Τρίτη, 26 Απριλίου 2016

ΜΕΤΕΣΤΗ ΠΡΟΣ ΤΗΝ ΖΩΗΝ




Η ταπεινή Κόρη της Ναζαρέτ, η αειπάρθενος Μαριάμ, αξιώθηκε να ζήσει την τιμιότερη ζωή, που έζησε ποτέ άνθρωπος! Γιατί μόνη Αυτή «εν γυναιξί» εξελέγη για να προσφέρει στον ενανθρωπήσαντα Υιό και Λόγο του Θεού τις μητρικές Της υπηρεσίες! Απέβη έτσι το Πρόσωπο της ευδοκίας αυτής της Αγίας Τριάδος! Κατέστη όντως το πιο κοντινό και στενό Πρόσωπο που συνεδέθη ποτέ με τον Κύριο του παντός!


Πρώτη Αυτή πληροφορήθηκε από τον αρχάγγελο Γαβριήλ για τη θεία υπόσταση του μέλλοντος να γεννηθεί εξ αυτής υπερφυώς, ότι δηλαδή θα είναι ο Υιός του Θεού. Και πρώτη Αυτή άκουσε από το αρχαγγελικό στόμα το όνομα, το όποιο θα είχε ως άνθρωπος: «Και καλέσεις το όνομα αυτού Ιησούν». Για εννέα μήνες

Τον έφερε στα σπλάγχνα Της! Και όταν «επλήσθησαν αι ημέραι και έτεκεν τον υιόν αυτής τον πρωτότοκον» (Λουκ. Β' 7), με πόση στοργή θα έσκυβε επάνω Του και θα ατένιζε το θείο Βρέφος! Με πόση ευλάβεια θα Το κρατούσε στην αγκάλη Της και θα Το γαλουχούσε ως νήπιο!
Και ανέθρεψε ως παιδί το δεύτερο Πρόσωπο της Παναγίας Τριάδος η άσημη Κόρη της Ναζαρέτ! Παρακολούθησε κατόπιν όλη Του την αγία ζωή και δράση στον κόσμο. Έζησε την οδύνη του θείου Πάθους και του σταυρικού Του θανάτου ως ρομφαία, που διαπέρασε τα μητρικά Της σπλάγχνα! Αλλά και γεύτηκε η Παναγία μας την ανέκφραστη χαρά και αγαλλίαση της Ανάστασης του Υιού Της! Παραυρέθηκε στο θαύμα της καθόδου του Αγίου Πνεύματος και της ίδρυσης της Εκκλησίας στο υπερώο της Ιερουσαλήμ! Είδε και πληροφορήθηκε το θρίαμβο του Υιού Της με τη θαυμαστή εξάπλωση της Εκκλησίας στον κόσμο!


Τι απέμενε άραγε γι’ Αυτήν πλέον; Πώς μπορούσε να παραμένει ακόμα στη γη, η περισσότερο από όλους τους αγίους αγιασμένη, η Κεχαριτωμένη Μαρία; Γι’ αυτό, όταν ήλθε η ώρα που ο Θεός ορίζει για κάθε άνθρωπο, το σώμα Της έμεινε χωρίς πνοή στο νεκρικό κρεβάτι! Και η Παναγία Μητέρα του Κυρίου μας παρέδωσε το πνεύμα Της στα χέρια του Υιού Της!


Ναι. Και την Παναγία την επισκέφτηκε ό θάνατος!


Ο θάνατος! Ο κοινός κλήρος όλων εκείνων που φέρουν την ανθρώπινη φύση. Δεν κάνει εξαίρεση ούτε και σ’ αυτούς τους αγίους του Θεού. Πώς ήταν δυνατό, επομένως να εξαιρεθεί και η Θεοτόκος, καίτοι υπήρξε των αγίων αγιωτέρα και ενδοξότερα των ουρανίων δυνάμεων και τιμιωτέρα των Χερουβίμ;


Ο ιερός Δαμασκηνός - στο σχετικό λόγο για την Παναγία-μας παρουσιάζει τη Θεοτόκο όχι μόνο να αποδέχεται το θάνατο, αλλά και να επείγεται να συναντήσει το Μονογενή Της γι’ αυτό και Τον παρακαλεί να δεχθεί στα θεϊκά Του χέρια την «φίλην» σ’ Αυτόν ψυχή Της. Γράφει ο άγιος Πατήρ: «Στα χέρια Σου το πνεύμα μου, τέκνο μου, παραδίδω. Δέξου μου τη δική σου φίλη ψυχή, που άμεμπτη κράτησες. Σε Σένα και όχι στη γη το σώμα μου αφήνω. Φύλαξε το σώο εκείνο, το όποιο έκανες κατοικία, το όποιο διατήρησες παρθενικό και όταν γεννήθηκες. Πλησίον Σου πάρε με, για να κατοικήσω με Σένα και εγώ, με Σένα που είσαι των σπλάγχνων μου η φύτρα. Προς Σένα βιάζομαι να έλθω. Προς Σένα, ο Οποίος ήλθες και με επισκέφθηκες, χωρίς να χωρισθείς από τον Πατέρα Σου».


Πόσο εκπληκτικό! Η Μητέρα της ζωής, το σκήνωμα της δόξης του Θεού, η μεγαλώνυμη Θεοτόκος, δέχεται νέκρωση!


Αλλά γιατί η Κοίμηση της Θεοτόκου να είναι άξια και αφορμή απορίας; Εάν ο Κύριος Ιησούς, που έγινε άνθρωπος, γεύθηκε το ποτήριο του θανάτου, πώς να μη το γευθεί η Κόρη της Ναζαρέτ, που υπήρξε γυναίκα θνητή; Υπάρχει κανείς άνθρωπος, ο όποιος θα ζήσει επάνω στη γη και δεν θα πεθάνει;» αναρωτιέται ο Προφήτης. Και ο απόστολος Παύλος μας βεβαιώνει: «Επιφυλάσσεται σε κάθε άνθρωπο να πεθάνει μια φορά».


Εξαιτίας των παραπάνω λόγων και η Παναγία γεύθηκε τον πικρό θάνατο. Διότι, όπως σημειώνει ο άγιος Ανδρέας Κρήτης: «Εάν δεν υπάρχει, κατά το λόγιο, άνθρωπος, ο όποιος έζησε και δεν δοκίμασε θάνατο, άνθρωπος δε, και του ανθρώπου πέρα, και η υμνουμένη τώρα Παναγία, έχει δειχθεί βεβαίως τρανώς ότι και Αυτή ξεπλήρωσε το ίδιο με μας νόμο της φύσεως, εάν όχι ίσα με μας, αλλά πάνω από μας».


Αναντίρρητα, ο θάνατος είναι σκληρός. Αλλά από τη στιγμή που ο Χριστός νίκησε το θάνατο και ανέστη εκ νεκρών, ο θάνατος έπαυσε να προκαλεί τη φρίκη και την απόγνωση στους ανθρώπους. Πολύ περισσότερο ο θάνατος των αγίων δεν είναι γεγονός θλιβερό. Είναι χαρά και αγαλλίαση, διότι καταργήθηκε πλέον το κράτος του θανάτου και η ανθρώπινη φύση ντύθηκε την αθανασία. «Εγώ ο άνθρωπος θεώθηκα», γράφει ο ιερός Δαμασκηνός, «αποθανατίσθηκα εγώ ο θνητός... διότι ξεντύθηκα το ένδυμα της φθοράς, και φόρεσα την αφθαρσία, καθώς τυλίχθηκα την αλουργίδα της Θεότητας».


Από τα παραπάνω γίνεται αντιληπτό γιατί ο θάνατος της «ζωαρχικής Μητέρας» του Κυρίου υπερβαίνει την έννοια του θανάτου, ώστε να μην ονομάζεται καν θάνατος, αλλά «κοίμηση» και «θεία μετάσταση» και «εκδημία» ή «ενδημία» προς τον Κύριο. Και εάν ακόμη λεχθεί «θάνατος», όμως είναι θάνατος ζωηφόρος και «αρχή δευτέρας υπάρξεως», της αιωνίου, κατά τον ιερό Δαμασκηνό.


Πότε κοιμήθηκε η Θεομήτωρ; Δεν γνωρίζομε. Η Καινή Διαθήκη δεν μας δίνει πληροφορίες για το πότε γεννήθηκε η Κόρη της Ναζαρέτ, αλλ’ ούτε και για το πότε απέθανε. Ο άγιος Επιφάνιος Κύπρου έγράφε τα έξης σχετικά: «Οι Γραφές δεν μας δίνουν καμιά πληροφορία για το τέλος της Θεοτόκου, ούτε εάν απέθανε, ούτε εάν δεν απέθανε- ούτε εάν τάφηκε, ούτε εάν δεν τάφηκε». Και προσθέτει χαρακτηριστικά ο αυτός πατήρ: «Αν απέθανε η αγία Παρθένος και τάφηκε, με τιμή η κοίμησή Της και με αγνεία η τελευτή και με παρθενία το στεφάνι. Αν δέχθηκε θάνατο μαρτυρικό, καθώς έχει γραφεί «την καρδιά σου θα διαπεράσει μεγάλο και οδυνηρό μαχαίρι» και τότε μεταξύ των μαρτύρων η δόξα Της και το άγιο Της σώμα με μακαριότητα αναπαύθηκε».


Οπωσδήποτε ο θάνατος της Μητροπάρθενης Κόρης δεν υπήρξε ένα άδοξο γι’ Αυτή γεγονός. Αυτός ο Ίδιος ο Υιός Της και Σωτήρας, κατά την ώρα της Κοίμησης της Μητέρας Του ήλθε «προς την οικείαν λοχεύτριαν»- και «υπηρετεί με δεσποτικές παλάμες την παναγία και θεϊκωτάτη Μητέρα και υποδέχεται την ιερή ψυχή». Συνοδευόμενος δε από όλους τους αγγέλους και τους αγίους, την αναφέρει όχι απλώς στον ουρανό, αλλ’ έως αυτού του βασιλικού θρόνου Του, στα επουράνια «Άγια των Αγίων».


Ο ιερός Δαμασκηνός περιγράφει με πολύ στοργικό και τρυφερό τρόπο αυτήν την υποδοχή της ψυχής της Παναγίας μας εκ μέρους του Υιού Της. Μας παρουσιάζει τον Κύριο Ιησού να προσκαλεί να έλθει κοντά Του η πάναγνη Μητέρα Του, της Όποιας η αρετή υπερβαίνει σε θελκτικότητα όλα τα αρώματα. Λέει, λοιπόν, ο Νυμφίος Χριστός στην Αειπάρθενο:
«Έλα, ευλογημένη μου Μητέρα, να ξεκουραστείς. Σήκω, έλα, κοντά Μου, η ενάρετη μεταξύ των γυναικών, διότι ό χειμώνας αφού παρήλθε, ήλθε η ώρα για να κόψουμε κλαδιά. Η ωραία κοντά Μου, και μώμος δεν υπάρχει σε Σένα. Η ευωδία των μύρων Σου ξεπερνά όλα τα αρώματα».


Και γεμάτος θαυμασμό για τη μετάστασή Της, απορεί και γράφει:

«Ω! πώς ό ουρανός υποδέχθηκε Αυτή, που υπήρξε πλατύτερη από τους ουρανούς!

Πώς δέχθηκε ο τάφος Αυτήν, η οποία δέχθηκε το Θεό!

Ναι, Τη δέχθηκε, και Τη χώρεσε, διότι δεν έγινε πλατύτερη από τον ουρανό με το σωματικό Της όγκο- διότι πώς ένα σώμα τριών πήχεων, που όλο και φυραίνει, θα μπορούσε να ξεπεράσει το πλάτος και το μάκρος του ουρανού;

Με τη θεία χάρη όμως ξεπέρασε κάθε ύψος και πλάτος, διότι το θεϊκό είναι πέραν από κάθε σύγκριση.

Ω! το ιερό και θαυμαστό και σεβάσμιο και αξιοπροσκύνητο μνήμα».



«Η ΑΕΙΠΑΡΘΕΝΟΣ»

