Παρασκευή, 15 Απριλίου 2016

Ο Ακάθιστος ύμνος απόδειξη ότι η Παναγία σώζει το Γένος μας.



Ο Ακάθιστος ύμνος απόδειξη ότι η Παναγία σώζει το Γένος μας.
ΥΠΑΡΧΟΥΝ, ἀγαπητοί μου, ἔργα τέχνης ποὺ θαυμάζουν οἱ αἰῶνες, ὅπως εἶνε π.χ. ὁ Παρθενὼν στὴν Ἀκρόπολι τῶν Ἀθηνῶν. Ὅ­σον ἀφορᾷ ὅμως στὴ θρησκεία τῶν πατέρων μας, στὴν πίστι μας, ἔργο τέχνης ἄφθαστο εἶ­νε ὁ Ἀκάθιστος ὕμνος. Εἶνε ἀνώτερος ἀπὸ τὸ καλλιτέχνημα τοῦ Παρθενῶνος. Διότι ἐκεῖ­νος μέν, παρ’ ὅλες τὶς προσπάθειες τῶν εἰδι­κῶν, ὑφίσταται φθορά, ἐνῷ ὁ Ἀκάθιστος ὕ­μνος, ὡς πνευματικὸ δημιούργημα, παραμένει ἀθάνατος. Ψάλλεται ἀπόψε καὶ ἐδῶ στὴν πατρίδα μας, καὶ στὸ Βελιγράδι, καὶ στὴ Σόφια, καὶ στὸ Βουκουρέστι, καὶ στὸ Στάλινγκραντ, καὶ στὴ Μόσχα, ὁπουδήποτε ὑπάρχουν Χριστιανοὶ ὀρθόδοξοι. Καὶ ἐφ’ ὅσον θὰ ὑπάρχῃ ἥλιος καὶ θ’ ἀνατέλλουν τ’ ἀστέρια καὶ θὰ θάλλουν τὰ δέντρα καὶ θὰ ῥέουν οἱ ποταμοί, ὁ ὕμνος αὐτὸς δὲν θὰ παύσῃ νὰ συγκινῇ τὶς ψυχὲς τῶν ὀρθοδόξων. Ἀριστούργημα εἶνε, Παρθενὼν τοῦ πνεύματος.
Διαιρεῖται σὲ τέσσερις στάσεις, περιέχει εἰ­κοσιτέσσερις οἴκους ἢ στροφές, καὶ ἔχει ἑ­κατὸν σαραντατέσσερα «χαῖρε». Σήμερα θὰ ποῦμε λίγες λέξεις ἐπάνω στὸ ἱστορικὸ τοῦ ὕ­μνου αὐτοῦ. Διότι καὶ ἡ ἱστορία μᾶς διδάσκει.
Σᾶς καλῶ λοιπὸν νὰ κάνουμε ἕνα ταξίδι. Τί ταξίδι; Ποῦ νὰ πᾶμε; στὴ Νέα Ὑόρκη, στὴν Αὐ­στραλία, στοὺς Ἐσκιμώους; Καὶ πῶς νὰ ταξιδέ­ψουμε; μὲ πλοῖο, μὲ ἀεροπλάνο, μὲ πύραυ­λο, μὲ διαστημόπλοιο; Δύσκολα ταξίδια αὐτά. Ὑπάρχει ἕνα ἄλλο μέσο ἀκόμη ταχύτερο, ἰλιγ­γιῶδες· κανένα ἄλλο δὲν τρέχει τόσο γρήγορα. Ποιό εἶν’ αὐτό; Ἡ σκέψις τοῦ ἀνθρώ­που. Θαυμαστὸ δημιούργημα. Βρίσκεσαι ἐδῶ, καὶ αὐτοστιγμεὶ φθάνεις στὰ ἄκρα τῆς γῆς καὶ στὰ βάθη τοῦ χρόνου. Ἕτοιμοι λοιπόν;

* * *
Γυρίζουμε πίσω, διασχίζουμε αἰῶνες, καὶ φθάνουμε στὸ ἔτος 626. Ποῦ, σὲ ποιό μέρος; Σὲ μιὰ πόλι ποὺ μᾶς προκαλεῖ δάκρυα. Ὅσοι ἔχουμε μέσα μας ἔνστικτο πατρίδος καὶ ἐν­δι­αφερόμεθα γιὰ τὴν ἱστορία τοῦ ἔθνους μας, τὸ ὄνομα τῆς πόλεως αὐτῆς μᾶς συγκινεῖ βαθύτατα‧ εἶνε ἡ Κωνσταντινούπολις. Εὑρισκόμεθα λοιπὸν ἐκεῖ νοερῶς. Τί μεγαλεῖο! δρόμοι, πλατεῖες, ὁ ναὸς τῆς Ἁγίας Σοφίας…, ὅλα ὡ­ραῖα. Ἀλλὰ τὸ ὡραιότερο εἶνε οἱ ἄνθρωποι. Πι­στοὶ Χριστιανοί, ὀρθόδοξοι ἀφωσιωμένοι στὸ δόγμα τῆς ἁγίας μας Ἐκκλησίας. Οὔτε ἕ­νας ἄπιστος, οὔτε ἕνας Τοῦρκος, οὔτε ἕνας Ἑβραῖος. Εὐλογημένη ἐποχή.
