοι και τα υπόλοιπα πουλιά; Πώς συναγωνίζονται να νικήσουν το ένα το άλλο με τα ποικιλόφθογγα και γοργογλυκόστροφα κελαδήματα τους; Και πώς κατασκευάζουν με τόση τέχνη τις φωλιές τους; Πώς τα θηλυκά κάθονται και ζεσταίνουν τ’ αυγά μέσα σ’ αυτές, ενώ τα αρσενικά πετούν τριγύρω και κελαηδούν γλυκύτατα; Δεν βλέπεις πώς τώρα οι βρύσες τρέχουν καθαρότερα; Πώς τα ποταμια τρέχουν πλουσιότερα και ποτίζουν όπου περνούν τη γη; Πώς τα περιβόλια ευωδιάζουν; Πώς το χορτάρι κυμματίζει; Πώς τα μικρά και τρυφερά αρνάκια πηδούν και χορεύουν μέσα στους χορτιαριασμένους κάμπους και τα χωράφια; Δεν βλέπεις πώς οι εργατικές μέλισσες βγαίνουν τώρα από τις κυψέλες τους, βουίζουν γλυκύτατα και πετούν τριγύρω στούς κάμπους και τα περιβόλια, ρουφάνε τα άνθη και πλάθουν τις κηρήθρες τους,τοποθετώντας τις ευθείες γραμμές απέναντι από τις γωνίες για περισσοτέρη ασφάλεια και ομορφιά του έργου τους και κατασκευάζουν το γλυκύτατο μέλι; Δεν βλέπεις πώς τώρα οι άνεμοι ησυχάζουν; Πώς φυσά η γλυκειά αύρα; Πώς η θάλασσα είναι γαλήνια και ήρεμη· πώς οι ναύτες ταξιδεύουν άφοβα και πώς τα δελφίνια συνταξιδεύουν με τα πλοία φυσώντας και κολυμπώντας χαριτωμένα και ξεπροβοδίζουν τους ναύτες χαρούμενα; … Δεν βλέπεις πώς τώρα όλα τα ορατά δημιουργήματα, όπου και αν γυρίσεις να δεις, είναι τερπνά, είναι ευώδιαστά, δροσερά, χαρούμενα καί ευχαριστούν τις πέντε αισθήσεις του σώματος; Και πώς φαίνονται σαν να συναναστήθηκαν με τον Χριστό και αυτά και ζωντάνεψαν που ήταν πρωτύτερα σαν νεκρωμένα και πεθαμένα από την παγωνιά και το ψύχος του χειμώνα;
Και για να πω με συντομία, να χαίρεσαι και συ αδελφέ με τη Θεοτόκο, καθώς χάρηκαν και οι θείες Μυροφόρες, η Μαγδαληνή Μαρία, η Σαλώμη και η Ιωάννα. Μπορείς, αν θέλεις, να γίνεις και συ στη ψυχή σαν αυτές, όπως σε προτρέπει ο Θεολόγος Γρηγόριος λέγοντας: «κι αν είσαι κάποια Μαρία, ή Σαλώμη, ή Ιωάννα, δάκρυσε τα χαράματα, δες πρώτη το λίθο κυλισμένο, ίσως και τους αγγέλους κι αυτόν τον Ιησού»· τα λόγια αυτά ερμηνεύοντας ο σχολιαστής Νικήτας λέει: «Μαρία Μαγδαληνή είναι κάθε ψυχή πρακτική, που καθαρίστηκε με το λόγο των ευαγγελικών εντολών, σαν από δαιμόνια, από την «προσπάθεια» (προσκόληση) της πρόσκαιρης αυτής ζωής. Σαλώμη, που ερμηνεύεται ειρήνη, είναι η ψυχή εκείνη που νίκησε τα πάθη και υπέταξε το σώμα στη ψυχή, απέκτησε με τη θεωρία τη γνώση των όντων των πνευματικών νοημάτων και γι αυτό κατέχει την τέλεια ειρήνη. Ιωάννα πάλι, ερμηνεύεται περιστερά, και είναι η ψυχή εκείνη η άκακη και γονιμότατη στις αρετές, που απέβαλε κάθε πάθος με την πραότητα και είναι θερμή στο να γεννά τα πνευματικά νοήματα με γνώση και διάκριση.
