Παρασκευή, 31 Ιουλίου 2015

Προσευχή στην Εικόνα της Παναγίας "Άξιον Εστί"

Προσευχή στην Εικόνα της Παναγίας "Άξιον Εστί"
Ώ Δέσποινα, Θεονυμφε Κόρη, Άλοχε Μήτηρ, Απείρανδρε Τροφέ τού Θεού Λόγου, θαύμα υπερφυέστατον φύσεως, ουράνιε σκηνή τού Υψίστου, υπέρτατέ της αρετής κορυφή, άπλετον πέλαγος τού ελέους, ανεξάντλητον πέλαγος τής ευσπλαχνίας, βάθος δυσθεώρητον μυστηρίων δυσλήπτων, δοχείον θεοτευκτον τού υπερουσίου προβλήματος,
Πανύμνητε Θεοτόκε Μαρία, επάκουσον ημών τών οικτρών δεομένων σου καί η καθαρότης τής ακηράτου παρθενίας σου άς καθαρίση τάς εσπιλωμένας ημών ψυχάς, ο άφθορος καί σωτήριος τόκος σου μή αποξενώση τήν σωτηρίαν από τούς λατρευτάς σου, τήν οποίαν αυτήν σωτηρίαν εβράβευσε πλουσίως εις τήν άπειρον πληθύν τών πιστώς αυτόν προσκυνούντων.
Παρακαλούμεν εκτενώς, ώ Δέσποινα Θεονυμφε, σκέπε, φρούρει καί διαφύλαττε ημάς τούς ευτελείς οικέτας σου καί πάντας τούς Ορθοδόξους χριστιανούς, τούς μετ’ ευλαβείας προσκυνούντας καί ασπαζομένους τόν ιερό χαρακτήρα τής πανσέπτου εικόνος ταύτης, δί’ αισθητών μέν χειλέων εδώ εις τήν γήν καί διά νοητών εσένα τήν Υπερευλογημένην Μητέρα τού Μονογενούς Υιού τού Θεού εις τούς ουρανούς.
Όθεν καί εκ μέρους πάντων σου δεόμεθα καί σέ παρακαλούμεν νά διατηρής άβλαβον καί ανωτέραν τών εναντίων εχθρών τήν σήν ποίμνην καί κληρούχους πάντας αναδείξον τής δόξης τού αφθόρου σου τόκου καί τής γλυκείας αυτού ελλάμψεως καταξίωσον. Μεθ’ ου τώ Πατρί δόξα, τιμή καί μεγαλοπρέπεια σύν τώ αγίω Πνεύματι εις τούς αιώνας τών αιώνων. Αμήν.
Άσμα ασμάτων, Δέσποινα Παναγία,
Γένους ανθρώπων, σκέπη καί προστασία,
Ως παρ’ αγγέλου, ύμνον επάξιον σοί,
Ούτω τόν λόγον, δέξαι παρ’ ικετών σου.
Άξιον γάρ σέ, μακαρίζειν τήν μόνην,
Θεού Μητέρα, τήν Κεχαριτωμένην.
Έτεροι στίχοι:
Τόν κοπιάσαντα καί γράψαντα φύλαττε Θεοτόκε
ως πολλήν έχουσα πρός Υιόν σου παρρησίαν
υμνηπόλος σου σός ραψωδός αχρείος
Ναθαναήλ ελάχιστος Ζωγραφίτης.
Μοναχών Σεραφείμ και Ναθαναήλ των Αγιορειτών - Από το περιοδικό «Πρωτάτο»

Προσευχή στήν Παναγία - Θεοτόκε Παρθένε

Εικόνα

ΑΥΤΗΝ ΤΗΝ ΠΡΟΣΕΥΧΗ ΜΠΟΡΟΥΜΕ ΝΑ ΤΗΝ ΛΕΜΕ  ΣΕ ΟΛΗ ΤΗΝ ΔΙΑΡΚΕΙΑ  ΓΙΑ ΤΗΝ ΠΑΡΑΣΚΕΥΉ ΤΟΥ ΠΡΟΣΦΟΡΟΥ  Ή ΤΟΥΣ  ΧΑΙΡΕΤΙΣΜΟΥΣ 

Θεοτόκε Παρθένε,
εὐλογημένη Μαρία κεχαριτωμένη,
Δέσποινα τοῦ οὐρανοῦ καί τῆς γῆς,
εὐλο­γημένος ὁ καρπός τῆς κοιλίας σου,
ὅτι σωτῆρα ἔτεκες,

τόν μονογενῆν Υἱὀν τοῦ Θεοῦ
καί Σωτῆρα τῶν ψυχῶν ἡμῶν.

Τῶν Ἀποστόλων, λαμπρότης,
τῶν προφητῶν σύναξις,

τῶν μαρτύρων ἐκκλησία,
τῶν χριστιανῶν τό καταφύγιον,
σκέπασόν με, Παρθένε Μαρία,
ὑπό τήν προστασίαν τῶν Ἀγγέλων
καί ὑπό τήν σκέπην τῶν πτερύγων σου,
καί βοήθησόν με τόν δοῦλον σου
ἀπό πάντα πειρασμόν,
ὁπού μέλλει νά μοῦ ἔλθῃ
καί μή μέ ἀπορρίψῃς, ὦ Παρθένε Μαρία,
βοήθησόν με, Κυρία τοῦ Κόσμου,
τήν ἡμέραν τῆς κρίσεως,

ὅπως ἔλθη ἡ ταπεινή μου ψυχή
μέσα εἰς τόν Παράδεισον
ἔμπροσθεν εἰς τόν ἀδέκαστον
θρόνον τοῦ Υἱοῦ σου,
ὅταν ἔλθῃ νά κρίνῃ τόν κόσμον
ἐν τῇ δευτέρᾳ ἡμέρᾳ τῆς φρικτῆς Αὐτοῦ Παρουσίας
καί νά ἀκούσω
τό «Δεῦτε οἱ εὐλογημένοι τοῦ Πατρός μου
κληρονομήσατε τήν ἡτοιμασμένην μου βασιλείαν».

Ναί, Δέσποινα τοῦ Κόσμου,
δώρησόν μοι τῷ ταπεινῷ δούλῳ σου τό ζητούμενον,
ἵνα εὐχαρίστως δοξάζω τό ὄνομα τοῦ Πατρός
καί τοῦ Υἱοῦ καί τοῦ ἁγίου Πνεύματος,
νῦν καί ἀεί καί εἰς τούς αἰῶνας τῶν αιώνων

Ἀμήν.

ΠΑΡΑΚΛΗΣΗ ΤΗΣ ΠΑΝΑΓΙΑΣ ΠΟΡΤΑΪΤΙΣΣΑΣ

Μεγαλυνάρια από την παράκληση της Παναγίας Πορταΐτισσας. Ψάλλουν οι πατέρες της Ι.Μ. Ιβή-ρων Αγίου όρους

Η Παναγία και οι Αγιορείτες στην Δευτέρα παρουσία. (Διήγηση Γέροντος Μαρκέλλου Καρακαληνού)

04
Υπάρχει μία διήγηση για ένα συγκλονιστικό όραμα Σχετικά με τούς Αγιορείτες πατέρες και την Ύπεραγία Θεοτόκον, ή οποία εικονίζεται πολλές φορές και ως Ηγουμένη, ως Γερόντισσα του Αγίου Όρους, με την ράβδο και τον μανδύα Της. Αυτή επιστατεί, αυτή επαγρυπνεί, αυτή φροντίζει για τα παιδιά Της.  Είχε έλθει, λέει, ή Δευτέρα Παρουσία, ή Μέλλουσα κρίσις. Ή Παναγία ως Ηγουμένη περνούσε από τα κοιμητήρια των ιερών μονών, από τις σκήτες, από τα ερημητήρια, απ’ όπου υπήρχαν τάφοι πατέρων. Καθώς περνούσε από τον τόπο της αναπαύσεως των πατέρων, κτυπούσε με την ράβδο Της τα μνήματα και ανασταίνονταν οι πατέρες!
Συγκλονιστικό όραμα…
Όλοι οι αναστημένοι πατέρες ακολουθούσαν την Παναγία πού πήγαινε μπροστά και έτσι σχηματίσθηκε μία μεγάλη ποίμνη, ή ποίμνη της Ύπεραγίας Θεοτόκου. Οι Άγιορείται ήσαν και είναι τα παιδιά Της, πού τα οδηγούσε και τα οδηγεί στην Βασιλεία των ουρανών. Ύπέροχον όραμα. Αλλά κάπου – κάπου, από ορισμένα μνήματα ή Παναγία δεν έπαιρνε τούς πατέρας. Τούς άφηνε εκεί. Ήσαν οι μοναχοί πού δεν πρόσεξαν στην ζωή τους, πού δεν τήρησαν τις μοναχικές υποσχέσεις και τα μοναχικά καθήκοντα. Εκείνοι φώναξαν, εκλιπαρούσαν, έκλαιαν, ικέτευαν: Πάρε με Παναγία μου και μένα! Πάρε με και μένα μαζί Σου! Όμως δεν τούς έπαιρνε κι έμεναν εκεί παραπονούμενοι και αποχωρισμένοι από την μεγάλη αδελφότητα, την Συνοδεία της Ύπεραγίας Θεοτόκου.
Κάθε Αγιορείτης μοναχός, την Παναγία την αισθάνεται Μητέρα του. Ότι και αν Της ζητήσει με πίστη και καθαρότητα, ή Παναγία θα το ικανοποιήσει, αλλά κι εκείνος προσπαθεί πάντοτε με την ζωή του να ευαρεστεί ενώπιον Της. Δηλαδή προσπαθεί η ζωή του να είναι τέτοια, πού να μη λυπεί την Μητέρα του.

Πηγή: fdathanasiou.wordpress.com

Παναγιά μου New Official Song-Video 2015 Πρεσβ. Σάββας Κυράζογλου

"Παναγία μου" - Ένα νέο τραγούδι από τον πατέρα Σάββα Κυράζογλου (βίντεο)
Ανά τακτά χρονικά διαστήματα ο πατέρας Σάββας Κυράζογλου μάς εκπλήσσει ευχάριστα, τόσο με τις δραστηριότητές του όσο και με τις μουσικές του ικανότητες. Κατά καιρούς ο πατέρας Σάββας έχει δημοσιεύσει αρκετά όμορφα τραγούδια, με το τελευταίο -με τον τίτλο "Παναγία μου"- να αναρτάται στο Internet μόλις χτες, Πέμπτη 18 Δεκεμβρίου.
Ορισμένα στοιχεία για το τραγούδι
Στίχοι-Μουσική-Ερμηνεία:Πρεσβ. Σάββας Κυράζογλου
Artwork: Πρεσβ. Σάββας Κυράζογλου
Copyright: Worldschildrenfr