Οἱ Χριστιανοὶ ὅμως τοῦ 626 στὴν Πόλι εἶ­χαν κάποια ἀγωνία. Ποιά ἀγωνία; Τὸ Βυζάντιο βρισκόταν σὲ ἐμπόλεμο κατάστασι. Βάρβαρος λαός, οἱ Πέρσες, ὑπὸ τὸν Χοσρόη τὸν βασιλέα τους, ἔκαναν ἐπιδρομή. Ἔφτασαν μέχρι τὰ Ἰεροσόλυμα, βεβήλωσαν τοὺς ἁγίους Τό­πους, καὶ ἅρπαξαν τὸν Τίμιο Σταυρό. Τότε ὁ αὐτοκράτωρ Ἡράκλειος συνήγειρε τὸ στρα­τό του, προσευχήθηκε στὸ ναὸ τῆς Ἁγίας Σοφίας, καὶ ξεκίνησε. Πέρασε σὰν ἀετὸς τὸν Ἑλ­λήσπον­το, τὸ Σκαμάνδριο πεδίο, τὸ Σαγγάριο ποταμό, τὴν Ἄγκυρα, καὶ εἰσώρμησε στὴ χώρα τῶν Περσῶν. Συγκρούσθηκε μαζί τους, τοὺς νίκησε μὲ τὴ δύναμι τοῦ Χριστοῦ, καὶ πῆρε τὸν Τίμιο Σταυρό.
Ἀλλ’ ἐνῷ ὁ Ἡράκλειος, ἀκολουθῶν τὰ ἴχνη τοῦ Μεγάλου Ἀλεξάνδρου βρισκόταν νικη­τὴς καὶ θριαμβευτὴς στὰ βάθη τῆς Ἀσίας, ὅ­που κατετρόπωσε τὸν Χοσρόη, ἡ Κωνσταντινούπολι κινδύνευσε ἀπὸ τὸ Βορρᾶ, ἀπὸ τοὺς Ἀβάρους, βάρβαρο λαό. Βρῆκαν τὴν εὐκαιρία, κατέβηκαν καὶ πολιόρκησαν τὴν Κωνσταντινούπολι ἀπὸ ξηρᾶς καὶ θαλάσσης. Ἡ φρουρὰ ἦταν πολὺ μικρή, λίγοι στρατιῶτες. Εἶχαν ὅμως ψυχή, ἔκλειναν στὰ στήθη τους τὴν ἀγάπη γιὰ τὴν πίστι καὶ τὴν πατρίδα, καὶ βρέθηκαν κάτω ἀπὸ καλὴ ἡγεσία. Πρωθυπουργὸς ἦταν ὁ πατρίκιος Βῶνος καὶ πατρι­άρχης ὁ Σέργιος.
Ὁ χαγᾶνος (δηλαδὴ ἀρχηγός) τῶν Ἀβάρων ἦταν βέβαιος ἑκατὸ τοῖς ἑκατὸ ὅτι ἡ Πόλις θὰ πέσῃ στὰ χέρια του. Οἱ Βυζαντινοὶ περιῆλθαν σὲ μεγάλη ἀγωνία καὶ ἔστειλαν πρεσβεία γιὰ νὰ βρεθῇ κάποιος συμβιβασμός. Τοὺς δέχθηκε ἀγέρωχος καὶ ἀπέρριψε μὲ ἰταμότη­τα τὶς προτάσεις τους λέγοντας· Ἐντὸς εἰκοσιτεσσάρων ὡρῶν θὰ παραδοθῆτε ὅλοι· ὅ,τι ἔχετε θὰ τὸ ἀφήσετε μέσα στὴν πόλι, γυμνοὶ θὰ βγῆ­τε, τίποτε δὲ θὰ πάρετε μαζί σας! Τέτοιον ὅρο οἱ πρόγονοί μας δὲν μποροῦ­σαν νὰ δεχθοῦν, καὶ τότε ἐκεῖνος τοὺς ἀπείλησε· Δὲ γλυτώνετε μὲ τίποτα· μόνο ἂν γίνετε ψάρια καὶ κολυμπήσετε ἢ πουλιὰ καὶ πετάξετε, θὰ διασωθῆτε. Ἐκεῖνοι ἐπέστρεψαν ἀπελπισμένοι. Δὲν ἀπογοητεύθηκαν ὅμως. Συνέχισαν νὰ ἀγωνίζωνται. Καὶ ἐνῷ οἱ στρατιῶτες φρουροῦσαν στὶς ἐπάλξεις, ὁ λαός, οἱ γέροντες καὶ τὰ γυναικόπαιδα, συγκεντρώθηκαν στοὺς ναοὺς καὶ παρακαλοῦσαν τὸ Θεὸ νὰ τοὺς σώ­σῃ βάζοντας μεσίτη τὴν ὑπεραγία Θεοτόκο.