Αν γίνη τέτοια η ψυχή σου αγαπητέ, πήγαινε σαν τις Μυροφόρες με προθυμία και ταχύτητα – γιατί ο όρθρος αυτό φανερώνει – στον τάφο, δηλαδή στό βάθος της καρδιάς σου, που είναι κρυμμένος ο λόγος των επίγειων και των ουράνιων και ζήτησε με δάκρυα νοητά και αισθητά να μάθεις, αν αναστήθηκε ο λόγος της αρετης και της γνώσεως, που είναι μέσα σου. Αν ζητήσεις με τέτοιο τρόπο, πρώτα θα δεις να φεύγει από την καρδιά σου ο λίθος, δηλαδή η πώρωση της ασάφειας του λόγου, και αφού φύγει αυτή θα δεις τους αγγέλους, δηλαδή τις κινήσεις της συνειδήσεώς σου να σου κηρύττουν, ότι αναστήθηκε μέσα σου ο λόγος της αρετής και της γνώσεως, που είχε νεκρωθεί από την αμαρτία· επειδή στη ψυχή του φαυλοβίου ανθρώπου ο λόγος δεν ενεργεί, αλλά είναι σαν νεκρός. Έπειτα θα δεις κι αυτόν τον ίδιο το λόγο να σου εμφανίζεται στό νου γυμνός και χωρίς τύπους και σύμβολα και να γεμίζει τις νοερές δυνάμεις της ψυχής σου από χαρά πνευματική. Αφού λοιπόν πληροφορηθείς έτσι την Ανάσταση του λόγου με την πρακτική Μαρία, δηλαδή τη Μαγδαληνή, που είναι τύπος της πρακτικής ασκήσεως, να χαίρεσαι μαζί μέ την άλλη Μαρία, τή Μητέρα του Θεού, που είναι ο τύπος της θεωρητικής ζωής, η οποία αφού πήγε πρώτη και είδε μια φορά την Ανάσταση του Υιού της, πληροφορήθηκε και ησύχασε και δεν ξαναπήγε στον τάφο, σαν τις άλλες μυροφόρες, επειδή η θεωρία προηγείται και αντιλαμβάνεται απλά και άμεσα, ενώ η πράξη ακολουθεί και αποκτά τη γνώση με την πείρα.
Από το παράδειγμα του Ιωάννη, που είναι τύπος της θεωρίας, και του Πέτρου, που είναι τύπος της πράξεως, πίστεψε τα παραπάνω. Και οι δύο αυτοί έτρεχαν μαζί, όπως λέει το Ευαγγέλιο, αλλ’ όμως ο Ιωάννης έφθασε νωρίτερα από τον Πέτρο. Και ο μεν Ιωάννης βλέπει «τα οθόνια κείμενα μόνα» και πιστεύει, ο δε Πέτρος εισέρχεται στον τάφο και περιεργάζεται τα οθόνια και το σουδάριο και τα λοιπά και πιστεύει.
Η μεγαλύτερη όμως χαρά, που μπορείς να προξενήσεις στη Θεοτόκο, είναι να αποφασίσεις να νικάς τα πάθη σου κάθε στιγμή και να ζεις με αγνότητα για την αγάπην της Παρθένου. Για να γίνεις άξιος να σε υπερασπίζεται και να σ’ έχει γιά παιδί της φρόντιζε να υποτάσσεσαι και να δουλεύεις όσο μπορείς περισσότερο σ’ αυτήν και στον μονογενή της Υιό και παρακάλεσέ την να σε συμπεριλάβει ανάμεσα στους ευλαβικούς δούλους της και να σε αξιώσει να χαίρεσαι μ’ αυτήν αιώνια στον ουρανό, ψάλλοντας της εκείνο που είπε ο Δαβίδ: «μνησθήσομαι του ονόματός σου εν πάση γενεά και γενεά· δια τούτο λαοί εξομολογήσονταί σοι εις τον αιώνα και εις τον αιώνα του αιώνος» (Ψαλμ. 44,17), δηλαδή, θα θυμηθώ τ’ όνομά σου σ’ όλες τις γενεές· γι’ αυτό οι λαοί θα σε δοξολογήσουν στον αιώνα και στον αιώνα του αιώνος.

Η ΙΕΡΑ ΜΟΝΗ ΖΩΟΔΟΧΟΥ ΠΗΓΗΣ ΛΟΓΓΟΒΑΡΔΑΣ3

Χαιρετισμοί της Παναγίας στο Ιερα Μονη Ζωοδοχου Πηγης

Κανών καί Χαιρετισμοί ΖΩΟΔΟΧΟΥ ΠΗΓΗΣ, Μανουήλ Μ. Ρήτορος

Ποίημα Μανουὴλ Μεγάλου Ῥήτορος
 
ᾨδὴ α΄. Ἦχος α΄. Ἀναστάσεως ἡμέρα.
Ἀναστάσεως ἡμέρα τοῦ Υἱοῦ Σου Ἁγνή, πάντες νῦν συνελθόντες, ἀγαλλιάσει ψυχικῇ, ἀνυμνοῦμεν τὴν πηγήν, θαυμάτων τῶν Σῶν, ἥνπερ καὶ ἀνέδειξας, ἰατρεῖον ἀένναον.
Καθαρθῶμεν τὰς αἰσθήσεις καὶ ὀψόμεθα, θείων χαρίτων πηγήν, τῶν ἰαμάτων ποταμούς, ἐκπροχέουσαν ἀφθόνως καὶ νέμουσαν, πᾶσι τοῖς δοξάζουσι, τὴν κυρίαν τῆς κτίσεως.
Οὐρανοὶ μὲν τὸν ἀστέρα ἐν τῷ τόκῳ Σου, Σὲ ἀνυμνοῦντες Κόρη, ἀνατετάλκασι φαιδρῶς, ἡ δὲ γῆ Σοι τὴν πηγὴν τὴν ἄπλετον νῦν, ἥνπερ καὶ ἀνέδειξας, ἰατρεῖον ἀδάπανον.
 
ᾨδὴ γ΄. Δεῦτε πόμα.
Δεῦτε πόμα πίωμεν πιστοί, ἐκ Πηγῆς Ζωηφόρου ἀναῤῥοιβδούμενον, καὶ ἰαμάτων πληθύν, τοῖς πᾶσι πλουσίως ἐφαπλοῦν, εἰς δόξαν τῆς πίστεως.
Νῦν πάντα πληροῦνται χαρμονῆς, οὐρανῶν αἱ Δυνάμεις, βροτοί τε ξύμπαντες, ὕδωρ θαυμάτων πληθύν, κλήσει καθορῶντες ἐνεργοῦν, τῆς μόνης Θεόπαιδος.
Χθές Σοι ἐν τῷ πάθει τοῦ Υἱοῦ, καὶ Θεοῦ Σου ἡ κτίσις Κόρη συνέπασχε, συγχαίρει σήμερον δέ, καὶ ὡς βασιλίδι δουλικόν, σέβας ἀπονέμει Σοι.
 