Αρχιμ. ΚΑΛΛΙΣΤΡΑΤΟΥ Ν. ΛΥΡΑΚΗ


Αγίου Γρηγορίου Παλαμά, Λόγος στην Κοίμηση της Θεοτόκου


Λόγος στην Κοίμηση της Θεοτόκου 
Αγίου Γρηγορίου Παλαμά
«…Αν ο θάνατος των οσίων είναι τίμιος και η μνήμη δικαίου συνοδεύεται από εγκώμια, πόσο μάλλον τη μνήμη της αγίας των αγίων, δια της οποίας επέρχεται όλη η αγιότης στους αγίους, δηλαδή τη μνήμη της αειπάρθενης και Θεομήτορος, πρέπει να την επιτελούμε με τις μεγαλύτερες ευφημίες.
Αυτό πράττουμε εορτάζοντας την επέτειο της αγίας κοιμήσεως ή μεταστάσεώς της, που αν και με αυτή είναι λίγο κατώτερη από τους αγγέλους, όμως ξεπέρασε σε ασύγκριτο βαθμό και τους αγγέλους και τους αρχαγγέλους και όλες τις υπερκόσμιες δυνάμεις δια της εγγύτητός της προς τον Θεό και δια των από παλαιά γραμμένων και πραγματοποιημένων σ' αυτή θαυμασίων.
Ο θάνατός της είναι ζωηφόρος, μεταβαίνοντας σε ουράνια και αθάνατο ζωή, και η μνήμη τούτου είναι χαρμόσυνη εορτή και παγκόσμια πανήγυρις
που όχι μόνο ανανεώνει τη μνήμη των θαυμασίων της Θεομήτορος, αλλά και προσθέτει τη κοινή και παράδοξη συνάθροιση των ιερών Αποστόλων από κάθε μέρος της γης για την πανίερη κηδεία της, με θεολήπτους ύμνους, με τις αγγελικές επιστασίες και χοροστασίες και λειτουργίες γι΄ αυτήν.
Οι Απόστολοι προπέμπουν, ακολουθούν, συμπράττουν, αποκρούουν, αμύνονται και συνεργούν με όλη τη δύναμη μαζί με εκείνους που εγκωμιάζουν το ζωαρχικό και θεοδόχο εκείνο σώμα, το σωστικό φάρμακο του γένους μας, το σεμνολόγημα όλης της κτίσεως.
Ενώ ο ίδιος ο Κύριος Σαβαώθ και Υιός αυτής της αειπάρθενης, είναι αοράτως παρών και αποδίδει στη μητέρα την εξόδιο τιμή. Σε αυτού τα χέρια εναπέθεσε και το θεοφόρο πνεύμα, δια του οποίου έπειτα από λίγο μεταθέτει και το συζυγικό προς εκείνο σώμα σε χώρο αείζωο και ουράνιο.
Διότι μόνο αυτή, ευρισκομένη ανάμεσα στο Θεό και σ' ολόκληρο το ανθρώπινο γένος, τον μεν Θεό κατέστησε υιόν ανθρώπου, τους δε ανθρώπους έκανε υιούς Θεού, ουρανώσασα τη γη και θεώσασα το γένος. Και μόνο αυτή από όλες τις γυναίκες αναδείχθηκε μητέρα του Θεού εκ φύσεως πάνω από κάθε φύση. Υπήρξε βασίλισσα κάθε εγκοσμίου και υπερκοσμίου κτίσματος.
Τώρα έχοντας και τον ουρανό κατάλληλο κατοικητήριο, ως ταιριαστό της βασίλειο, στον οποίο μετατέθηκε σήμερα από τη γη, στάθηκε και στα δεξιά του παμβασιλέως με διάχρυσο ιματισμό ντυμένη και στολισμένη, όπως λέγει ο προφήτης. (Ψαλμ. 44,11). Διάχρυσο ιματισμό, που σημαίνει στολισμένη με τις παντοειδείς αρετές. Διότι μόνο αυτή κατέχει τώρα μαζί με το θεοδόξαστο σώμα και με τον Υιό, τον ουράνιο χώρο. Δεν μπορούσε πραγματικά γη και τάφος και θάνατος να κρατεί έως το τέλος το ζωαρχικό και θεοδόχο σώμα της και αγαπητό ενδιαίτημα ουρανού και του ουρανού των ουρανών.
Αποδεικτικό για τους μαθητές στοιχείο περί της αναστάσεώς της από τους νεκρούς γίνονται τα σινδόνια και τα εντάφια, που μόνα απέμειναν στο τάφο και βρέθηκαν από εκείνους που ήλθαν να την ζητήσουν, όπως συνέβηκε προηγούμενα με τον Υιό και δεσπότη. Δεν χρειάσθηκε να μείνει και αυτή επίσης για λίγο πάνω στη γη, όπως ο Υιός της και Θεός, γι' αυτό αναλήφθηκε αμέσως προς τον υπερουράνιο χώρο από τον τάφο.
Με την ανάληψή της η Θεομήτορ συνήψε τα κάτω με τα άνω και περιέλαβε το πάν με τα γύρω της θαυμάσια, ώστε και το ότι είναι ελαττωμένη πολύ λίγο από τους αγγέλους, γευόμενη το θάνατο, αυξάνει τη υπεροχή της σε όλα . Και έτσι είναι η μόνη από όλους τους αιώνες και από όλους τους αρίστους που διαιτάται με το σώμα στον ουρανό μαζί με τον Υιό και Θεό.
Η Θεομήτωρ είναι ο τόπος όλων των χαρίτων και πλήρωμα κάθε καλοκαγαθίας και εικόνα κάθε αγαθού και κάθε χρηστότητος, αφού είναι η μόνη που αξιώθηκε όλα μαζί τα χαρίσματα του Πνεύματος και μάλιστα η μόνη που έλαβε παράδοξα στα σπλάχνα της εκείνον στον οποίο βρίσκονται οι θησαυροί όλων των χαρισμάτων. Τώρα δε με το θάνατό της προχώρησε από εδώ προς την αθανασία και δίκαια μετέστη και είναι συγκάτοικος με τον Υιό στα υπερουράνια σκηνώματα και από εκεί επιστατεί με τις ακοίμητες προς αυτόν πρεσβείες εξιλεώνοντας αυτόν προς όλους μας.
Είναι τόσο πολύ πλησιέστερη από τους πλησιάζοντας το Θεό, όχι μόνο από τους ανθρώπους, αλλά και από αυτές τις αγγελικές ιεραρχίες. «Τα Σεραφίμ στέκονταν γύρω του» (Ησαϊας 6,2) και ο Δαβίδ λέγει: «παρέστη η βασίλισσα στα δεξιά σου».
Βλέπετε τη διαφορά της στάσεως; Από αυτή μπορείτε να καταλάβετε και τη διαφορά της, κατά την αξία της τάξεως. Διότι τα Σεραφείμ ήταν γύρω από το Θεό, πλησίον δε στον ίδιο μόνο η βασίλισσα και μάλιστα στα δεξιά του. Όπου κάθισε ο Χριστός στον ουρανό, δηλαδή στα δεξιά της μεγαλωσύνης, εκεί στέκεται και αυτή τώρα που ανέβηκε από τη γη στον ουρανό.
Ποιός δεν γνωρίζει ότι η Παρθενομήτωρ είναι εκείνη η βάτος που ήταν αναμμένη αλλά δεν καταφλεγόταν. (Ψαλμ.44,19) Και αυτή η λαβίδα, που πήρε το Σεραφίμ, τον άνθρακα από το θυσιαστήριο, που συνέλαβε δηλαδή απυρπολήτως το θείο πυρ και κανείς άλλος δεν θα μπορούσε να έλθει προς το Θεό. Επομένως μόνη αυτή είναι μεθόριο της κτιστής και της άκτιστης φύσεως.
Ποιός θα αγαπούσε το Υιό και Θεό περισσότερο από τη μητέρα, η οποία όχι μόνο μονογενή τον γέννησε, αλλά και μόνη της αυτή χωρίς ανδρική ένωση, ώστε να είναι το φίλτρο διπλάσιο.
Όπως λοιπόν, αφού μόνο δι' αυτής επεδήμησε προς εμάς, φανερώθηκε και συναναστράφηκε με τους ανθρώπους, ενώ πριν ήταν αθέατος, έτσι και στον μελλοντικό ατελεύτητο αιώνα κάθε πρόοδος και αποκάλυψη μυστηρίων χωρίς αυτήν θα είναι αδύνατος.
Δια μέσου της Θεομήτορος θα υμνούν το Θεό γιατί αυτή είναι η αιτία, η προστάτης και πρόξενος των αιωνίων. Αυτή είναι θέμα των προφητών, αρχή των Αποστόλων, εδραίωμα των μαρτύρων, κρηπίς των διδασκάλων, η ρίζα των απορρήτων αγαθών, η κορυφή και τελείωση κάθε αγίου.
Ω Παρθένε θεία και τώρα ουρανία, πως να περιγράψω όλα σου τα προσόντα; Πως να σε δοξάσω, το θησαυρό της δόξας; Εσένα και η μνήμη μόνο αγιάζει αυτόν που την χρησιμοποιεί.
Μετάδωσε πλούσια λοιπόν τα χαρίσματά σου στο λαό σου, Δέσποινα, δώσε τη λύση των δεινών μας, μετάτρεψε όλα προς το καλύτερο με τη δύναμή σου, δίδοντας τη χάρη σου για να δοξάζουμε το προαιώνιο Λόγο που σαρκώθηκε από σένα γα μας μαζί με τον άναρχο Πατέρα και το ζωοποιό Πνεύμα, τώρα και πάντοτε και στους ατελευτήτους αιώνες. Γένοιτο...».

Απόσπασμα από τις Πατερικές εκδόσεις
«Γρηγόριος ο Παλαμάς»
10ος τόμος

Δευτέρα, 25 Απριλίου 2016

«Χαῖρε, ὀσμὴ τῆς Χριστοῦ εὐωδίας»



   Ὁ ἱερὸς ὑμνογράφος τοῦ Ἀκαθίστου ὕμ­νου μᾶς καλεῖ νὰ χαιρετίσουμε τὴν Παναγία Μητέρα τοῦ Κυρίου μας μὲ ἀλληλοδιάδοχους Χαιρετισμούς, γεμάτους ἀπὸ χάρη καὶ λυρισμό, μικροὺς σὲ ἔκταση, ἀλλὰ μεγάλους σὲ βάθος. Ἕνας ἀπὸ τοὺς θαυμάσιους αὐτοὺς Χαιρετισμοὺς ἀποκαλεῖ τὴν Ὑπεραγία Θεοτόκο «ὀσμὴν τῆς Χριστοῦ εὐωδίας».
   Τί σημαίνει «ὀσμὴ τῆς Χριστοῦ εὐωδίας»; Στοὺς χρόνους τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης «ὀσμὴ εὐωδίας» ὀνομαζόταν ἡ ὀ­σμὴ τὴν ὁποία ἀνέδιδε τὸ ζῶο τοῦ ὁλοκαυτώματος, ποὺ καιγόταν τελείως ἐπάνω στὴ φωτιὰ ὡς θυσία πλήρους ἀφιερώσεως στὸ Θεό. Αὐτοῦ τοῦ εἴδους ἡ θυσία ἀποτελοῦσε σύμβολο καὶ προτύπωση μιᾶς ἄλλης θυσίας, ποὺ προσεφέρθη μιὰ γιὰ πάντα στὸ Θεὸ καὶ εὐηρέστησε περισσότερο ἀπὸ κάθε ἄλλη θυσία στὸν Οὐράνιο Πατέρα. Πρόκειται γιὰ τὴ σταυρικὴ θυσία τοῦ Κυρίου μας. Γιὰ τὴ θυσία αὐτὴ μιλάει ὁ ἀπόστολος Παῦλος, ὅταν λέει ὅτι «ὁ Χριστὸς ἠγάπησεν ἡμᾶς καὶ παρέδωκεν ἑαυτὸν ὑπὲρ ἡμῶν προσφορὰν καὶ θυσίαν τῷ Θεῶ εἰς ὀσμὴν εὐωδίας» (Ἐφεσ. ε΄ 2). Τόσο πολὺ μᾶς ἀγάπησε ὁ Θεός, ποὺ γιὰ χάρη μας θυσιάστηκε ὁ Μονογενὴς Υἱός Του ἐπάνω στὸ Σταυρό. Ἡ θυσία Του αὐτὴ ἔφθασε στὸν Οὐράνιο Πατέρα ὡς ὀσμὴ εὐωδίας, καὶ Τὸν εὐχαρίστησε περισσότερο ἀπὸ κάθε ἄλλη θυσία.
   Ὥστε λοιπὸν «ὀσμὴ εὐωδίας» εἶναι ἡ σταυρικὴ θυσία τοῦ Κυρίου μας ὡς ἔκ­φραση τῆς τελείας ἀρετῆς Του. Αὐτὴ τὴν τελειότητα τῆς ἀρετῆς τοῦ Χριστοῦ ἔβλεπε αἰῶνες πρὶν ὁ προφήτης Ἀββακοὺμ καὶ ἔλεγε: «Ἐκάλυψεν οὐρανοὺς ἡ ἀρετὴ αὐτοῦ» (Ὠδὴ Δ΄ 3). Πράγματι! Τί νὰ πρωτοθαυμάσει κανεὶς ἀπὸ «τὸν πάν­των ἁγίων ἁγιώτατον Λόγον»; Τὴ θεία μακροθυμία Του; Τὴν ἄκρα ταπείνωσή Του; Τὴν ἀπόλυτη ἀναμαρτησία Του; Τὴν ἑκούσια ὑποταγή Του στὸ θέλημα τοῦ Οὐρανίου Πατρός; Τὴν τέλεια ὑπομονή Του; Τὴν ἀπέραντη ἀνεξικακία Του; Τὴν ἄπειρη ἀ­γάπη καὶ φιλανθρωπία Του;
   Ὅλες αὐτὲς οἱ ἀρετὲς τοῦ Χριστοῦ προχέουν ἀστείρευτα ἀνερμήνευτη χάρη, ποὺ φθάνει σὲ μᾶς σὰν ἄρωμα θεῖο. Κι ὅπως τὸ θυμίαμα, ὅταν καίεται, εὐωδιάζει ἀκόμη περισσότερο, ἔτσι καὶ οἱ ἀρετὲς τοῦ Χριστοῦ, ὅταν προσεφέρθη ἡ σταυρικὴ θυσία Του, σκόρπισαν πρωτόγνωρα ζωοπάροχα ἀρώματα, ποὺ ἁπλώθηκαν σὲ γῆ καὶ οὐρανὸ καὶ εὐφραίνουν ἀγγέλους καὶ ἀνθρώπους. 
   Ἀλλὰ πῶς ἔγινε καὶ ἡ Παναγία εὐωδία Χριστοῦ;
   Ἐφόσον ἀξιώθηκε τῆς ὑψίστης τιμῆς νὰ γίνει Μητέρα τοῦ Χριστοῦ, χρησιμοποιήθηκε ἡ μακαρία κοιλία Της ὡς πολύτιμο σκεῦος μέσα στὸ ὁποῖο ἐκενώθη τὸ «ἀκένωτον μύρον». Κι ὅπως μέσα σ᾿ ἕνα μυροπωλεῖο εὐωδιάζουν ὄχι μόνο τὰ ἀ­ρώματα ἀλλὰ καὶ τὰ δοχεῖα ποὺ περιέχουν μύρο, ἔτσι καὶ ἡ Παναγία, ἐφόσον χρησιμοποιήθηκε ὡς σκεῦος μέσα στὸ ὁποῖο ἐκενώθη τὸ «ἀκένωτον μύρον», εὐωδιάζει τὴν εὐωδία τοῦ Χριστοῦ.
   Ἐπίσης ἡ Παναγία εὐωδιάζει τὴν εὐωδία τοῦ Χριστοῦ, διότι βίωνε κι αὐτὴ τὶς χριστομίμητες ἀρετές: τὴν ὑπακοή, τὴν ταπείνωση, τὴν ἁπλότητα, τὴν ἁγνότητα, τὴν καθαρότητα, τὴ σεμνότητα, τὴν ὑπομονή, τὴν ἀγάπη. Οἱ ἀρετὲς Της αὐτὲς φθάνουν στὸ θρόνο τοῦ Θεοῦ ὡς ὀσμὴ εὐωδίας καὶ γίνονται «τὸ ὀσφράδιον τοῦ πάντων Βασιλέως». Ὁ Βασιλεὺς τῶν ­πάντων εὐφραίνεται νὰ ὀσφραίνεται τὴν εὐωδία τῆς ἀρετῆς τῆς Ὑπεραγίας Θεοτόκου. Δικαίως λοιπὸν ὁ ἱερὸς Ὑμνογράφος τὴ χαιρετίζει ὡς «ὀσμὴν τῆς Χριστοῦ εὐωδίας».
   Ἀλλὰ μποροῦμε καὶ ὅλοι οἱ πιστοὶ χριστιανοὶ νὰ γινόμαστε «Χριστοῦ εὐωδία» (Β΄ Κόρ. β΄ 15). Πῶς θὰ τὸ ἐπιτύχουμε αὐτό; Ὅταν μιμούμαστε τὸν Κύριο καὶ Θεό μας καὶ τὶς χριστομίμητες ἀρετὲς τῆς Παναγίας Μητέρας Του. Δηλαδή, ὅταν γινόμαστε ἄνθρωποι ἀρετῆς καὶ ἁγιότητος· ἁγνότητος καὶ καθαρότητος· πραότητος καὶ ταπεινοφροσύνης· ἀγάπης καὶ φιλανθρωπίας· συγγνώμης καὶ ἀνεξικακίας· ὑπομονῆς καὶ μακροθυμίας. Ὅταν προσφέρουμε τὰ σώματά μας στὸ Θεό, σὰν σὲ θυσιαστήριο, «θυσίαν ζῶσαν, ἁγίαν, εὐάρεστον τῷ Θεῶ, τὴν λογικὴν λατρείαν ἡμῶν» (Ρωμ. ιβ΄ [12] 1). Δηλαδή, ὅταν προσφέρουμε στὸ Θεὸ τὸν ἑαυτό μας· τὴ λογικὴ λατρεία τῆς θεάρεστης ζωῆς μας· ὅταν κόβουμε τὸ θέλημά μας· ὅταν Τοῦ δίνουμε τὴν καρδιά μας, τότε γινόμαστε κι ἐμεῖς «Χριστοῦ εὐωδία» (Β΄ Κορ. β΄ 15).
   Ἐννοοῦμε ἀπ᾿ ὅσα γράφονται ὅτι ἡ πιὸ εὐχάριστη εὐωδία εἶναι ἡ ἀρετὴ καὶ ἡ πιὸ δυσάρεστη δυσοσμία ἡ ἁμαρτία. Ὅπως ὁ καπνὸς διώχνει τὶς μέλισσες, ἔτσι καὶ ἡ δυσώδης ἁμαρτία διώχνει τὴ χάρη τοῦ Θεοῦ. Κι ὅπως ἡ εὐωδία τῶν λουλουδιῶν ἑλκύει τὶς μέλισσες, ἔτσι καὶ ἡ εὐωδία τῶν ἀρετῶν τῆς Ὑπεραγίας Θεοτόκου καὶ ὅλων τῶν Ἁγίων ἑλκύει τὴ χάρη τοῦ Θεοῦ. Ἂς παρακαλέσουμε τὴν Κυρία Θεοτόκο νὰ μᾶς σκεπάζει καὶ νὰ αὐξάνει μέσα μας τὸν πόθο νὰ ἀποστρεφόμαστε τὴ δυσώδη ἁμαρτία καὶ νὰ ζοῦμε ζωὴ καθαρότητος καὶ ἁγιασμοῦ, γιὰ νὰ ἀξιωθοῦμε τῆς ἰδιαίτερης χάριτος καὶ εὐλογίας νὰ εὐωδιάζουμε κι ἐμεῖς τὴν «ὀσμὴν τῆς Χριστοῦ εὐωδίας». Ἀμήν.

Παρασκευή, 15 Απριλίου 2016

Ο ΑΚΑΘΙΣΤΟΣ ΥΜΝΟΣ ΟΛΟΙ ΟΙ ΟΙΚΟΙ



Κοντάκιον. Ἦχος πλ. δ'.

Τὸ προσταχθὲν μυστικῶς λαβὼν ἐν γνώσει,
ἐν τῇ σκηνῇ τοῦ Ἰωσὴφ σπουδῇ ἐπέστη,
ὁ ἀσώματος λέγων τῇ Ἀπειρογάμω•
ὁ κλίνας ἐν καταβάσει τοὺς οὐρανούς,
χωρεῑται ἀναλλοιώτως ὅλος ἐν σοι•
Ὃν καὶ βλέπων ἐν μήτρᾳ σου,
λαβόντα δούλου μορφήν,
ἐξίσταμαι κραυγάζων σοι•

Χαῖρε Νύμφη ἀνύμφευτε.

Ἕτερον. Ἦχος ὁ αὐτός.

Τῇ ὑπερμάχῷ στρατηγῷ τὰ νικητήρια,
ὡς λυτρωθεῖσα τῶν δεινῶν εὐχαριστήρια,
ἀναγράφω σοι ἡ πόλις σου, Θεοτόκε•
ἀλλ' ὡς ἔχουσα τὸ κράτος ἀπροσμάχητον,
ἐκ παντοίων με κινδύνων ἐλευθέρωσον,
ἵνα κράζω σοί•

Χαῖρε Νύμφη ἀνύμφευτε.


ΟΙ ΟΙΚΟΙ
[Ἀκροστιχίς: κατ' ἀλφάβητον]

Ἄγγελος πρωτοστάτης,
οὐρανόθεν ἐπέμφθη,
εἰπεῖν τῇ Θεοτόκω τὸ Χαῖρε•
καὶ σὺν τῇ ἀσωμάτῳ φωνῇ,
σωματούμενόν σε θεωρῶν, Κύριε,
ἐξίστατο καὶ ἵστατο,
κραυγάζων πρὸς Αὐτὴν τοιαῦτα•
Χαῖρε, δ' ἧς ἡ χαρὰ ἐκλάμψει,
χαῖρε, δι' ἧς ἡ ἀρὰ ἐκλείψει.
Χαῖρε, τοῦ πεσόντος Ἀδάμ ἡ ἀνάκλησις,
χαῖρε, τῶν δακρύων τῆς Εὔας ἡ λύτρωσις.
Χαῖρε, ὕψος δυσανάβατον ἀθρωπίνοις λογισμοῖς,
χαῖρε, βάθος δυσθεώρητον καὶ ἀγγέλων ὀφθαλμοῖς.
Χαῖρε, ὅτι ὑπάρχεις Βασιλέως καθέδρα,
χαῖρε, ὅτι βαστάζεις τὸν βαστάζοντα πάντα.
Χαῖρε, ἀστὴρ ἐμφαίνων τὸν ἥλιον,
χαῖρε, γαστὴρ ἐνθέου σαρκώσεως.
Χαῖρε, δι' ἧς νεουργεῖται ἡ κτίσις,
χαῖρε, δι' ἧς βρεφουργεῖται ὁ Κτίστης.
Χαῖρε, Νύμφη ἀνύμφευτε.

Βλέπουσα ἡ Ἁγία,
ἑαυτήν ἐν ἁγνείᾳ,
φησὶ τῷ Γαβριὴλ θαρσαλέως•
τὸ παράδοξόν σου τῆς φωνῆς,
δυσπαράδεκτόν μου τῇ ψυχῇ φαίνεται•
ἀσπόρου γὰρ συλλήψεως,
τὴν κύησιν πὼς λέγεις κράζων•
Ἀλληλούια.

Γνῶσιν ἄγνωστον γνῶναι,
ἡ Παρθένος ζητοῦσα,
ἐβόησε πρὸς τὸν λειτουργοῦντα•
ἐκ λαγόνων ἁγνῶν,
υἷον πῶς ἔσται τεχθῆναι δυνατόν;
λέξον μοι.
Πρὸς ἥν ἐκεῖνος ἔφησεν ἐν φόβῳ,
πλὴν κραυγάζων οὕτω•
Χαῖρε, βουλῆς ἀπορρήτου μύστις,
χαῖρε, σιγῆς δεομένων πίστις.
Χαῖρε, τῶν θαυμάτων Χριστοῦ τὸ προοίμιον,
χαῖρε, τῶν δογμάτων αὐτοῦ τὸ κεφάλαιον.
Χαῖρε, κλῖμαξ ἐπουράνιε, δι' ἧς κατέβη ὁ Θεός,
χαῖρε, γέφυρα μετάγουσα ἀπὸ γῆς πρὸς οὐρανόν.
Χαῖρε, τὸ τῶν Ἀγγέλων πολυθρύλητον θαῦμα,
χαῖρε, τὸ τῶν δαιμόνων πολυθρήνητον τραῦμα.
Χαῖρε, τὸ φῶς ἀρρήτως γεννήσασα,
χαῖρε, τὸ πῶς μηδένα διδάξασα.
Χαῖρε, σοφῶν ὑπερβαίνουσα γνῶσιν,
Χαῖρε, πιστῶν καταυγάζουσα φρένας.
Χαῖρε, Νύμφη Ἀνύμφευτε.

Δύναμις τοῦ Ὑψίστου,
ἐπεσκίασε τότε,
πρὸς σύλληψιν τῇ Ἀπειρογάμω•
καὶ τὴν εὔκαρπον ταύτης νηδύν,
ὡς ἀγρὸν ὑπέδειξεν ἡδὺν ἅπασι,
τοῖς θέλουσι θερίζειν σωτηρίαν,
ἐν τῷ ψάλλειν οὕτως•
Ἀλληλούια.

Ἔχουσα θεοδόχον,
ἡ Παρθένος τὴν μήτραν,
ἀνέδραμε πρὸς τὴν Ἐλισάβετ.
Τὸ δὲ βρέφος ἐκείνης εὐθὺς ἐπιγνόν,
τὸν ταύτης ἀσπασμὸν ἔχαιρε,
καὶ ἅλμασιν ὡς ἄσμασιν,
ἐβόα πρὸς τὴν Θεοτόκον•
Χαῖρε, βλαστοῦ ἀμάραντου κλῆμα,
χαῖρε, καρποῦ ἀκήρατου κτῆμα.
Χαῖρε, γεωργὸν γεωργοῦσα φιλάνθρωπον,
χαῖρε, φυτουργὸν τῆς ζωῆς ἠμῶν φύουσα,
Χαῖρε, ἄρουρα βλαστάνουσα εὐφορίαν οἰκτιρμῶν,
χαῖρε, τράπεζα βαστάζουσα εὐθηνίαν ἱλασμῶν.
Χαῖρε, ὅτι λειμῶνα τῆς τρυφῆς ἀναθάλλεις,
χαῖρε, ὅτι λιμένα τῶν ψυχῶν ἑτοιμάζεις.
Χαῖρε, δεκτὸν πρεσβείας θυμίαμα,
χαῖρε, παντός τοῦ κόσμου ἐξίλασμα.
Χαῖρε, Θεοῦ πρὸς θνητοὺς εὐδοκία,
χαῖρε, θνητῶν πρὸς Θεὸν παρρησία.
Χαῖρε, Νύμφη ἀνύμφευτε.

Ζάλην ἔνδοθεν ἔχων,
λογισμῶν ἀμφιβόλων,
ὁ σώφρων Ἰωσὴφ ἐταράχθη•
πρὸς τὴν ἄγαμόν σὲ θεωρῶν,
καὶ κλεψίγαμον ὑπονοῶν Ἄμεμπτε•
μαθὼν δέ σου τὴν σύλληψιν,
ἐκ Πνεύματος Ἁγίου,
ἔφη•
Ἀλληλούια.

Ἤκουσαν oἱ ποιμένες,
τῶν Ἀγγέλων ὑμνούντων,
τὴν ἔνσαρκον Χριστοῦ παρουσίαν•
καὶ δραμόντες ὡς πρὸς ποιμένα,
θεωροῦσι τοῦτον ὡς ἀμνὸν ἄμωμον,
ἐν γαστρὶ τῆς Μαρίας βοσκηθέντα,
ἥν ὑμνοῦντες εἶπον•
Χαῖρε, Ἀμνοῦ καὶ Ποιμένος Μῆτερ,
χαῖρε, αὐλὴ λογικῶν προβάτων.
Χαῖρε, ἀοράτων ἐχθρῶν ἀμυντήριον,
χαῖρε, Παραδείσου θυρῶν ἀνοικτήριον.
Χαῖρε, ὅτι τὰ οὐράνια συναγάλλεται τῇ γῇ,
χαῖρε, ὅτι τὰ ἐπίγεια συγχορεύει οὐρανοῖς.
Χαῖρε, τῶν Ἀποστόλων τὸ ἀσίγητον στόμα,
χαῖρε, τῶν Ἀθλοφόρων τὸ ἀνίκητον θάρσος.
Χαῖρε, στερρὸν τῆς πίστεως ἔρεισμα,
χαῖρε, λαμπρὸν τῆς Χάριτος γνώρισμα.
Χαῖρε, δι' ἧς ἐγυμνώθη ὁ Ἅδης,
χαῖρε, δι' ἧς ἐνεδύθημεν δόξαν.
Χαῖρε, Νύμφη ἀνύμφευτε.

Θεοδρόμον ἀστέρα,
θεωρήσαντες Μάγοι,
τῇ τούτου ἠκολούθησαν αἴγλῃ•
καὶ ὡς λύχνον κρατοῦντες αὐτόν,
δι' αὐτοῦ ἠρεύνων κραταιὸν Ἄνακτα,
καὶ φθάσαντες τὸν ἄφθαστον,
ἐχάρησαν αὐτῷ βοῶντες•
Ἀλληλούια.

Ἴδον παῖδες Χαλδαίων,
ἐν χερσὶ τῆς Παρθένου,
τὸν πλάσαντα χειρὶ τοὺς ἀνθρώπους•
καὶ Δεσπότην νοοῦντες αὐτόν,
εἰ καὶ δούλου μορφὴν ἔλαβεν,
ἔσπευσαν τοῖς δώροις θεραπεῦσαι,
καὶ βοῆσαι τῇ Εὐλογημένῃ•
Χαῖρε, ἀστέρος ἀδύτου Μήτηρ,
χαῖρε, αὐγὴ μυστικῆς ἡμέρας.
Χαῖρε, τῆς ἀπάτης τὴν κάμινον σβέσασα,
χαῖρε, τῆς Τριάδος τοὺς μύστας φωτίζουσα.
Χαῖρε, τύραννον ἀπάνθρωπον ἐκβαλοῦσα τῆς ἀρχῆς,
χαῖρε, Κύριον φιλάνθρωπον ἐπιδείξασα Χριστόν.
Χαῖρε, ἡ τῆς βαρβάρου λυτρουμένη θρησκείας,
χαῖρε, ἢ τοῦ βορβόρου ρυομένη τῶν ἔργων.
Χαῖρε πυρὸς προσκύνησιν παύσασα,
χαῖρε, φλογὸς παθῶν ἀπαλλάττουσα.
Χαῖρε, πιστῶν ὁδηγὲ σωφροσύνης,
χαῖρε, πασῶν γενεῶν εὐφροσύνη.
Χαῖρε, Νύμφη ἀνύμφευτε.

Κήρυκες θεοφόροι,
γεγονότες οἱ Μάγοι,
ὑπέστρεψαν εἰς τὴν Βαβυλῶνα,
ἐκτελέσαντές σου τὸν χρησμόν,
καὶ κηρύξαντές σε τὸν Χριστὸν ἅπασιν,
ἀφέντες τὸν Ἡρώδην ὡς ληρώδη,
μὴ εἰδότα ψάλλειν•
Ἀλληλούια.

Λάμψας ἐν τῇ Αἰγύπτῳ,
φωτισμὸν ἀληθείας ἐδίωξας,
τοῦ ψεύδους τὸ σκότος•
τὰ γὰρ εἴδωλα ταύτης Σωτήρ,
μὴ ἐνέγκαντά σου τὴν ἰσχὺν πέπτωκεν,
οἱ τούτων δὲ ρυσθέντες,
ἐβόων πρὸς τὴν Θεοτόκον•
Χαῖρε, ἀνόρθωσις τῶν ἀνθρώπων,
χαῖρε, κατάπτωσις τῶν δαιμόνων.
Χαῖρε, τὴν ἀπάτης τὴν πλάνην πατήσασα,
χαῖρε, τῶν εἰδώλων τὴν δόξαν ἐλεγξασα.
Χαῖρε, θάλασσα ποντίσασα Φαραὼ τὸν νοητόν,
χαῖρε, πέτρα ἡ ποτίσασα τοὺς διψῶντας τὴν ζωὴν.
Χαῖρε, πύρινε στῦλε ὁδηγῶν τοὺς ἐν σκότει,
χαῖρε, σκέπη τοῦ κόσμου πλατυτέρα νεφέλης.
Χαῖρε, τροφὴ τοῦ μάνα διάδοχε,
χαῖρε, τρυφῆς ἁγίας διάκονε.
Χαῖρε, ἡ γῆ τῆς ἐπαγγελίας,
χαῖρε, ἐξ ἧς ρέει μέλι καὶ γάλα.
Χαῖρε, Νύμφη ἀνύμφευτε.

Μέλλοντος Συμεῶνος,
τοῦ παρόντος αἰῶνος,
μεθίστασθαι τοῦ ἀπατεῶνος,
ἐπεδόθης ὡς βρέφος αὐτῷ,
ἀλλ' ἐγνώσθης τούτω καὶ Θεὸς τέλειος•
διόπερ ἐξεπλάγη σου τὴν ἄρρητον σοφίαν,
κράζων•
Ἀλληλούια.

Νέαν ἔδειξε κτίσιν,
ἐμφανίσας ὁ Κτίστης,
ἡμῖν τοῖς ὑπ' αὐτοῦ γενομένοις•
ἐξ ἀσπόρου βλαστήσας γαστρός,
καὶ φυλάξας ταύτην,
ὥσπερ ἦν ἄφθορον,
ἵνα τὸ θαῦμα βλέποντες,
ὑμνήσωμεν αὐτὴν βοῶντες•
Χαῖρε, τὸ ἄνθος τῆς ἀφθαρσίας,
χαῖρε, τὸ στέφος τῆς ἐγκρατείας.
Χαῖρε, ἀναστάσεως τύπον ἐκλάμπουσα,
χαῖρε, τῶν Ἀγγέλων τὸν βίον ἐμφαίνουσα.
Χαῖρε, δένδρον ἀγλαόκαρπον, ἐξ οὗ τρέφονται πιστοί,
χαῖρε, ξύλον εὐσκιόφυλλον, ὑφ' οὗ σκέπονται πολλοί.
Χαῖρε, κυοφοροῦσα ὁδηγὸν πλανωμένοις,
χαῖρε, ἀπογεννῶσα λυτρωτὴν αἰχμαλώτοις.
Χαῖρε, Κριτοῦ δικαίου δυσώπησις,
χαῖρε, πολλῶν πταιόντων συγχώρησις.
Χαῖρε, στολὴ τῶν γυμνῶν παρρησίας,
χαῖρε, στοργὴ πάντα πόθον νικῶσα.
Χαῖρε, Νύμφη ἀνύμφευτε.

Ξένον τόκον ἰδόντες,
ξενωθῶμεν τοῦ κόσμου, τὸν νοῦν εἰς οὐρανὸν μεταθέντες•
διὰ τοῦτο γὰρ ὁ ὑψηλὸς Θεός,
ἐπὶ γῆς ἐφάνη ταπεινὸς ἄνθρωπος•
βουλόμενος ἑλκύσαι πρὸς τὸ ὕψος,
τοὺς αὐτῷ βοώντας•
Ἀλληλούια.

Ὅλως ἦν ἐν τοῖς κάτω,
καὶ τῶν ἄνω οὐδόλως ἀπῆν,
ὁ ἀπερίγραπτος Λόγος•
συγκατάβασις γὰρ θεϊκή,
οὐ μετάβασις τοπικὴ γέγονε,
καὶ τόκος ἐκ Παρθένου θεολήπτου,
ἀκουούσης ταῦτα•
Χαῖρε, Θεοῦ ἀχωρήτου χώρα,
χαῖρε, σεπτοῦ μυστηρίου θύρα.
Χαῖρε, τῶν ἀπίστων ἀμφίβολον ἄκουσμα,
χαῖρε, τῶν πιστῶν ἀναμφίβολον καύχημα.
Χαῖρε, ὄχημα πανάγιον τοῦ ἐπὶ τῶν Χερουβείμ,
χαῖρε, οἴκημα πανάριστον τοῦ ἐπὶ τῶν Σεραφείμ.
Χαῖρε, ἡ τἀναντία εἰς ταὐτὸ ἀγαγοῦσα,
χαῖρε, ἡ παρθενίαν καὶ λοχείαν ζευγνῦσα.
Χαῖρε, δι' ἧς ἐλύθη παράβασις,
χαῖρε, δι' ἧς ἠνοίχθη παράδεισος.
Χαῖρε, ἡ κλεὶς τῆς Χριστοῦ βασιλείας,
χαῖρε, ἐλπὶς ἀγαθῶν αἰωνίων.
Χαῖρε, Νύμφη ἀνύμφευτε.

Πᾶσα φύσις Ἀγγέλων,
κατεπλάγη τὸ μέγα,
τῆς σῆς ἐνανθρωπήσεως ἔργον•
τὸν ἀπρόσιτον γὰρ ὡς Θεόν,
ἐθεώρει πᾶσι προσιτὸν ἄνθρωπον,
ἡμῖν μὲν συνδιάγοντα,
ἀκούοντα δὲ παρὰ πάντων οὕτως•
Ἀλληλούια.

Ρήτορας πολυφθόγγους,
ὡς ἰχθύας ἀφώνους,
ὁρῶμεν ἐπὶ σοὶ Θεοτόκε•
ἀποροῦσι γὰρ λέγειν,
τὸ πῶς καὶ Παρθένος μένεις,
καὶ τεκεῖν ἴσχυσας•
ἡμεῖς δὲ τὸ μυστήριο ν θαυμάζοντες,
πιστῶς βοῶμεν•
Χαῖρε, σοφίας Θεοῦ δοχεῖον,
χαῖρε, προνοίας αὐτοῦ ταμεῖον.
Χαῖρε, φιλοσόφους ἀσόφους δεικνύουσα,
χαῖρε, τεχνολόγους ἀλόγους ἐλέγχουσα.
Χαῖρε, ὅτὶ ἐμωράνθησαν οἱ δεινοὶ συζητηταί,
χαῖρε, ὅτι ἐμαράνθησαν οἱ τῶν μύθων ποιηταί.
Χαῖρε, τῶν Ἀθηναίων τὰς πλοκὰς διασπῶσα,
χαῖρε, τῶν ἁλιέων τὰς σαγήνας πληροῦσα.
Χαῖρε, βυθοῦ ἀγνοίας ἐξέλκουσα,
χαῖρε, πολλοὺς ἐν γνώσει φωτίζουσα.
Χαῖρε, ὁλκὰς τῶν θελόντων σωθῆναι,
χαῖρε, λιμὴν τῶν τοῦ βίου πλωτήρων.
Χαῖρε, Νύμφη ἀνύμφευτε.

Σῶσαι θέλων τὸν κόσμον,
ὁ τῶν ὅλων κοσμήτωρ,
πρὸς τοῦτον αὐτεπάγγελτος ἦλθε•
καὶ ποιμὴν ὑπάρχων ὡς Θεός,
δι' ἡμᾶς ἐφάνη καθ' ἡμᾶς ἄνθρωπος•
ὁμοίῳ γὰρ τὸ ὅμοιον καλέσας,
ὡς Θεὸς ἀκούει•
Ἀλληλούια.

Τεῖχος εἶ τῶν παρθένων,
Θεοτόκε Παρθένε,
καὶ πάντων τῶν εἰς σὲ προστρεχόντων.
Ὁ γὰρ τοῦ οὐρανοῦ καὶ τῆς γῆς,
κατεσκεύασέ σε ποιητής, Ἄχραντε,
οἰκήσας ἐν τῇ μήτρα σου,
καὶ πάντας σοι προσφωνεῖν διδάξας•
Χαῖρε, ἡ στήλη τῆς παρθενίας,
χαῖρε, ἡ πύλη τῆς σωτήριας.
Χαῖρε, ἀρχηγὲ νοητῆς ἀναπλάσεως,
χαῖρε, χορηγὲ θεϊκῆς ἀγαθότητος.
Χαῖρε, σὺ γὰρ ἀνεγέννησας τοὺς συλληφθέντας αἰσχρῶς,
χαῖρε, σὺ γὰρ ἐνουθέτησας τοὺς συληθέντας τὸν νοῦν.
Χαῖρε, ἡ τὸν φθορέα τῶν φρενῶν καταργοῦσα,
χαῖρε, ἡ τὸν σπορέα τῆς ἁγνείας τεκοῦσα.
Χαῖρε, παστάς ἀσπόρου νυμφεύσεως,
χαῖρε, πιστοὺς Κυρίῳ ἁρμόζουσα.
Χαῖρε, καλὴ κουροτρόφε παρθένων,
χαῖρε, ψυχῶν νυμφοστόλε ἁγίων.
Χαῖρε, Νύμφη ἀνύμφευτε.

Ὕμνος ἅπας ἡττᾶται,
συνεκτείνεσθαι σπεύδων,
τῷ πλήθει τῶν πολλῶν οἰκτιρμῶν σου•
ἰσαρίθμους γὰρ τῇ ψάμμῳ ὠδάς,
ἂν προσφέρωμέν σοι, Βασιλεῦ ἅγιε,
οὐδὲν τελοῦμεν ἄξιον,
ὧν δέδωκας ἡμῖν τοῖς σοὶ βοῶσιν•
Ἀλληλούια.

Φωτοδόχον λαμπάδα,
τοῖς ἐν σκότει φανεῖσαν,
ὁρῶμεν τὴν ἁγίαν Παρθένον•
τὸ γὰρ ἄυλον ἅπτουσα φῶς,
ὁδηγεῖ πρὸς γνῶσιν θεϊκὴν ἅπαντας,
αὐγῇ τὸν νοῦν φωτίζουσα,
κραυγῇ δὲ τιμωμένη ταῦτα•
Χαῖρε, ἀκτὶς νοητοῦ ἡλίου,
χαῖρε, βολὶς τοῦ ἀδύτου φέγγους.
Χαῖρε, ἀστραπὴ τὰς ψυχὰς καταλάμπουσα,
χαῖρε, ὡς βροντὴ τοὺς ἐχθροὺς καταπλήττουσα.
Χαῖρε, ὅτι τὸν πολύφωτον ἀνατέλλεις φωτισμόν,
Χαῖρε, ὅτι τὸν πολύρρυτον ἀναβλύζεις ποταμόν.
Χαῖρε, τῆς κολυμβήθρας ζωγραφοῦσα τὸν τύπον,
χαῖρε, τῆς ἁμαρτίας ἀναιροῦσα τὸν ρύπον.
Χαῖρε, λουτὴρ ἔκπλυνων συνείδησιν,
χαῖρε, κρατὴρ κιρνῶν ἀγαλλίασιν.
Χαῖρε, ὀσμὴ τῆς Χριστοῦ εὐωδίας,
χαῖρε, ζωὴ μυστικῆς εὐωχίας.
Χαῖρε, Νύμφη ἀνύμφευτε.

Χάριν δοῦναι θελήσας,
ὀφλημάτων ἀρχαίων,
ὁ πάντων χρεωλύτης ἀνθρώπων,
ἐπεδήμησε δι’ἑαυτοῦ,
πρὸς τοὺς ἀποδήμους τῆς αὐτοῦ Χάριτος•
καὶ σχίσας τὸ χειρόγραφον,
ἀκούει παρὰ πάντων οὕτως•
Ἀλληλούια.

Ψάλλοντές σου τὸν τόκον,
ἀνυμνοῦμέν σε πάντες,
ὡς ἔμψυχον ναόν, Θεοτόκε.
Ἐν τῇ σῇ γὰρ οὶκήσας γαστρί,
ὁ συνέχων πάντα τῇ χειρὶ Κύριος,
ἡγίασεν, ἐδόξασεν, ἐδίδαξε βοᾶν σοὶ πάντας•
Χαῖρε, σκηνὴ τοῦ Θεοῦ καὶ Λόγου,
χαῖρε, Ἁγία ἁγίων μείζων.
Χαῖρε, κιβωτὲ χρυσωθεῖσα τῷ Πνεύματι,
χαῖρε, θησαυρὲ τῆς ζωῆς ἀδαπάνητε.
Χαῖρε, τίμιον διάδημα βασιλέων εὐσεβῶν,
χαῖρε, καύχημα σεβάσμιον ἱερέων εὐλαβῶν.
Χαῖρε, τῆς Ἐκκλησίας ὁ ἀσάλευτος πύργος,
χαῖρε, τῆς Βασιλείας τὸ ἀπόρθητον τεῖχος.
Χαῖρε, δι' ἧς ἐγείρονται τρόπαια,
χαῖρε, δι' ἧς ἐχθροὶ καταπίπτουσι.
Χαῖρε, χρωτὸς τοῦ ἐμοῦ θεραπεία,
χαῖρε, ψυχῆς τῆς ἐμῆς σωτηρία.
Χαῖρε, Νύμφη ἀνύμφευτε.

Ὦ πανύμνητε Μῆτερ,
ἡ τεκοῦσα τὸν πάντων ἁγίων,
ἁγιώτατον Λόγον•
δεξαμένη γὰρ τὴν νῦν προσφοράν,
ἀπὸ πάσης ρῦσαι συμφορᾶς ἅπαντας,
καὶ τῆς μελλούσης λύτρωσαι κολάσεως,
τοὺς σοὶ βοῶντας•
Ἀλληλούια.





Ο ΑΚΑΘΙΣΤΟΣ ΥΜΝΟΣ

ΙΣΤΟΡΙΑ



ΕΙΣΑΓΩΓΗ



Από την Καθαρά Δευτέρα και για τις επόμενες πέντε εβδομάδες, θα ακούγεται κάθε Παρασκευή στις Εκκλησίες ο Ακάθιστος Ύμνος. Ο Ύμνος αυτός, που από ποιητικής και μελωδικής πλευράς θεωρείται ένας από τους ωραιότερους της Ορθοδόξου Εκκλησίας, έχει ιδιαίτερη σημασία τόσο για την Θρησκεία, όσο και για το Έθνος.





ΧΡΟΝΟΣ ΚΑΙ ΑΙΤΙΑ ΣΥΝΘΕΣΗΣ



Σύμφωνα με το Συναξαριστή, ο Ύμνος δημιουργήθηκε το 626, μετά τη σωτηρία της Κωνσταντινούπολης από την πολιορκία των Αβάρων και των Περσών, οπότε και εψάλει για πρώτη φορά.

Κατά το έτος 626 η Κωνσταντινούπολη πολιορκήθηκε από τους Πέρσες και Αβάρους. Ο βασιλέας Ηράκλειος απουσίαζε στη Μικρά Ασία σε πόλεμο κατά των Περσών. Τότε ο φρούραρχος Βώνος μαζί με τον Πατριάρχη Σέργιο ανέλαβαν την υπεράσπιση της αυτοκρατορίας. Ο Πατριάρχης περιέτρεχε τη πόλη με την εικόνα της Παναγίας της Βλαχερνίτισσας και ενεθάρρυνε τα πλήθη και τους μαχητές.

Ξαφνικά έγινε φοβερός ανεμοστρόβιλος που δημιούργησε τρικυμία και κατέστρεψε τον εχθρικό στόλο και τη νύκτα της 7ης προς την 8η Αυγούστου, αναγκάσθηκαν να φύγουν άπρακτοι. Ο λαός πανηγυρίζοντας τη σωτηρία του, συγκεντρώθηκε στο Ναό της Παναγίας των Βλαχερνών και όλοι όρθιοι έψαλλαν τον από τότε λεγόμενο «Ακάθιστο Ύμνο» στην Παναγία, αποδίδοντας τα «νικητήρια» και την ευγνωμοσύνη τους στην «Τῇ ὑπερμάχῳ στρατηγῷ».

Για να ψαλθεί όμως τότε θα πρέπει να είχε συντεθεί νωρίτερα, καθώς δεν ήταν δυνατό να γίνει αυτό σε μια νύχτα. Κάποιοι μελετητές υποστηρίζουν ότι ο ύμνος έπρεπε να προϋπήρχε στη λειτουργική πράξη, και να ψάλθηκε τότε «ὀρθοστάδην», από μεγίστη αφοσίωση προς εγκωμιασμό της Θεοτόκου. Και προκρίθηκε αυτός ο ύμνος από κάποιον άλλον ενδεχομένως, επειδή θα ήταν κιόλας καθιερωμένος στην Αγρυπνία της 15ης Αυγούστου στη Βλαχέρνα, και επειδή το περιεχόμενό του, με χαρακτήρα διηγηματικό, δογματικό, και δοξολογικό – εγκωμιαστικό προσφερόταν για τη διάσωση και τη λύτρωση της Πόλης από τη δεινή περίσταση.

Ο ύμνος αναφέρεται σε όλο το μυστήριο της ενανθρώπησης του Χριστού, στο οποίο είναι βασικός παράγοντας η Θεοτόκος. Έτσι, ο μαριολογικός και ο χριστολογικός χαρακτήρας του είναι φανερός.

Συνεπώς, μπορούμε να πούμε ότι αναφέρεται σε κοινό εορτασμό του Ευαγγελισμού και των Χριστουγέννων – οι γιορτές χωρίστηκαν στα χρόνια του Ιουστινιανού (527-565) – αλλά εύκολα επίσης μπορούμε να πούμε ότι ο εγκωμιαστικός και δοξολογικός χαρακτήρας του ύμνου είναι πρόσφορος για κάθε περίσταση που η θρησκεύουσα ψυχή θέλει να αναφερθεί στο θαύμα της σωτηρίας της.





«ΧΑIΡΕ, ΝYΜΦΗ AΝYΜΦΕΥΤΕ»



Ιδιαίτερη είναι η αγάπη και ξεχωριστός ο σεβασμός, με τον οποίο το σύνολο των πιστών περιβάλλει την Ακολουθία του Ακάθιστου Ύμνου. Αγάπη και σεβασμός που πηγάζουν και εμπνέονται από το πρόσωπο προς το οποίο απευθύνεται η Ακολουθία, από την εκφραστικότητα και τον πλούτο των κειμένων, από το μελωδικό ένδυμα των λόγων. Αγάπη και σεβασμός που εκδηλώνονται με την ευλαβή παρουσία και ενεργό συμμετοχή στην Ακολουθία των «πιστώς προσκυνούντων και δοξαζόντων» Χριστιανών, τα απογεύματα της Παρασκευής καθ’ όλη τη διάρκεια της Μεγάλης Τεσσαρακοστής.

Ο Ακάθιστος ύμνος χαρακτηρίζεται ως ένα αριστούργημα της βυζαντινής υμνογραφίας, γραμμένο πάνω στους κανόνες της ομοτονίας, ισοσυλλαβίας και μερικώς της ομοιοκαταληξίας. Η γλώσσα του ύμνου είναι σοβαρή και ρέουσα, γεμάτη από κοσμητικά επίθετα και πολλά σχήματα. Έτσι η εξωτερική του μορφή παρουσιάζει μεγάλη ποικιλία και ωραιότητα, που συναγωνίζεται το βαθύ του περιεχόμενο.

Κανένας δεν μπορεί να αμφισβητήσει τον πλούτο του λόγου, την ύπαρξη σχημάτων, την ποιητικότητα ορισμένων στίχων και προπαντός το υψηλό περιεχόμενο του ύμνου, που εξυμνεί την ενανθρώπιση του Θεού δια της Παναγίας Θεοτόκου. Είναι αλλεπάλληλες οι εκφράσεις χαράς, αγαλλιάσεως και λυτρώσεως που δίνουν ενθουσιαστικό τόνο στον ύμνο.

Το γεγονός δε ότι απ' όλα τα κοντάκια μόνο αυτό είναι σήμερα σε χρήση στην λατρεία της Εκκλησίας μας δείχνει την δύναμη και την εντύπωση που έκανε και εξακολουθεί να κάνει στους πιστούς.





ΑΚΑΘΙΣΤΟΣ YΜΝΟΣ – ΔΟΜΗ



Η Ακολουθία του Ακάθιστου Ύμνου αποτελείται, κατά βάση, από τον Ακάθιστο Ύμνο και τον Κανόνα του Ακάθιστου Ύμνου, πλαισιωμένα με ψαλμούς, απολυτίκια και ευχές.

Ακάθιστος Ύμνος επεκράτησε να ονομάζεται το Κοντάκιο, το όποιο ψάλλουμε προς τιμήν της Θεοτόκου, τμηματικά κάθε Παρασκευή στις τέσσερις πρώτες εβδομάδες της Μ. Σαρακοστής (6 οίκοι με απόδειπνο - Χαιρετισμοί), και ολόκληρο την πέμπτη εβδομάδα (24 οίκοι). Το προοίμιο του είναι το «Τῇ ὑπερμάχῳ στρατηγῷ», έχει αλφαβητική ακροστιχίδα (Α - Ω) και διπλό εφύμνιο (Χαίρε, Νύμφη ανύμφευτε και Αλληλούια).

«Κοντάκια» παλαιότερα λέγονταν ολόκληροι ύμνοι, ανάλογοι προς τους «Κανόνες». Η ονομασία οφείλεται μάλλον στο κοντό ξύλο επί του οποίου τύλιγαν τη μεμβράνη που περιείχε τον ύμνο.

Το πρώτο τροπάριο λεγόταν «προοίμιο» ή «κουκούλιο» και όσα ακολουθούσαν λέγονταν «οίκοι», ίσως διότι ολόκληρος ο ύμνος θεωρείτο ως σύνολο οικοδομημάτων αφιερωμένων στη μνήμη κάποιου αγίου.

Κοντάκιο λέγεται συνήθως σήμερα το πρώτο τροπάριο ενός τέτοιου ύμνου.

Ο Ακάθιστος Ύμνος περιέχει προοίμιο και 24 «οίκους». Ως προοίμιο του Ύμνου ψάλλεται σήμερα το «Τῇ ὑπερμάχῳ στρατηγῷ», το οποίο όμως, καθώς φαίνεται, δεν είναι το αρχικό. Αντίθετα, ως γνήσιο προοίμιο φέρεται το, σήμερα, αυτόμελο απολυτίκιο «Τὸ προσταχθὲν μυστικῶς λαβὼν ἐν γνώσει», που έχει αμεσότερη σχέση με το περιεχόμενο του Ύμνου, αναφερόμενο κι αυτό στο γεγονός του Ευαγγελισμού.

Το «Τῇ ὑπερμάχῳ» συνετέθη επ’ ευκαιρία της σωτηρίας της Κωνσταντινούπολης από κάποιο κίνδυνο και συνδέθηκε μάλλον αργότερα με τον Ύμνο. Σ’ αυτό θα συνέβαλε και το γεγονός ότι ο Ύμνος ψαλλόταν συχνά στην Κωνσταντινούπολη στις ευχαριστήριες ακολουθίες προς τιμήν της Παναγίας, πολιούχου της Βασιλεύουσας.

Οι 24 «οίκοι» σχηματίζουν αλφαβητική ακροστιχίδα και έχουν εφύμνιο οι μεν περιττοί «Χαίρε, Νύμφη, ανύμφευτε», οι δε άρτιοι «Αλληλούια». Από αυτούς οι 12 αναφέρονται στον Κύριο και τελειώνουν με το «Αλληλούια» = Αινείται το Θεό. Οι άλλοι 12 οίκοι αναφέρονται στη Θεοτόκο και τελειώνουν με το «Χαῖρε, Νύμφη ἀνύμφευτε». «Εφύμνιο» λέγεται η τελευταία φράση του ύμνου που επαναλαμβάνει ο λαός.

Μέσα στους 72 στίχους συναντούμε 144 χαιρετισμούς στη Θεοτόκο: «Χαίρε, της εκκλησίας ο ασάλευτος Πύργος, Χαίρε, της βασιλείας το απόρθητον τείχος, Χαίρε δι ης εγείρονται τρόπαια, Χαίρε, δι ης εχθροί καταπίπτουσι…». Από τη λέξη ΧΑΙΡΕ ονομάστηκαν και Χαιρετισμοί.





ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΟ ΤΟΥ YΜΝΟΥ



Ο Ύμνος διακρίνεται σε δύο ενότητες:

Α) Α-Μ, που αποτελεί το ιστορικό τμήμα (Ευαγγελισμός της Θεοτόκου, σύλληψη Χριστού από την Παναγία, επίσκεψη της Θεοτόκου στην Ελισάβετ, ανησυχία Ιωσήφ, επίσκεψη ποιμένων και μάγων στο νεογέννητο Χριστό, επιστροφή Μάγων, φυγή στην Αίγυπτο, Υπαπαντή), και

Β) Ν-Ω, που αποτελεί το δογματικό-θεολογικό τμήμα (άσπορος σύλληψη, θεότης και ανθρωπότης του Χριστού, σωτηρία του ανθρώπινου γένους με τη θυσία του Ιησού, θέωση των ανθρώπων, θεομητορικής αξίας της Θεοτόκου κά) χωρίς όμως να λείπουν από κάθε ενότητα και στοιχεία της άλλης.

Πηγές του ύμνου είναι η Αγία Γραφή και οι Πατέρες της Εκκλησίας.





ΟΝΟΜΑΣΙΑ ΤΟΥ YΜΝΟΥ



Η ονομασία Ακάθιστος Ύμνος αποδόθηκε στον Ύμνο οφείλεται στο ότι «ὀρθοστάδην τότε πᾶς ὁ λαὸς κατὰ τὴν νύκτα ἐκείνην τὸν ὕμνον τῇ τοῦ Λόγου Μητρὶ ἔμελψαν καὶ ὅτι πᾶσι τοῖς ἄλλοις οἴκοις καθῆσθαι ἐξ ἔθους ἔχοντες, ἐν τοῖς παροῦσι τῆς θεομήτορος ὀρθοὶ πάντες ἀκροώμεθα». Αυτά γράφει το Συναξάριο, και εντοπίζει «την νύκτα εκείνη» το καλοκαίρι του 626.

Επίσης, από την πρώτη στιγμή που εμφανίστηκε ο ύμνος οι πιστοί σε κάθε ευκαιρία και αφορμή, τον έψαλαν όρθιοι και απ’ την αρχή συνδέθηκε με την εορτή του Ευαγγελισμού του οποίου την ακολουθία το εκκλησίασμα παρακολουθούσε όρθιο.





ΣΥΝΘΕΣΗ ΤΟΥ ΥΜΝΟΥ



Από τα σημαντικότερα και δυσκολότερα φιλολογικά προβλήματα είναι αυτό της σύνθεσης του Κοντακίου του Ακάθιστου Ύμνου. Συνθέτης, χρόνος και αιτία της σύνθεσης παραμένουν ακόμα ανεξακρίβωτα από τους μελετητές.

Με τη χρονολογία σύνθεσης του ύμνου συνδέεται αναπόφευκτα το όνομα του ποιητή του ύμνου, του μελωδού. Ο ύμνος φέρεται σε όλη τη χειρόγραφη παράδοση ανώνυμος, και ο Συναξαριστής που τον συνδέει με το γεγονός της διάσωσης από την πολιορκία του 626 δεν κάνει λόγο ούτε για το χρόνο της σύνθεσης ούτε για τον ποιητή του.

Ήταν φυσικό, η παράδοση σιωπηρά, αλλά και πολλοί μεγάλοι μελετητές να αποδώσουν τον έξοχο αυτό ύμνο στον κατ’ εξοχήν πρίγκηπα των βυζαντινών υμνογράφων, τον Ρωμανό το μελωδό (α΄ μισό ς΄ αι.). Υπάρχει και μια μεταγενέστερη μαρτυρία, του ις΄ αι., ως σημείωση σε κώδικα του ΙΓ΄ αι. (της μονής Βλατάδων 41, φ. 193α) που αναφέρει το όνομα του Ρωμανού ως ποιητή του ύμνου.

Υπάρχουν όμως και άλλες δύο περιπτώσεις για τον μελωδό του Ακάθιστου Ύμνου, με εξίσου σοβαρές ενδείξεις. Η μία είναι ότι στη λατινική μετάφραση του ύμνου, γύρω στο 800, από τον Επίσκοπο Βενετίας Χριστόφορο, αναφέρεται το όνομα του Γερμανού Α΄ Πατριάρχου Κωνσταντινουπόλεως (715-730 κοιμήθηκε 740) που ήταν σύγχρονος με τα γεγονότα του 718.

Η άλλη περίπτωση είναι, ότι σε μια παλαιά αχρονολόγητη εικόνα του Ευαγγελισμού στο παρεκκλήσιο του Αγίου Νικολάου της ονομαστής μονής του Αγίου Σάββα στα Ιεροσόλυμα, εικονίζεται κι ένας μοναχός που κρατάει ειλητάριο με γραμμένο το «Ἄγγελος πρωτοστάτης οὐρανόθεν ἐπέμφθη». Στο κεφάλι του μοναχού υπάρχει η ένδείξη «Ο ΑΓ. ΚΟΣΜΑΣ». Αυτός ο Άγιος Κοσμάς δεν είναι άλλος από τον Κοσμά το μελωδό, που κοιμήθηκε το 752/4, κι είναι κι αυτός σύγχρονος με την θαυμαστή λύτρωση της Κωνσταντινούπολης από την πολιορκία του 718.

Ο Κανόνας του Ακάθιστου είναι έργο των Ιωάννου Δαμασκηνού (οι ειρμοί) και Ιωσήφ Ξένου του Υμνογράφου (τα τροπάρια).

 

Ο Ακάθιστος ύμνος απόδειξη ότι η Παναγία σώζει το Γένος μας.



Ο Ακάθιστος ύμνος απόδειξη ότι η Παναγία σώζει το Γένος μας.
ΥΠΑΡΧΟΥΝ, ἀγαπητοί μου, ἔργα τέχνης ποὺ θαυμάζουν οἱ αἰῶνες, ὅπως εἶνε π.χ. ὁ Παρθενὼν στὴν Ἀκρόπολι τῶν Ἀθηνῶν. Ὅ­σον ἀφορᾷ ὅμως στὴ θρησκεία τῶν πατέρων μας, στὴν πίστι μας, ἔργο τέχνης ἄφθαστο εἶ­νε ὁ Ἀκάθιστος ὕμνος. Εἶνε ἀνώτερος ἀπὸ τὸ καλλιτέχνημα τοῦ Παρθενῶνος. Διότι ἐκεῖ­νος μέν, παρ’ ὅλες τὶς προσπάθειες τῶν εἰδι­κῶν, ὑφίσταται φθορά, ἐνῷ ὁ Ἀκάθιστος ὕ­μνος, ὡς πνευματικὸ δημιούργημα, παραμένει ἀθάνατος. Ψάλλεται ἀπόψε καὶ ἐδῶ στὴν πατρίδα μας, καὶ στὸ Βελιγράδι, καὶ στὴ Σόφια, καὶ στὸ Βουκουρέστι, καὶ στὸ Στάλινγκραντ, καὶ στὴ Μόσχα, ὁπουδήποτε ὑπάρχουν Χριστιανοὶ ὀρθόδοξοι. Καὶ ἐφ’ ὅσον θὰ ὑπάρχῃ ἥλιος καὶ θ’ ἀνατέλλουν τ’ ἀστέρια καὶ θὰ θάλλουν τὰ δέντρα καὶ θὰ ῥέουν οἱ ποταμοί, ὁ ὕμνος αὐτὸς δὲν θὰ παύσῃ νὰ συγκινῇ τὶς ψυχὲς τῶν ὀρθοδόξων. Ἀριστούργημα εἶνε, Παρθενὼν τοῦ πνεύματος.
Διαιρεῖται σὲ τέσσερις στάσεις, περιέχει εἰ­κοσιτέσσερις οἴκους ἢ στροφές, καὶ ἔχει ἑ­κατὸν σαραντατέσσερα «χαῖρε». Σήμερα θὰ ποῦμε λίγες λέξεις ἐπάνω στὸ ἱστορικὸ τοῦ ὕ­μνου αὐτοῦ. Διότι καὶ ἡ ἱστορία μᾶς διδάσκει.
Σᾶς καλῶ λοιπὸν νὰ κάνουμε ἕνα ταξίδι. Τί ταξίδι; Ποῦ νὰ πᾶμε; στὴ Νέα Ὑόρκη, στὴν Αὐ­στραλία, στοὺς Ἐσκιμώους; Καὶ πῶς νὰ ταξιδέ­ψουμε; μὲ πλοῖο, μὲ ἀεροπλάνο, μὲ πύραυ­λο, μὲ διαστημόπλοιο; Δύσκολα ταξίδια αὐτά. Ὑπάρχει ἕνα ἄλλο μέσο ἀκόμη ταχύτερο, ἰλιγ­γιῶδες· κανένα ἄλλο δὲν τρέχει τόσο γρήγορα. Ποιό εἶν’ αὐτό; Ἡ σκέψις τοῦ ἀνθρώ­που. Θαυμαστὸ δημιούργημα. Βρίσκεσαι ἐδῶ, καὶ αὐτοστιγμεὶ φθάνεις στὰ ἄκρα τῆς γῆς καὶ στὰ βάθη τοῦ χρόνου. Ἕτοιμοι λοιπόν;

* * *
Γυρίζουμε πίσω, διασχίζουμε αἰῶνες, καὶ φθάνουμε στὸ ἔτος 626. Ποῦ, σὲ ποιό μέρος; Σὲ μιὰ πόλι ποὺ μᾶς προκαλεῖ δάκρυα. Ὅσοι ἔχουμε μέσα μας ἔνστικτο πατρίδος καὶ ἐν­δι­αφερόμεθα γιὰ τὴν ἱστορία τοῦ ἔθνους μας, τὸ ὄνομα τῆς πόλεως αὐτῆς μᾶς συγκινεῖ βαθύτατα‧ εἶνε ἡ Κωνσταντινούπολις. Εὑρισκόμεθα λοιπὸν ἐκεῖ νοερῶς. Τί μεγαλεῖο! δρόμοι, πλατεῖες, ὁ ναὸς τῆς Ἁγίας Σοφίας…, ὅλα ὡ­ραῖα. Ἀλλὰ τὸ ὡραιότερο εἶνε οἱ ἄνθρωποι. Πι­στοὶ Χριστιανοί, ὀρθόδοξοι ἀφωσιωμένοι στὸ δόγμα τῆς ἁγίας μας Ἐκκλησίας. Οὔτε ἕ­νας ἄπιστος, οὔτε ἕνας Τοῦρκος, οὔτε ἕνας Ἑβραῖος. Εὐλογημένη ἐποχή.
Οἱ Χριστιανοὶ ὅμως τοῦ 626 στὴν Πόλι εἶ­χαν κάποια ἀγωνία. Ποιά ἀγωνία; Τὸ Βυζάντιο βρισκόταν σὲ ἐμπόλεμο κατάστασι. Βάρβαρος λαός, οἱ Πέρσες, ὑπὸ τὸν Χοσρόη τὸν βασιλέα τους, ἔκαναν ἐπιδρομή. Ἔφτασαν μέχρι τὰ Ἰεροσόλυμα, βεβήλωσαν τοὺς ἁγίους Τό­πους, καὶ ἅρπαξαν τὸν Τίμιο Σταυρό. Τότε ὁ αὐτοκράτωρ Ἡράκλειος συνήγειρε τὸ στρα­τό του, προσευχήθηκε στὸ ναὸ τῆς Ἁγίας Σοφίας, καὶ ξεκίνησε. Πέρασε σὰν ἀετὸς τὸν Ἑλ­λήσπον­το, τὸ Σκαμάνδριο πεδίο, τὸ Σαγγάριο ποταμό, τὴν Ἄγκυρα, καὶ εἰσώρμησε στὴ χώρα τῶν Περσῶν. Συγκρούσθηκε μαζί τους, τοὺς νίκησε μὲ τὴ δύναμι τοῦ Χριστοῦ, καὶ πῆρε τὸν Τίμιο Σταυρό.
Ἀλλ’ ἐνῷ ὁ Ἡράκλειος, ἀκολουθῶν τὰ ἴχνη τοῦ Μεγάλου Ἀλεξάνδρου βρισκόταν νικη­τὴς καὶ θριαμβευτὴς στὰ βάθη τῆς Ἀσίας, ὅ­που κατετρόπωσε τὸν Χοσρόη, ἡ Κωνσταντινούπολι κινδύνευσε ἀπὸ τὸ Βορρᾶ, ἀπὸ τοὺς Ἀβάρους, βάρβαρο λαό. Βρῆκαν τὴν εὐκαιρία, κατέβηκαν καὶ πολιόρκησαν τὴν Κωνσταντινούπολι ἀπὸ ξηρᾶς καὶ θαλάσσης. Ἡ φρουρὰ ἦταν πολὺ μικρή, λίγοι στρατιῶτες. Εἶχαν ὅμως ψυχή, ἔκλειναν στὰ στήθη τους τὴν ἀγάπη γιὰ τὴν πίστι καὶ τὴν πατρίδα, καὶ βρέθηκαν κάτω ἀπὸ καλὴ ἡγεσία. Πρωθυπουργὸς ἦταν ὁ πατρίκιος Βῶνος καὶ πατρι­άρχης ὁ Σέργιος.
Ὁ χαγᾶνος (δηλαδὴ ἀρχηγός) τῶν Ἀβάρων ἦταν βέβαιος ἑκατὸ τοῖς ἑκατὸ ὅτι ἡ Πόλις θὰ πέσῃ στὰ χέρια του. Οἱ Βυζαντινοὶ περιῆλθαν σὲ μεγάλη ἀγωνία καὶ ἔστειλαν πρεσβεία γιὰ νὰ βρεθῇ κάποιος συμβιβασμός. Τοὺς δέχθηκε ἀγέρωχος καὶ ἀπέρριψε μὲ ἰταμότη­τα τὶς προτάσεις τους λέγοντας· Ἐντὸς εἰκοσιτεσσάρων ὡρῶν θὰ παραδοθῆτε ὅλοι· ὅ,τι ἔχετε θὰ τὸ ἀφήσετε μέσα στὴν πόλι, γυμνοὶ θὰ βγῆ­τε, τίποτε δὲ θὰ πάρετε μαζί σας! Τέτοιον ὅρο οἱ πρόγονοί μας δὲν μποροῦ­σαν νὰ δεχθοῦν, καὶ τότε ἐκεῖνος τοὺς ἀπείλησε· Δὲ γλυτώνετε μὲ τίποτα· μόνο ἂν γίνετε ψάρια καὶ κολυμπήσετε ἢ πουλιὰ καὶ πετάξετε, θὰ διασωθῆτε. Ἐκεῖνοι ἐπέστρεψαν ἀπελπισμένοι. Δὲν ἀπογοητεύθηκαν ὅμως. Συνέχισαν νὰ ἀγωνίζωνται. Καὶ ἐνῷ οἱ στρατιῶτες φρουροῦσαν στὶς ἐπάλξεις, ὁ λαός, οἱ γέροντες καὶ τὰ γυναικόπαιδα, συγκεντρώθηκαν στοὺς ναοὺς καὶ παρακαλοῦσαν τὸ Θεὸ νὰ τοὺς σώ­σῃ βάζοντας μεσίτη τὴν ὑπεραγία Θεοτόκο.
Καὶ τὸ θαῦμα ἔγινε! Δὲν τὸ λέμε ἐμεῖς, τὸ λέει ἡ ἱστορία. Ἐνῷ γινόταν ὁλονυχτία, τὶς πρωινὲς ὧρες φύσηξε ἄνεμος σφοδρός. Ἡ θάλασσα τοῦ Βοσπόρου ταράχθη, ἀγρίεψε, σήκωσε κύματα πελώρια, καὶ μέσα σὲ λίγη ὥρα τὰ ἀμέτρητα πλοιάρια τῶν ἐπιδρομέων συνετρίβησαν. Τὸ πρωὶ μόνο σανίδια ἐπέπλεαν. Ἔντρομοι οἱ Ἄβαροι ἔλυσαν τὴν πολιορκία κ’ ἔφυγαν. Ἔτσι ἡ Πόλις σώθηκε. Καὶ τότε ὅλοι μαζί, μιὰ ψυχὴ – ἕνας λαός, μαζεύτηκαν πάλι στὸ ναὸ τῆς Παναγίας τῶν Βλαχερνῶν, ἔ­μειναν ἐκεῖ ὅλη τὴ νύχτα, καὶ ὄρθιοι ἔ­ψαλαν γιὰ πρώτη φορὰ τὸ «Τῇ ὑπερμάχῳ Στρα­τηγῷ τὰ νικητήρια…» καὶ τὸν Ἀκάθιστο ὕμνο.
Αὐτὸ εἶνε τὸ ἱστορικὸ τοῦ ὕμνου αὐτοῦ.

* * *
―Αὐτά, θὰ πῇ κάποιος, ἦταν «τῷ και­ρῷ ἐ­κείνῳ». Τώρα ὁ κόσμος ἄλλαξε. Νέες ἰδέες, νέα συστήματα ἐπικρατοῦν. Ἀφῆστε τα αὐτά. Μὲ ἱστορίες τοῦ καιροῦ ἐκείνου δὲ ζοῦμε…
Τί εἶπες, «τῷ και­ρῷ ἐ­κείνῳ»; Λοιπὸν ὁ­ρί­στε· ἂς κάνουμε ἕνα ἄλλο ταξίδι, πιὸ κον­τι­νό. Φεύγουμε ἀπὸ τὸ 626 καὶ τὴν Πόλι, καὶ φτά­νουμε – ποῦ; Στὴν Ἑλλάδα καὶ στὸ ἔτος 1821. Βλέπουμε νὰ ζωντανεύῃ μπροστά μας διὰ τῆς φαντασίας ἕνας ἀπὸ τοὺς ἥρωας τῆς Ἐπαναστάσεως· ὁ Θεόδωρος Κολοκοτρώνης, ὁ Γέρος τοῦ Μοριά. Κάτι λέει. Τὸν ἀκούω, σεῖς δὲν τὸν ἀκοῦτε; Μόνο κουφοὶ δὲν ἀκοῦνε. Ἄλ­λος χαγᾶνος καὶ ἄλλος Χοσρόης εἶχαν παρουσιαστῆ τότε, στίφη καὶ τάγματα Αἰγυπτίων καὶ Ἀράβων ποὺ ἐρήμωναν τὴ γῆ τῆς Πελοποννήσου. Φόβος καὶ τρόμος εἶχε πέσει στοὺς Ἕλληνες, καὶ ὁ Κολοκοτρώνης ἔμεινε μόνος. Καὶ τί ἔκανε· μπῆκε ξυπόλητος σ᾽ ἕνα ξωκκλήσι τῆς Παναγιᾶς· γονάτισε, προσ­ευ­χή­θηκε κ’ ἔτρεχαν δάκρυα ἀπὸ τὰ μάτια του. Ὅταν βγῆκε, ἦταν ἄλλος ἄνθρωπος! Καὶ εἶπε λόγια, ποὺ δὲν ὑπάρχει πλάστιγγα νὰ τὰ ζυγίσουμε. ―Τί λές, καπετάνιε; τὸν ρώτησαν· οἱ ἀγαρηνοὶ μᾶς ρήμαξαν, ὑπάρχει ἐλπίδα; Τί ἀπήντησε· ―Ἡ Παναγία ὑπέγραψε τὴν ἐλευθερία τῆς Ἑλλάδος, καὶ δὲν παίρνει πίσω τὴν ὑπογραφή της! Λόγια ἀθάνατα.
Ὁρίστε λοιπόν· δὲν θέλεις τὸ 626; σοῦ λέω τὸ 1821. Δὲν θέλεις τὸ 1821; προχωρῶ κ’ ἔρ­χο­­μαι ἀκόμη πιὸ κοντά, γιὰ νὰ δῇς ὅτι ὁ Χριστὸς εἶνε «χθὲς καὶ σήμερον ὁ αὐτὸς καὶ εἰς τοὺς αἰῶνας» (Ἑβρ. 13,8). Αὐτὸ ποὺ θὰ πῶ τώ­ρα τὸ ἐνθυμοῦνται οἱ μεγαλύτεροι, ποὺ ζοῦν ἴσως ἀκόμη. Εἶνε τὸ νεώτερο θαῦμα τοῦ 1940-41. Πᾶμε μὲ τὴ φαντασία στὸ μέτωπο τῆς Ἀλ­βανίας. Ἐκεῖ ἕνας νέος χαγᾶνος καὶ νέος Χοσ­ρόης, ὑπερήφανος κ’ ἐγωιστής, ὁ Μουσσολίνι, ἀπειλοῦσε τότε τὴν Ἑλλάδα. Ἑλ­λάς, θὰ πα­ραδοθῇς! εἶπε. Καὶ ἡ Ἑλλὰς παραδόθηκε; Τὰ παιδιά της μὲ θάρρος καὶ αὐταπάρνησι εἶ­παν τὸ ἱστορικὸ «ὄχι». Καὶ νίκησαν! Ἐπάνω στὶς κορυφές, στὰ ψηλὰ βουνά, τοὺς ἄκουγες κλαίοντας νὰ δοξάζουν τὸ Θεὸ καὶ νὰ ψάλλουν «Τῇ ὑπερμάχῳ Στρατηγῷ τὰ νικητήρια…».
Δὲν θέλεις λοιπὸν τὸ 626; πάρε τὸ 1821. Δὲν θέλεις τὸ 1821; πάρε τὸ 1940. Ἂν κι αὐτὸ δὲν σοῦ φτάνῃ, ἀκόμη πιὸ κοντά μας εἶνε ὁ Γράμμος καὶ τὸ Βίτσι τὸ 1949. Πάλι τότε ἡ Ἑλ­λὰς κινδύνευσε νὰ σβήσῃ ἀπὸ ξένη ἐπιβου­λή. Δὲν κατηγορῶ κανένα, ἀλλὰ ἡ ἱστορία εἶ­νε ἱστορία. Κινδύνευσε ἡ Ἑλλὰς νὰ πέσῃ σὲ ὑλιστικὸ καὶ ἄ­θεο καθεστώς. Καὶ τότε τὰ παιδιά της πάλι νίκησαν στὰ ψηλὰ βουνά, καὶ πάλι ἔ­στησαν τὴν ἑλληνικὴ σημαία, σημαία ἐλευ­θερίας καὶ δικαιοσύνης, καὶ πάλι ἐκεῖ ἔψαλαν «Τῇ ὑπερμάχῳ Στρατηγῷ τὰ νικητήρια…».