Ο άγιος Κοσμάς το όνομα της Παναγίας ΜΑΡΙΑ



Σκέφθηκα, λοιπόν, επειδή διερχόμεθα ακόμη τον μήνα Αύγουστο, που τον έχουμε ολόκληρο αφιερωμένο στην Κυρία Θεοτόκο και τον ονομάζουμε «θεομητορικό» μήνα, να μιλήσω για την Παναγία μας κατά την διδασκαλία όμως του αγίου Κοσμά του Αιτωλού.Ο άγιος Κοσμάς, είχε μεγάλη και θερμή αγάπη στην Παναγία. είχε θεοτοκοφιλία. Και φυσικό ήταν αυτό γιατί ήταν αγιορείτης και γιατί βγήκε από Μοναστήρι, που είχε την θαυματουργό Εικόνα, την Παναγία Γλυκοφιλούσα. Σ’ αυτή την Εικόνα προσευχόταν, απ’ αυτή την Εικόνα έλαβε την ευχή για την ιεραποστολική του περιπέτεια και για την Παναγία, λοιπόν, μιλούσε πάντοτε ο άγιος στο ακροατήριο του. Θα σας αναφέρω δύο – τρία σημεία από το κήρυγμα του για την Παναγία, στα οποία φαίνεται η ορθόδοξη πατερική θεολογία του.
(α) Πρώτα-πρώτα ο άγιος μιλούσε για το όνομα της Παναγίας. Το όνομά Της είναι ΜΑΡΙΑ. Εξήντα δύο ερμηνείες έχουν δοθεί για το όνομα «Μαρία», αλλά η καλύτερα ερμηνεία είναι του αγίου Κοσμά του Αιτωλού. Όπως το όνομα «Νικόλαος» για τον άγιο σημαίνει αυτόν που νικάει τα πάθη και τους δαίμονες, όπως το όνομα «Γεώργιος» σημαίνει αυτόν που είναι γεωργημένο φυτό και έχει λοιπόν καρπούς και αρετές και όπως πάλι το όνομα «Παρασκευή» σημαίνει αυτή που παρασκευάζεται, που προετοιμάζεται για τα αιώνια αγαθά, έτσι και το όνομα της Παναγίας έχει κάποια ιδιαίτερη σημασία. Ο άγιος Κοσμάς το όνομα της Παναγίας ΜΑΡΙΑ το παράγει από το εβραϊκό ρήμα «χαγιά», που σημαίνει «υπάρχω», «ζω», «κυριεύω». Και το παράγει ο άγιος το θεομητορικό όνομα από το ρήμα «χαγιά», γιατί αρέσκεται στην ονομασία της Παναγίας από τον ευαγγελιστή Λουκά, που Την καλεί «ΜΑΡΙΑΜ». Μαριάμ – Μαριγιάμ είναι από το «χαγιά». Και όπως από το ίδιο ρήμα στην Παλαιά Διαθήκη καλούμε τον Θεό «Γιαχβέ», που σημαίνει «Κύριος», έτσι η Παναγία μας, που καλείται «Μαριάμ – Μαριγιάμ», από το ίδιο πάλι ρήμα, που ονομάζουμε τον Θεό, σημαίνει «Κυρία». «Κύριος» ο Θεός, «Γιαχβέ». «Κυρία» η Παναγία. «Μαριγιάμ» η «Μαρία», συντετμημένο το όνομά Της. «Κυρία»! Ωραίο όνομα! Βασίλισσα όλου του κόσμου! Έλεγε, λοιπόν, ο άγιος στα κηρύγματά του: «”Μαρία” θέλει να ειπή “κυρία”, ωσάν όπου* εμελλεν η Θεοτόκος να γίνη βασίλισσα του ουρανού και της γης και πάσης νοητής και αισθητής κτίσεως, να παρακαλη διά τας αμαρτίας μας». Δεν σας κάνει εντύπωση, αδελφοί μου, ο άγιος να θέλει να ερμηνεύει καλά τα ονόματα και να εξάγει από τις ερμηνείες πού δίνει αυτά τα ωραία πνευματικά νοήματα για την ωφέλεια των ακροατών του; «Κυρία», λοιπόν, σημαίνει το όνομα της Παναγίας μας «Μαρία», κατά τον άγιο Κοσμά τον Αιτωλό. Έτσι, «Κυρία», αρεσκόταν να ονομάζει και ο άγιος Νεκτάριος στην προσευχή του την Παναγία. Της μιλούσε μάλιστα και στον πληθυντικό αριθμό. Και όταν Αυτή του εμφανιζόταν στην προσευχή του — συχνή αύτη η θεοπτία στον άγιο Νεκτάριο — αυτός Της έλεγε: «Σεις, Κυρία»!

Ιερά Μονή Παναγιάς Κορνοφωλιάς

Η Ιερά Μονή Κορνοφωλιάς είναι κτισμένη σε απόσταση ενός χιλιομέτρου δυτικά του χωριού Κορνοφωλιά Σουφλίου, πάνω στο λόφο "Κουρί" και τιμάται στη μνήμη της Κοιμήσεως της Θεοτόκου.Το κύριο πανηγύρι της Μόνης γίνεται στα Εννιάμερα της Παναγίας (Απόδοση της Κοιμήσεως, 23 Αυγούστου). Πότε ακριβώς κτίστηκε η Μονή, μας είναι άγνωστο. Η τοπική παραδοση τη θέλει να έχει ιστορία τεσσάρων περίπου αιώνων. Εκείνο που μας είναι άγνωστο είναι ότι στις αρχές του 18ου αιώνα δόθηκε ανεπίσημα ως μετόχι στην Ιερά Μονή Ιβήρων του Αγίου Όρους. Κατά το έτος 1747, με τη συγκατάθεση των κατοίκων της Κορνοφωλιάς και με ενέργειες του Μητροπολίτη Διδυμοτείχου Αυξέντίου (Μάϊος 1744 - Ιούλιος 1757) και του ηγούμενου της Μονής, Ιερομονάχου Αυξεντίου, επισημοποιήθηκε και επικυρώθηκε η κυριότητα της Μονής Ιβήρων, με Πατριαρχικό σιγίλιο (απόφαση) της Ιεράς Συνόδου του Οικουμενικού Πατριαρχείου Κωνσταντινουπόλεως, επί Πατριαρχίας Παϊσίου Β'.
Μετά την παραχώρησή της στη Μονή Ιβήρων, οι πατέρες της κυριάρχου Μονής έφεραν στο Μετόχι τους την εικόνα της Παναγίας της Πορταϊτισσας, αντίγραφο της εικόνας της Παναγίας της Πορταϊτισσας που βρίσκεται στη Μονή Ιβήρων, η οποία αποδείχτηκε εξ ίσου θαυματουργή με την πρωτότυπη και με το δεξί πόδι του αγίου Χαραλάμπους.
Με τα δύο αυτά Ιερά Κειμήλια και κατ' ακολουθία με τη Μονή, συνδέθηκε στενά ο Ελληνισμός του Καζά (Νομαρχίας) της Ανδριανουπόλεως. Οι Έλληνες κάτοικοι της περιοχής περιέβαλαν με μεγάλη αγάπη, ευλάβεια και σεβασμό τη Μονή και τα δύο πολύτιμότερα ιερά κειμήλιά της. Εδώ προσέτρεχαν σε κάθε δύσκολη στιγμή της "σκλαβωμένης" ζωής τους για να ζητήσουν κατά πρώτον τη χάρη και τη βοήθεια της Παναγίας και του αγίου Χαραλάμπους και κατά δεύτερον τις συμβουλές και την ενεργό συμπαράσταση των Πνευματικών της Μονής.
Έτσι, γρήγορα το Μοναστήρι αυτό καταστάθηκε μεγάλο θρησκευτικό, πνευματικό και εθνικό κέντρο του υπόδουλου Ελληνισμού της περιοχής. Λειτουργούσε σ' αυτό κρυφό σχολείο και χρησίμευε ως τόπος συγκεντρώσεως των ανδρώντης περιοχής για να εκπαιδευτούν στην αγροτική έκτασή και να συγκτοτήσουν έτσι αντάρτικες ομάδες κατά των Τούρκων. Οι εκάστοτε ηγούμενοί του ήταν πρόθυμοι να βοηθήσουν σε αυτό, μερικοί μάλιστα από αυτούς έγιναν παράδειγμα θυσίας στο βωμό της πίστεως και της πατρίδας. Αναφέρουμε ενδεικτικά τον ηγούμενο Πορφύριο, ο οποίος βρήκε μαρτυρικό θάνατο το έτος 1912 από τα άταχτα Τουρκικά στρατεύματα.
Ονομασία της πρωτότυπης θαυματουργής εικόνας
Η εικόνα αυτή εμφανίστηκε κατα το έτος 1004 στα ανοιχτά της θάλασσιας περιοχής της Μονής των Ιβήρων. Όταν οι πατέρες που εγκαταβίωναν στην περιοχή εκείνη πήγαν με τα πλοιάρια να την πάρουν, η εικόνα απομακρυνόταν. Τότε οι πατέρες έκαναν θερμή προσευχή για να τους χαρίσει η Παναγία την εικόνα Της. Εκείνη εμφανίστηκε σε έναν γέροντα ασκητή , Ίβηρα, Γαβριήλ στο όνομα και του έδωσε εντολή να περπατήσει πάνω στα κύματα, να πάρει την εικόνα και να τη βγάλει στι ξηρά. Έτσι και έγινε, την Τρίτη της Διακαινησίμου. Μετά από αυτό, οι πατέρες με "ψαλμούς και ύμνους", με "λαμπάδες και θυμιάματα" τη μετέφεραν και την τοποθέτησαν στο Καθολικό (κεντρικό ναό) της Μονής των Ιβήρων. Την επαύριο όμως η εικόνα βρέθηκε πάνω από την πύλη της Μονής. Την παρέλαβαν και την μετέφεραν πάλι στο Καθολικό, αλλά το άλλο πρωί βρέθηκε πάλι πάνω από την πύλη, και αυτό επαναλήφθηκε και τρίτη φορά. Τότε εμφανίστηκε πάλι η Παναγία στο Γέροντα Γαβριήλ και του έδωσε εντολή να πει στο ηγούμενο και στους μοναχούς να αφήσουν την εικόνα στο σημείο εκείνο, που η ίδια διάλεξε, γιατί θέλει να είναι Εκείνη φρουρός και φύλακας και Πορτάρισσα(θυρωρός) της Μονής αυτής. Μετά από αυτή την εντολή της Παναγίας, άφησαν οι πατέρες την αγία εικόνα στο σημείο εκείνο, που η ίδια της διάλεξε, και την ονόμασαν "Πορταϊτισσα", αφού η ίδια η Παναγία θέλησε να είναι θυρωρός της Μονής αυτής.
Πηγή κειμένου: Ιστορικό - Θαύματα, Παρακλητικός Κανών & Χαιρετισμοί της Παναγίας Πορταϊτισσης

Ιερά Μονή της Παναγίας Τατάρνης Αρχιμ. Δοσιθέου Αρχιμ. Δοσιθέου Προσκύνημα στο Μοναστήρι της Τατάρνας

 Αρχιμ. Δοσιθέου
Προσκύνημα στο Μοναστήρι της Τατάρνας
[ Αρχιμανδρίτου Δοσιθέου, Προσκύνημα στο Μοναστήρι της Τατάρνας, 6η έκδοσις, 1999 (1η:1985). Δημοσιεύται με την ευγενή άδεια του συγγραφέως ]

ΤΟ ΞΑΚΟΥΣΤΟ και Θρυλικό Μοναστήρι της Παναγίας Τατάρνης ευρίσκεται σε μια γλώσσα ξηράς, που εισχωρεί μέσα στην μεγάλη τεχνητή λίμνη των Κρεμαστών. Πρίν μερικά χρόνια, ακριβώς κάτω απ' το Μοναστήρι κυλούσε τα γαλάζια νερά του
ο Αχελώος, ο χιλιοτραγουδισμένος Ασπροπόταμος των δημοτικών τραγουδιών. Τώρα Άσπρος και παραπόταμα σκεπάσθηκαν απ' τα γαλήνια νερά της λίμνης. Το τοπίο έγινε ομορφότερο, το κλίμα γλυκύτερο, ήπιο. Χωρίς υπερβολές, το τοπίο είναι σπάνιας ομορφιάς. Tο βεβαιώνουν άνθρωποι που γύρισαν όλα τα πλάτη και μήκη της γης.
Το Μοναστήρι είναι χτισμένο σε μια κατωφέρεια της Αηδονόρραχης (ονομάσθηκε έτσι απ' τα πολλά της αηδόνια που κελαϊδούν και «κατακήλουν» τις ακοές την άνοιξι) με εξαίσια θέα προς την λίμνη και τα βουνά του Βάλτου. Είναι ένας χώρος καταπράσινος, χωρiς την αγριάδα του βουνού ή την ξεραΐλα του κάμπου. Το υψόμετρο είναι 380 μέτρα απ' την επιφάνεια της θαλάσσης και εκατό μέτρα περίπου- ανάλογα με την εποχή- πάνω απ' την λίμνη. Εδώ η καρδιά γαληνεύει, ο νους υψώνεται εις θεωρίας πνευματικάς και το μάτι χαίρεται τα μεγαλεία του Δημιουργού. «Εκ γαρ μεγέθους και καλλονής κτισμάτων, αναλόγως ο δημιουργός αυτών Θεός θεωρείται».
Είναι ένας τόπος ευλογημένος, ένα μικρό περιβόλι της Παναγίας. Είναι ένας τόπος φορτισμένος με μνήμεs ιστορικές, με αγώνες πνευματικούς.
Το Μοναστήρι απέχει εβδομήντα περiπου χιλιόμετρα από το Καρπενήσι και εκατό περίπου από το Αγρίνιο. Oι δύο δρόμοι σμίγουν στην Δυτική Φραγκίστα, το ωραίο και ζωντανό αυτό χωριό της Ευρυτανίας. Είναι ασφαλτοστρωμένοι. Χωματόδρομος δέν υπάρχει πιά. Απ' το 1992 η άσφαλτος φθάνει μέχρι την πόρτα του Μοναστηριού. Η ομορφιά του τοπίου, που αλλού είναι άγριο και επιβλητικό, γεμάτο έλατα και χαράδρες, ελιγμούς ατέρμονες και στροφές ατέλειωτες και αλλού είναι ήμερο, προσιτό, ευχάριστο στο μάτι, αποζημιώνει πλουσιοπάροχα τον προσκυνητή. Βρύσες με κρυστάλλινα νερά, ποτάμια με βαθύσκια πλατάνια, ρείκια και ανθισμένες κουμαριές, βουνά που καθρεφτίζονται στην ατάραχη και αρυτίδωτη λίμνη, σταχτόχρωμες εληές ανακατεμένες με γιγάντιες αριές, δεν είναι κάτι το συνηθισμένο για τον άνθρωπο των πόλεων. Και το κυριώτερο: Τόπος αμόλυντος από τουρισμό και εκβιομηχάνισι, από λύματα και καυσαέρια. Τόπος αγνός, όπως βγήκε από τα χέρια του Δημιουργού και όπως καλλιεργήθηκε από τα ροζιασμένα χέρια του ξωμάχου.
Η γερασμένη γέφυρα του Μανώλη, έργο του ΙΖ' αιώνος στέκει ακόμη περήφανη πάνω από το στένωμα του Αγραφιώτη, εις πείσμα του χρόνου και του νερού της λίμνης που κάθε άνοιξι ανεβαίνοντας και φουσκώνοντας την πνίγει ως τον λαιμό. Χλευάζει την σύγχρονη τεχνική. Πριν είκοσι πέντε χρόνια και πλέον έστησαν δίπλα νέα γέφυρα, με μπετόν και σίδηρα. 'Εγιναν εγκαίνια, εκφωνήθηκαν πανηγυρικοί, έγινε μεγάλο γλέντι. Στην πρώτη κατεβασιά του 'Αγραφιώτη η γέφυρα παρεσύρθη, εξαφανίσθηκε. 'Ακόμη ψάχνουν για να βροϋν τα ίχνη της. Όμως το γεφύρι του Μανώλη με την μεγάλη καμάρα, χτισμένο με πέτρες και κουρασάνι μένει... εις έλεγχον των δημοσίων υπηρεσιών.