ᾨδὴ δ΄. Ἐπὶ τῆς θείας φυλακῆς.
Ἐπὶ τῆς θείας Σου Πηγῆς, στάντες ναμάτων ζωηρῶν, πάντες ἀπολαύομεν Κόρη, Χριστὸν μεγαλύνοντες, δόξης τὸν μέγαν ἥλιον, τὸν Σὲ ἀκένωτον πηγὴν πᾶσι, τοῦ Παρακλήτου τῶν φώτων ἀναδείξαντα.
Ἄρσεν προῆλθεν ἐκ τῆς Σῆς, νηδύος Κόρη ὁ τὸ πᾶν, νεύματι σαφῶς οὐσιώσας, καὶ φύσιν ἡγίασε τὴν βρότειον Πανύμνητε, ἀρᾶς τῆς πρώην ἐλευθερώσας, ὃν προσκυνοῦντες ἀεί, Σὲ μεγαλύνομεν.
Ὡς ἐνιαύσιον ἀμνόν, καὶ ἱερεῖον τῷ Πατρί, ἑαυτὸν ὁ Λόγος προσῆξεν, ὑπὲρ ἡμῶν ῥύσιον, καὶ αὐτῶν κατηλλάξατο, δυσμενεῖς ὄντας τῇ ἁμαρτίᾳ, καὶ διὰ Σοῦ σωτηρίαν Ἁγνὴ εὕρομεν.
Ὁ Θεοπάτωρ διά Σέ, τοῦ παντὸς Δέσποινα Δαβίδ, σαφῶς Σοι προλέγει τὴν δόξαν, ἣν ἔσωθεν ἔσχηκας, καὶ γὰρ τῆς θείας φύσεως, ἔσοπτρον φωταυγὲς ἀνεδείχθης, καὶ κτίσιν πᾶσαν ἐνθέως κατεφώτισας.
 
ᾨδὴ ε΄. Ὀρθρίσωμεν.
Ὀρθρίζοντες οὐκ ἐξαρκοῦμεν τὰ μεγαλεῖα τὰ Σά, ἐξυμνῆσαι Παρθενομῆτορ, νόσοι γὰρ διώκονται, καὶ πάθη τὰ ἀνίατα, τῷ ῥαντισμῷ Σου τοῦ ὕδατος.
Προσέλθωμεν μετ’ εὐλαβείας πηγὴν ναοῦ Σῇ, ῥεῖθρα ἰαμάτων τε καὶ θαυμάτων, καὶ ῥῶσιν πλουτήσαντες κατ’ ἄμφω μεγαλύνομεν, τὴν Θεοτόκον ἐν ᾄσμασιν.
Τὴν ἄμετρόν Σου εὐσπλαγχνίαν, τίς πρὸς ἀξίαν ὑμνῆσαι συνήσεται Θεοτόκε; Πάντων γὰρ προσφύγιον σκέπη, λιμὴν βοήθεια, Χριστιανῶν ἀναδέδειξαι.
 
ᾨδὴ στ΄. Κατῆλθες.
Κατῆλθε καὶ ἐκ Σοῦ γεννηθείς, ὑπὲρ νοῦν ὁ τῶν ὅλων Βασιλεύς, τὴν ἡμῶν ἐκαινούργησε φύσιν Δέσποινα, καὶ ἀνέδειξεν, εὐσπλαγχνίας Σε πηγήν, καὶ ποταμὸν ἐλέους.
Φυλάξας παρθενίαν ἀμείωτον Σήν, παντευλόγητε Ἁγνή, σαρκοφόρος προῆλθεν, ἐκ Σοῦ ὁ πάντα πληρῶν, ὃς μὴ λύσας νῦν, τὰς σφραγίδας τῆς σωροῦ, θεοπρεπῶς ἀνέστη.
Σῶτέρ μου τὸ φῶς τὸ ἀνέσπερον, καὶ ψυχῶν ὁ γλυκασμός, μὴ παρίδῃς προστρέχοντα Σοῖς πολλοῖς οἰκτιρμοῖς, ἀλλὰ δέξαι με, ταῖς λιταῖς τῆς Σὲ φρικτῶς κυησάσης Παρθένου.
 
Κοντάκιον. Ἦχος πλ. δ΄. Τῇ Ὑπερμάχῳ.
Ὁ Παντοκράτωρ Θεὸς Λόγος, ἐκ Σοῦ Ἄχραντε, ἀνερμηνεύτως σαρκωθεὶς δι’ οἶκτον ἄφατον, κατεφώτισε τὸν κόσμον θεογνωσία, ὡς οὖν ἔχουσα ἐλέους, κράτος ἄπειρον, Σοῦ δεόμενον ταχύ με, κατοικτείρησον, ἵνα μέλπω Σοι· χαῖρε κόσμου φῶς ἄδυτον.
Ἕτερον. Ὅμοιον.
Μεγίστης χάριτος τυχόντες ἐκ Σοῦ Πάναγνε, ἀνακληθέντες ἐκ τῆς πρώην καταπτώσεως, κατὰ χρέος Σε διηνεκῶς ἀνυμνοῦμεν, ἀλλ’ ὡς ἔχουσα φύσει τὸ εὐσυμπάθητον, ἐκ παντοίας ἡμᾶς λύτρωσαι κακώσεως, ἐκβοῶντάς Σοι· χαῖρε κόσμου φῶς ἄδυτον.
 
Οἱ Οἶκοι.
Ἔνθες μου τῇ καρδίᾳ, τὸν ἀγνότατον φόβον, τοῦ Σοῦ Υἱοῦ πανύμνητε Κόρη, καὶ πάσης ἐπιχθονίου τε καὶ ζοφερᾶς περιπλανήσεως, ἀπαλλάξασα, ἐν ἡσυχίᾳ βοᾶν Σοι διὰ παντὸς καταξίωσον·
Χαῖρε, λαμπρὸν τέμενος τοῦ Λόγου·
χαῖρε, βροτῶν καύχημα τοῦ γένους.
Χαῖρε, προηγόρων τὸ θεῖον ἐκπλήρωμα·
χαῖρε, τῶν Μαρτύρων τὸ στεῤῥὸν στεφάνωμα.
Χαῖρε, θρόνου ἡλιόμορφε, τοῦ παντάνακτος Θεοῦ·
χαῖρε, δίσκε φωτὸς πλήσμιε, ἀστεράρχου νοητοῦ.
Χαῖρε, ὅτι ἡ κτίσις ἐν Σοὶ ἀνεκαινίσθη·
χαῖρε, ὅτι ἡ φύσις ἐπὶ Σοὶ ἀνεπλάσθη.
Χαῖρε, λαβὶς φέρουσα τὸν ἄνθρακα·
χαῖρε, δι’ ἧς ηὔγασται τὰ σύμπαντα.
Χαῖρε, Θεοῦ πρὸς ἀνθρώπους εἰρήνη·
χαῖρε, πιστῶν τῶν ἐν ζάλῃ γαλήνῃ.
Χαῖρε κόσμου φῶς ἄδυτον.
 
Γέγηθε πᾶσα κτίσις διὰ Σοῦ Θεοτόκε, μεγάλων ἐντυχοῦσα χαρίτων, ἥ τε γὰρ ἅμα αἰσθητή τε καὶ νοητή, τὸ μέγα καὶ ἀπόκρυφον, τῆς ὑπερθέου Τριάδος, καταλλαμφθεῖσα μυστήριον, ἐν ἀγαλλιάσει βοᾷ·
Ἀλληλούϊα.
 
ᾌσματι τῶν ᾀσμάτων Σολομῶν Σε ὁ θεῖος, ἀνύμνησεν Ἁγνὴ κρίνων ἄνθος, ἐξ οὗ ὁ τῆς ζωῆς προελθών, τῆς ἀλήκτου καρπός, καὶ μερόπων ἀναζωώσας τὸ γένος, ἀσιγήτως μέλπειν Σοι παρεσκεύασε·
Χαῖρε, Μωσέως ἡ φρικτὴ βάτος·
χαῖρε, ὁ θεῖος Γεδεὼν πόκος.
Χαῖρε, τοῦ Δαβὶδ ἅρμα μυριοπλάσιον·
χαῖρε, Ἀββακοὺμ ὄρος τὸ θεοδόξαστον.
Χαῖρε, ῥάβδος ἡ βλαστήσασα, ἀποῤῥήτως Ἀαρών·
χαῖρε, κλίνη ἣν ἑξήκοντα, θεωροῦσι Σολομών.
Χαῖρε, Παρθένε ἥνπερ προΰλεξεν Ἡσαΐας·
χαῖρε, ἧς τόκον εἶπεν ἐν Βηθλεὲμ Μιχαίας.
Χαῖρε, πτυχὴ ἣν Θεὸς διώδευσε·
χαῖρε, στολὴ ἡ βροτοὺς ἐφαίδρυνεν.
Χαῖρε, καὶ γὰρ Δανιὴλ ὄρος εἶδεν·
χαῖρε, ἐξ οὗ λίθος Χριστὸς προῆλθε.
Χαῖρε κόσμου φῶς ἄδυτον.
 
Σύμμορφος τῇ χοώδει ἡμῶν ὤφθης οὐσία Χριστὲ Παμβασιλεῦ ἐκ Παρθένου, ὅλον γὰρ ἐν τῷ θείῳ Σου προσλήμματι ἀνέλαβες τὸν ἄνθρωπον, ἵν’ ὅλῳ τὴν σωτηρίαν ὑπερφυῶς ἐργασάμενος, ἀκούεις παρὰ πάντων·
Ἀλληλούϊα.
 
Ῥεύμασι τῶν δακρύων τῆς ταλαίνης ψυχῆς μου, εὐσπλάγχνως δυσωπήθητι Κόρη, καὶ ἐλέους μοι χεῖρα ἐκτείνασα Πανυπέραγνε, ἐπανόρθωσον, τῇ δόξῃ Σου προθύμως ἀναφωνοῦντα·
Χαῖρε, ἐλπὶς τῶν ἀπηλπισμένων·
χαῖρε, ἰσχὺς καταπονουμένων.
Χαῖρε, τῆς ψυχῆς μου ἡ θεῖα παράκλησις·
χαῖρε, τῆς ζωῆς μου εὐθεῖα κυβέρνησις.
Χαῖρε, ἥλιον κυήσασα δικαιοσύνης ἡμῖν·
χαῖρε, ἄπειρον ἐκβλύσασα τῆς εὐσπλαγχνίας πηγήν.
Χαῖρε, ὅτι ἐλέους ποταμοὺς ἐκπροχέεις·
χαῖρε, ὅτι χειμάῤῥους πειρασμῶν ἀναστέλλεις.
Χαῖρε, ζωῆς τῆς θείας ἡ πρόξενος·
χαῖρε, πιστοῖς σωτηρίας αἴτιος.
Χαῖρε, δι’ ἧς θάνατος κατεπόθη·
χαῖρε, δι’ ἧς ἔγερσις ἐπιστώθη.
Χαῖρε κόσμου φῶς ἄδυτον.
 
Ἤστραψεν πᾶσαν κτίσιν τῆς θεότητος αἴγλαις, ἐν Σοὶ ὡς ἐν ἐσόπτρῳ σκηνώσας, Θεὸς ὢν γὰρ παντέλειος, δι’ οἶκτον καθ’ ἡμᾶς ἐκ Σοῦ γέγονε καὶ πάντας σοι Ἁγνὴ παντευλόγητε, μετὰ δέους ψάλλειν ἐδίδαξεν·
Ἀλληλούϊα.
 