* * *
Νά λοιπόν· τὸ 626 «Τῇ ὑπερμάχῳ Στρατη­γῷ…»‧ τὸ 1821 «Τῇ ὑπερμάχῳ Στρατηγῷ…»‧ τὸ 1940 «Τῇ ὑπερμάχῳ Στρατηγῷ…»‧ τὸ 1945-46-47-48-49 πάλι «Τῇ ὑπερμάχῳ Στρατηγῷ…». Ὁλοζώντανη εἶνε ἡ θρησκεία μας. Δὲν εἶνε μῦ­θος, δὲν εἶνε παραμύθι· εἶνε μιὰ πραγματικότητα. Αὐτὴ ἡ θρησκεία, αὐτὴ ἡ πίστι, μᾶς σῴζει μέχρι σήμερα. Καὶ θὰ μᾶς σώζῃ πάντα, ἀδελφοί μου. Καὶ εἰς πεῖσμα τῶν ἀθέων καὶ τῶν ἀπίστων καὶ ὅλων τῶν ἐχθρῶν τῆς πατρί­δος ἡ Ἑλλὰς θὰ ψάλλῃ‧ «Τῇ ὑπερμά­χῳ Στρατηγῷ τὰ νικητήρια…».
† ἐπίσκοπος Αὐγουστῖνος

Ακάθιστος ύμνος (Χαιρετισμοί)Ποια είναι τα κυριότερα στοιχεία του; Γιατί ψάλλεται μέσα στην Μ. Τεσσαρακοστή;

» Ακάθιστος ύμνος. Ποια είναι τα κυριότερα στοιχεία του; Γιατί ψάλλεται μέσα στην Μ. Τεσσαρακοστή;

Ακάθιστος ύμνος. Ποια είναι τα κυριότερα στοιχεία του; Γιατί ψάλλεται μέσα στην Μ. Τεσσαρακοστή;



Επιμέλεια για τις Ορθόδοξες Απαντήσεις :
Ειρήνη Σωκράτη –  Μάρτιος 2008
Ο ΑΚΑΘΙΣΤΟΣ ΥΜΝΟΣ
Με την Ακολουθία του Ακάθιστου Ύμνου εκδηλώνονται ευχαριστίες και εγκώμια στο πρόσωπο της Παναγίας. Αποτελείται, κατά βάση, από τον Ακάθιστο Ύμνο και τον Κανόνα του Ακάθιστου Ύμνου, πλαισιωμένα με ψαλμούς, απολυτίκια και ευχές. Και τα δύο χαρακτηρίζονται ως αριστουργήματα της Βυζαντινής υμνολογίας , που εξαίρουν το έργο και το πρόσωπο της Υπεραγίας Θεοτόκου , με θεολογικό βάθος, κομψότητα λόγου, μουσικό κάλλος, αγιοπνευματική έμπνευση.
(Δημιουργοί)
Ο Κανόνας του Ακάθιστου είναι έργο των Ιωάννου Δαμασκηνού (οι ειρμοί) και Ιωσήφ Ξένου του Υμνογράφου (τα τροπάρια) . Πηγές του Ύμνου είναι η Αγία Γραφή και οι Πατέρες της Εκκλησίας ενώ ο συνθέτης, ο χρόνος και η αιτία της σύνθεσης του Ύμνου, παραμένουν ακόμα ανεξακρίβωτα από τους μελετητές. Ένα είναι το αδιαμφισβήτητο στοιχείο, που μας δίνουν οι σχετικές πηγές , ότι ο ύμνος εψάλλετο ως ευχαριστήριος ωδή προς την υπέρμαχο στρατηγό του Βυζαντινού κράτους.
(Περιεχόμενο)
Ο «Κανόνας» (τα Τροπάρια των Χαιρετισμών), με εννέα ωδές , οι ειρμοί των οποίων είναι:
α) Ανοίξω το στόμα μου και πληρωθήσεται πνεύματος,
γ΄) Τούς σούς υμνολόγους Θεοτόκε,
δ’) Ό καθήμενος εν δόξη επί θρόνου θεότητος,
ε΄) Εξέστη τά σύμπαντα, επί τή θεία δόξη σου,
στ΄) Την θείαν ταύτην καί πάντιμον,
ζ΄) Ουκ ελάτρευσαν, τή κτίσει οι θεόφρονες,
η΄) Παίδας ευαγείς εν τή καμίνω,
θ΄) Άπας γηγενής, σκιρτάτω τώ πνεύματι,
Ο «Ακάθιστος Ύμνος»: περιλαμβάνει το Απολυτίκιο «Το προσταχθέν μυστικώς λαβών εν γνώσει,» , το Κοντάκιο «Τη Υπερμάχω Στρατηγώ τα νικητήρια,» , τους 24 Οίκους (στροφές) σε αλφαβητική ακροστιχίδα (Α – Ω) και δύο Εφύμνια (η τελευταία φράση του ύμνου που επαναλαμβάνει ο λαός) το «Χαίρε, Νύμφη ανύμφευτε» και το «Αλληλούια».
(Δομή)
Οι περιττοί Οίκοι (αυτοί που αρχίζουν από τα στοιχεία Α, Γ, Ε, Η, κλπ.) αποτελούνται από 18 στίχους , οι 5 πρώτοι στίχοι περιέχουν την διήγηση , οι επόμενοι 12 στίχοι αποτελούν τους Χαιρετισμούς στη Θεοτόκο και ο 18ος είναι το εφύμνιο « Χαίρε, Νύμφη ανύμφευτε» . Οι άρτιοι Οίκοι (που αρχίζουν από τα στοιχεία Β, Δ, Ζ, Θ, κλπ.) έχουν 5 στίχους ως διήγηση και το εφύμνιο «Αλληλούϊα» .
Τους χαιρετισμούς αυτούς τους απευθύνουν: ο Αρχάγγελος Γαβριήλ (Α, Γ), ο Ιωάννης ο Πρόδρομος ως έμβρυο ακόμα (Ε), οι ποιμένες (Η), οι Μάγοι (Ι), οι πιστοί που ερύσθησαν από τα είδωλα (Λ), οι πιστοί γενικά (Ν, Ο, Ρ, Τ, Φ, Ψ).
Ο Ύμνος διακρίνεται σε δύο ενότητες χωρίς όμως να λείπουν από κάθε ενότητα και στοιχεία της άλλης :
Α) Α-Μ, που αποτελεί το ιστορικό τμήμα
Ο πρωτοστάτης άγγελος, ο Γαβριήλ, έρχεται και φέρνει το θεϊκό μήνυμα, το «χαῖρε», στην Θεοτόκο (Α)
Εκείνη απορεί για τον παράδοξο τρόπο της συλλήψεως (Β)·
Ο Γαβριήλ της εξηγεί την απόρρητο βουλή του Θεού (Γ)
Και η δύναμις του Υψίστου επισκιάζει την απειρόγαμο Παρθένο και συλλαμβάνει τον Υιό του Θεού (Δ).
Η Θεοτόκος επισκέπτεται την συγγενή της Ελισάβετ, την μέλλουσα μητέρα του Προδρόμου, και ανταλλάσσουν προφητικούς λόγους (Ε).
Ο Ιωσήφ, ο μνηστήρ της Παρθένου, ταράσσεται από την ζάλη των αμφιβόλων λογισμών, αλλά πληροφορείται από τον άγγελο το μυστήριο της συλλήψεως (Ζ).
Ο Χριστός γεννάται και οι ποιμένες προσκυνούν τον αμνό του Θεού (Η).
Ο θεοδρόμος αστέρας δείχνει τον δρόμο στους μάγους της Ανατολής (Θ), αυτοί τον προσκυνούν (Ι)
Και δι᾿ άλλης οδού αναχωρούν για την Βαβυλώνα, οι θεοφόροι κήρυκες (Κ).
Στην Αίγυπτο ο φυγάς Κύριος συντρίβει τα είδωλα και με τον φωτισμό της αληθείας διώχνει το σκότος του ψεύδους (Λ).
Και ο Συμεών δέχεται στην αγκάλη του ως βρέφος τεσσαρακονθήμερο τον τέλειο Θεό καί λαμβάνει την ποθητή απόλυσι (Μ)

Β) Ν-Ω, που αποτελεί το δογματικό-θεολογικό τμήμα
Η νέα κτίσις, που δημιουργεί ο Λόγος του Θεού με την σάρκωση Του, δοξολογεί τον δημιουργό (Ν).
Ο παράξενος -«ὁ ξένος» – τόκος προτρέπει τους ανθρώπους να ξενωθούν από τον κόσμο και να μεταθέσουν τον νού των στον ουρανό (Ξ).
Όλος ήταν στην γη ο δοξολογούμενος Λόγος, αλλά και από τον ουρανό δεν απουσίαζε (Ο).
Οι άγγελοι θαύμασαν το έργο της ενανθρωπήσεως και την κοινωνία του Θεού και των ανθρώπων (Π).
Οι σοφοί και ρήτορες του κόσμου έμειναν άφωνοι, μη μπορώντας νά εξηγήσουν το μυστήριο του παρθενικού τόκου (Ρ).
Ο Ποιμήν -Θεός γίνεται πρόβατο –άνθρωπος θέλοντας να σώσει τον κόσμο (Σ).
Η Παρθένος γίνεται φυλακτήριο τείχος των παρθένων και όλων των πιστών (Τ).
Κανείς ύμνος δεν μπορεί να πληρώσει τον φόρο του χρέους στον Σαρκωθέντα Βασιλέα (Υ).
Η Θεοτόκος είναι η φωτοδόχος λαμπάδα, που μας καθοδηγει στην γνώση του Θεού (Φ).
Ο Χριστός ήρθε στο κόσμο για να του δώσει χάρη και συγχώρηση (Χ).
Η δοξολογία προς τον Υιό συνδέεται και προς την ανύμνηση του έμψύχου ναού Του, της Θεοτόκου (Ψ).
Ο Ύμνος κλείνει με μία θαυμαστή αποστροφή προς την Παρθένο: «Ὦ πανύμνητε μῆτερ ἡ τεκοῦσα τόν πάντων ἁγίων ἁγιώτατον Λόγον,..»
Γιατί όμως ψάλλεται την Μεγάλη Τεσσαρακοστή;
Ο Ακάθιστος Ύμνος δεν συνδέεται άμεσα με την περίοδο της Μεγάλης Τεσσαρακοστής , αλλά με την εορτή του Ευαγγελισμού, που εμπίπτει όμως πάντοτε μέσα στη κατανυκτική αυτή περίοδο.
Είναι η μόνη μεγάλη εορτή, που λόγο του πένθιμου χαρακτήρος της Τεσσαρακοστής, στερείται προεορτίων καί μεθεόρτων. Αυτήν ακριβώς την έλλειψη έρχεται να καλύψη η ψαλμωδία του Ακαθίστου, τμηματικώς κατά τα Απόδειπνα των Παρασκευών και ολόκληρος κατά το Σάββατο της Ε’ εβδομάδος. Το βράδυ της Παρασκευης ανήκει λειτουργικώς στο Σάββατο, ημέρα που μαζί με την Κυριακή είναι οι μόνες ημέρες της εβδομάδος των Νηστειών, κατά τις οποίες επιτρέπεται ο εορτασμός χαρμόσυνων γεγονότων, και στις οποίες, μεταφέρονται οι εορτές της εβδομάδος.
Άλλωστε αυτή την Ακολουθία την τελούμε και άλλες περιόδους του έτους (στα μοναστήρια κάθε βράδυ μαζί με το Μικρό Απόδειπνο διαβάζουν και τους Χαιρετισμούς της Παναγίας μας). Αντίθετα όλες τις άλλες Ιερές ακολουθίες (Προηγιασμένη, Μ. Απόδειπνο, Μ. Κανών) τις συναντούμε μόνο την περίοδο της Σαρακοστής.
Πηγές :
1. (Από το βιβλίο του Ἰ.Μ. Φουντούλη: ΛΟΓΙΚΗ ΛΑΤΡΕΙΑ, εκδ. Α. Δ).
http://www.imkby.gr/greek/sarakosti/akol/xeretismoi/xeret2.htm
2. Οικουμενικόν Πατριαρχείον – Χαιρετισμοί
http://www.ec-patr.net/xairetismoi.htm

"Η ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΟΥ ΑΚΑΘΙΣΤΟΥ ΥΜΝΟΥ ΑΠΟ ΤΟΝ ΟΡΘΟΔΟΞΟ ΣΥΝΑΞΑΡΙΣΤΗ"



ΣΗΜΕΡΑ ΟΦΕΙΛΟΥΜΕ ΝΑ ΑΠΟΔΩΣΟΥΜΕ ΤΙΜΗ ΣΤΗΝ ΥΠΕΡΑΓΙΑ ΘΕΟΤΟΚΟ, ΟΧΙ ΜΟΝΟ ΜΕ ΤΗΝ ΠΑΡΟΥΣΙΑ ΜΑΣ ΣΤΟΥΣ ΝΑΟΥΣ, ΑΛΛΑ ΚΑΙ ΜΕ ΤΗΝ ΣΥΝΕΙΔΗΤΗ ΣΥΜΜΕΤΟΧΗ ΜΑΣ ΣΤΗΝ ΕΞΥΜΝΗΣΗ ΤΗΣ ΧΑΡΗΣ ΤΗΣ !!!


Ακάθιστος Ύμνος


Ακάθιστος ύμνος επικράτησε να λέγεται ένας ύμνος «Κοντάκιο» της Ορθόδοξης Εκκλησίας, προς τιμήν της Υπεραγίας Θεοτόκου, από την όρθια στάση, που τηρούσαν οι πιστοί κατά τη διάρκεια της ψαλμωδίας του. Οι πιστοί έψαλλαν τον Ακάθιστο ύμνο όρθιοι, υπό τις συνθήκες που θεωρείται ότι εψάλη για πρώτη φορά, ενώ το εκκλησίασμα παρακολουθούσε όρθιο κατά την ακολουθία της γιορτής του Ευαγγελισμού, με την οποία συνδέθηκε ο ύμνος.

Ψάλλεται ενταγμένος στο λειτουργικό πλαίσιο της ακολουθίας του Μικρού Αποδείπνου, σε όλους τους Ιερούς Ναούς, τις πέντε πρώτες Παρασκευές της Μεγάλης Τεσσαρακοστής, τις πρώτες τέσσερις τμηματικά, και την πέμπτη ολόκληρος. Είναι ένας ύμνος που αποτελείται από προοίμιο και 24 οίκους (στροφές) σε ελληνική αλφαβητική ακροστιχίδα, από το Α ως το Ω (κάθε οίκος ξεκινά με το αντίστοιχο κατά σειρά ελληνικό γράμμα), και είναι γραμμένος πάνω στους κανόνες της ομοτονίας, ισοσυλλαβίας και εν μέρει της ομοιοκαταληξίας.

Θεωρείται ως ένα αριστούργημα της βυζαντινής υμνογραφίας, η γλώσσα του είναι σοβαρή και ποιητική και είναι εμπλουτισμένος από κοσμητικά επίθετα και πολλά σχήματα λόγου (αντιθέσεις, μεταφορές, κλπ). Το θέμα του είναι η εξύμνηση της ενανθρώπισης του Θεού μέσω της Θεοτόκου, πράγμα που γίνεται με πολλές εκφράσεις χαράς και αγαλλίασης, οι οποίες του προσδίδουν θριαμβευτικό τόνο.

Κατά το έτος 626 μ.Χ., και ενώ ο Αυτοκράτορας Ηράκλειος μαζί με το βυζαντινό στρατό είχε εκστρατεύσει κατά των Περσών, η Κωνσταντινούπολη πολιορκήθηκε αιφνίδια από τους Αβάρους. Οι Άβαροι απέρριψαν κάθε πρόταση εκεχειρίας και την 6η Αυγούστου κατέλαβαν την Παναγία των Βλαχερνών. Σε συνεργασία με τους Πέρσες ετοιμάζονταν για την τελική επίθεση, ενώ ο Πατριάρχης Σέργιος περιέτρεχε τα τείχη της Πόλης με την εικόνα της Παναγίας της Βλαχερνίτισσας και ενθάρρυνε το λαό στην αντίσταση. Τη νύχτα εκείνη, φοβερός ανεμοστρόβιλος, που αποδόθηκε σε θεϊκή επέμβαση, δημιούργησε τρικυμία και κατάστρεψε τον εχθρικό στόλο, ενώ οι αμυνόμενοι προξένησαν τεράστιες απώλειες στους Αβάρους και τους Πέρσες, οι οποίοι αναγκάστηκαν να λύσουν την πολιορκία και να αποχωρήσουν άπρακτοι.

Στις 8 Αυγούστου, η Πόλη είχε σωθεί από τη μεγαλύτερη, ως τότε, απειλή της ιστορίας της. Ο λαός, θέλοντας να πανηγυρίσει τη σωτηρία του, την οποία απέδιδε σε συνδρομή της Θεοτόκου, συγκεντρώθηκε στο Ναό της Παναγίας των Βλαχερνών. Τότε, κατά την παράδοση, όρθιο το πλήθος έψαλλε τον από τότε λεγόμενο «Ακάθιστο Ύμνο», ευχαριστήρια ωδή προς την υπέρμαχο στρατηγό του Βυζαντινού κράτους, την Παναγία, αποδίδοντας τα «νικητήρια» και την ευγνωμοσύνη του «τῇ ὑπερμάχῳ στρατηγῷ».

Κατά την επικρατέστερη άποψη, δεν ήταν δυνατό να συνετέθη ο ύμνος σε μία νύκτα. Μάλλον είχε συντεθεί νωρίτερα και μάλιστα θεωρείται ότι ψαλλόταν στο συγκεκριμένο ναό, στην αγρυπνία της 15ης Αυγούστου κάθε χρόνου. Απλώς, εκείνη την ημέρα ο ύμνος εψάλη «ὀρθοστάδην», ενώ αντικαταστάθηκε το ως τότε προοίμιο («Τὸ προσταχθὲν μυστικῶς λαβὼνἐν γνώσει»), με το ως σήμερα χρησιμοποιούμενο «Τῇ ὑπερμάχῳ στρατηγῷ τὰ νικητήρια», το οποίο έδωσε τον δοξολογικό και εγκωμιαστικό τόνο, στον ως τότε διηγηματικό και δογματικό ύμνο.

Σύμφωνα, όμως, με άλλες ιστορικές πηγές, ο Ακάθιστος Ύμνος συνδέεται και με άλλα παρόμοια γεγονότα, όπως τις πολιορκίες και τη σωτηρία της Κωνσταντινούπολης επί των Αυτοκρατόρων Κωνσταντίνου του Πωγωνάτου (673 μ.Χ.), Λέοντος του Ισαύρου (717 - 718 μ.Χ.) και Μιχαήλ Γ΄ (860 μ.Χ.). Δεδομένων των τότε ιστορικών συνθηκών (εικονομαχική έριδα, κλπ.), δεν θεωρείται απίθανο, η Παράδοση να έχει αλλοιώσει την ιστορική πραγματικότητα, με αποτέλεσμα να καθίσταται πολύ δύσκολο να λεχθεί μετά βεβαιότητας ποιο ήταν το ιστορικό περιβάλλον της δημιουργίας του Ύμνου.

Σε όλη τη χειρόγραφη παράδοση, ο ύμνος φέρεται ως ανώνυμος, ενώ ο Συναξαριστής που τον συνδέει με τα γεγονότα του Αυγούστου του 626 μ.Χ. δεν αναφέρει ούτε το χρόνο της σύνθεσής του, ούτε τον μελωδό του. Το περιεχόμενό του πάντως απηχεί τις δογματικές θέσεις της Γ΄ Οικουμενικής Συνόδου (βλέπε 9 Σεπτεμβρίου), που συνήλθε στην Έφεσο, στη βασιλική της Θεοτόκου, το 431 μ.Χ. από τον Αυτοκράτορα Θεοδόσιο Β΄. Σε αυτήν συμμετείχαν 200 επίσκοποι, ανάμεσα στους οποίους ο Άγιος Κύριλλος Αλεξάνδρειας. Καταδίκασε τις διδαχές του Αρχιεπισκόπου Κωνσταντινουπόλεως Νεστόριου, ο οποίος υπερτόνιζε την ανθρώπινη φύση του Ιησού έναντι της θείας, υποστηρίζοντας ότι η Μαρία γέννησε τον άνθρωπο Ιησού και όχι τον Θεό. Η Σύνοδος διακήρυξε ότι ο Ιησούς είναι τέλειος Θεός και τέλειος άνθρωπος, με πλήρη ένωση των δύο φύσεων και απέδωσε επίσημα στην Παρθένο Μαρία τον τίτλο «Θεοτόκος». Επομένως, η χρονολογία σύγκλησής της, το 431 μ.Χ., αποτελεί μία σταθερή ημερομηνία, καθώς είναι σίγουρο ότι ο ύμνος δεν είχε συντεθεί νωρίτερα. Από την άλλη, κάποιοι ερευνητές θεωρούν ότι από το περιεχόμενό του συνάγεται ότι ο ύμνος αναφέρεται σε κοινό εορτασμό του Ευαγγελισμού και των Χριστουγέννων, εορτές οι οποίες χωρίστηκαν κατά τη βασιλεία του Ιουστινιανού (527 - 565 μ.Χ.), πράγμα που, αν ισχύει, αφενός σημαίνει ότι ο ύμνος γράφτηκε το αργότερο επί Ιουστινιανού, αφετέρου ενισχύει την άποψη ότι προϋπήρχε των γεγονότων του 626 μ.Χ.

Η παράδοση, όμως, αποδίδει τον Ακάθιστο ύμνο στο μεγάλο βυζαντινό υμνογράφο του 6ου αιώνα μ.Χ., Ρωμανό τον Μελωδό (βλέπε 1 Οκτωβρίου). Την άποψη αυτή υποστηρίζουν πολλοί ερευνητές, οι οποίοι θεωρούν ότι οι εκφράσεις του ύμνου, η γενικότερη ποιητική του αρτιότητα και δογματική του πληρότητα δεν μπορούν παρά να οδηγούν στον Ρωμανό. Ακόμη, σε κώδικα του 13ου αιώνα μ.Χ. υπάρχει μεταγενέστερη σημείωση, του 16ου αιώνα μ.Χ., η οποία αναφέρει τον Ρωμανό ως ποιητή του ύμνου.

Όμως, η άποψη αυτή αντικρούεται από πολλούς μελετητές, που βρίσκουν στη δομή, στο ύφος και το περιεχόμενό του πολλά στοιχεία μετά την εποχή του Ρωμανού. Κατά μία άποψη, ο ύμνος ψάλθηκε καλοκαίρι, στη γιορτή της Κοιμήσεως της Θεοτόκου, και μάλλον αργότερα μεταφέρθηκε στο Σάββατο της Ε΄ εβδομάδος των νηστειών, ίσως από τους εικονόφιλους μοναχούς του Στουδίου. Έτσι πλησίασε τη γιορτή του Ευαγγελισμού. Είναι, δε, ενδεχόμενο σε αυτή τη μεταφορά, και πάλι για λόγους σχετικούς με την Εικονομαχία, να αλλοιώθηκε και το ιστορικό του Συναξαριστή, και από το 728 μ.Χ., που αυτοκράτορας ήταν ο εικονομάχος Λέων Γ΄ Ίσαυρος, να μεταφέρθηκε στο 626 μ.Χ., στα χρόνια του Ηρακλείου, ο οποίος πολεμούσε τους Πέρσες για να επανακτήσει τον Τίμιο Σταυρό.

Επιπλέον υπάρχουν και άλλες δύο εκδοχές για το πρόσωπο του μελωδού του Ακάθιστου Ύμνου. Η μία εκδοχή αναφέρει το όνομα του Πατριάρχη Κωνσταντινουπόλεως Γερμανού Α΄ (715 - 730 μ.Χ.) (βλέπε 12 Μαΐου), ο οποίος έζησε τα γεγονότα της θαυμαστής λύτρωσης της Κωνσταντινούπολης από την πολιορκία της από τους Άραβες το 718 μ.Χ., επί Αυτοκράτορος Λέοντος του Ισαύρου. Η εκδοχή αυτή βασίζεται στο γεγονός, ότι μία λατινική μετάφραση του ύμνου, η οποία έγινε γύρω στο 800 μ.Χ. από τον επίσκοπο Βενετίας Χριστόφορο, τον αναφέρει ως δημιουργό του ύμνου.

Η άλλη εκδοχή που υποστηρίζεται βασίζεται σε μια παλαιά αχρονολόγητη εικόνα του Ευαγγελισμού στο παρεκκλήσιο του Αγίου Νικολάου της ονομαστής μονής του Αγίου Σάββα στα Ιεροσόλυμα, όπου εικονίζεται και ένας μοναχός, ο οποίος κρατάει ένα ειλητάριο που γράφει «Ἄγγελος πρωτοστάτης οὐρανόθεν ἐπέμφθη» (αρχή του α΄ οίκου του Ακάθιστου ύμνου). Στο κεφάλι του μοναχού αυτού γράφει «ο άγιος Κοσμάς». Πρόκειται για τον Κοσμά τον Μελωδό (βλέπε 14 Οκτωβρίου), ο οποίος έζησε και αυτός τα γεγονότα του 718 μ.Χ., καθώς απεβίωσε το 752 ή 754 μ.Χ.

Άλλες, λιγότερο πιθανές απόψεις θεωρούν ως μελωδό του ύμνου τον Πατριάρχη Σέργιο, τον ιερό Φώτιο (βλέπε 6 Φεβρουαρίου), τον Απολινάριο τον Αλεξανδρέα, τον Μητροπολίτη Νικομήδειας Γεώργιο Σικελιώτη, τον Γεώργιο Πισίδη, και άλλους, που έζησαν από τον Ζ΄ μέχρι τον Θ΄ αιώνα.

Βέβαιο, είναι πάντως, ότι οι ειρμοί του Κανόνα του Ακάθιστου Ύμνου είναι έργο του Ιωάννου Δαμασκηνού (676 - 749 μ.Χ.) (βλέπε 4 Δεκεμβρίου), ενώ τα τροπάρια του Ιωσήφ Ξένου του Υμνογράφου (βλέπε 3 Απριλίου).

Γενικό θέμα του ύμνου είναι ο Ευαγγελισμός της Θεοτόκου, ο οποίος πηγάζει από την Αγία Γραφή και τους Πατέρες της Εκκλησίας και περιγράφει τα ιστορικά γεγονότα, αλλά προχωρεί και σε θεολογική και δογματική ανάλυσή τους.

Οι πρώτοι δώδεκα οίκοι του (Α-Μ) αποτελούν το ιστορικό μέρος. Εκεί εξιστορούνται τα γεγονότα από τον Ευαγγελισμό της Θεοτόκου μέχρι την Υπαπαντή, ακολουθώντας τη διήγηση του Ευαγγελιστή Λουκά. Αναφέρεται ο Ευαγγελισμός (Α, Β, Γ, Δ), η επίσκεψη της εγκύου Παρθένου στην Ελισάβετ (Ε), οι αμφιβολίες του Ιωσήφ (Ζ), η προσκύνηση των ποιμένων (Η) και των Μάγων (Θ, Ι, Κ), η Υπαπαντή (Μ) και η φυγή στην Αίγυπτο (Λ), η οποία είναι η μόνη που έχει ως πηγή το απόκρυφο πρωτευαγγέλιο του Ψευδο-Ματθαίου.

Οι τελευταίοι δώδεκα (Ν-Ω) αποτελούν το θεολογικό ή δογματικό μέρος, στο οποίο ο μελωδός αναλύει τις βαθύτερες θεολογικές και δογματικές προεκτάσεις της Ενανθρώπισης του Κυρίου και το σκοπό της, που είναι η σωτηρία των πιστών.

Ο μελωδός βάζει στο στόμα του αρχαγγέλου, του εμβρύου Προδρόμου, των ποιμένων, των μάγων και των πιστών τα 144 συνολικά «Χαῖρε», τους Χαιρετισμούς προς τη Θεοτόκο, που αποτελούν ποιητικό εμπλουτισμό του χαιρετισμού του Γαβριήλ («Χαῖρε Κεχαριτωμένη»), που αναφέρει ο Ευαγγελιστής Λουκάς (Λουκ. α΄ 28).

Στα μοναστήρια, αλλά και στη σημερινή ενορία και παλαιότερα κατά τα διάφορα Τυπικά, υπάρχουν και άλλα λειτουργικά πλαίσια για την ψαλμωδία του ύμνου. Η ακολουθία του όρθρου, του εσπερινού, της παννυχίδος ή μιας ιδιόρρυθμης Θεομητορικής Κωνσταντινουπολιτικής ακολουθίας, την πρεσβεία. Σε όλες αυτές τις περιπτώσεις, σε ένα ορισμένο σημείο της κοινής ακολουθίας γίνεται μια παρεμβολή. Ψάλλεται ο κανών της Θεοτόκου και ολόκληρο ή τμηματικά το κοντάκιο και οι οίκοι του Ακαθίστου.

Ο Ακάθιστος Ύμνος συνδέθηκε με τη Μεγάλη Τεσσαρακοστή, προφανώς, εξ αιτίας ενός άλλου καθαρώς λειτουργικού λόγου. Μέσα στην περίοδο της Νηστείας εμπίπτει πάντοτε η μεγάλη γιορτή του Ευαγγελισμού της Θεοτόκου. Είναι η μόνη μεγάλη γιορτή, που λόγω του πένθιμου χαρακτήρα της Τεσσαρακοστής, στερείται προεορτίων και μεθεορτίων. Αυτήν ακριβώς την έλλειψη έρχεται να καλύψει η ψαλμωδία του Ακαθίστου, τμηματικά κατά τα απόδειπνα των Παρασκευών και ολόκληρος κατά το Σάββατο της Ε΄ εβδομάδας. Το βράδυ της Παρασκευής και το Σάββατο είναι μέρες που μαζί με την Κυριακή είναι οι μόνες μέρες των εβδομάδων των Νηστειών, κατά τις οποίες επιτρέπεται ο γιορτασμός χαρμόσυνων γεγονότων, και στις οποίες, μετατίθενται οι γιορτές της εβδομάδας. Σύμφωνα με ορισμένα Τυπικά, ο Ακάθιστος Ύμνος ψαλλόταν πέντε μέρες πριν τη γιορτή του Ευαγγελισμού και κατά άλλα τον όρθρο της μέρας της γιορτής.
Αναρτήθηκε από ANARGYROS στις 4/15/2016 11:37:00 π.μ.