Το θαυμαστό γεγονός της Παναγίας της Βηθλεεμίτισσας


Δεν υπάρχει καμία αμφιβολία ότι ζούμε σε καιρούς δύσκολους. Ίσως μάλιστα για τη χώρα μας τα πράγματα να είναι ακόμα πιο δύσκολα, εξαιτίας της αποστασίας μας: οι πλειονότητα των Ελλήνων για χρόνια ζει είτε μακριά από το Θεό, είτε έχοντας μία σχέση με τον Θεό εθιμική, φολκλορική! Αναρωτιέται μετά κάποιος γιατί υπάρχει αυτή η κρίση στην Ελλάδα… Φτάνουν οι μέρες να επιλέξουμε το κόμμα που θα βοηθήσει την Ελλάδα και οι πιο πολλοί προσανατολίζονται πάλι στο ένα (από τα δύο) πρώην μεγάλο κόμμα. Γιατί νοιώθουν πως αν δεν το κάνουν τότε θα μας βρει μεγάλο κακό στην Ελλάδα. Αλήθεια, η πίστη μας στο Θεό που έχει πάει;


Σήμερα το πρωί στο ραδιόφωνο μεταφέραμε το μεγάλο θαυμαστό γεγονός που συνέβη πριν από περίπου δύο μήνες στην Αγία Γη των Ιεροσολύμων. Πρόκειται για μία θαυμαστή παρέμβαση της Παναγίας μας στα δύσκολα χρόνια μας για να πάρουμε κουράγιο και δύναμη. Το γεγονός μας το διηγήθηκαν πριν από ένα μήνα περίπου οι αγιοταφίτες πατέρες που διακονούν ως φύλακες στο προσκύνημα της Αγίας Βηθλεέμ. Το Σάββατο που μας πέρασε (26 Μαΐου 2012) είχα την χαρά να βρεθώ εκ νέου στη Βηθλεέμ. Εκεί συναντήθηκα στο ηγουμενείο με τον Πατριαρχικό Επίτροπο Βηθλεέμ Σεβασμιώτατο Αρχιεπίσκοπο Ιορδάνου κ.κ. Θεοφύλακτο. Αφού κουβεντιάσαμε για το συγκεκριμένο θαύμα με προέτρεψε να μιλήσω εκ νέου με τους πατέρες του προσκυνήματος της Γεννήσεως και έδωσε την ευλογία και την άδεια να μεταφέρω από ραδιοφώνου το θαυμαστό γεγονός.

Σήμερα το πρωί που διηγηθήκαμε το θαύμα αυτό από ραδιοφώνου υπήρξε τεράστιο ενδιαφέρον από πάρα πολλούς ακροατές. Μας ζητούσαν να το αναρτήσουμε για να έχουν εύκολη πρόσβαση, ώστε να το μεταφέρουν και σε άλλους. Σας καταγράφουμε λοιπόν το περιστατικό προς δόξαν του Αγίου Τριαδικού Θεού μας και της Παναγίας Μητέρας του και Μητέρας μας.

Η περί Θεοτόκου διδασκαλία του Δαμασκηνού



-«Δικαίως και αληθώς Θεοτόκον την Αγίαν Μαρίαν ονομάζομεν· τούτο γαρ το όνομα άπαν το μυστήριον της οικονομίας συνίστησιν» (Έκδ. ΙΙΙ, 12).

1. Όταν προς το τέλος της ομολογητικής ζωής του έγραφεν ο άγιος Δαμασκηνός το βασικόν βιβλίον του «Έκδοσις ακριβής της Ορθοδόξου Πίστεως», το ήρχισεν υπογραμμίζων την θείαν Παράδοσιν της Ορθοδόξου Καθολικής Εκκλησίας. Ό,τι γράφει περί Θεού, περί Αγίας Τριάδος, περί Χριστού, και περί Παναγίας Θεοτόκου, το γράφει αντλών από την θείαν Παράδοσιν, την οποίαν μας απεκάλυψε και παρέδωκεν ο Θεός δι΄ όλης της σωτηρίου οικονομίας του Χριστού. «Πάντα τοίνυν τα παραδεδομένα ημίν δια τε Νόμου και Προφητών και Αποστόλων και Ευαγγελιστών δεχόμεθα και γινώσκομεν και σέβομεν, ουδέν περαιτέρω τούτων επιζητούντες... Ταύτα ημείς στέρξωμεν και εν αυτοίς μείνωμεν, μη μεταίροντες όρια, μηδέ υπερβαίνοντες την θείαν Παράδοσιν» (Εκδ. Ι, 1). Το ίδιον είχε γράψει ο ιερός Πατήρ και προηγουμένως εις τους Λόγους περί των αγίων Εικόνων: «Διό, αδελφοί, στώμεν εν τη πέτρα της πίστεως και τη παραδόσει της Εκκλησίας, μη μεταίροντες όρια α έθεντο οι Άγιοι Πατέρες ημών· μη διδόντες τόπον τοις βουλομένοις καινοτομείν και καταλύειν την οικοδομήν της αγίας του Θεού Καθολικής και Αποστολικής Εκκλησίας»25. Η θεία Παράδοσις δια τον Δαμασκηνόν είναι ολόκληρον το οικοδόμημα και το σώμα της Καθολικής και Αποστολικής Εκκλησίας26, η οποία έχει οικοδομηθεί επί του «θεμελίου Λίθου ακρογωνιαίου» του Παύλου (1 Κορ. 3, 11· Εφ. 2, 20) και «της πέτρας της θεολογίας» του Πέτρου (Ματθ. 16, 18), «ήτις εστίν ο Χριστός» (1 Κορ. 10, 4)27.

Αθανάσιος Γιέφτιτς (πρώην Ζαχουμίου και Ερζεγοβίνης) Ο Άγ. Ιωάννης Δαμασκηνός περί της Παναγίας Θεοτόκου



"Εισαγωγή" εις Αγ. Ιωάννου του Δαμασκηνού, Η Θεοτόκος - τέσσερις θεομητορικές ομιλίες, εκδ. Αποστολικής Διακονίας, Αθήνα 19953.

Από τον πνευματικόν πατέρα μου παρέλαβον ότι πρέπει να θέτωμεν «φυλακήν τω στόματι» ημών όταν ομιλώμεν περί των μυστηρίων του Χριστού. Πόσω μάλλον πρέπει να κάνωμεν τούτο όταν ομιλώμεν περί του «μυστηρίου των μυστηρίων» του Χριστού περί της Παναγίας και Υπερευλογημένης Θεοτόκου και Αειπαρθένου Μητρός Του. Εάν ο θεόπτης Μωϋσής με φόβον και έντρομος «ευλαβείτο κατεμβλέψαι» ενώπιον της αφλέκτου βάτου, που ήτο μόνον η «σκιά της αληθείας», σκιά της αληθινής Βάτου, της Παναγίας Θεοτόκου, τι άλλο να κάνωμεν ημείς οι αμαρτωλοί και ανάξιοι, όταν πρόκειται να ομιλήσωμεν δια την Παναγίαν Θεοτόκον, παρά να προσευχώμεθα πρώτον ταπεινά μαζί με όλον το πλήρωμα της Εκκλησίας του Χριστού, έχοντας τους αγίους υμνωδούς μας ως κανονάρχας και τελετάρχας:
Τείχισόν μου τας φρένας, Σωτήρ μου·
το γαρ τείχος του κόσμου ανυμνήσαι τολμώ,
την άχραντον Μητέρα Σου·
εν πύργω ρημάτων ενίσχυσόν με,
και εν βάρεσιν εννοιών οχύρωσόν με·
Συ γαρ βοάς των αιτούντων πιστώς τας αιτήσεις πληρούν.
Συ ουν μοι δώρησαι γλώτταν,
προφοράν,
και λογισμόν ακαταίσχυντον·
πάσα γαρ δόσις ελλάμψεως παρά Σου καταπέμπεται,
Φωταγωγέ,
ο μήτραν οικήσας αειπάρθενον»1.