Καὶ τὸ θαῦμα ἔγινε! Δὲν τὸ λέμε ἐμεῖς, τὸ λέει ἡ ἱστορία. Ἐνῷ γινόταν ὁλονυχτία, τὶς πρωινὲς ὧρες φύσηξε ἄνεμος σφοδρός. Ἡ θάλασσα τοῦ Βοσπόρου ταράχθη, ἀγρίεψε, σήκωσε κύματα πελώρια, καὶ μέσα σὲ λίγη ὥρα τὰ ἀμέτρητα πλοιάρια τῶν ἐπιδρομέων συνετρίβησαν. Τὸ πρωὶ μόνο σανίδια ἐπέπλεαν. Ἔντρομοι οἱ Ἄβαροι ἔλυσαν τὴν πολιορκία κ’ ἔφυγαν. Ἔτσι ἡ Πόλις σώθηκε. Καὶ τότε ὅλοι μαζί, μιὰ ψυχὴ – ἕνας λαός, μαζεύτηκαν πάλι στὸ ναὸ τῆς Παναγίας τῶν Βλαχερνῶν, ἔ­μειναν ἐκεῖ ὅλη τὴ νύχτα, καὶ ὄρθιοι ἔ­ψαλαν γιὰ πρώτη φορὰ τὸ «Τῇ ὑπερμάχῳ Στρα­τηγῷ τὰ νικητήρια…» καὶ τὸν Ἀκάθιστο ὕμνο.
Αὐτὸ εἶνε τὸ ἱστορικὸ τοῦ ὕμνου αὐτοῦ.

* * *
―Αὐτά, θὰ πῇ κάποιος, ἦταν «τῷ και­ρῷ ἐ­κείνῳ». Τώρα ὁ κόσμος ἄλλαξε. Νέες ἰδέες, νέα συστήματα ἐπικρατοῦν. Ἀφῆστε τα αὐτά. Μὲ ἱστορίες τοῦ καιροῦ ἐκείνου δὲ ζοῦμε…
Τί εἶπες, «τῷ και­ρῷ ἐ­κείνῳ»; Λοιπὸν ὁ­ρί­στε· ἂς κάνουμε ἕνα ἄλλο ταξίδι, πιὸ κον­τι­νό. Φεύγουμε ἀπὸ τὸ 626 καὶ τὴν Πόλι, καὶ φτά­νουμε – ποῦ; Στὴν Ἑλλάδα καὶ στὸ ἔτος 1821. Βλέπουμε νὰ ζωντανεύῃ μπροστά μας διὰ τῆς φαντασίας ἕνας ἀπὸ τοὺς ἥρωας τῆς Ἐπαναστάσεως· ὁ Θεόδωρος Κολοκοτρώνης, ὁ Γέρος τοῦ Μοριά. Κάτι λέει. Τὸν ἀκούω, σεῖς δὲν τὸν ἀκοῦτε; Μόνο κουφοὶ δὲν ἀκοῦνε. Ἄλ­λος χαγᾶνος καὶ ἄλλος Χοσρόης εἶχαν παρουσιαστῆ τότε, στίφη καὶ τάγματα Αἰγυπτίων καὶ Ἀράβων ποὺ ἐρήμωναν τὴ γῆ τῆς Πελοποννήσου. Φόβος καὶ τρόμος εἶχε πέσει στοὺς Ἕλληνες, καὶ ὁ Κολοκοτρώνης ἔμεινε μόνος. Καὶ τί ἔκανε· μπῆκε ξυπόλητος σ᾽ ἕνα ξωκκλήσι τῆς Παναγιᾶς· γονάτισε, προσ­ευ­χή­θηκε κ’ ἔτρεχαν δάκρυα ἀπὸ τὰ μάτια του. Ὅταν βγῆκε, ἦταν ἄλλος ἄνθρωπος! Καὶ εἶπε λόγια, ποὺ δὲν ὑπάρχει πλάστιγγα νὰ τὰ ζυγίσουμε. ―Τί λές, καπετάνιε; τὸν ρώτησαν· οἱ ἀγαρηνοὶ μᾶς ρήμαξαν, ὑπάρχει ἐλπίδα; Τί ἀπήντησε· ―Ἡ Παναγία ὑπέγραψε τὴν ἐλευθερία τῆς Ἑλλάδος, καὶ δὲν παίρνει πίσω τὴν ὑπογραφή της! Λόγια ἀθάνατα.