Τεῖχος γενοῦ μοι Κόρη καὶ προσφύγιον θεῖον, καὶ σκέπη κραταιὰ τῷ Σῷ δούλῳ. Μετὰ γὰρ τὸν ὄντως Δημιουργὸν τοῦ παντός, καὶ τὸν τῆς δόξης Κύριον, εἰληφυῖα τὸ κράτος, ἐν ἐξουσίᾳ σώζεις τοὺς Σέ, τοιοῖσδε λιγαίνοντας·
Χαῖρε, χαρὰ τῶν λελυπημένων·
χαῖρε, λαμπὰς τῶν ἐσκοτισμένων.
Χαῖρε, τῶν πιπτόντων θερμὴ ἐξανάστασις·
χαῖρε, ἀπωσμένων ταχεῖα ἀνάκλησις.
Χαῖρε, καὶ γὰρ ὑπερβέβηκας ἀσυγκρίτως Σεραφίμ·
χαῖρε, καὶ γὰρ ἀπεκύησας τῶν ἐν νώτοις Χερουβίμ.
Χαῖρε, Σῶν δούλων σκέπη οὐρανοῦ εὐρυτέρα·
χαῖρε, βοήθειά μου τοῦ νοὸς ὀξυτέρα.
Χαῖρε, Θεοῦ τῆς φύσεως σκήνωμα·
χαῖρε, καλῶν παντοίων θησαύρισμα.
Χαῖρε, πνοὴ τῆς ἀθλίας ψυχῆς μου·
χαῖρε, ὀδμὴ νοητοῦ Παραδείσου.
Χαῖρε κόσμου φῶς ἄδυτον.
 
Ὢ Παντάνασσα μόνη θεοδόξαστε Κόρη, συμπαθῶς με προσπίπτοντα δέξαι, καὶ τὴν οἰκτρὰν προσδεξαμένη μου ἔντευξιν, τῆς Σῆς δέομαι τῶν οἰκτιρμῶν Σου καταξίωσον χάριτος, ἵνα ἐκ βάθους ἀεὶ ἀνακραυγάζω Σοι·
Ἀλληλούϊα.
 
Ῥώμην τῇ παρειμένῃ ἐκ πταισμάτων ψυχῇ μου παράσχου εἰς μετάνοιαν θᾶττον, οὐκ ἰσχύει γὰρ βρότειος νοῦς πρὸς πόθον ἀνιέναι Θεοῦ, τῆς σῆς ἄνευθεν ῥοπῆς τε καὶ χάριτος, ἐν ᾗ με Ἄχραντε στήριξον ἐκβοῶντάς Σοι·
Χαῖρε, τὸ φῶς τῶν ἐμῶν ὀμμάτων·
χαῖρε, βυθὸς τῶν σοφῶν ῥημάτων.
Χαῖρε, θλιβομένων ταχεῖα μετάβλησις·
χαῖρε, ἀσθενούντων ἱλαρὰ ἰάτρευσις.
Χαῖρε, πέλαγος ἀνείκαστον, οἰκτιρμῶν τῶν τοῦ Θεοῦ·
χαῖρε, ἄμετρος συμπάθεια, τῶν πεφευγότων εἰς Σέ.
Χαῖρε, ἡ παρορῶσα ἀφροσύνης μου πλήθος·
χαῖρε, ἡ χορηγοῦσα γηθοσύνως μοι φέγγος.
Χαῖρε, ἐμὴ βεβαία πεποίθησις·
χαῖρε, σεπτὴ ἐλέους ἐπίτευξις.
Χαῖρε, καὶ γὰρ ῥάβδος Σὺ βασιλείας·
χαῖρε, καὶ γὰρ ὀδὸς Σὺ μετανοίας.
Χαῖρε κόσμου φῶς ἄδυτον.
 
ᾨδὴ ζ΄. Ὁ Παῖδας.
Ὁ παῖδας τῆς φλογὸς ἐκσωσάμενος, Σιλωὰμ ἀνέδειξεν, Ἄχραντε πηγήν, τῇ ἐπικλήσει Σου σαφῶς, ἰωμένην ἀνθρώπων πλῆθος ἀμέτρητον, ὁ μόνος Εὐλογητὸς τῶν Πατέρων, Θεὸς καὶ ὑπερένδοξος.
Γυναῖκες μετὰ πόθου προστρέχουσαι, πηγὴ τῶν χαρίτων Σου, Δέσποινα Ἁγνή, ἐκ νοσημάτων χαλεπῶν, καὶ θανάτου πυλῶν ἀπαλλάττονται, τὸν μόνον Εὐλογητὸν ἀνυμνῆσαι, Χριστὸν τὸν Ὑπερένδοξον.
Θανάτου ἀναιρέτις τῷ τόκῳ Σου, Πανύμνητε γέγονας, καὶ νῦν ῥαντισμῷ τῆς ζωηφόρου Σου πηγῆς, ἐξεγείρεις νεκροὺς Κόρη Δέσποινα, ὡς Μήτηρ γὰρ τῆς ζωῆς, τὴν ζωὴν χορηγεῖς τοῖς Σὲ δοξάζουσιν.
Ὡς ὄντως ἱερὰ ἡ πανήγυρις, τῆς χαριτοβρύτου Σου, ἔλλαμψε πηγῆς, καὶ πάντας Κόρη τοὺς πιστούς, χαρμοσύνης ἐνθέου ἐπλήρωσε τὸν μόνον Εὐλογητὸν ἀνυμνοῦσα, Χριστὸν τὸν Ὑπερένδοξον.
 
ᾨδὴ γ΄. Αὕτη ἡ κλητή.
Αὕτη ἡ κλητὴ καὶ φωσφόρος ἡμέρα, ἐν ᾗ συναθροισθέντες, ἐν εὐφροσύνῃ ἀῤῥήτῳ, ἀνυμνοῦμεν Ἁγνή, δωρεῶν Σου τῶν ἀπείρων τὸ πέλαγος, ἃς πᾶσι παρέχεις, ἐξ ἀεννάου κρήνης.
Δεῦτε τὰς σεπτὰς δωρεὰς τῆς Πανάγνου, ὑμνήσωμεν συμφώνως, λεπροὺς τυφλοὺς γὰρ ἰᾶται, καὶ ἀπείρων ἐσμόν, ἐκδιώκει νοσημάτων καὶ δαίμονας, νάματι τῆς κρήνης, ἣν ἐπήγασε κόσμῳ.
Ἆρον κύκλῳ τοὺς ὀφθαλμούς Σου, ὦ τλῆμον πόλις, κάλεσόν Σου τὰ τέκνα, καθιλέωσαι θρήνοις τὴν Παρθένον ἁγνήν, ᾗ Σε ἄναξ Κωνσταντῖνος ἀνέθετο, καὶ τῆς συνεχούσης, ῥύσεταί σε ὀδύνης.
Τριαδικόν.
Πάτερ Παντοκράτωρ, Υἱὲ καὶ θεῖον Πνεῦμα, ἡ συμφυὴς ταυτότης καὶ ἀμερὴς τῇ οὐσίᾳ, μεριστὴ δὲ ταῖς ὑποστάσεσι, Θεὸς εἷς ἀΐδιος, Σὲ δοξολογοῦμεν εἰς πάντας τοὺς αἰῶνας.
 
ᾨδὴ θ΄. Φωτίζου, φωτίζου.
Φωτίζου, φωτίζου, Κόρη ὁ νέος οὐρανός, ὁ ἀῤῥήτῳ δινήσει, ἀνατείλας ἥλιον, ὃς ἐκ τοῦ τάφου ἐξέλαμψε νῦν, καὶ τοὺς πιστούς, θείαις ἀγλαΐαις, τῆς Ἀναστάσεως ηὔγασεν.
Ὢ θείας, ὦ φίλης, ὦ προφητείας ἐναργοῦς, ἰδοὺ γὰρ γενεαὶ Σε, πᾶσαι μακαρίζουσι, καὶ μετὰ πόθου δοξάζουσι, τὰ ὑψηλὰ Κόρη μεγαλεῖα, ἅ Σοι ἐποίησε Κύριος.
Ὢ Πάσχα τὸ ὄντως, ὦ παμβασίλεια σεμνή, τῶν Ἀγγέλων ἡ δόξα, τῶν πιστῶν τὸ καύχημα τὸ τῆς θεότητος σκήνωμα, Σύ μου ζωή, Σύ μου σωτηρία, Σύ μου ἐλπὶς καὶ κραταίωμα.