Περί της Παναγίας Θεοτόκου ωμίλησαν και έγραψαν πολλοί άγιοι Πατέρες και υμνωδοί της Εκκλησίας του Χριστού. Ένας από τους πιο μεγάλους Πατέρας και υμνωδούς της Εκκλησίας, που εξύμνησε την Υπεραγίαν Θεοτόκον «όσον εφικτόν» ήτο εις τους ανθρώπους («το γαρ προς αξίαν ανέφικτον», Β΄, 14), είναι ο άγιος Ιωάννης ο Δαμασκηνός, η χρυσόρροος λύρα του Παναγίου Πνεύματος, το θεόπνευστον στόμα του Λόγου2, ο «ορθότομος λάτρης της Αγίας και Ασυγχύτου Τριάδος»3. Αλλά και προ του αγίου Δαμασκηνού και μετά τον Δαμασκηνόν έχομεν επίσης πολλούς Πατέρας οι οποίοι ωμίλησαν και έγραψαν περί της Μητρός του Σωτήρος Χριστού. Όλοι αυτοί ήσαν συγχρόνως και ποιηταί - υμνογράφοι της Εκκλησίας, γεγονός το οποίον μαρτυρεί ότι εις την Πανύμνητον Θεοτόκον αρμόζει μάλλον «θείος και ιερός ύμνος» και αίνος (Α΄, 5· Δ΄, 4), λόγος δηλαδή δοξολογικός, διότι τα μυστήριά της είναι «πάντα υπέρ έννοιαν, πάντα υπερένδοξα»4, και ουδείς απλός λόγος θα εξαρκέση προς ύμνον των «μεγαλείων» της, τα οποία «εποίησεν αυτή ο Δυνατός» (Λουκ. 1, 42). Προ του Δαμασκηνού οι άγιοι Γρηγόριος ο Θεολόγος και Εφραίμ ο Σύρος, Πρόκλος Κωνσταντινουπόλεως και Κύριλλος Αλεξανδρείας, Μόδεστος και Σωφρόνιος Ιεροσολύμων, Ανδρέας Ιεροσολυμίτης και Γερμανός Κωνσταντινουπόλεως, και μετά τον Δαμασκηνόν οι Θεόδωρος ο Στουδίτης, Φώτιος ο Πατριάρχης, Συμεών ο Νέος Θεολόγος και οι τρεις βυζαντινοί Παλαμάς, Θεοφάνης Νικαίας και Καβάσιλας, - όλοι αυτοί έγραψαν λόγους εις την Παναγίαν, οι οποίοι είναι ποιήματα θεόπνευστα και «ύμνοι θεοπρεπείς», μεγαλυνάρια και ωδαί πνευματικαί μιας ακαταπαύστου και διαρκούς τελετής και εορτής5 της Θεοτόκου.
Και έτσι έπρεπε ασφαλώς να γίνη, διότι εις την Ορθόδοξον Εκκλησίαν ζη διαρκώς μία αληθής περί Παναγίας Θεοτόκου παράδοσις, επί κεφαλής της οποίας ίσταται ως «χορίαρχος»6 και τελετάρχης ο «Άγγελος Πρωτοστάτης» (Γ, 16), ο οποίος εκ της Παναγίας Τριάδος7 «ουρανόθεν επέμφθη ειπείν τη Θεοτόκω το Χαίρε»8. Το «Χαίρε» αυτό, που συνοψίζει ολόκληρον το χαρμόσυνον άγγελμα («ευ-αγγέλιον») της ελεύσεως του Σωτήρος Χριστού, έγινε εις την Ορθόδοξον Εκκλησίαν παντοτινή παράδοσις, όπως ακριβώς το επροφήτευσεν η Παναγία Θεοτόκος: «Ιδού γαρ από του νυν μακαριούσί με πάσαι αι γενεαί» (Λουκ. 1, 48· Πρβλ. Β΄, 9).
Αλλά ο μακαρισμός αυτός και η δοξολογία της Θεοτόκου εις την Ορθόδοξον Εκκλησίαν δεν είναι μόνον «ιερός ύμνος», είναι ταυτοχρόνως και θεολογία, δηλαδή ορθή «δόξα» και ορθός «λόγος» περί των αρρήτων μυστηρίων του Θεού μέσα εις την Οικονομίαν της σωτηρίας τα οποία επραγματοποιήθησαν δια της Παναγίας. Διότι και ο Θεός και η Παναγία δεν δοξάζεται, ει μη με την ορθο-δοξίαν. Δια τούτο εις την ποίησιν και την υμνολογίαν της Εκκλησίας και εις τους υμνολογικούς και πανηγυρικούς λόγους των αγίων Πατέρων μας ευρίσκομεν προ παντός τα ορθόδοξα δόγματα. Έτσι και οι περί Παναγίας πατερικοί λόγοι και ομιλίαι και ύμνοι αποτελούν μίαν δογματικήν παράδοσιν. Αυτό ισχύει κατ΄ εξοχήν δια τον άγιον Ιωάννην τον Δαμασκηνόν, του οποίου έχομεν ενώπιόν μας τας τέσσαρας Θεομητορικάς Ομιλίας. Δι΄ αυτό, παρ΄ όλον ότι τα κείμενα των Ομιλιών αυτών έχουν μορφήν ποιητικήν, παρακαλείται ο αναγνώστης να προσέξη ιδιαιτέρως εις την θεολογίαν των. Δια να τον διευκολύνωμεν θα δώσωμεν, μετά σύντομον παρουσίασιν του Βίου το Δαμασκηνού, σύνοψιν της διδασκαλίας του περί Παναγίας Θεοτόκου βάσει των Ομιλιών αυτών και των υπολοίπων έργων του· εν συνεχεία θα σχολιάσωμεν πολλά εκ των χωρίων των Ομιλιών, δια να έλθη ακριβώς εις φως ο «Ορθόδοξος πλουτισμός» της θεολογίας9 του.

Α΄
Βίος Αγίου Ιωάννου του Δαμασκηνού
Τον Βίον του οσίου και θεοφόρου πατρός ημών Ιωάννου του Δαμασκηνού συνέγραψεν το πρώτον αραβιστί ο ιερομόναχος Μιχαήλ, από την Μονήν του Αγίου Συμεών του εν Θαυμαστώ Όρει πλησίον της Αντιοχείας, κατά το έτος 1085 με την βοήθειαν πιθανώς του Πατριάρχου Αντιοχείας Ιωάννου10. Ο Βίος αυτός μετεφράσθη εις την ελληνικήν δια πρώτην φοράν υπό του Σαμουήλ, Μητροπολίτου Αδάνων (μεταξύ 1086-1100), κατόπιν δε υπό του Πατριάρχου Ιεροσολύμων Ιωάννου του Η΄(1106-1156)11, εις την μετάφρασιν δε αυτήν βασίζεται ο ολίγον τι εκτενέστερος Βίος του Αγίου, γραμμένος από τον Πατριάρχην Ιεροσολύμων Ιωάννην τον Θ΄ τον Μερκουρόπουλον (1156-1166)12.
Ο άγιος Ιωάννης εγεννήθη εις την Δαμασκόν κατά το δεύτερον ήμισυ του Ζ΄ αιώνος «εκ χριστιανών και ορθοδόξων γονέων καταγόμενος». Ο πατήρ του, ονόματι Σέργιος εκ της παλαιάς οικογενείας Μανσούρ, ήτο «ανήρ τα μάλιστα ευσεβής», αλλά και επιφανής και πλούσιος και είχε το αξίωμα του «επιτρόπου (διοικητού) των δημοσίων πραγμάτων» ή του «λογοθέτου» εις τα ανάκτορα του Χαλίφου της Δαμασκού (του Άμπδ-ελ-Μαλέκ: 685-705). Μετά το βάπτισμα του Ιωάννου η μητέρα του εκοιμήθη και ο πατέρας του υιοθέτησε ένα ορφανό παιδί, τον γνωστόν ως αδελφόν του αγίου Δαμασκηνού, τον εξ Ιεροσολύμων Κοσμάν τον Μελωδόν (μετέπειτα επίσκοπον Μαϊουμά), διότι ήτο άνθρωπος λίαν φιλόχριστος και φιλάνθρωπος και την μεγάλην περιουσίαν του «εις αιχμαλώτων λύτρον συνεχώς επεμέτρει». Είχε δε και την φροντίδα όχι μόνον δια την σωματικήν ανατροφήν των τέκνων του αλλά και δια την κατά Χριστόν παιδείαν των: «όπως αν την αλογίαν καθυποτάξαιεν και βασιλείς ορθώσι παθών και τους αγρίους θήρας, τους δαίμονας, κατατρώσαιεν». Ως διδάσκαλον των τέκνων του ο Θεός του έδωσε ένα σοφόν και άγιον μοναχόν, τον οποίον είχεν εξαγοράσει από την αιχμαλωσίαν των Σαρακηνών. Ούτος ήτο ο εκ Καλαβρίας Κοσμάς, «την τύχην μοναδικός, την φρόνησιν σταθηρός, τον βίον θεοειδής, το είδος σεμνοπρεπής». Ήτο μορφωμένος θεολογικώς, φιλοσοφικώς και ασκητικώς, ικανός να μεταδώση εις τους άλλους «όσα ψυχήν εξεικονίζειν οίδε προς το Πρωτότυπον», προς τον Θεόν. Ο Κοσμάς διδάσκει τον Ιωάννην και τον Κοσμάν την ανθρωπίνην και την θείαν σοφίαν, τ.ε. την φιλοσοφίαν (αριθμητικήν, γεωμετρίαν, αστρονομίαν, μουσικήν, ρητορικήν, διαλεκτικήν και ηθικήν) κατά Πλάτωνα και Αριστοτέλη, και την ορθόδοξον Θεολογίαν κατά τους αγίους Πατέρας. Ιδιαιτέρως τους διδάσκει την άσκησιν εις την προσευχήν και την ταπείνωσιν: «δειν γαρ έκρινε πρώτως και ψυχήν και γλώσσαν και νουν ευχαίς αγιάζεσθαι», θέτων προ πάντων ως «θεμέλιον.... την ταπείνωσιν»13. Χάρις εις την υπακοήν και την σοφίαν των οι δύο νέοι προέκοπτον ταχέως, παραμένοντες όμως πάντοτε εν ταπεινώσει, όπως λέγει ο Βίος διά τον Ιωάννην: «ουκ εφυσιούτο τη γνώσει, αλλ΄ εταπεινούτο τω έρωτι της μυστικωτέρας σοφίας». Μετά ταύτα ο διδάσκαλός των, ο μοναχός Κοσμάς, παρεκάλεσε τον πατέρα του να του επιτρέψη να αναχωρήση εις τα Ιεροσόλυμα, όπου εκατεβίωσε εις την Μονήν του Αγίου Σάββα. Μετά τον θάνατον του πατρός του Ιωάννου ο χαλίφης της Δαμασκού (Ουαλίδ ο Α΄: 705-715) τοποθετεί τον Ιωάννην εις την θέσιν του «πρωτοσυμβούλου». Από την περίοδον αυτήν αρχίζει μάλλον ο άγιος Δαμασκηνός την συγγραφικήν του δράσιν, όπως φαίνεται από το έργον του «Κατά μονοφυσιτών Ιακωβιτών εκ προσώπου Πέτρου επισκόπου Δαμασκού» κ.ά.
Εκείνον τον καιρόν εις το Βυζάντιον αυτοκράτωρ ήτο ο Λέων Γ΄ ο Ίσαυρος (716-741), ο οποίος ήρχισε, όπως είναι γνωστόν, τον διωγμόν εναντίον των αγίων Εικόνων, ονομάζων αυτάς είδωλα και καταστρέφων αυτάς, ακόμη δε και τα άγια λείψανα των Αγίων και τους ιερούς ναούς και τα μοναστήρια. Το 726 εξέδωσε ο Λέων το πρώτον του διάταγμα εναντίον των αγίων Εικόνων και το 730 εκδίδει και το δεύτερον, εξορίσας προηγουμένως τον Πατριάρχην Κωνσταντινουπόλεως άγιον Γερμανόν14. Ακούσας αυτά ο άγιος Ιωάννης και κινηθείς υπό του Αγίου Πνεύματος «τον ζήλον μιμείται του Ηλιού»15. Αμέσως μετά το πρώτον διάταγμα του εικονομάχου αυτοκράτορος γράφει τον Πρώτον του επιστολιμαίον λόγον «Προς τους διαβάλλοντας τας αγίας Εικόνας» και τον αποστέλλει εις γνωστούς του χριστιανούς εις την Κωνσταντινούπολιν, υπερασπίζων «την σχετικήν των θείων εκτυπωμάτων προσκύνησιν». Το στόμα του Δαμασκηνού εξέφραζε την ορθόδοξον συνείδησιν όλης της Καθολικής Εκκλησίας:
«Πρώτον μεν ουν απάντων, οιόν τινα τρόπιν ή θεμέλιον τω λογισμώ καταπήξας, την της Εκκλησιαστικής θεσμοθεσίας συντήρησιν, δι΄ ης σωτηρία προσγίνεσθαι πέφυκε...
Μη καινοτόμει, μηδέ μέταιρε όρια αιώνια, α έθεντο οι πατέρες σου...
Ουκ ανεξόμεθα νέαν πίστιν διδάσκεσθαι...
Ουκ ανεξόμεθα άλλοτε άλλα φρονείν και καιροίς μεταβάλλεσθαι...
Ου βασιλέων εστί νομοθετείν τη Εκκλησία...»16.
Ο Δεύτερος του Δαμασκηνού λόγος, που αποτελεί μίαν απλοποιημένην σύνοψιν του Πρώτου, εγράφη κατά το έτος 1730 μετά την εξορίαν του Πατριάρχου Γερμανού. Οι δύο αυτοί λόγοι είχον μεγάλην απήχησιν εις το ορθόδοξον πλήρωμα της Βασιλευούσης και εις όλην την αυτοκρατορίαν, διότι «τάς απάντων είλκε ψυχάς προς την σχετικήν των θείων εκτυπωμάτων προσκύνησιν». Ο Βίος μας αναφέρει εν συνεχεία ότι ο αυτοκράτωρ Λέων δια να εκδικηθή τον Άγιον συκοφαντεί αυτόν εις τον χαλίφην της Δαμασκού ως προδότην και δια τούτο ο χαλίφης «ευθύς κελεύει την δεξιάν κοπήναι του Ιωάννου». Τον «ονειδισμόν του Χριστού» δέχεται ο Άγιος, αλλά μετά το θαύμα της Παναγίας, η οποία συμπαθούσα εις την θερμήν προσευχήν του Ιωάννου δια της θαυματουργικής Εικόνος της θεραπεύει την δεξιάν του, ο ομολογητής της Ορθοδοξίας αποχωρεί από τα αραβικά ανάκτορα και «Χριστόν ηκολούθησε, μείζονα πλούτον ηγησάμενος των εν Αραβία θησαυρών τον ονειδισμόν του Χριστού17. Αφού εμοίρασε τα υπάρχοντά του εις τους πτωχούς, αναχωρεί εις την Μονήν του αγίου Σάββα, μαζί με τον πνευματικόν αδελφόν του Κοσμά και τον ανεψιόν του Στέφανον τον Σαββαΐτην, συμπαραλαβών και την θαυματουργικήν Εικόνα της Παναγίας18.
Είναι γεγονός αναμφισβήτητον ότι η συμβολή του αγίου Ιωάννου του Δαμασκηνού εις την καταπολέμησιν της εικονομαχίας ήτο αποφασιστική, δια τούτο και προσεπάθει ο αυτοκράτωρ να τον πολεμήση παντοιοτρόπως19. Ο θείος Δαμασκηνός ανέπτυξε την θεολογίαν των Εικόνων και απέδειξεν σαφέστατα ότι η προσκύνησις των αγίων Εικόνων υπήρχεν ανέκαθεν εις την παράδοσιν της Εκκλησίας. Έγραψε και τον Τρίτον λόγον του υπέρ των αγίων Εικόνων, τον εκτενέστερον και συστηματικότερον, προς το τέλος του 730, και πιθανώς να συνετέλεσεν ο ίδιος εις τον κατά το αυτό έτος αναθεματισμόν του εικονομάχου Λέοντος υπό των επισκόπων της Ανατολής.
Εις την Μονήν του αγίου Σάββα ο άγιος Ιωάννης επέρασεν όλην την στενήν οδόν της μοναχικής ασκήσεως: υπακοήν, εκκοπήν θελήματος, ταπείνωσιν. Ο τότε ηγούμενος της Λαύρας Νικόδημος τον παρέδωσεν εις ένα γέροντα («ανδρί πολλά τη πείρα μαθόντι και γνώσιν έμπρακτον έχοντι»), ο οποίος «το καλόν θεμέλιον πρώτον αυτώ υποτίθησι, το μηδέν πράττειν ιδίω θελήματι», και απαγορεύει εις αυτόν να δεικνύη την γνώσιν του ή και να γράφη καθόλου, ασκών «σιωπήν μετά συνέσεως». Ο Βίος αναφέρει συγκινητικά παραδείγματα της τελείας υπακοής και ταπεινώσεως του Αγίου, «χωρίς γογγυσμών και διαλογισμών», όπως π.χ. εκείνο όταν επήγε καθ΄ υπακοήν εις την Δαμασκόν δια να πωλήση «τας σπυρίδας, ας εργόχειρον είχεν». Μίαν ημέραν η θλίψις ενός αδελφού μοναχού -λόγω του θανάτου του αδελφού του- έκαμε τον Δαμασκηνόν να παραβή την απαγόρευσιν του γέροντος. Δια να παρηγορήση τον λυπημένον μοναχόν συνέθεσε ο Άγιος και έψαλε το γνωστόν τροπάριον «Πάντα ματαιότης τα ανθρώπινα», που ψάλλεται και μέχρι σήμερον εις την ακολουθίαν της κηδείας. Δια τούτο ο γέρων τον εξεδίωξε από το κελλί του και από το μοναστήριον, κατόπιν δε της παρακλήσεως των άλλων πατέρων τον εδέχθη πάλιν, αλλά του επέβαλεν ως επιτίμιον να καθαρίση ολόκληρον τον χώρον της Μονής και τα αποχωρητήρια, πράγμα το οποίον ο Ιωάννης έκαμε με προθυμίαν και ταπείνωσιν. Από τότε, κατά μίαν αποκάλυψιν της Παναγίας εις τον γέροντα, του επιτρέπεται να συνθέτη εκκλησιαστικά ποιήματα και να γράφη τα θεολογικά του συγγράμματα.
Ο Άγιος Δαμασκηνός εχειροτονήθη εις πρεσβύτερον από τον «τρισμακάριστον Πατριάρχην της αγίας Χριστού του Θεού ημών πόλεως Ιερουσαλήμ» Ιωάννην τον Ε΄ (706-735), και έμεινε ένα διάστημα εις τον ναόν της Αναστάσεως ως «πρεσβύτερος της αγίας Χριστού του Θεού ημών αναστάσεως»20, οπότε και εξεφώνησε τους γνωστούς Λόγους εις την Παναγίαν και άλλους. Πιθανόν να ήρχετο και συχνότερα εις τα Ιεροσόλυμα προς τον Πατριάρχην Ιωάννην21, πάντως τον περισσότερον χρόνον της ζωής του ο Άγιος επέρασεν εις την Λαύραν, ασκητεύων εις ένα μικρόν σπήλαιον και ασχολούμενος με την αγίαν υμνογραφίαν και την άνωθεν Θεολογίαν.
Εκοιμήθη ο άγιος Ιωάννης «εν ειρήνη και γήρα βαθεί» την 4ην Δεκεμβρίου, οπότε και τελείται η μνήμη αυτού22, κατά τα μέσα του Η΄ αιώνος23, πάντως προ της Ζ΄ Οικουμενικής Συνόδου, εις την οποίαν εθριάμβευσεν η ορθόδοξος θεολογία του περί της τιμητικής προσκυνήσεως των αγίων Εικόνων της ενσάρκου Οικονομίας του Σωτήρος Χριστού, της Παναγίας και των Αγίων. Οι Πατέρες της Ζ΄ Συνόδου τον επευφήμησαν μαζί με άλλους δύο αγίους ομολογητάς, τον Γερμανόν Κωνσταντινουπόλεως και Γεώργιον τον Κύπριον:
«Γερμανού του ορθοδόξου, αιωνία η μνήμη·
Ιωάννου και Γεωργίου, αιωνία η μνήμη·
των κηρύκων της αληθείας, αιωνία η μνήμη.
Η Τριάς τους τρεις εδόξασεν, ων ταις διαλογαίς αξιωθείημεν, οικτιρμοίς τε και χάριτι του πρώτου και μεγάλου Αρχιερέως Χριστού του Θεού ημών, πρεσβευούσης της αχράντου Δεσποίνης ημών της Αγίας Θεοτόκου και πάντων των Αγίων»24.
Ο δε Πατριάρχης Ιεροσολύμων Ιωάννης, τελειώνοντας τον Βίον του Δαμασκηνού λέγει: «Προς Χριστόν ανέδραμεν, ον ηγάπησε, και νυν ουκ εν εικόνι τούτον ορά, ουκ εν εκτυπώματι προσκυνεί, αλλ΄αυτόν οπτάνεται κατά πρόσωπον, ανακεκαλυμμένω προσώπω βλέπων την δόξαν της Μακαρίας Τριάδος».

Η τιμή της Παναγίας στην Αγία Γραφή Αρχιμανδρίτου Κλεόπα Ηλίε


Η τιμή της Παναγίας στην Αγία Γραφή
Αρχιμανδρίτου Κλεόπα Ηλίε
 
ΜΑΡΤΥΡΙΕΣ ΤΗΣ ΑΓΙΑΣ ΓΡΑΦΗΣ ΓΙΑ ΤΗΝ ΕΞΑΙΡΕΤΙΚΗ ΤΙΜΗ ΤΗΣ ΜΗΤΕΡΑΣ ΤΟΥ ΚΥΡΙΟΥ.
 
(Έκδ. Ιερής Μονής Συχαστρίας, 1990)
Γιατί τιμούμε την Μητέρα του Κυρίου.
Εμείς οι Ορθόδοξοι χριστιανοί τιμούμε την Παναγία Παρθένο Μαρία πιό πολύ απ’ όλους τους αγίους και αγγέλους του ουρανού, διότι αυτή καταξιώθηκε να γεννήσει τον Χριστό, τον Σωτήρα του κόσμου, διά της επισκιάσεως του Αγίου Πνεύματος. Η τιμή την οποία αποδίδουμε στην Μητέρα του Κυρίου είναι εξαιρετική, τιμιωτέρα ή ευλαβεστέρα, επειδή αυτή δεν είναι μια μόνο «φίλη Του», όμοια με τους άλλους αγίους, αλλά είναι υπέρ-αγία (Παναγία) απ’ όλους τους αγίους και τους αγγέλους.
Γι’ αυτό, τόσο οι άγγελοι όσο και οι άνθρωποι την προσκυνούν και την τιμούν με προσευχές, άσματα, ακολουθίες και εγκώμια. Τοιουτοτρόπως χαιρέτησε αυτήν ο Αρχάγγελος Γαβριήλ στον Ευαγγελισμό (Λουκ. 1,28-29) και η Αγία Ελισάβετ, η μητέρα του Αγίου Ιωάννου του Βαπτιστού (Λουκ. 1, 40-43).
Η ίδια η Παναγία Παρθένος Μαρία προφητεύει διά του Αγίου Πνεύματος: «ιδού γαρ από του νυν μακαριούσι με πάσαι αι γενεαί, ότι εποίησέ μοι μεγαλεία ο δυνατός…» ( Λουκ. 1, 48-49). Απ’ αυτά τα λόγια καταλαβαίνουμε, ότι η εξαιρετική τιμή της Μητέρας του Κυρίου είναι ηθελημένη και ορισθείσα από τον Ίδιον τον Θεό. Αυτή την εξαιρετική τιμή την οποία προσδίδει η Ορθόδοξος Εκκλησία στην Παρθένο Μαρία συγκροτεί τη λατρεία της Μητέρας του Κυρίου.
Στα πλαίσια της λατρείας της Υπεραγίας Θεοτόκου, αναφέρουμε κατά πρώτον τις μεγάλες Θεομητορικές εορτές οι οποίες είναι: Το Γενέσιον της Υπεραγίας Θεοτόκου, Τα Εισόδια, ο Ευαγγελισμός, η Κοίμηση της Θεοτόκου. Κατόπιν οι ακολουθίες οι οποίες γίνονται στις Εκκλησίες και τα μοναστήρια προς τιμήν της, οι χαιρετισμοί, οι παρακλητικοί κανόνες, οι αγιογραφημένες εικόνες και στολισμένες τόσο όμορφα, προ πάντων οι θαυμαστές και πολλές άλλες προσευχές διά των οποίων ζητούμε την βοήθεια της Μητέρας του Κυρίου όλες τις ημέρες της ζωής μας.
Τιμούμε την Θεομήτορα διότι αυτή είναι η μητέρα η οποία εγέννησε τον Υιόν του Θεού και η πρώτη η οποία πρεσβεύει υπέρ του κόσμου εμπρός στην Παναγία Τριάδα. Αυτή μας βοηθά πιό πολύ στην κατάκτηση της σωτηρίας διά των αγίων της προσευχών.

Η Αγιότητα και η αναμαρτησία της Θεοτόκου Πρωτοπρεσβύτερος Θεόδωρος Ζήσης


Η Αγιότητα και η αναμαρτησία της Θεοτόκου
Πρωτοπρεσβύτερος Θεόδωρος Ζήσης
 Η ΑΓΙΟΤΗΤΑ ΚΑΙ Η ΑΝΑΜΑΡΤΗΣΙΑ ΤΗΣ ΘΕΟΤΟΚΟΥ*
Μας αξιώνει, ο Θεός και εφέτος να ακούσουμε τον θαυμάσιον αυτόν ύμνον που ονομάστηκε "Ακάθιστος Ύμνος", το υπέροχο αυτό φιλολογικό και λογοτεχνικό δημιούργημα, στου οποίου την δομή και τη σύνθεση αναφερθήκαμε τα προηγούμενα χρόνια. Είναι ένα έξοχο λογοτεχνικό κατασκεύασμα, το οποίο θαυμάζουν όλοι οι ειδικοί. Η Εκκλησία μας με πολλή σοφία και σύνεση έθεσε αυτήν την ακολουθία μέσα στην Αγία και μεγάλη Τεσσαρακοστή, ώστε μαζί με τις κατανυκτικές λειτουργίες των Προηγιασμένων, τα μεγάλα απόδειπνα κ.ά. να υπάρχει και αυτή η ανοιξιάτικη νότα. Αυτή η χαρούμενη νότα με τα πολλά χαίρε, για να γεμίσει τις καρδιές μας από χαρά, σαν ένα προανάκρουσμα της Αναστάσεως.
Δεν πρόκειται εφέτος κατά την διάρκεια των πέντε Παρασκευών να αναφερθούμε στο περιεχόμενο αυτού του Ύμνου και να αναλύσουμε τις βασικές γραμμές και κατευθύνσεις του, όπως κάναμε σε προηγούμενα χρόνια, ούτε επίσης πρόκειται να αναφερθούμε στον θαυμάσιο κανόνα του υμνογράφου Ιωσήφ, τα θαυμάσια τροπάρια του οποίου πέρυσι αναλύσαμε.
Εφέτος θα εκμεταλλευθώ αυτήν την ευκαιρία, την αφιερωμένη στην Παναγία μας, των πέντε Παρασκευών, και πολύ σύντομα, σε δεκάλεπτα περίπου κηρύγματα, θα προσπαθήσω να σας παρουσιάσω, ποια είναι η διδασκαλία της Εκκλησίας μας για την Υπεραγία Θεοτόκο, τί πιστεύει η Εκκλησία μας, και ποια είναι η απάντηση σε ορισμένες άλλες διδασκαλίες και παρεκκλίσεις, οι οποίες παρερμηνεύουν την παράδοση και την πίστη της Εκκλησίας. Ένα από τα βασικά θέματα το οποίο η Εκκλησία μας προβάλλει για το σεπτό πρόσωπο της Υπεραγίας Θεοτόκου είναι ότι χαρακτηρίζεται ως Παναγία. Χαίρε Αγία, Αγίων μείζων. Είναι κατά πάντα Αγία, σε όλα είναι Αγία. δεν υπάρχει τίποτε το μεμπτόν στη ζωή της, στις σκέψεις της, στις επιθυμίες της, στις πράξεις της, στις θελήσεις της, στα έργα της, στις κινήσεις και στην εμφάνισή της, στο παρουσιαστικό της, όλα είναι άγια και όλα είναι αγνά, "'Αγνείας θησαύρισμα", καθ' όλα Αγία, Παναγία.
 
1. Φυσική η γέννηση της Θεοτόκου
Πού όμως οφείλεται αυτή η αγιότης της Πα­ναγίας μας; Μπορούμε άραγε εμείς οι θνητοί άνθρωποι, οι απλοί πιστοί να αποκτήσουμε αυτήν την αγιότητα; Κι αν δεν γίνουμε και εμείς πανάγιοι, κι' αν δεν γίνουμε παναγίες, μπορούμε τουλάχιστον να γίνουμε άγιοι ή να ακολουθήσουμε ένα δρόμο που οδηγεί προς την αγιότητα; Τί το εξαιρετικό είχε η Παναγία και κατόρθωσε και απέκτησε αυτήν την αγιότητα; Η Παναγία ως γνωστόν ήταν ένας άνθρωπος καθ' όλα όμοιος προς εμάς, γεννήθηκε από ένα γεροντικό άγιο ζευγάρι, τον Ιωακείμ και την Άννα ως καρπός προσευχής. Σε μεγάλη ηλικία, ώριμοι, άτεκνοι παρακάλεσαν τον Θεό να τους χαρίσει ένα παιδί. Κάποια φορά μάλιστα λέγει η παράδοση ότι ο Ιωακείμ εξεδιώχθη από τους ιερείς μέσα από τον Ναό του Σολομώντος, διότι πήγε να προσφέρει δώρα. Επειδή στην Παλαιά Διαθήκη η ατεκνία εθεωρείτο όνειδος, όποιος δεν είχε παιδιά εθεωρείτο ατιμασμένος, πως δεν ήταν ευλογημένος από τον Θεό - δεν ισχύει αυτό για την Καινή Διαθήκη, ανατράπηκε αυτό, σημασία έχουν οι πράξεις, όχι τα παιδιά - επειδή λοιπόν έτσι επιστεύετο, ότι όποιος δεν έχει παιδιά δεν είναι ευλογημένος από τον Θεό, έδιωξαν οι ιερείς τον γέροντα Ιωακείμ από τον ναό, και εκείνος με δάκρυα στα μάτια, πήγε στην έρημο επί 40 ημέρες και παρακαλούσε θερμά το Θεό εν προσευχή και νηστεία να του δώσει παιδί. Το ίδιο έκαμε και η μητέρα της Παναγίας, η Άννα, στο σπίτι της. Και ο Θεός άκουσε τις προσευχές τους και τους χάρισε όχι απλώς ένα παιδί σαν όλα τα άλλα· τους χάρισε εκείνο το παιδί από το οποίο επρόκειτο να λυτρωθεί ο κόσμος, να γεννηθεί ο λυτρωτής του κόσμου. Δεν υπάρχουν άλλοι γονείς οι οποίοι να έχουν αυτό το προνόμιο που είχαν οι άγιοι Ιωακείμ και η Άννα, να γεννήσουν μια κόρη, να αποκτήσουν ένα παιδί από το οποίο επρόκειτο να γεννηθεί ο Θεός.
Ήταν λοιπόν καρπός προσευχής η γέννηση της Παναγίας μας. Κατά τα άλλα όμως η Παναγία ήταν ένας συνηθισμένος άνθρωπος σαν όλους εμάς. Και κάνω αυτή την επισήμανση ότι η Παναγία προήλθε από συζυγία φυσιολογική δύο ανθρώπων, του Ιωακείμ και της Άννας, από μία εμπαθή θα έλεγα γέννηση, αφού στην συνάντηση ανδρός και γυναικός, όσο άγιοι και αν είναι οι άνθρωποι, υπάρχει η επιθυμία, υπάρχει η ηδονή, και υπάρχει πάθος· «Ιδού γαρ εν ανομίαις συνελήφθην, και εν αμαρτίαις εκίσσησέ με η μήτηρ μου» λέγει ο ψαλμός. Η Παναγία λοιπόν γεννήθηκε από αυτήν την συνηθισμένη ανθρώπινη συνάντηση, από την συνηθισμένη συζυγία του Ιωακείμ και της Άννας, δεν είχε τίποτε διαφορετικό από όλους τους άλλους ανθρώπους. Το τονίζουμε αυτό, διότι τον περασμένο αιώνα ο πάπας διετύπωσε ένα δόγμα αντιπαραδοσιακό, εναντίον αυτών που διδάσκει η Αγία Γραφή και η Παράδοση της Εκκλησίας μας, το δόγμα της «ασπίλου συλλήψεως της Θεοτόκου».

Λόγος στην Κοίμηση της Θεοτόκου



Λόγος στην Κοίμηση της Θεοτόκου
Αγίου Λουκά Αρχιεπισκόπου Κριμαίας
ΛΟΓΟΣ ΕΙΣ ΤΗΝ ΚΟΙΜΗΣΙΝ ΤΗΣ ΘΕΟΤΟΚΟΥ

Τον καθένα από μας τον βασανίζει το ερώτημα: τι θα γίνει με μας και τι μας περιμένει μετά το θάνατο; Μία σαφή απάντηση σ' αυτό το ερώτημα μόνοι μας δεν μπορούμε να την βρούμε. Αλλά η Αγία Γραφή και πρώτα απ' όλα ο λόγος του Κυρίου μας Ιησού Χριστού μας αποκαλύπτουν αυτό το μυστικό. Μας το αποκαλύπτουν επίσης το απολυτίκιο και το κοντάκιο της μεγάλης αυτής γιορτής της Κοιμήσεως της Υπεραγίας Θεοτόκου και οι εκκλησιαστικοί ύμνοι που ψάλλονται σ' αυτή τη γιορτή.
Θέλω όλοι σας να καταλάβετε, γιατί ο θάνατος της Υπεραγίας Θεοτόκου και Παρθένου Μαρίας λέγεται Κοίμησή της. Ο μέγας απόστολος Ιωάννης ο Θεολόγος στο 20ο κεφάλαιο της Αποκαλύψεως μιλάει για τον πρώτο και το δεύτερο θάνατο. Ο πρώτος μόνο θάνατος, ο οποίος είναι αναπόφευκτος για όλους τους ανθρώπους, περιμένει και τους αγίους και τους δικαίους. Αλλά ο δεύτερος, ο φοβερός και αιώνιος θάνατος, περιμένει τους μεγάλους και αμετανόητους αμαρτωλούς, οι οποίοι αρνήθηκαν την αγάπη και την δικαιοσύνη του Θεού και είναι καταδικασμένοι να βρίσκονται αιωνίως σε κοινωνία με το διάβολο και τους αγγέλους του.
Στο Ευαγγέλιο του ίδιου μεγάλου αποστόλου και ευαγγελιστού Ιωάννου του Θεολόγου διαβάζουμε τα λόγια του Χριστού, τα οποία είναι πολύ στενά συνδεδεμένα με όσα γράφει η Αποκάλυψη: «αμήν αμήν λέγω υμίν ότι ο τον λόγον μου ακούων και πιστεύων τω πέμψαντί με έχει ζωήν αιώνιον και εις κρίσιν ουκ έρχεται, αλλά μεταβέβηκεν εκ του θανάτου εις την ζωήν» (Ίωάν. 5, 24).
Το ακούτε, το καταλαβαίνετε; Νομίζω ότι ακόμα και θα πρέπει να σας κινήσει την περιέργεια το γεγονός ότι όλοι όσοι υπακούουν στο λόγο του Χριστού και πιστεύουν στον Ουράνιο Πατέρα του, ο οποίος τον έστειλε, αμέσως μετά το θάνατο τους θα περάσουν στην αιώνια ζωή. Δεν υπάρχει λόγος να δικαστούν αυτοί που έχουν ζωντανή πίστη στο Θεό και υπακούουν στις εντολές του.
Και στους μεγάλους δώδεκα αποστόλους είπε ο Κύριος μας Ιησούς Χριστός: «αμήν λέγω υμίν ότι υμείς οι ακολουθήσαντές μοι, εν τη παλιγγενεσία, όταν καθίση ο Υιός του ανθρώπου επί θρόνου δόξης αυτού, καθίσεσθε και υμείς επί δώδεκα θρόνους κρίνοντες τας δώδεκα φυλάς του Ισραήλ» (Ματθ. 19, 28). Δικαστές και κατήγοροι θα είναι κατά την Φοβερά Κρίση του Θεού οι Απόστολοι του Χριστού και, βεβαίως, είναι τελείως αδύνατο να φανταστούμε να δικάζονται η Υπεραγία Θεοτόκος και Αειπάρθενος Μαρία, ο Βαπτιστής του Κυρίου Ιωάννης, οι μεγάλοι προφήτες του Θεού, ο Ηλίας και ο Ενώχ τους οποίους ζωντανούς τους πήρε ο Θεός στον Ουρανό, όλο το αμέτρητο πλήθος των μαρτύρων του Χριστού, οι δοξασμένοι από τον Θεό άγιοι αρχιερείς και θαυματουργοί με επί κεφαλής τον άγιο Νικόλαο, αρχιεπίσκοπο Μύρων της Λυκίας.
Είναι αδύνατον ακόμα και να περάσει από το μυαλό μας η σκέψη πως θα δικαστούν αυτοί, οι όποιοι άκουσαν από το στόμα του Χριστού: «Η βασιλεία του Θεού εντός υμών εστίν» (Λκ. 17, 21). Σ' αυτούς τους μεγάλους αγωνιστές του Χριστού, σαν σε πολύτιμους ναούς κατοικούσε το Άγιο Πνεύμα. Ακόμα και ζώντας στη γη, αυτοί βρισκόταν στην άμεση κοινωνία με τον Θεό, επειδή έτσι είπε ο Κύ¬ριος μας Ιησούς Χριστός: «Εάν τις αγαπήση με, τον λόγον μου τηρήσει, και ο πατήρ μου αγαπήσει αυ¬τόν, και προς αυτόν ελευσόμεθα και μονήν παρ' αυτώ ποιήσομεν» (Ίωάν. 14, 23).
Ή Υπεραγία Παρθένος Μαρία υπήρξε άχραντος ναός του Σωτήρος και σ' αυτήν κατοίκησε το Άγιο Πνεύμα και από την αγιότατη μήτρα της έλαβε το ανθρώπινο σώμα ο Υιός του Θεού, ο Οποίος κατέβηκε από τους Ουρανούς. Γι' αυτό ο σωματικός της θάνατος δεν ήταν θάνατος αλλά Κοίμηση, δηλαδή ένα άμεσο πέρασμα από τη Βασιλεία του Θεού εντός της στη Βασιλεία των Ουρανών και την αιώνια ζωή.
Μού ήρθε τώρα στο μυαλό και κάτι καινούριο. Σ' ένα από τα προηγούμενα κηρύγματα μου σάς έλεγα, ότι έχουμε κάθε λόγο να πιστεύουμε, ότι και το σώμα της Υπεραγίας Θεοτόκου με τη δύναμη του Θεού έγινε άφθαρτο και ανελήφθη στους ουρανούς. Αυτό μάς λέει και το κοντάκιο της μεγάλης γιορτής της Κοιμήσεως της Θεοτόκου: «Την εν πρεσβείαις ακοίμητον Θεοτόκον, και προστασίαις αμετάθετον ελπίδα, τάφος και νέκρωσις ουκ εκράτησεν ως γαρ ζωής Μητέρα, προς την ζωήν μετέστησεν, ο μήτραν οικήσας αειπάρθενον».
Προσέξτε: «τάφος και νέκρωσις ουκ εκράτησεν». Σκεπτόμενοι αυτό, ας θυμηθούμε και τι γράφει η Αγία Γραφή για το θάνατο του μεγαλυτέρου προφήτη της Παλαιάς Διαθήκης, του Μωυσή στο 34ο κεφάλαιο του βιβλίου του Δευτερονομίου, ότι πέθανε σύμφωνα με το λόγο του Θεού στο όρος Νεβώ και τάφηκε στη γη Μωάβ. Ο τάφος του μεγάλου αυτού προφήτη έπρεπε να είναι για πάντα τόπος προσκυνήματος για όλο το λαό του Ισραήλ. Όμως στη Βίβλο διαβάζουμε, ότι: «ουκ οίδεν ουδείς την ταφήν αυτού έως της ημέρας ταύτης» (Δευτ. 34, 6). Όμως κατά τη Μεταμόρφωση του Κυρίου στο όρος Θαβώρ εμφανίστηκε ο Μωυσής στον Κύριο και Δεσπότη του τον Ιησού μαζί με τον προφήτη Ηλία, ο οποίος αρπάχτηκε ζωντανός στους ουρανούς.
Νομίζω ότι δεν θα είναι αμαρτία αν θα πούμε, ότι το σώμα του μεγάλου Μωυσή, όπως και το σώμα της Υπεραγίας Θεοτόκου, με τη δύναμη του Θεού, έμεινε άφθαρτο. Γι' αυτό και ο τάφος του είναι άγνωστος.
Να σκεφτόμαστε, αδελφοί και αδελφές μου, την μακάρια Κοίμηση της Υπεραγίας Παρθένου Μαρίας και να θυμόμαστε τα λόγια του Κυρίου μας Ιησού Χριστού: «Αμήν αμήν λέγω υμίν ότι ο τον λόγον μου ακούων και πιστεύων τω πέμψαντί με έχει ζωήν αιώνιον, και εις κρίσιν ουκ έρχεται, αλλά μεταβέβηκεν εκ του θανάτου εις την ζωήν» (Ίωάν. 5, 24). Να μάς αξιώσει ο Θεός να γευθούμε και εμείς οι αμαρτωλοί τη μεγάλη αυτή χαρά, με τη χάρη και τη φιλανθρωπία του Κυρίου μας Ιησού Χριστού, φ η δόξα και το κράτος συν τω ανάρχω αυτού Πατρί και τω Παναγίω Αυτού Πνεύματι εις τους αιώνας. Αμήν.

Η ΘεοτόκοςΠΡΩΤΟΠΡΕΣΒΥΤΕΡΟΥ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ ΚΟΜΑΝ Η Θεοτόκος και το μυστήριο της ενσάρκου οικονομίας στην ερμηνεία των νηπτικών πατέρων



ΠΡΩΤΟΠΡΕΣΒΥΤΕΡΟΥ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ ΚΟΜΑΝ
Η Θεοτόκος και το μυστήριο της ενσάρκου οικονομίας στην ερμηνεία των νηπτικών πατέρων
Θα μου επιτρέψετε μια πιο προσωπική, πιο ανθρώπι­νη προσέγγιση του θέματος, παρ' όλο που βρισκόμαστε σ' ένα αυστηρά επιστημονικό συνέδριο. Έχω ιδιαίτε­ρους λόγους να το κάνω. Ο σημαντικότερος απ' αυτούς είναι η ίδια η επαφή με τους νηπτικούς πατέρες, με τα συγγράμματά τους, που μου υπαγόρευσε κατά κάποιο τρόπο αυτό το προσωπικό τόνο στην διαπραγμάτευση του θέματος.

Γι' αυτό ακριβώς, πριν περάσω στην διαπραγμάτευ­ση του θέματος, θα ήθελα να εκφράσω την βαθειά συγκί­νηση την οποία αισθάνομαι βρισκόμενος για πρώτη φο­ρά στους Αγίους Τόπους, στα Θεοβάδιστα αυτά μέρη, ό­που βάδισαν όχι μόνο τα ουράνια βήματα του Αρχαγγέ­λου Γαβριήλ, τα άχραντα βήματα της Παναγίας και των άλλων προσωπικοτήτων της Ιεράς Βιβλικής Ιστορίας, αλλά ακόμη εκείνα του Ιδίου του Θεανθρώπου, του Σωτήρος ημών Ιησού Χριστού. Δοξάζω τον Πανάγαθο Θεό για το μεγάλο αυτό δώρο και ευχαριστώ θερμότατα τους οργανωτές του παρόντος πανορθοδόξου επιστημονικού συνεδρίου.

Ο λόγος που με οδήγησε στην επιλογή αυτού του θέματος υπήρξε η επιθυμία μου να εκφράσω, με την ευ­καιρία του πρώτου προσκυνήματος στους Αγίους Τό­πους, την ευλάβεια και την ευγνωμοσύνη μου, της οικο­γενείας μου και των πιστών της ενορίας μου προς την Μητέρα του Θεού, προς την Δέσποινα του κόσμου για τις πλούσιες ευλογίες και ευεργεσίες Της προς εμάς. Και είχα την διαίσθηση ότι καταλληλώτερα και εκφραστικώτερα λόγια απ' αυτό το σκοπό δεν θα έβρισκα άλ­λα απ' εκείνα των νηπτικών πατέρων.

Και πράγματι, αυτά που βρήκα για την Θεοτόκο και την Μητέρα του Θεού στους νηπτικούς φιλοκαλικούς πατέρες ξεπέρασαν κατά πολύ τις προσδοκίες μου.

Σ' αυτό το σημείο οφείλω μια διευκρίνιση. Με τον όρο νηπτικοί ή φιλοκαλικοί πατέρες, εννοώ όχι μόνο ε­κείνους τους Πατέρες των οποίων τα συγγράμματα απο­τελούν την γνωστή Φιλοκαλία, αλλά όλους τους Πατέ­ρες της Εκκλησίας που εντάσσονται στη συνεχή αγιοπνευματική θεολογική παράδοση, η οποία αρχίζει με την πρώτη Εκκλησία, με τα ίδια τα βιβλία της Καινής Διαθήκης και συνεχίζεται μέχρι σήμερα. Θα ήταν ίσως καλύτερα να μιλήσουμε για μια νηπτική ή φιλοκαλική θεολογία, εννοώντας εκείνη την θεολογία η οποία πηγά­ζει από την βίωση της Θείας Χάριτος και προσπαθεί να εκφράσει την εμπειρία της μέθεξης στον κόσμο του Θε­ού, στη Βασιλεία των ουρανών.

Είναι γνωστό, εξάλλου, ότι η πρώτη συλλογή φιλοκαλικών κειμένων διευρύνθηκε κατά καιρούς. Θα αναφέ­ρω μόνο το γεγονός ότι η ρουμανική έκδοση της Φιλοκαλίας -η οποία οφείλεται στον μακαριστό μεγάλο φιλοκαλικό θεολόγο π. Δημήτριο Στανιλοάε- έχει δώδε­κα τόμους. Ενώ, προσωπικά, πιστεύω ότι, κείμενα συγ­χρόνων νηπτικών πατέρων μπορούν να εισαχθούν χωρίς καμία επιφύλαξη στην καθιερωμένη μεν, αλλά όχι κλει­στή, σειρά των φιλοκαλικών κειμένων. Αναφέρω ενδει­κτικά τα βιβλία του Αγίου Σιλουανού του Αθωνίτη, του Γέροντος Ιωσήφ του Ησυχαστού, καλούμενον Έκφρασις μοναχικής εμπειρίας και του ανωνύμου ησυχαστού, Νηπτική Θεωρία, το οποίο είχα την ευλογία να μετα­φράσω στην ρουμανική γλώσσα.

Επανέρχομαι και σημειώνω το πραγματικά ξεχωρι­στό ενδιαφέρον που δείχνουν οι νηπτικοί πατέρες στο πρόσωπο της Μητέρας του Θεού και στο ρόλο Της στο μυστήριο της ενσάρκου θείας οικονομίας. Ταυτόχρονα, διαπιστώνει κανείς μία ιδιαίτερη οικειότητα αυτών των αγίων Πατέρων προς το πρόσωπο της Παναγίας. Εξάλ­λου, είναι γνωστό ότι στην ορθόδοξη ανατολική θεολο­γική παράδοση δεν γίνεται διαχωρισμός ανάμεσα στο πρόσωπο και το έργο του ίδιου προσώπου. Αυτό εξηγεί γιατί, η θεώρηση και η εκτίμηση του έργου του Χριστού, της Παναγίας ή των αγίων της Εκκλησίας, οδη­γούν τον ερευνητή σε ένα έντονο ενδιαφέρον για το πρό­σωπο εκείνων και τελικά στην επιθυμία μιας προσωπι­κής αγαπητικής σχέσης μ' αυτούς. Η προσοχή των φιλοκαλικών πατέρων επικεντρώνεται, πρώτα απ' όλα στο ίδιο το πρόσωπο της Παναγίας, γι' αυτό κάθε αναφορά σ' Αυτήν προϋποθέτει μια προσωπική σχέση και μια προσωπική τοποθέτηση. Δεν είναι τυχαίο το γεγονός ότι οι μοναχοί της αθωνικής πολιτείας αισθάνονται εκεί σαν το Περιβόλι της Παναγίας και ότι όλοι οι ορθόδο­ξοι μοναχοί έχουν την Θεοτόκο ως Προστάτισσα.

Την ίδια ευλάβεια και οικειότητα προς το πρόσωπο της Μητέρας του Θεού συναντάμε στην ζωή των απλών πιστών μας. Ένας από τους μεγαλύτερους σύγχρονους ρουμάνους πνευματικούς, ο π. Παΐσιος Ολάρου, έλεγε ότι ο πατέρας του, απλός αγρότης, ήξερε απ' έξω τον πα­ρακλητικό κανόνα προς την Θεοτόκο και τον έλεγε κα­θημερινά, ενώ ο ίδιος ο πατήρ Παΐσιος συμβούλευε όλους τους πιστούς να ζουν κάθε μέρα με την συνείδηση ότι βρίσκονται στην αγκαλιά της Παναγίας. Αυτή η ι­διαίτερη ευλάβεια των πιστών προς την Παναγία είναι μία φυσιολογική συνέπεια, και συνέχεια ταυτόχρονα, της λειτουργικής ζωής της Εκκλησίας, όπου η Θεοτό­κος κατέχει μια κεντρική θέση, αλλά είναι και μια βέβαιη απήχηση της φιλοκαλικής νηπτικής θεολογίας και πνευματικότητας1.

Οι φιλοκαλικοί πατέρες αναπτύσσουν μία πλουσιό­τατη μαριολογία ή, μάλλον σωστότερα, μία πλουσιότα­τη θεοτοκολογία2 παρ' όλο που όπως είναι γνωστό και λέχθηκε κιόλας εδώ, οι βιβλικές αναφορές στην Πανα­γία είναι λίγες. Θα περιορισθούμε σε μερικές μόνο πτυ­χές του θέματος, για να κλείσουμε με σύντομα συμπερά­σματα.

Καταρχήν, μπροστά στο μυστήριο του Προσώπου της Μητέρας του Θεού, οι πατέρες ομολογούν την αδυ­ναμία τους να εκφράζουν αυτά που αισθάνονται και βιώνουν και δεν βρίσκουν άλλη κατάλληλη γλώσσα παρά την υμνολογική, την δοξολογική.

Γράφει ενδεικτικά ο Άγιος Γρηγόριος Παλαμάς, ο οποίος και ανακεφαλαιώνει, συνοψίζει και αυξάνει την μέχρι αυτόν αντίστοιχη νηπτική παράδοση:

Εις την υπόθεσιν της ανωτέρας πάντων των αγίων Μητρός του Θεού... όχι μόνο ένας ρήτωρ, ο πλέον δια­λεκτός από όλους, δεν ήθελε φθάσει να εγκωμιάση κατ' αξίαν, αλλά αν ήταν δυνατόν να ευρεθούν και να γενούν ένα στόμα όλοι όσοι εσώθησαν με τον άφθορον τόκον της, πάλι δεν ήθελε φθάσουν ουδέ εις το ελάχιστον. Διό­τι, ανίσως και όλη η κτίσις δεν είναι ικανή να προσφέρη εις Αυτήν καν σήμερον δοξολογίαν, ωσάν έγινε μήτηρ του Κτίστου των απάντων, πώς ήθελε είναι ικανή η δύναμις μόνων των ανθρώπων, καν και ολονών είπης, να δοξολογήση τα μεγαλεία της; Και δεν ήθελε φανή ωσάν μικροτάτη ρανίδα έμπροσθεν εις μίαν άβυσσον δόξης; Ποίος νους ήθελε δυνηθή, δεν λέγω να χωρήση μέσα εις το βάθος αλλ' ουδέ όλως να παρακύψη, καν εις τα προαύλια της θείας ταύτης σκηνής, δηλαδή της Παρθένου, εις την οποίαν εκατοίκησεν ο υπεράνω πάντων των ό­ντων Θεός. ο των ουρανών Βασιλεύς3...