Ὁρίστε λοιπόν· δὲν θέλεις τὸ 626; σοῦ λέω τὸ 1821. Δὲν θέλεις τὸ 1821; προχωρῶ κ’ ἔρ­χο­­μαι ἀκόμη πιὸ κοντά, γιὰ νὰ δῇς ὅτι ὁ Χριστὸς εἶνε «χθὲς καὶ σήμερον ὁ αὐτὸς καὶ εἰς τοὺς αἰῶνας» (Ἑβρ. 13,8). Αὐτὸ ποὺ θὰ πῶ τώ­ρα τὸ ἐνθυμοῦνται οἱ μεγαλύτεροι, ποὺ ζοῦν ἴσως ἀκόμη. Εἶνε τὸ νεώτερο θαῦμα τοῦ 1940-41. Πᾶμε μὲ τὴ φαντασία στὸ μέτωπο τῆς Ἀλ­βανίας. Ἐκεῖ ἕνας νέος χαγᾶνος καὶ νέος Χοσ­ρόης, ὑπερήφανος κ’ ἐγωιστής, ὁ Μουσσολίνι, ἀπειλοῦσε τότε τὴν Ἑλλάδα. Ἑλ­λάς, θὰ πα­ραδοθῇς! εἶπε. Καὶ ἡ Ἑλλὰς παραδόθηκε; Τὰ παιδιά της μὲ θάρρος καὶ αὐταπάρνησι εἶ­παν τὸ ἱστορικὸ «ὄχι». Καὶ νίκησαν! Ἐπάνω στὶς κορυφές, στὰ ψηλὰ βουνά, τοὺς ἄκουγες κλαίοντας νὰ δοξάζουν τὸ Θεὸ καὶ νὰ ψάλλουν «Τῇ ὑπερμάχῳ Στρατηγῷ τὰ νικητήρια…».
Δὲν θέλεις λοιπὸν τὸ 626; πάρε τὸ 1821. Δὲν θέλεις τὸ 1821; πάρε τὸ 1940. Ἂν κι αὐτὸ δὲν σοῦ φτάνῃ, ἀκόμη πιὸ κοντά μας εἶνε ὁ Γράμμος καὶ τὸ Βίτσι τὸ 1949. Πάλι τότε ἡ Ἑλ­λὰς κινδύνευσε νὰ σβήσῃ ἀπὸ ξένη ἐπιβου­λή. Δὲν κατηγορῶ κανένα, ἀλλὰ ἡ ἱστορία εἶ­νε ἱστορία. Κινδύνευσε ἡ Ἑλλὰς νὰ πέσῃ σὲ ὑλιστικὸ καὶ ἄ­θεο καθεστώς. Καὶ τότε τὰ παιδιά της πάλι νίκησαν στὰ ψηλὰ βουνά, καὶ πάλι ἔ­στησαν τὴν ἑλληνικὴ σημαία, σημαία ἐλευ­θερίας καὶ δικαιοσύνης, καὶ πάλι ἐκεῖ ἔψαλαν «Τῇ ὑπερμάχῳ Στρατηγῷ τὰ νικητήρια…».

* * *
Νά λοιπόν· τὸ 626 «Τῇ ὑπερμάχῳ Στρατη­γῷ…»‧ τὸ 1821 «Τῇ ὑπερμάχῳ Στρατηγῷ…»‧ τὸ 1940 «Τῇ ὑπερμάχῳ Στρατηγῷ…»‧ τὸ 1945-46-47-48-49 πάλι «Τῇ ὑπερμάχῳ Στρατηγῷ…». Ὁλοζώντανη εἶνε ἡ θρησκεία μας. Δὲν εἶνε μῦ­θος, δὲν εἶνε παραμύθι· εἶνε μιὰ πραγματικότητα. Αὐτὴ ἡ θρησκεία, αὐτὴ ἡ πίστι, μᾶς σῴζει μέχρι σήμερα. Καὶ θὰ μᾶς σώζῃ πάντα, ἀδελφοί μου. Καὶ εἰς πεῖσμα τῶν ἀθέων καὶ τῶν ἀπίστων καὶ ὅλων τῶν ἐχθρῶν τῆς πατρί­δος ἡ Ἑλλὰς θὰ ψάλλῃ‧ «Τῇ ὑπερμά­χῳ Στρατηγῷ τὰ νικητήρια…».
† ἐπίσκοπος Αὐγουστῖνος

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου