Πέμπτη, 28 Ιανουαρίου 2016

Ευαγγελισμός της Θεοτόκου - Αφιέρωμα Ο Ευαγγελισμός της Θεοτόκου (Σεβ. Μητροπ. Ναυπάκτου & Αγ. Βλασίου Ιερόθεος).



Ο Ευαγγελισμός της Θεοτόκου (Σεβ. Μητροπ. Ναυπάκτου & Αγ. Βλασίου Ιερόθεος)


α) Τι σημαίνει ευαγγελισμός
β) Η θέωση της Παναγίας
γ) Θεοτόκος και προπατορικό αμάρτημα
δ) Υπακοή και ελευθερία της Θεοτόκου
ε) Η σύλληψη του Λόγου έγινε δημιουργικώς
στ) Η θέωση της ανθρωπίνης φύσεως «άμα τη προσλήψει»
ζ) Η υπέρ φύσιν και κατά φύσιν κυοφορία
η) Η σύλληψη ανήδονος, η κυοφορία άκοπος και η γέννηση ανώδυνος
θ) Η Θεοτόκος τύπος του μέλλοντος αιώνος
ι) Προσωπική μέθεξη του Ευαγγελισμού

Η εορτή του Ευαγγελισμού της Θεοτόκου είναι Δεσποτικοθεομητορική εορτή. Αυτό σημαίνει ότι είναι Δεσποτική επειδή αναφέρεται στον Δεσπότη Χριστό, ο οποίος συνελήφθη στην γαστέρα της Θεοτόκου, και θεομητορική εορτή επειδή αναφέρεται στο πρόσωπο εκείνο που συνετέλεσε στην σύλληψη και την ενανθρώπηση του Λόγου του Θεού, δηλαδή την Παναγία.
Η Θεοτόκος Μαρία έχει μεγάλη αξία και σπουδαία θέση στην Εκκλησία, ακριβώς γιατί ήταν το πρόσωπο εκείνο που περίμεναν όλες οι γενεές, και αυτή έδωσε στον Λόγο του Θεού την ανθρώπινη φύση. Έτσι, το πρόσωπο της Θεοτόκου συνδέεται στενά με το Πρόσωπο του Χριστού. Και η αξία της Παναγίας δεν οφείλεται μόνον στις αρετές της, αλλά κυρίως στον καρπό της κοιλίας της. Γι’ αυτό, η Θεοτοκολογία συνδέεται στενώτατα με την Χριστολογία. Όταν κάνουμε λόγο για τον Χριστό δεν μπορούμε να αγνοήσουμε αυτήν που του έδωσε σάρκα, και όταν κάνουμε λόγο για την Παναγία, αναφερόμαστε ταυτόχρονα και στον Χριστό, γιατί από Αυτόν αντλεί Χάρη και αξία. Αυτό φαίνεται καθαρά στην ακολουθία των Χαιρετισμών, στην οποία υμνείται η Θεοτόκος, αλλά πάντοτε εν συνδυασμώ με το ότι είναι μητέρα του Χριστού: «Χαίρε ότι υπάρχεις βασιλέως καθέδρα, χαίρε ότι βαστάζεις τον βαστάζοντα πάντα».
Αυτός ο σύνδεσμος Χριστολογίας και Θεοτοκολογίας φαίνεται και στην ζωή των αγίων. Ένα χαρακτηριστικό γνώρισμα των αγίων, που είναι τα πραγματικά μέλη του Σώματος του Χριστού, είναι ότι αγαπούν την Παναγία. Είναι αδύνατον να υπάρχη άγιος ο οποίος δεν την αγαπά.
 

Ο Ευαγγελισμός της Θεοτόκου είναι η αρχή όλων των Δεσποτικών εορτών. Στο απολυτίκιο της εορτής ψάλλουμε: «σήμερον της σωτηρίας ημών το κεφάλαιον και του απ’ αιώνος μυστηρίου η φανέρωσις…». Το περιεχόμενο της εορτής αναφέρεται στο γεγονός κατά το οποίο ο αρχάγγελος Γαβριήλ – ο άγγελος εκείνος με τον οποίο συνδέονται όλα τα γεγονότα που έχουν σχέση με την ενανθρώπηση του Χριστού – επισκέφθηκε με εντολή του Θεού την Παναγία και την πληροφόρησε ότι έφθασε ο καιρός της σαρκώσεως του Λόγου του Θεού, και ότι αυτή θα γίνη η μητέρα Του. (βλ. Λουκά α’, 26-56).
Η λέξη «ευαγγελισμός» αποτελείται από δύο επί μέρους λέξεις, ήτοι εύ και αγγελία, και δηλώνει την καλή είδηση, την καλή αγγελία. Πρόκειται για την πληροφορία που δόθηκε δια του αρχαγγέλου ότι ο Λόγος του Θεού θα ενανθρωπήση για την σωτηρία του ανθρώπου. Ουσιαστικά πρόκειται για την εκπλήρωση της υποσχέσεως του Θεού, που

δόθηκε μετά την πτώση του Αδάμ και της Εύας (βλ. Γεν. γ’, 15), η οποία λέγεται πρωτευαγγέλιο. Γι’ αυτό, η πληροφορία της ενανθρωπήσεως του Λόγου του Θεού είναι η μεγαλύτερη είδηση μέσα στην ιστορία.
Κατά τον άγιο Μάξιμο τον Ομολογητή, το ευαγγέλιο του Θεού είναι πρεσβεία του Θεού και παράκληση στους ανθρώπους δια του σαρκωθέντος Υιού Του. Παράλληλα είναι και η καταλλαγή των ανθρώπων με τον Πατέρα, ο Οποίος δίνει ως μισθό την αγέννητη θέωση σε αυτούς που υπακούουν στον Χριστό. Η θέωση λέγεται αγέννητη γιατί δεν γεννάται, αλλά φανερώνεται στους αξίους. Επομένως, η θέωση που προσφέρεται δια του ενανθρωπήσαντος Χριστού δεν είναι γέννηση, αλλά φανέρωση δια της ενυποστάτου ελλάμψεως σε αυτούς που είναι άξιοι αυτής της αποκαλύψεως.
Η καλή αγγελία, το ευαγγέλιο, ο ευαγγελισμός είναι διόρθωση των γεγονότων που έγιναν στην αρχή της δημιουργίας του ανθρώπου, στον αισθητό Παράδεισο της Εδέμ. Εκεί από γυναίκα άρχισε η πτώση και τα αποτελέσματά της, εδώ από γυναίκα άρχισαν όλα τα αγαθά. Έτσι, η Παναγία είναι η νέα Εύα. Εκεί υπήρχε ο αισθητός Παράδεισος, εδώ η Εκκλησία. Εκεί ο Αδάμ, εδώ ο Χριστός. Εκεί η Εύα, εδώ η Μαρία. Εκεί ο όφις, εδώ ο Γαβριήλ. Εκεί ο ψιθυρισμός του δράκοντος-όφεως στην Εύα, εδώ ο χαιρετισμός του αγγέλου στην Μαρία (Ιωσήφ Βρυένιος). Με αυτόν τον τρόπο διορθώθηκε το σφάλμα του Αδάμ και της Εύας.


Ο αρχάγγελος Γαβριήλ απεκάλεσε την Παναγία «κεχαριτωμένη«. Της είπε: «Χαίρε, κεχαριτωμένη, ο Κύριος μετά σού, ευλογημένη συ εν γυναιξίν» (Λουκ. α’, 28-29). Η Παναγία αποκαλείται «κεχαριτωμένη» και χαρακτηρίζεται «ευλογημένη», αφού ο Θεός είναι μαζί της.
Κατά τον άγιο Γρηγόριο τον Παλαμά, και άλλους αγίους Πατέρας, η Παναγία είχε ήδη χαριτωθή, και δεν χαριτώθηκε την ημέρα του Ευαγγελισμού. Παραμένοντας μέσα στα άγια των αγίων του Ναού έφθασε στα άγια των αγίων της πνευματικής ζωής, που είναι η θέωση. Εάν το προαύλιο του Ναού προοριζόταν για τους προσηλύτους και εάν ο κυρίως Ναός για τους ιερείς, τα άγια των αγίων προορίζονταν για τον αρχιερέα. Εκεί εισήλθε η Παναγία, δείγμα ότι έφθασε στην θέωση. Είναι γνωστόν ότι στην χριστιανική εποχή ο νάρθηκας προοριζόταν για τους κατηχουμένους και τους ακαθάρτους, ο κυρίως ναός για τους φωτισθέντας, τα μέλη της Εκκλησίας, και τα άγια των αγίων γι’ αυτούς που έφθασαν στην θέωση.
Έτσι, η Παναγία είχε φθάσει στην θέωση και πριν ακόμη δεχθή την επίσκεψη του αρχαγγέλου. Για τον σκοπό αυτό χρησιμοποίησε μια ειδική μέθοδο Θεογνωσίας και Θεοκοινωνίας, όπως ερμηνεύει θαυμάσια και θεόπνευστα ο άγιος Γρηγόριος ο Παλαμάς. Πρόκειται για την ησυχία, την ησυχαστική οδό. Κατάλαβε η Παναγία ότι δεν μπορεί κανείς να φθάση στον Θεό με την λογική, την αίσθηση, την φαντασία και την ανθρώπινη δόξα, αλλά δια του νού. Έτσι νέκρωσε όλες τις δυνάμεις της ψυχής που προέρχονται από την αίσθηση, και δια της νοεράς προσευχής ενεργοποίησε τον νού. Με αυτόν τον τρόπο έφθασε στην έλλαμψη και την θέωση. Και γι’ αυτό αξιώθηκε να γίνη Μητέρα του Χριστού, να δώση την σάρκα της στον Χριστό. Δεν είχε απλώς αρετές, αλλά την θεοποιό Χάρη του Θεού.
Η Παναγία είχε το πλήρωμα της Χάριτος του Θεού, συγκριτικά με τους ανθρώπους. Βέβαια, ο Χριστός, ως Λόγος του Θεού, έχει όλο το πλήρωμα των Χαρίτων, αλλά και η Παναγία έλαβε το πλήρωμα της Χάριτος από το πλήρωμα των Χαρίτων του Υιού της. Γι’ αυτόν τον λόγο σε σχέση με τον Χριστό είναι κατώτερη, αφού ο Χριστός είχε την Χάρη κατά φύσιν, ενώ η Παναγία κατά μετοχήν, σε σχέση όμως με τους ανθρώπους είναι ανώτερη.
Η Παναγία είχε το πλήρωμα της Χάριτος, εκ του πληρώματος των Χαρίτων του Υιού της, προ της συλλήψεως, κατά την σύλληψη και μετά την σύλληψη. Πρό της συλλήψεως το πλήρωμα της Χάριτος ήταν τέλειο, κατά την σύλληψη ήταν τελειότερο, και μετά την σύλληψη ήταν τελειότατο (άγ. Νικόδημος αγιορείτης). Με αυτόν τον τρόπο η Παναγία ήταν παρθένος κατά το σώμα και παρθένος κατά την ψυχή. Και αυτή η σωματική της παρθενία είναι ανώτερη και τελειότερη από την ψυχική παρθενία των αγίων, που επιτυγχάνεται με την ενέργεια του Παναγίου Πνεύματος.
 

Κανείς άνθρωπος δεν γεννάται απηλλαγμένος από το προπατορικό αμάρτημα. Η πτώση του Αδάμ και της Εύας και οι συνέπειες αυτής της πτώσεως κληρονομήθηκαν σε όλο το ανθρώπινο γένος. Φυσικό ήταν και η Παναγία να μην είναι απηλλαγμένη από το προπατορικό αμάρτημα. Ο λόγος του Αποστόλου Παύλου είναι σαφής: «πάντες ήμαρτον και υστερούνται της δόξης του Θεού» (Ρωμ. γ’, 23). Στο αποστολικό αυτό χωρίο φαίνεται ότι το αμάρτημα νοείται ως στέρηση της δόξης του Θεού, και ακόμη ότι κανείς δεν είναι απηλλαγμένος από αυτό. Έτσι, λοιπόν, και η Παναγία γεννήθηκε με το προπατορικό αμάρτημα. Πότε όμως απαλλάχτηκε από αυτό; Η απάντηση στο ερώτημα αυτό πρέπει να ελευθερωθή από σχολαστικές αντιλήψεις.
Κατ’ αρχάς πρέπει να πούμε ότι το προπατορικό αμάρτημα ήταν η στέρηση της δόξης του Θεού, η αλλοτρίωση από τον Θεό, η απώλεια της Θεοκοινωνίας. Αυτό όμως είχε και σωματικές συνέπειες, γιατί στο σώμα του Αδάμ και της Εύας εισήλθε η φθορά και ο θάνατος. Όταν στην Ορθόδοξη Παράδοση γίνεται λόγος για κληρονόμηση του προπατορικού αμαρτήματος, δεν εννοείται η κληρονόμηση της ενοχής της προπατορικής αμαρτίας, αλλά κυρίως οι συνέπειές της, που είναι η φθορά και ο θάνατος. Όπως όταν αρρωσταίνη η ρίζα του φυτού, αρρωσταίνουν και τα κλαδιά και τα φύλλα, το ίδιο έγινε με την πτώση του Αδάμ. Ασθένησε όλο το ανθρώπινο γένος. Η φθορά και ο θάνατος που κληρονομεί ο άνθρωπος είναι το εύκρατο κλίμα της καλλιέργειας των παθών, και με αυτόν τον τρόπο σκοτίζεται ο νούς του ανθρώπου.
Ακριβώς γι’ αυτόν τον λόγο η πρόσληψη από τον Χριστό, με την ενανθρώπησή Του, αυτού του θνητού και παθητού σώματος, χωρίς την αμαρτία, συνετέλεσε στο να διορθωθούν οι συνέπειες του αμαρτήματος του Αδάμ. Θέωση υπήρχε και στην Παλαιά Διαθήκη, όπως και φωτισμός του νού, αλλά δεν είχε καταργηθή ο θάνατος, γι’ αυτό και οι θεόπτες Προφήτες πήγαιναν στον Άδη. Με την ενανθρώπηση του Χριστού και την Ανάστασή Του, θεώθηκε η ανθρώπινη φύση και έτσι δόθηκε η δυνατότητα σε κάθε άνθρωπο να θεωθή. Επειδή με το άγιο Βάπτισμα γινόμαστε μέλη του θεωθέντος και αναστημένου Σώματος του Χριστού, γι’ αυτό και λέμε ότι δια του αγίου Βαπτίσματος απαλλάσσεται ο άνθρωπος από το προπατορικό αμάρτημα.
Όταν προσαρμόσουμε αυτά στην περίπτωση της Παναγίας, μπορούμε να καταλάβουμε την σχέση της με το προπατορικό αμάρτημα και την ελευθέρωσή της από αυτό. Η Παναγία γεννήθηκε με το προπατορικό αμάρτημα, είχε όλες τις συνέπειες της φθοράς και του θανάτου στο σώμα της. Με την είσοδό της στα άγια των αγίων έφθασε στην θέωση. Αυτή όμως η θέωση δεν ήταν αρκετή για την απαλλαγή από τις συνέπειές του, που είναι η φθορά και ο θάνατος, ακριβώς γιατί δεν είχε ενωθή η θεία με την ανθρώπινη φύση στην υπόσταση του Λόγου. Έτσι, την στιγμή που με την δύναμη του Αγίου Πνεύματος η θεία φύση ενώθηκε με την ανθρώπινη φύση, στην γαστέρα της Παναγίας, η Παναγία πρώτη γεύεται την ελευθέρωσή της από το λεγόμενο προπατορικό αμάρτημα και τις συνέπειές του. Άλλωστε, την στιγμή εκείνη έγινε αυτό που απέτυχε να κάνη ο Αδάμ και η Εύα με τον ελεύθερο προσωπικό τους αγώνα. Γι’ αυτό, η Παναγία την στιγμή του Ευαγγελισμού έφθασε σε μεγαλύτερη κατάσταση από εκείνην στην οποία βρισκόταν ο Αδάμ και η Εύα πριν την πτώση. Αξιώθηκε να γευθή το τέλος του σκοπού της δημιουργίας, όπως θα δούμε σ’ άλλες αναλύσεις.
Γι’ αυτό, για την Παναγία δεν χρειάστηκε να γίνη Πεντηκοστή, δεν χρειάστηκε να βαπτισθή. Αυτό που βίωσαν οι Απόστολοι την ημέρα της Πεντηκοστής, που έγιναν μέλη του Σώματος του Χριστού δια του Αγίου Πνεύματος, και αυτό που έγινε σε όλους εμάς κατά το μυστήριο του Βαπτίσματος, έγινε για την Παναγία την ημέρα του Ευαγγελισμού. Τότε απαλλάχθηκε από το προπατορικό αμάρτημα, όχι με την έννοια ότι απαλλάχθηκε από την ενοχή, αλλά ότι απέκτησε την θέωση στην ψυχή και το σώμα, λόγω της ενώσεώς της με τον Χριστό.
Μέσα στα πλαίσια αυτά πρέπει να ερμηνευθή και ο λόγος του αγίου Ιωάννου του Δαμασκηνού, ότι την ημέρα του Ευαγγελισμού η Παναγία έλαβε το Άγιον Πνεύμα, το Οποίο την καθάρισε και της έδωσε δύναμη δεκτική της θεότητος του Λόγου, συγχρόνως δε και γεννητική. Δηλαδή, η Παναγία έλαβε από το Άγιο Πνεύμα καθαρτική χάρη, αλλά και δεκτική και γεννητική του Λόγου του Θεού, ως ανθρώπου.

 Η απάντηση της Παναγίας στην πληροφορία του αρχαγγέλου ότι θα αξιωθή να γεννήση τον Χριστό ήταν εκφραστική: «Ιδού η δούλη Κυρίου, γένοιτό μοι κατά το ρήμά σου» (Λουκ. α’, 38). Φαίνεται εδώ η υπακοή της Παναγίας στον λόγο του αρχαγγέλου, αλλά και η υπακοή της στον Θεό, για ένα γεγονός που ήταν παράδοξο και παράξενο για την ανθρώπινη λογική. Έτσι υποτάσσει την λογική της στο θέλημα του Θεού.
Μερικοί ισχυρίζονται ότι κατά την στιγμή εκείνη όλοι οι δίκαιοι της Παλαιάς Διαθήκης, αλλά και όλη η ανθρωπότητα περίμεναν με αγωνία να ακούσουν την απάντηση της Παναγίας, έχοντας φόβο μήπως αρνηθή και δεν υπακούση στο θέλημα του Θεού. Ισχυρίζονται ότι επειδή κάθε φορά που ο άνθρωπος βρίσκεται σε τέτοιο δίλημμα, ακριβώς επειδή έχει ελευθερία, μπορεί να πη το ναι ή το όχι, όπως άλλωστε έγινε στην περίπτωση του Αδάμ και της Εύας, το ίδιο μπορούσε να συμβή και στην Παναγία. Αλλά όμως η Παναγία δεν ήταν δυνατόν να αρνηθή, όχι γιατί δεν είχε ελευθερία, αλλά γιατί είχε την πραγματική ελευθερία.
Ο άγιος Ιωάννης ο Δαμασκηνός κάνει διάκριση μεταξύ φυσικού και γνωμικού θελήματος. Γνωμικό θέλημα έχει κανείς όταν διακρίνεται για την άγνοια ενός πράγματος, για την αμφιβολία και τελικά για την αδυναμία επιλογής. Πρόκειται για μια αμφιταλάντευση περί του πρακτέου. Φυσικό θέλημα έχει κανείς όταν οδηγήται κατά τρόπο φυσικό, χωρίς αμφιταλαντεύσεις, χωρίς άγνοια, στην πραγματοποίηση της αλήθειας.
Φαίνεται, λοιπόν, ότι το φυσικό θέλημα συνδέεται με το «θέλειν», ενώ το γνωμικό θέλημα με το «πώς θέλειν», και μάλιστα όταν γίνεται με αμφιβολίες και αμφιταλαντεύσεις. Επόμενο είναι ότι το φυσικό θέλημα συνιστά την τελειότητα της φύσεως, ενώ το γνωμικό θέλημα συνιστά την ατέλεια της φύσεως, αφού προϋποθέτει άνθρωπο που δεν έχει γνώση της αλήθειας, δεν είναι βέβαιος γι’ αυτό που πρέπει να αποφασίση.
Ο Χριστός καίτοι είχε δύο θελήματα, λόγω των δύο φύσεων, ανθρωπίνης και θείας, εν τούτοις είχε φυσικό θέλημα, από την άποψη που μελετάμε εδώ καί, βέβαια, δεν είχε γνωμικό θέλημα. Ως Θεός ήξερε πάντοτε το θέλημα του Θεού Πατρός και δεν υπήρχε ποτέ αμφιβολία μέσα Του ούτε αμφιταλάντευση. Αυτό κατά χάριν βιώνεται και από τους αγίους, ιδιαιτέρως από την Παναγία. Επειδή η Παναγία είχε φθάσει στην θέωση, γι’ αυτό ήταν αδύνατο να αρνηθή το θέλημα του Θεού και να μη συγκατατεθή για την ενανθρώπηση. Είχε την τέλεια ελευθερία, και γι’ αυτό η ελευθερία της ενεργούσε πάντοτε κατά φύσιν και όχι παρά φύσιν. Εμείς επειδή δεν έχουμε φθάσει στην θέωση έχουμε ατελή ελευθερία, το λεγόμενο γνωμικό θέλημα, γι’ αυτό και αμφιταλαντευόμαστε για το πρακτέο. Η ερώτησή της «πώς εσται μοι τούτο, επεί άνδρα ου γινώσκω» (Λουκ. α’, 34), δείχνει ταπείνωση, αδυναμία της ανθρωπίνης φύσεως, αλλά και το παράδοξο του πράγματος, επειδή υπήρχαν θαυματουργικές συλλήψεις στην Παλαιά Διαθήκη, όχι όμως ασπόρως.
 

Κατά την ημέρα του Ευαγγελισμού έχουμε άμεση σύλληψη του Χριστού με την δύναμη και ενέργεια του Παναγίου Πνεύματος. Σ’ ένα θεοτοκίο ψάλλουμε: «Του Γαβριήλ φθεγξαμένου σοι παρθένε το χαίρε σύν τη φωνή εσαρκούτο ο των όλων Δεσπότης«. Αυτό σημαίνει ότι δεν παρενεβλήθησαν μερικές ώρες και ημέρες για να γίνη η σύλληψη, αλλά έγινε ακριβώς εκείνη την στιγμή.
Ο αρχάγγελος Γαβριήλ είπε στον Ιωσήφ, τον μνήστορα της Υπεραγίας Θεοτόκου. «Μη φοβηθής παραλαβείν Μαριάμ την γυναίκα σου, το γαρ εν αυτή γεννηθέν εκ Πνεύματος εστίν Αγίου» (Ματθ. α’, 20). Η Παναγία γέννησε κατά άνθρωπο τον Χριστό, αλλά η σύλληψη έγινε εκ Πνεύματος Αγίου.
Ο Μ. Βασίλειος, ερμηνεύοντας αυτήν την φράση, και κυρίως το «γεννηθέν εκ Πνεύματος αγίου», λέγει ότι κάθε πράγμα που προέρχεται από κάτι άλλο, δηλώνεται με τρεις λέξεις. Η μία είναι το «δημιουργικώς», όπως ολόκληρη η κτίση δημιουργήθηκε από τον Θεό με την ενέργειά Του. Η άλλη είναι το «γεννητώς», όπως ο Υιός γεννήθηκε προ πάντων των αιώνων από τον Πατέρα. Η τρίτη είναι το «φυσικώς», όπως η ενέργεια βγαίνει από κάθε φύση, ήτοι η λαμπρότητα από τον ήλιο, και γενικότερα η ενέργεια από τον ενεργούντα. Για την σύλληψη του Χριστού εν Αγίω Πνεύματι η αληθινή έκφραση είναι ότι ο Χριστός συνελήφθη με την ενέργεια του Αγίου Πνεύματος «δημιουργικώς», και όχι γεννητώς και φυσικώς.
Ο άγιος Ιωάννης ο Δαμασκηνός διδάσκει ότι ο Υιός και Λόγος του Θεού συνέπηξε για τον Εαυτό του, με τα αγνά και καθαρώτατα αίματα της Θεοτόκου, σάρκα που είναι εμψυχωμένη από λογική και νοερά ψυχή, όχι σπερματικώς, αλλά δημιουργικώς δια του Αγίου Πνεύματος.
Βέβαια, όταν κάνουμε λόγο για σύλληψη του Χριστού στην γαστέρα της Θεοτόκου με την δύναμη και δημιουργική ενέργεια του Αγίου Πνεύματος, δεν πρέπει να απομονώνουμε το Άγιον Πνεύμα από την Αγία Τριάδα. Είναι γνωστόν από την πατερική διδασκαλία ότι κοινή είναι η ενέργεια του Τριαδικού Θεού. Η δημιουργία του κόσμου και η αναδημιουργία του ανθρώπου και του κόσμου έγινε και γίνεται με την κοινή ενέργεια του Τριαδικού Θεού. Επομένως, όχι μόνον το Άγιον Πνεύμα εδημιούργησε το δεσποτικό σώμα του Χριστού, αλλά και αυτός ο ίδιος ο Πατήρ και ο Υιός, δηλαδή ολόκληρη η Αγία Τριάδα. Η διατύπωση αυτής της αλήθειας είναι ότι ο Πατήρ ευδόκησε την σάρκωση του Υιού Του, ο Υιός και Λόγος του Θεού αυτούργησε την σάρκωσή Του και το Άγιον Πνεύμα την ετελεσιούργησε.
Η σύλληψη του Χριστού στην κοιλία της Θεοτόκου έγινε με ησυχία και κρυφιότητα και όχι με κρότο και ταραχή. Κανείς, ούτε από τους αγγέλους ούτε από τους ανθρώπους, μπόρεσε να καταλάβη εκείνη την στιγμή αυτά τα μεγάλα που επετελέσθησαν. Ο Προφητάναξ Δαυίδ προφήτευσε αυτό το γεγονός λέγοντας: «Καταβήσεται ως υετός επί πόκον, ωσεί σταγών η στάζουσα επί την γήν» (Ψαλμ. οα’, 6). Όπως η βροχή που πέφτει επάνω σ’ ένα ποκάρι από μαλλί δεν προκαλεί θόρυβο, ούτε και καμμιά φθορά, το ίδιο έγινε και κατά τον ευαγγελισμό και την σύλληψη. Ο Χριστός με την σύλληψή Του δεν προκάλεσε θόρυβο ούτε και καμμιά φθορά στην παρθενία της Παναγίας. Γι’ αυτό και η Παναγία ήταν και έμεινε Παρθένος προ του τόκου, κατά τον τόκο και μετά τον τόκο. Είναι τα τρία αστέρια τα οποία ο αγιογράφος σχηματίζει πάντοτε στο μέτωπο και στους δύο ώμους της Παναγίας.


Η ένωση της θείας με την ανθρώπινη φύση στην υπόσταση του Λόγου, μέσα στην κοιλία της Θεοτόκου, συνιστά την άμεση θέωση της ανθρωπίνης φύσεως. Δηλαδή, από την πρώτη στιγμή που ενώθηκε η θεία με την ανθρώπινη φύση υπάρχει θέωση της ανθρωπίνης φύσεως. Είναι χαρακτηριστικός ο λόγος του αγίου Ιωάννου του Δαμασκηνού: «άμα σάρξ, άμα Θεού Λόγου σάρξ». Αυτό σημαίνει ότι δεν παρενεβλήθη ένα διάστημα μετά από την σύλληψη για να θεωθή το ανθρώπινο πρόσλημμα, αλλά αυτό έγινε αμέσως κατά την ώρα της συλλήψεως.
Συνέπεια και συνέχεια αυτού του γεγονότος είναι ότι η Παναγία πρέπει να λέγεται Θεοτόκος, αφού αυτή γέννησε πραγματικά τον Θεό, τον Οποίο κυοφόρησε εννέα μήνες στην κοιλία της, και όχι έναν άνθρωπο που είχε την Χάρη του Θεού. Γι’ αυτό η Παναγία λέγεται Θεοτόκος και όχι Χριστοτόκος. Το χριστολογικό δόγμα έχει συνέπεια και στο θεοτοκολογικό. Η Παναγία είναι Θεοτόκος, ακριβώς γιατί συνέλαβε εν Αγίω Πνεύματι τον Χριστό.
Αυτό πρέπει να τονισθή, γιατί παλαιά έγινε μεγάλη θεολογική συζήτηση για το αν η Παναγία πρέπει να λέγεται Θεοτόκος, λόγω υπάρξεως αιρετικών διδασκαλιών, η δε τελική κατοχύρωση της διδασκαλίας ότι η Παναγία εγέννησε Θεό, και ότι αμέσως με την πρόσληψη της ανθρωπίνης φύσεως υπάρχει θέωσή της, έγινε στην Γ’ Οικουμενική Σύνοδο. Ο αιρετικός Νεστόριος, χρησιμοποιώντας φιλοσοφικούς όρους και ανθρώπινο στοχασμό, υποστήριζε ότι η Παναγία ήταν άνθρωπος και γι’ αυτόν τον λόγο ήταν αδύνατο να γεννήση τον Θεό. Το βρέφος που υπήρχε μέσα της δεν ήταν Θεός, αλλά άνθρωπος. Απλώς ο Θεός «παρήλθεν» ή «συμπαρήλθεν» δια της Θεοτόκου. Βέβαια, υπήρχε πρόβλημα στην θεολογία του για τις σχέσεις μεταξύ των δύο φύσεων στον Χριστό. Ο Νεστόριος πίστευε ότι η σάρκα του Χριστού ήταν απλώς συνημμένη με την φύση της θεότητος. Ο Λόγος ήταν Θεός, αλλά ήταν συνημμένος με τον άνθρωπο και κατοικούσε μέσα του. Με τέτοιες προϋποθέσεις ονόμαζε την Παναγία Χριστοτόκο και όχι Θεοτόκο.
Όμως, ο Χριστός είναι Θεάνθρωπος, τέλειος Θεός και τέλειος άνθρωπος, και η κάθε φύση ενεργούσε «μετά της θατέρου κοινωνίας» στην υπόσταση του Λόγου. Το θέμα αυτό θα το δούμε όταν θα κάνουμε λόγο για την γέννηση του Χριστού. Εδώ όμως πρέπει να υπογραμμισθή ότι η ανθρώπινη φύση θεώθηκε αμέσως με την ένωσή της με την θεία φύση στην υπόσταση του Λόγου, μέσα στην κοιλία της Θεοτόκου. Γι’ αυτό η Παναγία είναι και λέγεται Θεοτόκος, αφού γέννησε κατά άνθρωπον τον Θεό.


Η άμεση θέωση της ανθρωπίνης φύσεως από την θεία φύση του Λόγου δεν σημαίνει ότι καταργούνται τα ιδιώματα της ανθρωπίνης φύσεως. Αυτό δείχνει ότι η σύλληψη και κυοφορία, αλλά και η γέννηση του Χριστού έγινε κατά φύσιν και υπέρ φύσιν. Υπέρ φύσιν, γιατί έγινε δημιουργικώς από το Πανάγιο Πνεύμα και όχι σπερματικώς. Κατά φύσιν, γιατί η κυοφορία έγινε κατά τον τρόπο που κυοφορείται το βρέφος.
Υπάρχει όμως ένα σημείο που πρέπει να υπογραμμισθή. Σε κάθε βρέφος υπάρχουν μερικά στάδια, έως ότου έλθη η ώρα να γεννηθή. Κατ’ αρχάς γίνεται η σύλληψη, στην συνέχεια μετά από ένα χρονικό διάστημα ο εξεικονισμός των μελών του σώματός του, έπειτα αναπτύσσεται ολίγον κατ’ ολίγον, και κατά τον βαθμό της αναπτύξεώς του ακολουθεί η κίνηση, και τέλος, όταν ολοκληρωθή, εξέρχεται από την κοιλία της μητέρας του.
Ενώ στο θείο βρέφος έχουμε ολίγον κατ’ ολίγον αύξηση, εν τούτοις δεν παρενεβλήθη διάστημα μεταξύ συλλήψεως και εξεικονισμού των μελών. Ο Μ. Βασίλειος λέγει ρητώς: «ευθύς γαρ τέλειον ήν τη σαρκί το κυοφορούμενον, ου ταις κατά μικρόν διαπλάσεσι μορφωθέν». Αυτό πρέπει να το δούμε από την άποψη ότι εξεικονίσθησαν τα μέλη του σώματός Του αμέσως, δημιουργήθηκε τέλειος άνθρωπος, αλλά όμως δεν βρέθηκε αμέσως στην διάπλαση των εννέα μηνών. Αναπτυσσόταν ολίγον κατ’ ολίγον, ενώ είχε απαρτισθή το σώμα Του από την αρχή.


Η σύλληψη του Χριστού στην κοιλία της Θεοτόκου έγινε από το Πανάγιο Πνεύμα δημιουργικώς και όχι σπερματικώς, γιατί έπρεπε να αναλάβη ο Χριστός την καθαρά φύση που είχε ο Αδάμ προ της παραβάσεως. Βέβαια, ο Χριστός προσέλαβε σάρκα παθητή και θνητή, όπως αυτή έγινε μετά την παράβαση του Αδάμ, για να νικήση την φθορά και τον θάνατο, αλλ’ όμως ήταν άκρως καθαρά και αμίαντος, όπως ήταν προ της παραβάσεως. Έτσι, η σάρκα του Χριστού από απόψεως καθαρότητος ήταν όπως το προ της παραβάσεως σώμα του Αδάμ, από απόψεως δε θνητότητος και φθαρτότητος ήταν το μετά την παράβαση σώμα του Αδάμ.
Επομένως, η σύλληψη έγινε δια του Αγίου Πνεύματος, γιατί ο τρόπος με τον οποίο γεννάται σήμερα ο άνθρωπος (διά του σπέρματος) είναι μετά την παράβαση. Κατά τον άγιο Γρηγόριο τον Παλαμά, η κίνηση της σαρκός προς γέννηση δεν είναι απηλλαγμένη τελείως της αμαρτίας, γιατί, ενώ ο νούς έχει ταχθή από τον Θεό να ηγεμονεύη τον άνθρωπο, συμπεριφέρεται «ανυποτάκτως» κατά την διάρκεια της κινήσεως της σαρκός. Έτσι, η καθαρά φύση του Χριστού έχει σχέση με την δημιουργική και όχι σπερματική σύλληψη.
Ακριβώς αυτό το γεγονός συνδέεται στενώτατα με το ότι η σύλληψη, κυοφορία και γέννηση του Χριστού από την Παναγία ήταν ανήδονος, άκοπος και ανώδινος. Ο Χριστός, λοιπόν, συνελήφθη, κυοφορήθηκε ως βρέφος και γεννήθηκε ανηδόνως, ακόπως, ανωδίνως. Συνελήφθη ασπόρως για δύο βασικούς λόγους. Πρώτον, για να αναλάβη την καθαρά ανθρώπινη φύση, και δεύτερον, για να γεννηθή αφθόρως και ανωδίνως.
Η Παναγία όπως συνέλαβε τον Χριστό ανηδόνως, χωρίς ηδονή, το ίδιο και τον κράτησε εννέα μήνες στην κοιλία της ακόπως και αβάρως. Δεν αισθανόταν βάρος, παρά το ότι το θείο βρέφος αναπτυσσόταν φυσιολογικά και είχε το βάρος ενός αναπτυσσομένου εμβρύου. Εφαρμόσθηκε έτσι η προφητεία του Προφήτου Ησαΐου: «Ιδού Κύριος κάθηται επί νεφέλης κούφης» (Ησ. ιθ’, 1). Με τον όρο «νεφέλη κούφη» εννοείται η ανθρώπινη σάρκα, που ήταν τόσο πολύ ελαφρά, ώστε δεν προξένησε κανένα βάρος και κόπο στην Παναγία, κατά το διάστημα της εννεαμήνου κυοφορίας.
Η άσπορη και ανήδονη σύλληψη της Παναγίας και η άκοπη κυοφορία συνδέεται στενά με την άφθορη και ανώδινη γέννηση του Χριστού. Κατά τον άγιο Γρηγόριο Νύσσης υπάρχει στενή σχέση μεταξύ ηδονής και οδύνης, αφού κάθε ηδονή έχει συνημμένο και τον πόνο. Ο Αδάμ αισθάνθηκε ηδονή και ακολούθησε ο πόνος σε όλο το ανθρώπινο γένος. Έτσι και τώρα δια της ελευθερώσεως από την ηδονή προέρχεται χαρά στο ανθρώπινο γένος. Η γέννηση του Χριστού δεν έφθειρε την παρθενία της Θεοτόκου, όπως ακριβώς η σύλληψη δεν έγινε με ηδονή, και η κυοφορία με βάρος και κόπο. Εκεί που ενεργεί το Πανάγιο Πνεύμα «νικάται φύσεως τάξις».


Η διάρκεια της κυοφορίας της Παναγίας είναι προτύπωση της αδιαλείπτου κοινωνίας που θα έχουν οι άγιοι στην Βασιλεία του Θεού.
Είναι γνωστό και δεδομένο ότι η μητέρα που έχει κυοφορούμενο βρέφος έχει στενή και οργανική σχέση μαζί του. Σύγχρονοι επιστήμονες έχουν αποδείξει ότι το βρέφος επηρεάζεται πάρα πολύ όχι μόνο από την σωματική κατάσταση της μητέρας του, αλλά και από την ψυχολογική της συγκρότηση. Και επειδή το θείο βρέφος συνελήφθη εκ Πνεύματος Αγίου, αλλά μεγάλωσε κατά τον φυσικό τρόπο, δηλαδή είχε κοινωνία με το σώμα της Παναγίας, γι’ αυτό και υπάρχει στενή σχέση μεταξύ του Χριστού και της Θεοτόκου. Φυσικά, αυτό πρέπει να το δούμε από την άποψη ότι η Παναγία δίνει το αίμα της στον Χριστό, αλλά και ο Χριστός την Χάρη και ευλογία Του σε αυτήν. Κυοφορούμενος ο Χριστός δεν έπαυσε να βρίσκεται ταυτόχρονα στον θρόνο του Θεού ενωμένος με τον Πατέρα Του και το Άγιον Πνεύμα.
Η ανθρώπινη φύση ενώθηκε με την θεία φύση ατρέπτως, ασυγχύτως, αδιαιρέτως, αχωρίστως, αμέσως από την στιγμή της συλλήψεως. Αυτό σημαίνει ότι πρώτη η Παναγία γεύθηκε τα αγαθά της θείας ενανθρωπήσεως, την θέωση. Αυτό που οι Μαθηταί του Χριστού γεύθηκαν κατά την Πεντηκοστή, και εμείς μετά το Βάπτισμα, κατά την διάρκεια του μυστηρίου της θείας Ευχαριστίας, όταν κοινωνούμε το Σώμα και το Αίμα του Χριστού, και αυτό που θα ζουν οι άγιοι στην Βασιλεία των Ουρανών, το ζούσε η Παναγία από την πρώτη στιγμή της συλλήψεως και κυοφορίας.
Επομένως, ο Χριστός εννέα ολόκληρους μήνες, μέρα και νύχτα, έτρεφε με το αγιασμένο αίμα Του την Παναγία. Αυτό είναι προτύπωση της αδιαλείπτου θείας Κοινωνίας και της αδιαλείπτου σχέσεως και κοινωνίας των αγίων με τον Χριστό που θα γίνη κυρίως στην άλλη ζωή. Γι’ αυτό και η Παναγία είναι προτύπωση του μέλλοντος αιώνος. Από αυτό το πρίσμα είναι Παράδεισος.
 

Ο άγιος Νικόδημος ο αγιορείτης, μιλώντας για τον Ευαγγελισμό της Θεοτόκου, προχωρεί και σε μια προσωπική και υπαρξιακή προσέγγιση του γεγονότος αυτού. Γιατί, δεν αρκεί μόνο να εορτάζουμε εξωτερικά τα γεγονότα της θείας ενανθρωπήσεως, αλλά να τα πλησιάζουμε υπαρξιακά και πνευματικά. Γι’ αυτόν τον λόγο συνέλεξε πολλά χωρία αγίων στα οποία γίνεται λόγος γι’ αυτήν την υπαρξιακή προσέγγιση.
Είναι χαρακτηριστικός ο λόγος του Προφήτου Ησαΐου: «Δια τον φόβον σου, Κύριε, εν γαστρί ελάβομεν και ωδινήσαμεν και ετέκομεν, πνεύμα σωτηρίας σου εποιήσαμεν επί της γής» (Ησ. κστ’, 18). Κατά την ερμηνεία των αγίων Πατέρων σπόρος είναι ο λόγος του Θεού και μήτρα είναι ο νούς και η καρδία του ανθρώπου. Δια της πίστεως ο λόγος του Θεού σπείρεται στην καρδιά του ανθρώπου και την καθιστά έγκυο από τον φόβο του Θεού. Πρόκειται για τον φόβο να μη μείνη ο άνθρωπος μακρυά από τον Θεό. Δια του φόβου αυτού αρχίζει ο αγώνας για την κάθαρση της καρδιάς και την απόκτηση των αρετών, που ομοιάζει με πόνο, ωδίνες τοκετού. Με αυτόν τον τρόπο γεννιέται το πνεύμα της σωτηρίας, που είναι η θέωση και ο αγιασμός.
Η μόρφωση του Χριστού μέσα μας γίνεται με πνευματικές ωδίνες. Ο Απόστολος Παύλος λέγει: «τεκνία μου, ούς πάλιν ωδίνω, άχρις ου μορφωθή Χριστός εν υμίν» (Γαλ. δ’, 19). Ωδίνες είναι ο ασκητικός αγώνας, και μόρφωση είναι η θέωση και ο αγιασμός.
Κατά τους αγίους Πατέρας (άγιο Γρηγόριο Νύσσης, άγιο Μάξιμο Ομολογητή, άγιο Συμεών τον νέο Θεολόγο, όσιο Νικήτα τον Στηθάτο κλπ.), αυτό που συνέβη σωματικά στην Παναγία, αυτό γίνεται πνευματικά σε κάθε έναν του οποίου η ψυχή παρθενεύει, δηλαδή καθαρίζεται από τα πάθη. Ο Χριστός, που μια φορά γεννήθηκε κατά σάρκα, θέλει να γεννάται πάντα κατά πνεύμα, από αυτούς που θέλουν, και έτσι γίνεται βρέφος, διαπλάττοντας τον εαυτό του μέσα σ’ εκείνους δια των αρετών.
Η πνευματική σύλληψη και γέννηση γίνεται αντιληπτή από το ότι σταματά η ρύση του αίματος, δηλαδή παύουν να υπάρχουν επιθυμίες για την διάπραξη της αμαρτίας, δεν ενεργούν τα πάθη στον άνθρωπο, μισεί ο άνθρωπος την αμαρτία και θέλει διαρκώς να πράττη το θέλημα του Θεού. Αυτή δε η σύλληψη και γέννηση αποκτάται με την εφαρμογή των θείων εντολών, κυρίως με την επιστροφή του νοός στην καρδιά και με την αδιάλειπτη μονολόγιστη προσευχή. Τότε ο άνθρωπος γίνεται ναός του Παναγίου Πνεύματος.
Ο Ευαγγελισμός της Θεοτόκου είναι ευαγγελισμός του ανθρωπίνου γένους, πληροφορία ότι ενηνθρώπησε ο Υιός και Λόγος του Θεού. Αυτή η παγκόσμια εορτή πρέπει να συντελέση στην προσωπική εορτή, στον προσωπικό ευαγγελισμό. Πρέπει να δεχθούμε τα προοίμια της σωτηρίας μας, που είναι η μεγαλύτερη είδηση στην ζωή μας.

Δευτέρα, 18 Ιανουαρίου 2016

Αγίου Νικολάου Βελιμίροβιτς – Πως μπορουμε να αναγνωρίσουμε την ορθόδοξη εικόνα της Παναγίας Θεοτόκου

Στόν ζωγράφο Παῦλο Ι., πού ρωτᾶ πῶς μποροῦμε νά ἀναγνωρίσουμε τήν ὀρθόδοξη εἰκόνα τῆς Παναγίας Θεοτόκου.
(Ἁγίου Νικολάου Βελιμίροβιτς)
~ Μοῦ παρέθεσες μαζί μέ τό γράμμα μία γυναικεία εἰκόνα, πού μέσα στόν λαό διαδίδεται μέ τό ὄνομα τῆςΠαναγίας Θεοτόκου.
Ἡ εἰκόνα παρουσιάζει μία νέα, εὔθυμη γυναίκα, μέ ἀφημένα μαλλιά στούς ὤμους, μέ χοντρό πρόσωπο, μέ χείλη δυνατά, μέ παρδαλά φορέματα. Χωρίς παιδί στά χέρια. Καί μόνος κατάλαβες, ὅτι αὐτή δέν εἶναι ἡ ὀρθόδοξη μορφή τῆς Θεομήτορος, ἀλλά ρωτᾶς πῶς μπορεῖ ἕνας ἄνθρωπος εὔκολα νάἀναγνωρίσει τήν ὀρθόδοξη μορφή της;
Ὁ πιό γρήγορος τρόπος ἀναγνώρισης τῆς ὀρθόδοξης εἰκόνας τῆς Θεομήτορος εἶναι τά
τρία ἀστέρια: τό ἕνα ἐπάνω ἀπό τό κούτελο, τό δεύτερο στόν δεξιό ὦμο, καί τό τρίτο
στόν ἀριστερό ὦμο. Αὐτά τά τρία ἀστέριασημειώνουν τήν παρθενία τῆς Παρθένου Μαρίας πρίν τή γέννα, κατά τή γέννα καί μετά τή γέννα.
Καί ὕστερα τά χρώματα τῶν ρούχων. Κατά κανόνα τά ροῦχα τῆς Θεομήτορος ζωγραφίζονται σέ τρία κύρια χρώματα: τό χρυσό, τό κόκκινο καί τό γαλάζιο. Τό κάτω φόρεμα εἶναι γαλάζιο, ἐνῶ τό πανωφόρι κόκκινο, καί τά δυό εἶναι ὑφασμένα καί στολισμένα μέ χρυσό. Τό χρυσό χρῶμα σημειώνει τήνἀθανασία, τό κόκκινο τή δόξα καί τό γαλάζιο τά οὐράνια.
Τό πρόσωπο τῆς Παναγίας Θεοτόκου στίς ὀρθόδοξες εἰκόνες ποτέ δέν εἶναι γεμάτο καί στρογγυλό,ἀλλά μακρύ καί λίγο ἀδύνατο. Τά μάτια μεγάλα καί σκεπτόμενα. Μιά ἥσυχη λύπη, ἕτοιμη γιά τόχαμόγελο παρηγοριᾶς· ἡ λύπη λόγω τῶν ἀθλιοτήτων τοῦ κόσμου καί τό χαμόγελο λόγω τῆς ἐμπιστοσύνης στόν Θεό Παρηγορητή. Ὅμως καί ἡ λύπη καί τό χαμόγελο συγκρατημένα κι ὅλα ὑποταγμένα στό πνεῦμα. Τοῦτο εἶναι τό πρόσωπο τῆς νικήτριας, ἡ ὁποία ἔζησε ὅλες τίς πίκρες τοῦ πόνου καί τοῦ καημοῦ, ὥστε μπορεῖ νά βοηθήσει ἐκείνους πού παλεύουν μέ τόν πόνο καί μέ τόν καημό. Τά μαλλιά της εἶναι πάντα ἐντελῶς κρυμμένα.
Γιά τό πρόσωπο τῆς Θεοτόκου ποτέ δέν λέγεται ὅτι εἶναι φυσικά ὄμορφο. Εἶναι τέτοιο ὥστε νά αἴρει κάθε σκέψη περί τοῦ σωματικοῦ. Εἶναι ὑπερφυσικῆς ὀμορφιᾶς, ἡ ὁποία δέν δείχνει ἀλλιῶς παρά μέσω τῆς ἁγιοσύνης. Στρέφει σκέψεις τοῦ θεατῆ στήν ἀνώτερη πνευματική πραγματικότητα καίτό κάλλος τῆς ψυχῆς.
Τό κεφάλι τῆς Θεομήτορος εἶναι ἁπλά σκυμένο πρός τό Θεῖο Βρέφος, τό ὁποῖο ἐκείνη κρατᾶ στόστῆθος της. Τοῦτο τό ἁπλό σκύψιμο σημειώνει τήν ὑποταγή στή θέληση τοῦ Θεοῦ, πού κάποτε ἐκείνη ἐξέφρασε στόν ἀρχάγγελο Γαβριήλ λέγοντας: «Ἰδού ἡ δούλη Κυρίου· γένοιτό μοι κατά τό ῥῆμα σου» (Λουκ. Α΄ : 38). Ἀκόμα σημειώνει τήν ἀναγνώριση ἀπό μέρους Της τοῦ μεγαλείου Ἐκεῖνου πού κρατᾶ στά χέρια Της.
Στίς ὀρθόδοξες εἰκόνες ἡ Θεομήτωρ ἐντελῶς σπάνια ἁγιογραφεῖται χωρίς τό Θεῖο Βρέφος. Καί ὅταν ἁγιογραφεῖται μόνη, ὁ καλλιτέχνης ἁγιογράφος τή φαντάζεται ὡς μητέρα τοῦ πόνου κάτω ἀπό τόν σταυρό, μέτά χέρια σταυρωμένα καί τό κεφάλι γερμένο, καμιά φορά ἀκόμα μέ τά συμβολικά ξίφη κατευθυνόμενα πρόςτήν καρδιά της. Ὅμως ἡ καρδιά ποτέ δέν ἁγιογραφεῖται ἔτσι ὥστε νά φαίνεται.
Ἡ πλέον συχνή εἰκόνα Της ὅμως εἶναι μέ τόν Υἱό στά χέρια Της. Ἐκείνη ἀναγγέλθηκε στόν κόσμο λόγω τοῦ Υἱοῦ. Ἡ ἀποστολή Της στόν κόσμο ἦταν ὁ Υἱός Της. Ὥστε κανένας ποτέ νά μήν βλέπει μέσα Της τή γυναίκα, ἀλλά πάντα καί πάντοτε τήμητέρα. Ἐκείνη παρουσιάζει τήν ἀνώτατη, καθαρότατη καί ἁγιότατη μητρότητα διαχρονικά. Εἶναι ἡ Μητέρατοῦ Κυρίου μας Ἰησοῦ Χριστοῦ, ἀλλά εἶναι καί ἡ δική μας μητέρα, ἡ παρηγορήτρια καί γρήγορη βοηθός.
Ἄς εἶναι καί σέ σένα πάντα παρηγοριά καί βοήθεια.
(Ἀπό τό βιβλίο: “Δρόμος δίχως Θεό δέν ἀντέχεται – Ἱεραποστολικές ἐπιστολές Α΄“, Ἐκδόσεις: “Ἐν πλῷ”)
πηγή: http://alopsis.gr/ , http://paraklisi.blogspot.gr/

Παρασκευή, 15 Ιανουαρίου 2016

Η ΣΚΛΗΡΟΤΗΤΑ ΤΗΣ ΖΩΗΣ & ΤΟ ΠΡΟΣΩΠΟ ΤΗΣ ΠΑΝΑΓΙΑΣ


Η οικονομική κρίση την οποία βιώνουμε έφερε και πάλι το προσκήνιο την σκληρότητα της ζωής. Είναι κατάσταση την οποία ο κάθε άνθρωπος βιώνει, από τη στιγμή που γεννιέται (ο τοκετός είναι ο χωρισμός του παιδιού από την μητέρα του) μέχρι και τη στιγμή που φεύγει από αυτόν τον κόσμο (ο θάνατος είναι ο χωρισμός της ψυχής από το σώμα, αλλά και ο χωρισμός του ανθρώπου από όλους τους συνανθρώπους του και τη ζωή όπως μέχρι τότε ο άνθρωπος τη γνωρίζει). Με τον ιδρώτα του προσώπου μας βγάζουμε τον «επιούσιο άρτο μας», με «ωδίνες» γεννούμε τα παιδιά μας, σταυρός είναι οι ανθρώπινες σχέσεις, λιγότερες είναι οι χαρές από τις λύπες. Ακόμη και η όποια ηδονή την οποία γεύεται ο άνθρωπος είναι συνδεδεμένη με την οδύνη. Συνήθως, την ύπαρξή μας ταλανίζει ένα ερώτημα: «γιατί» αυτή η σκληρότητα; Με ποιο τρόπο μπορούμε να την αντιμετωπίσουμε;
Στον προβληματισμό και τα ερωτήματα για την σκληρότητα της ζωής η Εκκλησία φέρνει ενώπιόν μας ένα πρόσωπο: αυτό της Υπεραγίας Θεοτόκου. Δεν μιλά για ιδέες, ούτε για ψευτοφάρμακα, ούτε για υποκατάστατα που θα μας κάνουν να ξεγελαστούμε ότι δεν υπάρχει σκληρότητα και πόνος στη ζωή. Δεν λειτουργεί δηλαδή προσπαθώντας να ξεγελάσει τον άνθρωπο, υποσχόμενη παραδείσους σε όποιον πιστεύει στο Θεό. Άλλωστε, ο ίδιος ο Χριστός το επεσήμανε: «στενή η πύλη και τεθλιμμένη η οδός η απάγουσα εις την ζωήν» (Ματθ. 7, 14). Και αυτή η στενότητα και η θλίψη δεν πηγάζουν από το Θεό, αλλά από την εμπαθή κατάσταση του κόσμου λόγω της αμαρτίας, από τον χρόνο και την φύση που εκ των πραγμάτων συνδέονται με τη φθορά, από τον εαυτό μας που δεν μπορεί να βρει εύκολα τον αληθινό προσανατολισμό του, όντας εγωκεντρικός, από την ιδέα ότι σκοπός της ζωής είναι μόνο η ηδονή και η με κάθε τρόπο επιδίωξή της, αλλά και από το αναπόφευκτο αποτέλεσμα της κοινωνίας με τους άλλους ανθρώπους που κι εκείνοι έτσι σκέπτονται, με γνώμονα την προσωπική τους ηδονή. Γι’ αυτό και ο άνθρωπος που πιστεύει στο Θεό καλείται να νικήσει την σκληρότητα της ζωής, να μην αποκαρδιωθεί ούτε από τα σφάλματα και τις αμαρτίες του, ούτε από τις δοκιμασίες τις οποίες βιώνει. Στην παράδοση της Εκκλησίας μας υπάρχει ρεαλισμός. Η όποια βοήθεια δεν είναι στερεωμένη σε ψεύτικες υποσχέσεις, αλλά στην νέα πραγματικότητα της ανθρώπινης φύσης, όταν μπορεί να κοινωνήσει εν προσώπω με το Θεό.
Σε έναν από τους ωραιότερους ύμνους της περιόδου του Δεκαπενταυγούστου η Εκκλησία μας ψάλλει προς την Υπεραγία Θεοτόκο: «Ο γλυκασμός των Αγγέλων, των θλιβομένων η χαρά, χριστιανών η προστάτις, Παρθένε μήτηρ Κυρίου, αντιλαβού μου και ρύσαι των αιωνίων βασάνων». Με τα λόγια αυτά μάς δείχνει ποια ακριβώς είναι η Υπεραγία Θεοτόκος και γιατί μπορεί να μας βοηθήσει, καθώς και με ποιο τρόπο, να αντιμετωπίσουμε την σκληρότητα της ζωής.
Η Παναγία είναι ο γλυκασμός των Αγγέλων. Η λέξη σημαίνει την αγαλλίαση, δηλαδή την υπερβολική χαρά που δίνει πληρότητα, η οποία πηγάζει από την ίδια τη φύση του προσώπου ή του αντικειμένου που προκαλεί την αγαλλίαση. Είναι γλυκεία η Παναγία και προκαλεί γλυκύτητα και αγαλλίαση στους Αγγέλους. Η φράση αυτή μας καλεί να στρέψουμε την προσοχή μας πρώτον στο πρόσωπο και δεύτερον στο με ποιους κοινωνεί. Είναι γλυκεία η Παναγία γιατί η ίδια υπήρξε η Κεχαριτωμένη. Αυτή η οποία επέλεξε την αρετή ως περιεχόμενο της ζωής της και της ύπαρξής της. Και αρετή σημαίνει όχι απλώς η εμφάνιση προς τα έξω, με γνώμονα την συμπεριφορά, κάποιων θετικών στοιχείων που επιτρέπουν την κοινωνία με τους άλλους (π.χ. καλοσύνη, χαρά, ευγένεια), αλλά η παρουσία εντός του ανθρώπου της αλήθειας. Ενάρετος είναι ο άνθρωπος που ό,τι είναι εντός του, το φανερώνει και στη σχέση του με τους εκτός. Ο ενάρετος δεν μπορεί να είναι υποκριτής. Δεν τηρεί τους νόμους λόγω του φόβου, ενώ στην ιδιωτική του ζωή επαναστατεί και τους καταπατεί. Η Παναγία ό,τι ήταν εντός της, το φανέρωνε στους ανθρώπους. Γι’ αυτό η αρετή της ήταν αληθινή.
Αυτό το βλέπουμε να τονίζεται στα Ευαγγέλια σε κάθε αναφορά στο πρόσωπό της. Στον διάλογο με τον αρχάγγελο Γαβριήλ την στιγμή του Ευαγγελισμού, δεν φουσκώνει από υπερηφάνεια για την επιλογή του Θεού να κατοικήσει εντός της. Διατυπώνει τους προβληματισμούς της στον αρχάγγελο, λαμβάνει απαντήσεις που ήταν αδύνατον να καταλάβει στην πληρότητά τους, αλλά αποδέχεται το θέλημα του Θεού. Στην επίσκεψή της στην Ελισάβετ, μετά τον μακαρισμό που δέχεται από αυτήν, η απάντησή της είναι «Μεγαλύνει η ψυχή μου τον Κύριον... ότι επέβλεψεν επί την ταπείνωσιν της δούλης αυτού» (Λουκ. 1, 46-48). Γνωρίζει ότι κάθε τι που της συμβαίνει δεν είναι κατόρθωμά της, αλλά η βίωση από την ίδια των μεγαλείων του Δυνατού Θεού και αυτό είναι τελικά η χαρά της. Στο θαύμα της Γέννησης εν ταπεινώσει θα κρατήσει στην καρδιά της όλα όσα θα δει και θα πορευθεί εν σιωπή και θαυμασμώ για τον Υιό του Θεού που κυοφόρησε, γέννησε και ανέθρεψε. Το ίδιο θα κάνει ακούγοντας το χαιρετισμό του Συμεών και τον λόγο του περί της «ρομφαίας» του πόνου, που έμελλε να διαπεράσει την καρδιά της. Θα αποδεχθεί εν ταπεινώσει την επιτίμηση από τον δωδεκάχρονο υιό της στο ναό των Ιεροσολύμων, ενώ θα προτρέψει τους υπηρέτες στην Κανά να κάνουν υπακοή σε ό,τι Εκείνος τους ζητήσει, παρότι και πάλι θα γευθεί την επιτίμησή του. Θα ακούσει τον Υιό της να λέει ότι «μητέρα μου και αδέλφια μου είναι όσοι κάνουν υπακοή στο θέλημα του Θεού» (Λουκ. 8,18) και θα αποδεχθεί ότι η μητρότητα δεν μπορεί να εγκλωβίσει τον Θεάνθρωπο σε μία κλειστή σχέση, αλλά ότι έκανε αυτό που έπρεπε για το παιδί της, όμως το χρέος της ήταν να το αφήσει ελεύθερο. Θα τον συνοδεύσει στο Σταυρό, πονώντας σιωπηλά. Θα Τον ακούσει να της λέει ότι άλλος θα είναι ο υιός της (ο Ιωάννης) από κει και πέρα. Θα τον κηδεύσει, αλλά και θα τον επισκεφθεί στο μνήμα, θα Τον συναντήσει αναστημένο και θα ζήσει την μεγαλύτερη χαρά που μια Μάνα μπορεί να ζήσει μετά από έναν τέτοιο πόνο, θα είναι μαζί Του στην Ανάληψη, αλλά και με την πρώτη Εκκλησία στην Πεντηκοστή, συνεχίζοντας το έργο που Εκείνος έφερε στον κόσμο. Και θα Τον συναντήσει, ψυχή τε και σώματι στην Κοίμηση και την Μετάστασή της, νικώντας κοντά Του τον θάνατο.
Και μόνο η περιγραφή των αρετών της Παναγίας την καθιστούν γλυκεία εντός της. Κεχαριτωμένη, ταπεινή, άνθρωπος που σκέπτεται, αλλά δεν αφήνει τον λογισμό του να νικήσει την εμπιστοσύνη στο Θεό, αφοσιωμένη στο παιδί της, χωρίς όμως να του στερεί την ελευθερία, άνθρωπος πράος και ταυτόχρονα με επίγνωση πως ό,τι είναι δεν είναι κατόρθωμά της, αλλά βίωση των μεγαλείων του Θεού, αφοσιωμένη στον Θεάνθρωπο μέχρι το τέλος, ύπαρξη σιωπώσα, αυτή που ζει τον πόνο στα άκρα του, αλλά και τη χαρά της Ανάστασης και μέλος της Εκκλησίας, όπως όλοι. Αυτή η εσωτερική, αγιοπνευματική κατάσταση, καθιστά την Παναγία γλυκασμό και για τους Αγγέλους. Γιατί οι Άγγελοι βλέπουν στο πρόσωπό της, στο πρόσωπο ενός ανθρώπου, μία ύπαρξη που έφτασε στην δική τους κατάσταση και την ξεπέρασε. Διότι δεν είναι μόνο η αρετή ή η διακονία του Θεού που έχουν οι Άγγελοι το χαρακτηριστικό της Παναγίας. Κυρίως είναι ο αγιασμός της, όχι απλώς μέσω της επικοινωνίας η της συνάντησης με το Θεό, αλλά χάρις στην παρουσία του Θεού εντός της, που σημαδεύει και νοηματοδοτεί την ύπαρξή της, κατάσταση που ούτε οι Άγγελοι μπορούν να βιώσουν στην πληρότητά της.
Προβάλλοντας την Υπεραγία Θεοτόκο ως τον γλυκασμό των Αγγέλων, η Εκκλησία την φέρνει στη συνέχεια ανάμεσά μας. Τη χαρακτηρίζει «χαρά των θλιβομένων». Μόνο κάποιος που έχει γευθεί την σκληρότητα της ζωής μπορεί να καταλάβει όσους θλίβονται εξαιτίας της. Μόνο η Μάνα που έχει χάσει το παιδί της μπορεί να καταλάβει τις μάνες αυτού του κόσμου που υποφέρουν για τις δοκιμασίες και την απώλεια των παιδιών τους. Μόνο Εκείνη που νιώθει την αγωνία της απόρριψης των πολλών λόγω μιας εγκυμοσύνης, η οποία ήταν ακατανόητη για το περιβάλλον της, μπορεί να καταλάβει πώς αισθάνεται κάποιος που απορρίπτεται από τους συνανθρώπους του, για οποιονδήποτε λόγο. Μόνο Εκείνη που μεγάλωσε ένα παιδί έχοντας την δύναμη και την γενναιότητα να το αφήσει ελεύθερο, μπορεί να καταλάβει τον πόνο των γονέων που, αφού έκαναν ό,τι μπορούσαν για να δώσουν στα παιδιά τους ό,τι αγαθό, παίρνουν την γενναία απόφαση να τα αφήσουν ελεύθερα, ακόμη και μέσα στις δοκιμασίες, γνωρίζοντας πως δεν μπορείς να πετύχεις τίποτα αν δεν σεβαστείς το σπουδαιότερο δώρο που έδωσε ο Θεός στον άνθρωπο, την ελευθερία. Μόνο Εκείνη που έζησε την Ανάσταση, μπορεί τελικά να δώσει την παρηγοριά σε όσους θλίβονται για τους σταυρούς της ζωής και να τους βοηθήσει να αντέξουν, τόσο προσωπικά, όσο και συλλογικά. Μόνο Εκείνη που νίκησε τελικά και για τον ίδιο τον εαυτό της τον θάνατο, χάρις στην σχέση της με τον Υιό και Θεό της, μπορεί να γίνει ο οδοδείκτης για να ξεπεράσει ο καθένας από εμάς τον φόβο κάθε θανάτου είτε βιολογικού είτε πνευματικού είτε κοινωνικού, εξαιτίας της απώλειας της αγάπης.
Είναι ο γλυκασμός των Αγγέλων και η χαρά των θλιβομένων η Υπεραγία Θεοτόκος. Καθώς μάλιστα ζούμε σήμερα σ’ αυτήν την εποχή της μεγάλης κρίσης και αισθανόμαστε την αγωνία και την απελπισία τόσο σε προσωπικό, όσο και σε συλλογικό επίπεδο, η Εκκλησία τολμά να μας υπενθυμίσει, γιορτάζει δηλαδή το Πρόσωπο της Παναγίας μας. Αυτήν που ο λαός μας, από την παράδοσή του, είχε μάθει να επικαλείται σε κάθε δύσκολη στιγμή του και να παίρνει δύναμη και θάρρος. Προσπαθούμε να πολεμήσουμε την κρίση με υλικά και οικονομικά όπλα, με μέτρα, με διαπραγματεύσεις, με εξάρτηση από αλλότριες δυνάμεις. Ίσως δεν υπάρχει και άλλος τρόπος κατά κόσμον. Έχουμε όμως αφήσει στην άκρη το πνευματικό μας όπλο. Στραφήκαμε στα υλικά αγαθά και σε έναν τρόπο ζωής, ο οποίος υποσχόταν ηδονή. Διαπιστώσαμε πικρά πόσο έξω πέσαμε στους υπολογισμούς μας και πόσο σκληρή είναι η πραγματικότητα. Ας επανέλθουμε λοιπόν στον τρόπο της σχέσης μας με την Παναγία.
Ας διδαχθούμε από την γνησιότητα και την αλήθεια που αποτύπωσε η αρετή της τόσο εντός της όσο και στους ανθρώπους και στον κόσμο, ας αλλάξουμε εν μετανοία νοοτροπία εμπιστευόμενοι το Θεό και θέτοντας άλλες προτεραιότητες στη ζωή μας και ας την επικαλούμαστε με πολλή προσευχή και ελπίδα για να λάβουμε την χαρά εκείνη που θα μας βοηθήσει να υπερβούμε την θλίψη , αλλά και να διέλθουμε την στενή οδό, όντας βέβαιοι για την τελική απόληξη και της δικής μας ζωής, που δεν είναι άλλη από την Ανάσταση. Κι Εκείνη, ως «προστάτις των χριστιανών», θα μας συμπαρασταθεί, δίδοντάς μας δύναμη στην σκληρότητα αυτής της ζωής, και θα μας απαλλάξει από τα αιώνια βάσανα που συνεπάγεται η ζωή χωρίς Θεό.

Κέρκυρα, Δεκαπενταύγουστος 2011

Η σιωπή της Παναγίας




ΟΜΙΛΙΑ ΓΙΑ ΤΗΝ ΠΑΝΑΓΙΑ ΚΑΙ ΠΑΡΘΕΝΟ ΘΕΟΤΟΚΟ

Μεγαλύνει ἡ ψυχή μου τὸν Κύριον
(Λουκ. α' 46)

Αδελφοί, έχουμε πέντε λέξεις όλες κι όλες ειπωμένες από την Παναγία, καταγεγραμμένες στα Ευαγγέλια. Όλες αυτές οι λέξεις της αναφέρονται στην εξύμνηση του μεγαλείου του Θεού. Η Παναγία ήταν σιωπηλή μπροστά στους ανθρώπους, όμως η ψυχή της συνομιλούσε αδιαλείπτως με τον Θεό. Κάθε μέρα και κάθε ώρα έβρισκε μια νέα αιτία και αφορμή για να μεγαλύνει τον Θεό. Ω, αν ήταν δυνατόν να γνωρίζουμε και αν μπορούσαμε να καταγράψουμε όλες τις φορές που η Παναγία μεγάλυνε τον Θεό, σε όλη τη διάρκεια της ζωής της, ω, πόσα πολλά βιβλία θα χρειαζόμασταν! Αλλά έστω και με τη μία αυτή δοξολογία, την οποία εκείνη εξέφρασε στη συγγενή της Ελισάβετ, τη μητέρα του αγίου Προφήτου και Προδρόμου Ιωάννου, κάθε χριστιανός μπορεί να εκτιμήσει πόσο ευώδες και θεάρεστο άνθος ήταν η παναγία ψυχή της!

Αυτό δεν είναι παρά ένα ψήγμα χρυσού από την ψυχή της Θεοτόκου, το οποίο έχει φθάσει σ' εμάς μέσω του Ευαγγελίου. Υπήρξαν αναρίθμητα τέτοια ψήγματα στη διάρκεια της ζωής της Υπερευλογημένης Θεοτόκου! Ακόμη και προτού ακούσει το Ευαγγέλιο από τα χείλη του Υιού της, εκείνη γνώριζε πώς να μιλά με τον Θεό και να Τον δοξάζει σύμφωνα με το δίδαγμα του Ευαγγελίου. Αυτή η γνώση ήλθε σ' αυτήν από το Άγιο Πνεύμα, η χάρις του οποίου εκχεόταν ακαταπαύστως εντός της σαν το καθαρό νερό μέσα σ' ένα καθαρό δοχείο. Η ψυχή της μεγάλυνε τον Θεό με ύμνους σε όλη τη ζωή της και, συνακολούθως, ο Θεός μεγάλυνε αυτήν υπεράνω των Χερουβείμ και των Σεραφείμ. Έτσι και στην περίπτωσή μας: παρότι είμαστε μικροί και αμαρτωλοί, ο ίδιος ο Θεός θα μεγαλύνει στη Βασιλεία Του εμάς που μεγαλύνουμε τη Θεοτόκο, εάν ασκηθούμε να γεμίζουμε τον σύντομο βίο μας με την εξύμνηση και δοξολογία του Θεού στα έργα, στα λόγια, στις σκέψεις και στις δεήσεις μας.

Ω Παναγία, Πάναγνη και Υπερευλογημένη, κάλυψέ μας κάτω απ' τις φτερούγες των πρεσβειών σου.

Σοὶ καὶ τῷ Υἱῷ Σου πρέπει πᾶσα δόξα, τιμὴ καὶ προσκύνησις εἰς τοὺς αἰῶνας τῶν αἰώνων. Ἀμήν. 


Πηγή: Άγιος Νικόλαος Βελιμίροβιτς, Ο πρόλογος της Αχρίδος: πνευματικό ημερολόγιο, Δεκέμβριος, εκδ. Άθως, σ. 254-255.

Η ΣΙΩΠΗ ΤΗΣ ΠΑΝΑΓΙΑΣ


     Οι διάφοροι ιεροκήρυκες και οι διάφοροι συγγραφείς, προκειμένου να εγκωμιάσουν την Θεοτόκο, αρχίζουν κατά κανόνα από την αγνότητα και τελειώνουν στην αγνότητα. Σαν η αγνότητα να ήταν το μοναδικό στολίδι της Θεοτόκου. Σαν να μη υπήρχε κάτι άλλο σπουδαίο στον χαρακτήρα της. Ή σαν η Θεοτόκος να ήταν η μόνη αγνή και άλλες ηθικές κοπέλες να μη υπήρχαν στην εποχή της.
    Επίσης τονίζουν την πίστη της στα λόγια του αγγέλου και την υπακοή της στο θέλημα του Θεού. Μια πίστη και μια  υπακοή που στοιχίζει στην Παναγία. Θυσιάζει τα τυχόν όνειρα που είχε για δημιουργία οικογενείας, θυσιάζει την ζωή της και μάλιστα με λιθοβολισμό, αφού έτσι τιμωρούσε η Παλαιά Διαθήκη τις γυναίκες που αποκτούσαν μωρό χωρίς να είναι παντρεμένες, θυσιάζει και την τιμή της, αφού θα πέθαινε σαν μια πόρνη, διότι κανένας δεν θα πίστευε τα όσα συνέβησαν στον ευαγγελισμό της, εάν τα διηγείτο. Θα την περνούσαν για μια ονειροπαρμένη οραματίστρια που έλεγε παραμύθια για να δικαιολογηθεί, αφού τα του ευαγγελισμού της ήταν πρωτάκουστα και έξω από κάθε λογική.
    Όλες αυτές οι αρετές –αγνότητα, πίστη, υπακοή– είναι μεγάλες και θαυμαστές. Αλλά υπάρχει κάτι άλλο που το ξεχνάμε, ενώ είναι πολύ εντυπωσιακό και σπάνιο στους ανθρώπους και μάλιστα στο γυναικείο φύλο. Η σιωπή της Παναγίας. Γι αυτό ας μελετήσουμε το θέμα αυτό.
 
    Α΄. Υπάρχει σιωπή της Παναγίας γύρω απ’ όλα τα θαυμαστά που της αποκαλύφθηκαν. Ας θυμηθούμε τον ευαγγελισμό, τους ποιμένες, τους αγγέλους που ανεβοκατεβαίνανε, τους μάγους με το αστέρι, τον Συμεών τον Θεοδόχο, την αποκάλυψη του δωδεκαετούς Χριστού ότι πρέπει να είναι στον οίκο του πατρός του και όχι στο σπίτι τους. Η Μαρία έβλεπε όλα αυτά τα θαυμάσια και μερικά δεν τα καταλάβαινε. «Ου συνήκαν το ρήμα ο ελάλησεν αυτοίς» (Λουκ. 2,50), μας λέγει ο ευαγγελιστής Λουκάς στο επεισόδιο που ο δωδεκαετής Χριστός ‘μάλωσε’ τους γονείς του και τους δίδαξε να μη ξεχνούν ότι δεν είναι ένα συνηθισμένο παιδί. Η Μαρία λοιπόν έβλεπε όλα αυτά τα θαυμαστά και τα κρατούσε μέσα της και τα μελετούσε. Δυο φορές μας λέγει η αγία Γραφή ότι «Η δε Μαριάμ πάντα συνετήρει τα ρήματα ταύτα συμβάλλουσα εν τη καρδία αυτής» (Λουκ. 2,20) και « η μήτηρ αυτού διετήρει πάντα τα ρήματα ταύτα εν τη καρδία αυτής» (Λουκ. 2,51).
   Πολλές φορές, λέμε ότι δεν καταλαβαίνουμε την αγία Γραφή, δεν καταλαβαίνουμε την αποκάλυψη. Δεν πειράζει· ας μη καταλαβαίνουμε. Ας τα κρατάμε στην καρδιά μας και ας τα μελετάμε· ας τα επωάζουμε μέσα μας. Κάποτε ο Θεός θα μας τα αποκαλύψει.
   Τα κρατούσε λοιπόν η Παναγία μας όλα αυτά μέσα της και τα μελετούσε, αλλά κρατούσε κλειστό το στόμα της. Ήταν απαλλαγμένη από κάθε ματαιοδοξία και διαφήμιση. Σε κανένα δεν είπε τίποτα· ούτε στον Ιωσήφ. Πολύ σωστό αυτό. Όταν μιλάμε στους άλλους για υπερφυσικά ή περίεργα γεγονότα που μας συμβαίνουν ή θα μας κοροϊδέψουν ή θα μας περάσουν για τρελλούς ή θα μας φθονήσουν. Γι’ αυτό ας σιωπούμε, ας τα κρατούμε μέσα μας.
 
   Β΄. Η Παναγία σιωπούσε όχι μόνο για τα θαυμαστά που της συνέβαιναν αλλά και για όσα την υποψιαζόταν. Δεν φαίνεται πουθενά στην αγία Γραφή να προσπαθεί να δικαιολογηθεί για την εγκυμοσύνη της. Ποιος θα την πίστευε; Αναθέτει τα πάντα στον Θεό. Ο Θεός που την προόρισε για Θεοτόκο θα οικονομούσε την υπόθεση. Αν πιστεύουμε στη θεία πρόνοια και ότι ο Θεός κυβερνά τον κόσμο ακόμη και στις λεπτομέρειες· ότι ο Θεός κυβερνά την ζωή μας· ότι ο Θεός είναι πάνω απ΄ όλους και όλα και αν θέλει να σωθούμε, όλος ο κόσμος να μας κυνηγά, θα σωθούμε· ενώ αν θέλει να θυσιασθούμε, όλος ο κόσμος να μας προστατεύει, θα θυσιασθούμε· τότε τα αναθέτουμε όλα στον Θεό.
 
*      *      *
    Η σιωπή λοιπόν, η σπάνια αυτή αρετή, η σπανιώτατη, κοσμούσε μαζύ με τις άλλες αρετές την κεχαριτωμένη Μαρία. Πόσο διαφορετικός θα ήταν ο κόσμος, αν άνδρες και γυναίκες χρησιμοποιούσαμε γλωσσοδέτες και δεν ήμασταν έτοιμοι συνεχώς να περιαυτολογούμε, να πολυλογούμε, να σαχλολογούμε, ν’ ασκούμε κριτική προς όλους και όλα, χωρίς λόγο, και αν δεν αφήναμε τη γλώσσα να προτρέχει του νου.
    Επίσης πόσο διαφορετικός θα ήταν ο κόσμος, αν στα διάφορα προβλήματα που συναντούμε στη ζωή μας και στις διάφορες υποψίες που μας κατατρύχουν, βάζαμε πρώτα την πίστη στο Θεό και μετά την ανθρώπινη λογική.
    Λέγει ο άγιος Ιάκωβος ο αδελφόθεος· «ει τις εν λόγω ου πταίει, ούτος τέλειος ανήρ, δυνατός χαλιναγωγήσαι και όλον το σώμα» (Ιακ. 3,2). Ας εντρυφήσουμε και ας αδολεσχήσουμε και ας εμβαθύνουμε στο προαναφερθέν χωρίο.
 
ΜΕΛΕΤΙΟΣ ΑΠ. ΒΑΔΡΑΧΑΝΗΣ
ΑΡΧΙΜΑΝΔΡΙΤΗΣ

ΚΑΝΩΝ ΤΗΣ ΠΑΝΑΓΙΑΣ





Ωδήν επινίκιον άσωμεν πάντες Θεώ τω ποιήσαντι θαυμαστά τέρατα, βραχίονι υψηλώ και σώσαντι τον Ισραήλ ότι δεδόξασται.

Υπεραγία Θεοτόκε σώσον ημάς
Ωδή παρακλήσεως τη Θεοτόκω, πιστοί προσενέγκωμεν, ιλασμόν αιτούμενοι, των εγκλημάτων ημών, και του εχθρού αποφυγήν και σωτηρία ψυχών.

Υπεραγία Θεοτόκε σώσον ημάς
Ελέους την άβυσσον η τετοκυία, ελέησον οίκτειρον, την εμήν ασθένειαν θεοχαρίτωτε, και χειραγώγησον προς φως της κατανύξεως.

Υπεραγία Θεοτόκε σώσον ημάς
Υψώθην ο άθλιος τη απονία, αρθείς το φρονήματι, και εις βόθρον πέπτωκα των παραπτώσεων˙ τη μετανοία με αγνή, πάλιν ανόρθωσον.

Υπεραγία Θεοτόκε σώσον ημάς
Μυρίοις εγκλημασιν αμαρτημάτων, βαρούμενος άχραντε, σοι προσπίπτω δέξαι με, μετανοούντα θερμώς, και ιλεών μοι τον κριτήν, ποίησον Δέσποινα

Υπεραγία Θεοτόκε σώσον ημάς
Ο θρόνος ο του Θεού, των Χερουβίμ ο υπέρτερος˙ νεφέλη του φωτός, ψυχής μου τα όμματα, Παναγία φώτισον, και παθών αχλύος, την καρδία μου καθάρισον.

Υπεραγία Θεοτόκε σώσον ημάς
Η μήτηρ του λυτρωτού˙ και των κτισμάτων βασίλισσα, αιχμαλωσίας δεινή, ληφθέντα με λύτρωσαι, Μαρία Πανάμωμε˙ και της βασιλείας, του υιού σου καταξίωσον.

Υπεραγία Θεοτόκε σώσον ημάς
Η κλήσις σου αληθώς, ψυχών υπάρχει καθάρσιον˙ και ρυπαρών λογισμών, εστιν ελατήριον, και φυγαδευτήριον, πονηρών πνευμάτων, Θεοτόκε αειπάρθενε.

Υπεραγία Θεοτόκε σώσον ημάς
Ασμάτων άσμα συ ει, Θεοχαρίτωτε Δέσποινα˙ Αγγέλων η καλλονή˙ βροτών η ανάπλασις˙ Θεόν γαρ εγέννησας, σεσωματωμένον, τον τας φύσεις μεταλάττοντα.

Υπεραγία Θεοτόκε σώσον ημάς
Θυγατέρες σπεύσατε, της Αγίας Ιερουσαλήμ, θεάσασθαι μορφήν, νύμφης ευκλεούς, Μαρίαν την άχραντον, και ευσεβώς άσατε αυτή˙ χαίρε Πανύμνητε, Θεοτόκε η χαρά ημών.

Υπεραγία Θεοτόκε σώσον ημάς
Εκλεκτή ευπρόσδεκτως ανεδείχθης όλη τω Θεώ˙ ως κρίνον ανθηρόν μέσον ακανθών˙ αφ' ων σε οσφράδιον Παρθενικόν, εύρεν εαυτώ, και σε ανέδειξε, προστασία των τιμώντων σε.

Δόξα Πατρί και Υιώ και Άγιω Πνεύματι
Νάρδος αποστάζουσα, αρωμάτων άφθορε σεμνή˙ καλή εν γυναιξίν, ώφθης αληθώς˙ ωραία η όψις σου και η φωνή πλήρης αγαθών˙ λύτρον γαρ έτεκες, των πταισμάτων τοις υμνούσι σε.

Και νυν και αεί και εις τους αιώνας των αιώνων αμήν
Η ψυχή μου Δέσποινα, εκολλήθη όλη ψαλμικώς, οπίσω σου τοιγαρούν σου η δεξιά, εμού αντιλάβοιτο εκδυσωπώ, σώζουσα με νυν, και περιέπουσα, και φρουρούσα και σκεπάζουα.

Ησαΐα χόρευε, η Παρθένος έσχεν εν γαστρί, και έτεκεν υιόν τον Εμμανουήλ, Θεόν τε και άνθρωπον. Ανατολή, όνομα αυτώ, ον μεγαλυνοντες, την Παρθένον μακαρίζομεν.

Ο ΑΚΑΘΙΣΤΟΣ ΥΜΝΟΣ ΙΣΤΟΡΙΑ ΕΙΣΑΓΩΓΗ



Από την Καθαρά Δευτέρα και για τις επόμενες πέντε εβδομάδες, θα ακούγεται κάθε Παρασκευή στις Εκκλησίες ο Ακάθιστος Ύμνος. Ο Ύμνος αυτός, που από ποιητικής και μελωδικής πλευράς θεωρείται ένας από τους ωραιότερους της Ορθοδόξου Εκκλησίας, έχει ιδιαίτερη σημασία τόσο για την Θρησκεία, όσο και για το Έθνος.


ΧΡΟΝΟΣ ΚΑΙ ΑΙΤΙΑ ΣΥΝΘΕΣΗΣ

Σύμφωνα με το Συναξαριστή, ο Ύμνος δημιουργήθηκε το 626, μετά τη σωτηρία της Κωνσταντινούπολης από την πολιορκία των Αβάρων και των Περσών, οπότε και εψάλει για πρώτη φορά.
Κατά το έτος 626 η Κωνσταντινούπολη πολιορκήθηκε από τους Πέρσες και Αβάρους. Ο βασιλέας Ηράκλειος απουσίαζε στη Μικρά Ασία σε πόλεμο κατά των Περσών. Τότε ο φρούραρχος Βώνος μαζί με τον Πατριάρχη Σέργιο ανέλαβαν την υπεράσπιση της αυτοκρατορίας. Ο Πατριάρχης περιέτρεχε τη πόλη με την εικόνα της Παναγίας της Βλαχερνίτισσας και ενεθάρρυνε τα πλήθη και τους μαχητές.
Ξαφνικά έγινε φοβερός ανεμοστρόβιλος που δημιούργησε τρικυμία και κατέστρεψε τον εχθρικό στόλο και τη νύκτα της 7ης προς την 8η Αυγούστου, αναγκάσθηκαν να φύγουν άπρακτοι. Ο λαός πανηγυρίζοντας τη σωτηρία του, συγκεντρώθηκε στο Ναό της Παναγίας των Βλαχερνών και όλοι όρθιοι έψαλλαν τον από τότε λεγόμενο «Ακάθιστο Ύμνο» στην Παναγία, αποδίδοντας τα «νικητήρια» και την ευγνωμοσύνη τους στην «Τῇ ὑπερμάχῳ στρατηγῷ».
Για να ψαλθεί όμως τότε θα πρέπει να είχε συντεθεί νωρίτερα, καθώς δεν ήταν δυνατό να γίνει αυτό σε μια νύχτα. Κάποιοι μελετητές υποστηρίζουν ότι ο ύμνος έπρεπε να προϋπήρχε στη λειτουργική πράξη, και να ψάλθηκε τότε «ὀρθοστάδην», από μεγίστη αφοσίωση προς εγκωμιασμό της Θεοτόκου. Και προκρίθηκε αυτός ο ύμνος από κάποιον άλλον ενδεχομένως, επειδή θα ήταν κιόλας καθιερωμένος στην Αγρυπνία της 15ης Αυγούστου στη Βλαχέρνα, και επειδή το περιεχόμενό του, με χαρακτήρα διηγηματικό, δογματικό, και δοξολογικό – εγκωμιαστικό προσφερόταν για τη διάσωση και τη λύτρωση της Πόλης από τη δεινή περίσταση.
Ο ύμνος αναφέρεται σε όλο το μυστήριο της ενανθρώπησης του Χριστού, στο οποίο είναι βασικός παράγοντας η Θεοτόκος. Έτσι, ο μαριολογικός και ο χριστολογικός χαρακτήρας του είναι φανερός.
Συνεπώς, μπορούμε να πούμε ότι αναφέρεται σε κοινό εορτασμό του Ευαγγελισμού και των Χριστουγέννων – οι γιορτές χωρίστηκαν στα χρόνια του Ιουστινιανού (527-565) – αλλά εύκολα επίσης μπορούμε να πούμε ότι ο εγκωμιαστικός και δοξολογικός χαρακτήρας του ύμνου είναι πρόσφορος για κάθε περίσταση που η θρησκεύουσα ψυχή θέλει να αναφερθεί στο θαύμα της σωτηρίας της.


«ΧΑIΡΕ, ΝYΜΦΗ AΝYΜΦΕΥΤΕ»

Ιδιαίτερη είναι η αγάπη και ξεχωριστός ο σεβασμός, με τον οποίο το σύνολο των πιστών περιβάλλει την Ακολουθία του Ακάθιστου Ύμνου. Αγάπη και σεβασμός που πηγάζουν και εμπνέονται από το πρόσωπο προς το οποίο απευθύνεται η Ακολουθία, από την εκφραστικότητα και τον πλούτο των κειμένων, από το μελωδικό ένδυμα των λόγων. Αγάπη και σεβασμός που εκδηλώνονται με την ευλαβή παρουσία και ενεργό συμμετοχή στην Ακολουθία των «πιστώς προσκυνούντων και δοξαζόντων» Χριστιανών, τα απογεύματα της Παρασκευής καθ’ όλη τη διάρκεια της Μεγάλης Τεσσαρακοστής.
Ο Ακάθιστος ύμνος χαρακτηρίζεται ως ένα αριστούργημα της βυζαντινής υμνογραφίας, γραμμένο πάνω στους κανόνες της ομοτονίας, ισοσυλλαβίας και μερικώς της ομοιοκαταληξίας. Η γλώσσα του ύμνου είναι σοβαρή και ρέουσα, γεμάτη από κοσμητικά επίθετα και πολλά σχήματα. Έτσι η εξωτερική του μορφή παρουσιάζει μεγάλη ποικιλία και ωραιότητα, που συναγωνίζεται το βαθύ του περιεχόμενο.
Κανένας δεν μπορεί να αμφισβητήσει τον πλούτο του λόγου, την ύπαρξη σχημάτων, την ποιητικότητα ορισμένων στίχων και προπαντός το υψηλό περιεχόμενο του ύμνου, που εξυμνεί την ενανθρώπιση του Θεού δια της Παναγίας Θεοτόκου. Είναι αλλεπάλληλες οι εκφράσεις χαράς, αγαλλιάσεως και λυτρώσεως που δίνουν ενθουσιαστικό τόνο στον ύμνο.
Το γεγονός δε ότι απ' όλα τα κοντάκια μόνο αυτό είναι σήμερα σε χρήση στην λατρεία της Εκκλησίας μας δείχνει την δύναμη και την εντύπωση που έκανε και εξακολουθεί να κάνει στους πιστούς.


ΑΚΑΘΙΣΤΟΣ YΜΝΟΣ – ΔΟΜΗ

Η Ακολουθία του Ακάθιστου Ύμνου αποτελείται, κατά βάση, από τον Ακάθιστο Ύμνο και τον Κανόνα του Ακάθιστου Ύμνου, πλαισιωμένα με ψαλμούς, απολυτίκια και ευχές.
Ακάθιστος Ύμνος επεκράτησε να ονομάζεται το Κοντάκιο, το όποιο ψάλλουμε προς τιμήν της Θεοτόκου, τμηματικά κάθε Παρασκευή στις τέσσερις πρώτες εβδομάδες της Μ. Σαρακοστής (6 οίκοι με απόδειπνο - Χαιρετισμοί), και ολόκληρο την πέμπτη εβδομάδα (24 οίκοι). Το προοίμιο του είναι το «Τῇ ὑπερμάχῳ στρατηγῷ», έχει αλφαβητική ακροστιχίδα (Α - Ω) και διπλό εφύμνιο (Χαίρε, Νύμφη ανύμφευτε και Αλληλούια).
«Κοντάκια» παλαιότερα λέγονταν ολόκληροι ύμνοι, ανάλογοι προς τους «Κανόνες». Η ονομασία οφείλεται μάλλον στο κοντό ξύλο επί του οποίου τύλιγαν τη μεμβράνη που περιείχε τον ύμνο.
Το πρώτο τροπάριο λεγόταν «προοίμιο» ή «κουκούλιο» και όσα ακολουθούσαν λέγονταν «οίκοι», ίσως διότι ολόκληρος ο ύμνος θεωρείτο ως σύνολο οικοδομημάτων αφιερωμένων στη μνήμη κάποιου αγίου.
Κοντάκιο λέγεται συνήθως σήμερα το πρώτο τροπάριο ενός τέτοιου ύμνου.
Ο Ακάθιστος Ύμνος περιέχει προοίμιο και 24 «οίκους». Ως προοίμιο του Ύμνου ψάλλεται σήμερα το «Τῇ ὑπερμάχῳ στρατηγῷ», το οποίο όμως, καθώς φαίνεται, δεν είναι το αρχικό. Αντίθετα, ως γνήσιο προοίμιο φέρεται το, σήμερα, αυτόμελο απολυτίκιο «Τὸ προσταχθὲν μυστικῶς λαβὼν ἐν γνώσει», που έχει αμεσότερη σχέση με το περιεχόμενο του Ύμνου, αναφερόμενο κι αυτό στο γεγονός του Ευαγγελισμού.
Το «Τῇ ὑπερμάχῳ» συνετέθη επ’ ευκαιρία της σωτηρίας της Κωνσταντινούπολης από κάποιο κίνδυνο και συνδέθηκε μάλλον αργότερα με τον Ύμνο. Σ’ αυτό θα συνέβαλε και το γεγονός ότι ο Ύμνος ψαλλόταν συχνά στην Κωνσταντινούπολη στις ευχαριστήριες ακολουθίες προς τιμήν της Παναγίας, πολιούχου της Βασιλεύουσας.
Οι 24 «οίκοι» σχηματίζουν αλφαβητική ακροστιχίδα και έχουν εφύμνιο οι μεν περιττοί «Χαίρε, Νύμφη, ανύμφευτε», οι δε άρτιοι «Αλληλούια». Από αυτούς οι 12 αναφέρονται στον Κύριο και τελειώνουν με το «Αλληλούια» = Αινείται το Θεό. Οι άλλοι 12 οίκοι αναφέρονται στη Θεοτόκο και τελειώνουν με το «Χαῖρε, Νύμφη ἀνύμφευτε». «Εφύμνιο» λέγεται η τελευταία φράση του ύμνου που επαναλαμβάνει ο λαός.
Μέσα στους 72 στίχους συναντούμε 144 χαιρετισμούς στη Θεοτόκο: «Χαίρε, της εκκλησίας ο ασάλευτος Πύργος, Χαίρε, της βασιλείας το απόρθητον τείχος, Χαίρε δι ης εγείρονται τρόπαια, Χαίρε, δι ης εχθροί καταπίπτουσι…». Από τη λέξη ΧΑΙΡΕ ονομάστηκαν και Χαιρετισμοί.


ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΟ ΤΟΥ YΜΝΟΥ

Ο Ύμνος διακρίνεται σε δύο ενότητες:
Α) Α-Μ, που αποτελεί το ιστορικό τμήμα (Ευαγγελισμός της Θεοτόκου, σύλληψη Χριστού από την Παναγία, επίσκεψη της Θεοτόκου στην Ελισάβετ, ανησυχία Ιωσήφ, επίσκεψη ποιμένων και μάγων στο νεογέννητο Χριστό, επιστροφή Μάγων, φυγή στην Αίγυπτο, Υπαπαντή), και
Β) Ν-Ω, που αποτελεί το δογματικό-θεολογικό τμήμα (άσπορος σύλληψη, θεότης και ανθρωπότης του Χριστού, σωτηρία του ανθρώπινου γένους με τη θυσία του Ιησού, θέωση των ανθρώπων, θεομητορικής αξίας της Θεοτόκου κά) χωρίς όμως να λείπουν από κάθε ενότητα και στοιχεία της άλλης.
Πηγές του ύμνου είναι η Αγία Γραφή και οι Πατέρες της Εκκλησίας.


ΟΝΟΜΑΣΙΑ ΤΟΥ YΜΝΟΥ

Η ονομασία Ακάθιστος Ύμνος αποδόθηκε στον Ύμνο οφείλεται στο ότι «ὀρθοστάδην τότε πᾶς ὁ λαὸς κατὰ τὴν νύκτα ἐκείνην τὸν ὕμνον τῇ τοῦ Λόγου Μητρὶ ἔμελψαν καὶ ὅτι πᾶσι τοῖς ἄλλοις οἴκοις καθῆσθαι ἐξ ἔθους ἔχοντες, ἐν τοῖς παροῦσι τῆς θεομήτορος ὀρθοὶ πάντες ἀκροώμεθα». Αυτά γράφει το Συναξάριο, και εντοπίζει «την νύκτα εκείνη» το καλοκαίρι του 626.
Επίσης, από την πρώτη στιγμή που εμφανίστηκε ο ύμνος οι πιστοί σε κάθε ευκαιρία και αφορμή, τον έψαλαν όρθιοι και απ’ την αρχή συνδέθηκε με την εορτή του Ευαγγελισμού του οποίου την ακολουθία το εκκλησίασμα παρακολουθούσε όρθιο.


ΣΥΝΘΕΣΗ ΤΟΥ ΥΜΝΟΥ

Από τα σημαντικότερα και δυσκολότερα φιλολογικά προβλήματα είναι αυτό της σύνθεσης του Κοντακίου του Ακάθιστου Ύμνου. Συνθέτης, χρόνος και αιτία της σύνθεσης παραμένουν ακόμα ανεξακρίβωτα από τους μελετητές.
Με τη χρονολογία σύνθεσης του ύμνου συνδέεται αναπόφευκτα το όνομα του ποιητή του ύμνου, του μελωδού. Ο ύμνος φέρεται σε όλη τη χειρόγραφη παράδοση ανώνυμος, και ο Συναξαριστής που τον συνδέει με το γεγονός της διάσωσης από την πολιορκία του 626 δεν κάνει λόγο ούτε για το χρόνο της σύνθεσης ούτε για τον ποιητή του.
Ήταν φυσικό, η παράδοση σιωπηρά, αλλά και πολλοί μεγάλοι μελετητές να αποδώσουν τον έξοχο αυτό ύμνο στον κατ’ εξοχήν πρίγκηπα των βυζαντινών υμνογράφων, τον Ρωμανό το μελωδό (α΄ μισό ς΄ αι.). Υπάρχει και μια μεταγενέστερη μαρτυρία, του ις΄ αι., ως σημείωση σε κώδικα του ΙΓ΄ αι. (της μονής Βλατάδων 41, φ. 193α) που αναφέρει το όνομα του Ρωμανού ως ποιητή του ύμνου.
Υπάρχουν όμως και άλλες δύο περιπτώσεις για τον μελωδό του Ακάθιστου Ύμνου, με εξίσου σοβαρές ενδείξεις. Η μία είναι ότι στη λατινική μετάφραση του ύμνου, γύρω στο 800, από τον Επίσκοπο Βενετίας Χριστόφορο, αναφέρεται το όνομα του Γερμανού Α΄ Πατριάρχου Κωνσταντινουπόλεως (715-730 κοιμήθηκε 740) που ήταν σύγχρονος με τα γεγονότα του 718.
Η άλλη περίπτωση είναι, ότι σε μια παλαιά αχρονολόγητη εικόνα του Ευαγγελισμού στο παρεκκλήσιο του Αγίου Νικολάου της ονομαστής μονής του Αγίου Σάββα στα Ιεροσόλυμα, εικονίζεται κι ένας μοναχός που κρατάει ειλητάριο με γραμμένο το «Ἄγγελος πρωτοστάτης οὐρανόθεν ἐπέμφθη». Στο κεφάλι του μοναχού υπάρχει η ένδείξη «Ο ΑΓ. ΚΟΣΜΑΣ». Αυτός ο Άγιος Κοσμάς δεν είναι άλλος από τον Κοσμά το μελωδό, που κοιμήθηκε το 752/4, κι είναι κι αυτός σύγχρονος με την θαυμαστή λύτρωση της Κωνσταντινούπολης από την πολιορκία του 718.
Ο Κανόνας του Ακάθιστου είναι έργο των Ιωάννου Δαμασκηνού (οι ειρμοί) και Ιωσήφ Ξένου του Υμνογράφου (τα τροπάρια).

Ο ΑΚΑΘΙΣΤΟΣ ΥΜΝΟΣ ΟΛΟΙ ΟΙ ΟΙΚΟΙ



Κοντάκιον. Ἦχος πλ. δ'.

Τὸ προσταχθὲν μυστικῶς λαβὼν ἐν γνώσει,
ἐν τῇ σκηνῇ τοῦ Ἰωσὴφ σπουδῇ ἐπέστη,
ὁ ἀσώματος λέγων τῇ Ἀπειρογάμω•
ὁ κλίνας ἐν καταβάσει τοὺς οὐρανούς,
χωρεῑται ἀναλλοιώτως ὅλος ἐν σοι•
Ὃν καὶ βλέπων ἐν μήτρᾳ σου,
λαβόντα δούλου μορφήν,
ἐξίσταμαι κραυγάζων σοι•
Χαῖρε Νύμφη ἀνύμφευτε.

Ἕτερον. Ἦχος ὁ αὐτός.

Τῇ ὑπερμάχῷ στρατηγῷ τὰ νικητήρια,
ὡς λυτρωθεῖσα τῶν δεινῶν εὐχαριστήρια,
ἀναγράφω σοι ἡ πόλις σου, Θεοτόκε•
ἀλλ' ὡς ἔχουσα τὸ κράτος ἀπροσμάχητον,
ἐκ παντοίων με κινδύνων ἐλευθέρωσον,
ἵνα κράζω σοί•
Χαῖρε Νύμφη ἀνύμφευτε.


ΟΙ ΟΙΚΟΙ
[Ἀκροστιχίς: κατ' ἀλφάβητον]

Ἄγγελος πρωτοστάτης,
οὐρανόθεν ἐπέμφθη,
εἰπεῖν τῇ Θεοτόκω τὸ Χαῖρε•
καὶ σὺν τῇ ἀσωμάτῳ φωνῇ,
σωματούμενόν σε θεωρῶν, Κύριε,
ἐξίστατο καὶ ἵστατο,
κραυγάζων πρὸς Αὐτὴν τοιαῦτα•
Χαῖρε, δ' ἧς ἡ χαρὰ ἐκλάμψει,
χαῖρε, δι' ἧς ἡ ἀρὰ ἐκλείψει.
Χαῖρε, τοῦ πεσόντος Ἀδάμ ἡ ἀνάκλησις,
χαῖρε, τῶν δακρύων τῆς Εὔας ἡ λύτρωσις.
Χαῖρε, ὕψος δυσανάβατον ἀθρωπίνοις λογισμοῖς,
χαῖρε, βάθος δυσθεώρητον καὶ ἀγγέλων ὀφθαλμοῖς.
Χαῖρε, ὅτι ὑπάρχεις Βασιλέως καθέδρα,
χαῖρε, ὅτι βαστάζεις τὸν βαστάζοντα πάντα.
Χαῖρε, ἀστὴρ ἐμφαίνων τὸν ἥλιον,
χαῖρε, γαστὴρ ἐνθέου σαρκώσεως.
Χαῖρε, δι' ἧς νεουργεῖται ἡ κτίσις,
χαῖρε, δι' ἧς βρεφουργεῖται ὁ Κτίστης.
Χαῖρε, Νύμφη ἀνύμφευτε.

Βλέπουσα ἡ Ἁγία,
ἑαυτήν ἐν ἁγνείᾳ,
φησὶ τῷ Γαβριὴλ θαρσαλέως•
τὸ παράδοξόν σου τῆς φωνῆς,
δυσπαράδεκτόν μου τῇ ψυχῇ φαίνεται•
ἀσπόρου γὰρ συλλήψεως,
τὴν κύησιν πὼς λέγεις κράζων•
Ἀλληλούια.

Γνῶσιν ἄγνωστον γνῶναι,
ἡ Παρθένος ζητοῦσα,
ἐβόησε πρὸς τὸν λειτουργοῦντα•
ἐκ λαγόνων ἁγνῶν,
υἷον πῶς ἔσται τεχθῆναι δυνατόν;
λέξον μοι.
Πρὸς ἥν ἐκεῖνος ἔφησεν ἐν φόβῳ,
πλὴν κραυγάζων οὕτω•
Χαῖρε, βουλῆς ἀπορρήτου μύστις,
χαῖρε, σιγῆς δεομένων πίστις.
Χαῖρε, τῶν θαυμάτων Χριστοῦ τὸ προοίμιον,
χαῖρε, τῶν δογμάτων αὐτοῦ τὸ κεφάλαιον.
Χαῖρε, κλῖμαξ ἐπουράνιε, δι' ἧς κατέβη ὁ Θεός,
χαῖρε, γέφυρα μετάγουσα ἀπὸ γῆς πρὸς οὐρανόν.
Χαῖρε, τὸ τῶν Ἀγγέλων πολυθρύλητον θαῦμα,
χαῖρε, τὸ τῶν δαιμόνων πολυθρήνητον τραῦμα.
Χαῖρε, τὸ φῶς ἀρρήτως γεννήσασα,
χαῖρε, τὸ πῶς μηδένα διδάξασα.
Χαῖρε, σοφῶν ὑπερβαίνουσα γνῶσιν,
Χαῖρε, πιστῶν καταυγάζουσα φρένας.
Χαῖρε, Νύμφη Ἀνύμφευτε.

Δύναμις τοῦ Ὑψίστου,
ἐπεσκίασε τότε,
πρὸς σύλληψιν τῇ Ἀπειρογάμω•
καὶ τὴν εὔκαρπον ταύτης νηδύν,
ὡς ἀγρὸν ὑπέδειξεν ἡδὺν ἅπασι,
τοῖς θέλουσι θερίζειν σωτηρίαν,
ἐν τῷ ψάλλειν οὕτως•
Ἀλληλούια.

Ἔχουσα θεοδόχον,
ἡ Παρθένος τὴν μήτραν,
ἀνέδραμε πρὸς τὴν Ἐλισάβετ.
Τὸ δὲ βρέφος ἐκείνης εὐθὺς ἐπιγνόν,
τὸν ταύτης ἀσπασμὸν ἔχαιρε,
καὶ ἅλμασιν ὡς ἄσμασιν,
ἐβόα πρὸς τὴν Θεοτόκον•
Χαῖρε, βλαστοῦ ἀμάραντου κλῆμα,
χαῖρε, καρποῦ ἀκήρατου κτῆμα.
Χαῖρε, γεωργὸν γεωργοῦσα φιλάνθρωπον,
χαῖρε, φυτουργὸν τῆς ζωῆς ἠμῶν φύουσα,
Χαῖρε, ἄρουρα βλαστάνουσα εὐφορίαν οἰκτιρμῶν,
χαῖρε, τράπεζα βαστάζουσα εὐθηνίαν ἱλασμῶν.
Χαῖρε, ὅτι λειμῶνα τῆς τρυφῆς ἀναθάλλεις,
χαῖρε, ὅτι λιμένα τῶν ψυχῶν ἑτοιμάζεις.
Χαῖρε, δεκτὸν πρεσβείας θυμίαμα,
χαῖρε, παντός τοῦ κόσμου ἐξίλασμα.
Χαῖρε, Θεοῦ πρὸς θνητοὺς εὐδοκία,
χαῖρε, θνητῶν πρὸς Θεὸν παρρησία.
Χαῖρε, Νύμφη ἀνύμφευτε.

Ζάλην ἔνδοθεν ἔχων,
λογισμῶν ἀμφιβόλων,
ὁ σώφρων Ἰωσὴφ ἐταράχθη•
πρὸς τὴν ἄγαμόν σὲ θεωρῶν,
καὶ κλεψίγαμον ὑπονοῶν Ἄμεμπτε•
μαθὼν δέ σου τὴν σύλληψιν,
ἐκ Πνεύματος Ἁγίου,
ἔφη•
Ἀλληλούια.

Ἤκουσαν oἱ ποιμένες,
τῶν Ἀγγέλων ὑμνούντων,
τὴν ἔνσαρκον Χριστοῦ παρουσίαν•
καὶ δραμόντες ὡς πρὸς ποιμένα,
θεωροῦσι τοῦτον ὡς ἀμνὸν ἄμωμον,
ἐν γαστρὶ τῆς Μαρίας βοσκηθέντα,
ἥν ὑμνοῦντες εἶπον•
Χαῖρε, Ἀμνοῦ καὶ Ποιμένος Μῆτερ,
χαῖρε, αὐλὴ λογικῶν προβάτων.
Χαῖρε, ἀοράτων ἐχθρῶν ἀμυντήριον,
χαῖρε, Παραδείσου θυρῶν ἀνοικτήριον.
Χαῖρε, ὅτι τὰ οὐράνια συναγάλλεται τῇ γῇ,
χαῖρε, ὅτι τὰ ἐπίγεια συγχορεύει οὐρανοῖς.
Χαῖρε, τῶν Ἀποστόλων τὸ ἀσίγητον στόμα,
χαῖρε, τῶν Ἀθλοφόρων τὸ ἀνίκητον θάρσος.
Χαῖρε, στερρὸν τῆς πίστεως ἔρεισμα,
χαῖρε, λαμπρὸν τῆς Χάριτος γνώρισμα.
Χαῖρε, δι' ἧς ἐγυμνώθη ὁ Ἅδης,
χαῖρε, δι' ἧς ἐνεδύθημεν δόξαν.
Χαῖρε, Νύμφη ἀνύμφευτε.

Θεοδρόμον ἀστέρα,
θεωρήσαντες Μάγοι,
τῇ τούτου ἠκολούθησαν αἴγλῃ•
καὶ ὡς λύχνον κρατοῦντες αὐτόν,
δι' αὐτοῦ ἠρεύνων κραταιὸν Ἄνακτα,
καὶ φθάσαντες τὸν ἄφθαστον,
ἐχάρησαν αὐτῷ βοῶντες•
Ἀλληλούια.

Ἴδον παῖδες Χαλδαίων,
ἐν χερσὶ τῆς Παρθένου,
τὸν πλάσαντα χειρὶ τοὺς ἀνθρώπους•
καὶ Δεσπότην νοοῦντες αὐτόν,
εἰ καὶ δούλου μορφὴν ἔλαβεν,
ἔσπευσαν τοῖς δώροις θεραπεῦσαι,
καὶ βοῆσαι τῇ Εὐλογημένῃ•
Χαῖρε, ἀστέρος ἀδύτου Μήτηρ,
χαῖρε, αὐγὴ μυστικῆς ἡμέρας.
Χαῖρε, τῆς ἀπάτης τὴν κάμινον σβέσασα,
χαῖρε, τῆς Τριάδος τοὺς μύστας φωτίζουσα.
Χαῖρε, τύραννον ἀπάνθρωπον ἐκβαλοῦσα τῆς ἀρχῆς,
χαῖρε, Κύριον φιλάνθρωπον ἐπιδείξασα Χριστόν.
Χαῖρε, ἡ τῆς βαρβάρου λυτρουμένη θρησκείας,
χαῖρε, ἢ τοῦ βορβόρου ρυομένη τῶν ἔργων.
Χαῖρε πυρὸς προσκύνησιν παύσασα,
χαῖρε, φλογὸς παθῶν ἀπαλλάττουσα.
Χαῖρε, πιστῶν ὁδηγὲ σωφροσύνης,
χαῖρε, πασῶν γενεῶν εὐφροσύνη.
Χαῖρε, Νύμφη ἀνύμφευτε.

Κήρυκες θεοφόροι,
γεγονότες οἱ Μάγοι,
ὑπέστρεψαν εἰς τὴν Βαβυλῶνα,
ἐκτελέσαντές σου τὸν χρησμόν,
καὶ κηρύξαντές σε τὸν Χριστὸν ἅπασιν,
ἀφέντες τὸν Ἡρώδην ὡς ληρώδη,
μὴ εἰδότα ψάλλειν•
Ἀλληλούια.

Λάμψας ἐν τῇ Αἰγύπτῳ,
φωτισμὸν ἀληθείας ἐδίωξας,
τοῦ ψεύδους τὸ σκότος•
τὰ γὰρ εἴδωλα ταύτης Σωτήρ,
μὴ ἐνέγκαντά σου τὴν ἰσχὺν πέπτωκεν,
οἱ τούτων δὲ ρυσθέντες,
ἐβόων πρὸς τὴν Θεοτόκον•
Χαῖρε, ἀνόρθωσις τῶν ἀνθρώπων,
χαῖρε, κατάπτωσις τῶν δαιμόνων.
Χαῖρε, τὴν ἀπάτης τὴν πλάνην πατήσασα,
χαῖρε, τῶν εἰδώλων τὴν δόξαν ἐλεγξασα.
Χαῖρε, θάλασσα ποντίσασα Φαραὼ τὸν νοητόν,
χαῖρε, πέτρα ἡ ποτίσασα τοὺς διψῶντας τὴν ζωὴν.
Χαῖρε, πύρινε στῦλε ὁδηγῶν τοὺς ἐν σκότει,
χαῖρε, σκέπη τοῦ κόσμου πλατυτέρα νεφέλης.
Χαῖρε, τροφὴ τοῦ μάνα διάδοχε,
χαῖρε, τρυφῆς ἁγίας διάκονε.
Χαῖρε, ἡ γῆ τῆς ἐπαγγελίας,
χαῖρε, ἐξ ἧς ρέει μέλι καὶ γάλα.
Χαῖρε, Νύμφη ἀνύμφευτε.

Μέλλοντος Συμεῶνος,
τοῦ παρόντος αἰῶνος,
μεθίστασθαι τοῦ ἀπατεῶνος,
ἐπεδόθης ὡς βρέφος αὐτῷ,
ἀλλ' ἐγνώσθης τούτω καὶ Θεὸς τέλειος•
διόπερ ἐξεπλάγη σου τὴν ἄρρητον σοφίαν,
κράζων•
Ἀλληλούια.

Νέαν ἔδειξε κτίσιν,
ἐμφανίσας ὁ Κτίστης,
ἡμῖν τοῖς ὑπ' αὐτοῦ γενομένοις•
ἐξ ἀσπόρου βλαστήσας γαστρός,
καὶ φυλάξας ταύτην,
ὥσπερ ἦν ἄφθορον,
ἵνα τὸ θαῦμα βλέποντες,
ὑμνήσωμεν αὐτὴν βοῶντες•
Χαῖρε, τὸ ἄνθος τῆς ἀφθαρσίας,
χαῖρε, τὸ στέφος τῆς ἐγκρατείας.
Χαῖρε, ἀναστάσεως τύπον ἐκλάμπουσα,
χαῖρε, τῶν Ἀγγέλων τὸν βίον ἐμφαίνουσα.
Χαῖρε, δένδρον ἀγλαόκαρπον, ἐξ οὗ τρέφονται πιστοί,
χαῖρε, ξύλον εὐσκιόφυλλον, ὑφ' οὗ σκέπονται πολλοί.
Χαῖρε, κυοφοροῦσα ὁδηγὸν πλανωμένοις,
χαῖρε, ἀπογεννῶσα λυτρωτὴν αἰχμαλώτοις.
Χαῖρε, Κριτοῦ δικαίου δυσώπησις,
χαῖρε, πολλῶν πταιόντων συγχώρησις.
Χαῖρε, στολὴ τῶν γυμνῶν παρρησίας,
χαῖρε, στοργὴ πάντα πόθον νικῶσα.
Χαῖρε, Νύμφη ἀνύμφευτε.

Ξένον τόκον ἰδόντες,
ξενωθῶμεν τοῦ κόσμου, τὸν νοῦν εἰς οὐρανὸν μεταθέντες•
διὰ τοῦτο γὰρ ὁ ὑψηλὸς Θεός,
ἐπὶ γῆς ἐφάνη ταπεινὸς ἄνθρωπος•
βουλόμενος ἑλκύσαι πρὸς τὸ ὕψος,
τοὺς αὐτῷ βοώντας•
Ἀλληλούια.

Ὅλως ἦν ἐν τοῖς κάτω,
καὶ τῶν ἄνω οὐδόλως ἀπῆν,
ὁ ἀπερίγραπτος Λόγος•
συγκατάβασις γὰρ θεϊκή,
οὐ μετάβασις τοπικὴ γέγονε,
καὶ τόκος ἐκ Παρθένου θεολήπτου,
ἀκουούσης ταῦτα•
Χαῖρε, Θεοῦ ἀχωρήτου χώρα,
χαῖρε, σεπτοῦ μυστηρίου θύρα.
Χαῖρε, τῶν ἀπίστων ἀμφίβολον ἄκουσμα,
χαῖρε, τῶν πιστῶν ἀναμφίβολον καύχημα.
Χαῖρε, ὄχημα πανάγιον τοῦ ἐπὶ τῶν Χερουβείμ,
χαῖρε, οἴκημα πανάριστον τοῦ ἐπὶ τῶν Σεραφείμ.
Χαῖρε, ἡ τἀναντία εἰς ταὐτὸ ἀγαγοῦσα,
χαῖρε, ἡ παρθενίαν καὶ λοχείαν ζευγνῦσα.
Χαῖρε, δι' ἧς ἐλύθη παράβασις,
χαῖρε, δι' ἧς ἠνοίχθη παράδεισος.
Χαῖρε, ἡ κλεὶς τῆς Χριστοῦ βασιλείας,
χαῖρε, ἐλπὶς ἀγαθῶν αἰωνίων.
Χαῖρε, Νύμφη ἀνύμφευτε.

Πᾶσα φύσις Ἀγγέλων,
κατεπλάγη τὸ μέγα,
τῆς σῆς ἐνανθρωπήσεως ἔργον•
τὸν ἀπρόσιτον γὰρ ὡς Θεόν,
ἐθεώρει πᾶσι προσιτὸν ἄνθρωπον,
ἡμῖν μὲν συνδιάγοντα,
ἀκούοντα δὲ παρὰ πάντων οὕτως•
Ἀλληλούια.

Ρήτορας πολυφθόγγους,
ὡς ἰχθύας ἀφώνους,
ὁρῶμεν ἐπὶ σοὶ Θεοτόκε•
ἀποροῦσι γὰρ λέγειν,
τὸ πῶς καὶ Παρθένος μένεις,
καὶ τεκεῖν ἴσχυσας•
ἡμεῖς δὲ τὸ μυστήριο ν θαυμάζοντες,
πιστῶς βοῶμεν•
Χαῖρε, σοφίας Θεοῦ δοχεῖον,
χαῖρε, προνοίας αὐτοῦ ταμεῖον.
Χαῖρε, φιλοσόφους ἀσόφους δεικνύουσα,
χαῖρε, τεχνολόγους ἀλόγους ἐλέγχουσα.
Χαῖρε, ὅτὶ ἐμωράνθησαν οἱ δεινοὶ συζητηταί,
χαῖρε, ὅτι ἐμαράνθησαν οἱ τῶν μύθων ποιηταί.
Χαῖρε, τῶν Ἀθηναίων τὰς πλοκὰς διασπῶσα,
χαῖρε, τῶν ἁλιέων τὰς σαγήνας πληροῦσα.
Χαῖρε, βυθοῦ ἀγνοίας ἐξέλκουσα,
χαῖρε, πολλοὺς ἐν γνώσει φωτίζουσα.
Χαῖρε, ὁλκὰς τῶν θελόντων σωθῆναι,
χαῖρε, λιμὴν τῶν τοῦ βίου πλωτήρων.
Χαῖρε, Νύμφη ἀνύμφευτε.

Σῶσαι θέλων τὸν κόσμον,
ὁ τῶν ὅλων κοσμήτωρ,
πρὸς τοῦτον αὐτεπάγγελτος ἦλθε•
καὶ ποιμὴν ὑπάρχων ὡς Θεός,
δι' ἡμᾶς ἐφάνη καθ' ἡμᾶς ἄνθρωπος•
ὁμοίῳ γὰρ τὸ ὅμοιον καλέσας,
ὡς Θεὸς ἀκούει•
Ἀλληλούια.

Τεῖχος εἶ τῶν παρθένων,
Θεοτόκε Παρθένε,
καὶ πάντων τῶν εἰς σὲ προστρεχόντων.
Ὁ γὰρ τοῦ οὐρανοῦ καὶ τῆς γῆς,
κατεσκεύασέ σε ποιητής, Ἄχραντε,
οἰκήσας ἐν τῇ μήτρα σου,
καὶ πάντας σοι προσφωνεῖν διδάξας•
Χαῖρε, ἡ στήλη τῆς παρθενίας,
χαῖρε, ἡ πύλη τῆς σωτήριας.
Χαῖρε, ἀρχηγὲ νοητῆς ἀναπλάσεως,
χαῖρε, χορηγὲ θεϊκῆς ἀγαθότητος.
Χαῖρε, σὺ γὰρ ἀνεγέννησας τοὺς συλληφθέντας αἰσχρῶς,
χαῖρε, σὺ γὰρ ἐνουθέτησας τοὺς συληθέντας τὸν νοῦν.
Χαῖρε, ἡ τὸν φθορέα τῶν φρενῶν καταργοῦσα,
χαῖρε, ἡ τὸν σπορέα τῆς ἁγνείας τεκοῦσα.
Χαῖρε, παστάς ἀσπόρου νυμφεύσεως,
χαῖρε, πιστοὺς Κυρίῳ ἁρμόζουσα.
Χαῖρε, καλὴ κουροτρόφε παρθένων,
χαῖρε, ψυχῶν νυμφοστόλε ἁγίων.
Χαῖρε, Νύμφη ἀνύμφευτε.

Ὕμνος ἅπας ἡττᾶται,
συνεκτείνεσθαι σπεύδων,
τῷ πλήθει τῶν πολλῶν οἰκτιρμῶν σου•
ἰσαρίθμους γὰρ τῇ ψάμμῳ ὠδάς,
ἂν προσφέρωμέν σοι, Βασιλεῦ ἅγιε,
οὐδὲν τελοῦμεν ἄξιον,
ὧν δέδωκας ἡμῖν τοῖς σοὶ βοῶσιν•
Ἀλληλούια.

Φωτοδόχον λαμπάδα,
τοῖς ἐν σκότει φανεῖσαν,
ὁρῶμεν τὴν ἁγίαν Παρθένον•
τὸ γὰρ ἄυλον ἅπτουσα φῶς,
ὁδηγεῖ πρὸς γνῶσιν θεϊκὴν ἅπαντας,
αὐγῇ τὸν νοῦν φωτίζουσα,
κραυγῇ δὲ τιμωμένη ταῦτα•
Χαῖρε, ἀκτὶς νοητοῦ ἡλίου,
χαῖρε, βολὶς τοῦ ἀδύτου φέγγους.
Χαῖρε, ἀστραπὴ τὰς ψυχὰς καταλάμπουσα,
χαῖρε, ὡς βροντὴ τοὺς ἐχθροὺς καταπλήττουσα.
Χαῖρε, ὅτι τὸν πολύφωτον ἀνατέλλεις φωτισμόν,
Χαῖρε, ὅτι τὸν πολύρρυτον ἀναβλύζεις ποταμόν.
Χαῖρε, τῆς κολυμβήθρας ζωγραφοῦσα τὸν τύπον,
χαῖρε, τῆς ἁμαρτίας ἀναιροῦσα τὸν ρύπον.
Χαῖρε, λουτὴρ ἔκπλυνων συνείδησιν,
χαῖρε, κρατὴρ κιρνῶν ἀγαλλίασιν.
Χαῖρε, ὀσμὴ τῆς Χριστοῦ εὐωδίας,
χαῖρε, ζωὴ μυστικῆς εὐωχίας.
Χαῖρε, Νύμφη ἀνύμφευτε.

Χάριν δοῦναι θελήσας,
ὀφλημάτων ἀρχαίων,
ὁ πάντων χρεωλύτης ἀνθρώπων,
ἐπεδήμησε δι’ἑαυτοῦ,
πρὸς τοὺς ἀποδήμους τῆς αὐτοῦ Χάριτος•
καὶ σχίσας τὸ χειρόγραφον,
ἀκούει παρὰ πάντων οὕτως•
Ἀλληλούια.

Ψάλλοντές σου τὸν τόκον,
ἀνυμνοῦμέν σε πάντες,
ὡς ἔμψυχον ναόν, Θεοτόκε.
Ἐν τῇ σῇ γὰρ οὶκήσας γαστρί,
ὁ συνέχων πάντα τῇ χειρὶ Κύριος,
ἡγίασεν, ἐδόξασεν, ἐδίδαξε βοᾶν σοὶ πάντας•
Χαῖρε, σκηνὴ τοῦ Θεοῦ καὶ Λόγου,
χαῖρε, Ἁγία ἁγίων μείζων.
Χαῖρε, κιβωτὲ χρυσωθεῖσα τῷ Πνεύματι,
χαῖρε, θησαυρὲ τῆς ζωῆς ἀδαπάνητε.
Χαῖρε, τίμιον διάδημα βασιλέων εὐσεβῶν,
χαῖρε, καύχημα σεβάσμιον ἱερέων εὐλαβῶν.
Χαῖρε, τῆς Ἐκκλησίας ὁ ἀσάλευτος πύργος,
χαῖρε, τῆς Βασιλείας τὸ ἀπόρθητον τεῖχος.
Χαῖρε, δι' ἧς ἐγείρονται τρόπαια,
χαῖρε, δι' ἧς ἐχθροὶ καταπίπτουσι.
Χαῖρε, χρωτὸς τοῦ ἐμοῦ θεραπεία,
χαῖρε, ψυχῆς τῆς ἐμῆς σωτηρία.
Χαῖρε, Νύμφη ἀνύμφευτε.

Ὦ πανύμνητε Μῆτερ,
ἡ τεκοῦσα τὸν πάντων ἁγίων,
ἁγιώτατον Λόγον•
δεξαμένη γὰρ τὴν νῦν προσφοράν,
ἀπὸ πάσης ρῦσαι συμφορᾶς ἅπαντας,
καὶ τῆς μελλούσης λύτρωσαι κολάσεως,
τοὺς σοὶ βοῶντας•
Ἀλληλούια.