Αλλού, ο ίδιος Πατήρ λέγει, θαυμάζοντας το έργο που τελείται από τον Ίδιο τον Θεό μέσα από το πρόσω­πο της Παναγίας:

Αλλ' ω Θεομήτωρ Παρθένε, και ποίος λόγος δύνα­ται να επαινέση το θείον σου κάλλος; Επειδή τα ειδικά σου χαρίσματα δεν περιορίζονται από λόγους και νοή­ματα, διότι υπερβαίνουν κάθε λόγον και διάνοιαν... Έτσι εσκήνωσε σ' αυτήν απορρήτως και από αυτήν προήλθε σαρκοφόρος ο Λόγος του Θεού, θεουργώντας την φύση μας και χαρίζοντάς μας κατά τον θείον απόστολο αγαθά «στα οποία επιθυμούν να παρακυττάζουν άγγελοι». Κι αυτό είναι το υπερφυές εγκώμιο και η υπέρδοξη δόξα αυτής της αειπαρθένου, ενώπιον της ο­ποίας ηττάται κάθε νους και λόγος, ακόμη και αγγελικός αν είναι. Τα δε μετά την απόρρητη γέννηση ποίος λόγος θα μπορέσει να εκφράσει4;

Ο Άγιος Ιωάννης ο Δαμασκηνός, βλέποντας ότι κάθε «ύμνος ηττάται συνεκτείνεσθαι σπεύδων» απέναντι στα μεγαλεία της Θεοτόκου, καταλήγει:

Έστι μεν ανθρώπων ουδείς, ος κατ' αξίαν την θεομήτορα ευφημήσαι δυνήσεται, ουδ' ει μύριαι γλώσσαι συνέλθοιεν, των καθηκόντων επαίνων εφίκοιντο. Πάντα γαρ αυτή θεσμόν εγκωμίων υπέρκειται...5

Ο Άγιος Νικόδημος ο Αγιορείτης, ο οποίος και έ­γραψε χιλιάδες σελίδες για την Μητέρα του Θεού, γρά­φει και τα παρακάτω, τα οποία απηχούν την θεολογία των μεγάλων φιλοκαλικών πατέρων Μαξίμου του Ομολογητού, Ανδρέου Κρήτης και Γρηγορίου Παλαμά, και εξηγεί ότι αυτός ο θαυμασμός μπροστά στα μεγαλεία της Παναγίας οφείλεται στο μοναδικό Της ρόλο στην ένσαρκον οικονομία του Θεού:

Αν τα εννέα τάγματα των αγγέλων ήθελον κρημνισθή από τους ουρανούς, και να γενούν δαίμονες. Αν όλοι οι άνθρωποι εγένοντο κακοί. Αν όλα τα κτίσματα, ουρανός, φωστήρες, ιερείς, ζώα, ήθελον αποστατήσει κατά του Θεού. Όλαι αυταί αι κακίαι των κτισμάτων συγκρινόμεναι με το πλήρωμα της Αγιότητος της Θεο­τόκου δεν εδύναντο να λυπήσουν τον Θεόν. Διότι μόνη η Κυρία Θεοτόκος ήτο ικανή να τον ευχαρίστηση κατά πάντα. Αυτή μοναχή, σταθείσα ανάμεσον Θεού και αν­θρώπων, τον μεν Θεόν υιόν ανθρώπου εποίησε, τους δε ανθρώπους υιούς Θεού. Χωρίς την μεσιτείαν αυτής κανέ­νας, ούτε άγγελος, ούτε άνθρωπος, δύναται να πλησίαση εις τον Θεόν, επειδή και αυτή ευρίσκεται μόνον μεθόριον αναμεταξύ της ακτίστου και κτιστής φύσεως. Αυτή μόνη είναι θεός αμέσως μετά τον Θεόν και έχει τα δευτερεία της Αγίας Τριάδος, ως ούσα Μήτηρ αληθώς του Θεού. και Αυτή μοναχή είναι, όχι μόνον ο θησαυροφύλαξ όλου του πλούτου της θεότητος, αλλά και ο διαμοιραστής εις όλους, και αγγέλους και ανθρώπους, όλων των από Θεού διδομένων εις την κτίσιν υπέρ φυσικών ελλάμψεων και θείων και πνευματικών χαρισμάτων. Και δεν είναι τινάς που να την επεκαλέσθη με πίστιν και να μην του υπήκουσε με ευσπλαχνίαν. Αυτός ο Υιός του Θεού και αγαπητός Υιός της Παρθένου έδωκε τη μητέρα Του δια μητέρα μας και συνήγορον να μας βοηθή προς σωτηρίαν μας6.

Μια, πράγματι, τολμηρή γλώσσα, η οποία προκαλεί την αντίδραση των θεολόγων της εποχής και αναγκάζει τον Άγιον Νικόδημο να απαντήσει με μια απολογία. Στην απολογία αυτή θεμελιώνει τις απόψεις του πάνω σε κείμενα των Πατέρων της Εκκλησίας, ανάμεσα στους ο­ποίους σημαντική θέση κατέχει ο Άγιος Γρηγόριος Πα­λαμάς. Από τον εκτεταμένο δεύτερο Λόγο του εις τα Εισόδια της Θεοτόκου αναφέρει και το έξης κείμενο του μεγάλου ησυχαστή θεολόγου.

 Αύτη πρώτη δεχόμενη το πλήρωμα του τα σύμπαντα πληρούντος καθίστησε τοις πάσι χωρητόν κατά το μέτρον της εκάστου καθαρότητος, ώστε προς αυτήν οράν τας ανωτάτω Χερουβικάς Ιεραρχίας, απλώς πάσι τε και πάσαις κατά το μέτρον του προς αυτήν απαθούς και θείου πόθου και του αΰλου και αλήκτου έρωτος έψεται και η του θείου φωτισμού τανότης... Ουκούν αυτή μόνη μεθόριον έστι κτιστής και ακτίστου φύσεως και ουδείς αν έλθοι προς Θεόν ειμή δι' αυτής. Και ουδέν των εκ Θε­ού δωρημάτων, ειμή δι' αυτής7.

Η θεολογική και υμνολογική αυτή τόλμη των νη­πτικών πατέρων βασίζεται όχι μονάχα στην διδασκαλία και στις ιστορικές πληροφορίες περί της Θεοτόκου, αλ­λά κυρίως στην προσωπική εμπειρία της σχέσεώς τους με την ίδια την Μητέρα του Θεού. Ο Άγιος Γρηγόριος Παλαμάς αισθάνεται δειλίαν μπροστά στην δόξα, το κάλλος και τα μεγαλεία της Θεοτόκου, αλλά παίρνει θάρρος ενθυμούμενος τις εμφανίσεις της Παναγίας προς αυτόν και τις πλούσιες δωρεές της, τις οποίες ομολογεί με ευγνωμοσύνη, αφού όταν έγραφε, ήταν νωπές στην μνήμη του.

Και οι χάριτες -γράφει ο άγιος- όπου έλαβον από Αυτήν έως τώρα, και προς τούτας η ακένωτος της Παρ­θένου φιλανθρωπία υπόσχονται να μοι συγχωρήσουν δια τούτο. Επειδή και Αυτή ωσάν μια ψυχή, συγκρατεί ό­λους της τους υπηκόους, και ευρισκομένη πάντοτε κο­ντά εις όλους όπου την επικαλούνται, τελεί πάντα προς το συμφέρον με την ακατάπαυστον προς τον Υιόν της πρεσβείαν, καθώς ημείς εμπράκτως εγνωρίσαμεν, και έχομεν την πίστιν βεβαιοτέραν από τα αγαθά όπου αυτή μας εχάρισεν8.

Αναφέρουμε ως προς αυτό και μια συγκινητική ενός συγχρόνου νηπτικού πατρός μαρτυρία. Πρόκειται για τον Όσιο Σιλουανό, ο οποίος γράφει σχετικά:

 Δεν ψεύδομαι, λέγω την αλήθειαν ενώπιον του Θεού, ότι εν τω πνεύματι γνωρίζω την άχραντον Παρθένον. Δεν είδον Αυτήν, αλλά το Πνεύμα το Άγιον έδωκεν εις εμέ να γνωρίσω Αυτήν και την αγάπην της δι' ημάς. Άνευ της ευσπλαχνίας της, η ψυχή μου θα απώλετο προ πολλού. Εκείνη όμως ηυδόκησε να με επισκεφθή και να με νουθετήση, ίνα μη αμαρτάνω. Είπεν εις εμέ «Δεν εί­ναι αρεστόν εις εμέ να βλέπω τα έργα σου». Οι λόγοι Αυτής ήσαν ευχάριστοι, ήρεμοι, πράοι, και συνεκίνησαν την ψυχήν. Παρήλθον υπέρ τα τεσσαράκοντα έτη, αλλ' η ψυχή μου δεν δύναται να λησμονήση εκείνην την γλυκείαν φωνήν και δεν γνωρίζω πώς να ευχαριστήσω την αγαθήν ελεούσαν Μητέρα του Θεού. Και. Τί να α­νταποδώσω εγώ εις την Υπεραγίαν Δέσποιναν, Ήτις δεν με απεστράφη βεβυθισμένον εις την αμαρτίαν, αλλά επεσκέφθη εμέ ελεημόνως και με εσυνέτισε9.


Το βασικό κίνητρο της προσωπικής αυτής σχέσεως και της θεολογίας ή μάλλον υμνολογίας των νηπτικών πατέρων είναι ο απαθής πόθος τους, που τους ελκύει προς την Παναγία. Χαίροις, Μαρία, γλυκύτατον της Άννης θυγάτριον -γράφει ο Άγιος Ιωάννης Δαμασκηνός- προς σε γαρ αύθις ο πόθος ανθέλκει με... Ο Άγιος Γρη­γόριος Παλαμάς μιλάει και αυτός περί του απαθούς και θείου πόθου και περί του αΰλου και αλήκτου έρωτος. Ο Άγιος Νικόδημος γράφει πάλι. Ω, γλυκυτάτη και πράγ­μα και όνομα Μαριάμ, τί πάθος είναι τούτο, όπου αισθά­νομαι εις τον εαυτόν μου; εγώ δεν ημπορώ να χορτάσω τους επαίνους των μεγαλείων σου. Όσον γαρ περισσότερον τα επαινώ, τόσο περισσότερον τα ορέγομαι, και ο πόθος μου επ' άπειρον προβαίνει, και η επιθυμία μου ακόρεστος γίνεται. διό και πάλιν επιθυμώ να τα επαινέσω10.

Πρόκειται για μια αγαπητική σχέση παρόμοια μ' ε­κείνη που ποθούν οι πατέρες οι φιλοκαλικοί να έχουν με τον Ίδιο τον Θεόν και στην οποία η Παναγία ανταπο­κρίνεται χωρίς καθυστέρηση. Η ψυχή μου ούτως έλκε­ται προς Αυτήν δια της αγάπης ώστε και μόνον η επίκλησις του ονόματός της γλυκαίνη την καρδίαν μου.

Άλλος σύγχρονος αγιορείτης μοναχός, ο Αθανά­σιος Ιβηρίτης, εκφράζει με τους ίδιους όρους την χάριν που λαμβάνει η ψυχή του μπροστά στην θεωρία του μυ­στηρίου της ενσάρκου οικονομίας:

Τρυφή ουράνια και απόλαυσις υπερκόσμιος η στιγ­μή, καθ' ην ο άνθρωπος σκέπτεται το μυστήριον της εν­σάρκου οικονομίας με όργανον την Παναγίαν Παρθέ­νον. Η Μαρία με τον Ιησούν, ο Ιησούς με την Μαρίαν, τα δύο αυτά πάνσεπτα και γλυκύτατα ονόματα, ιδού ο Παράδεισος11.

 Από αυτή τη βιωματική εμπειρία των νηπτικών πα­τέρων πηγάζει η αναφερόμενη πλουσιότατη θεοτοκολο­γία ή μαριολογία, η οποία εκφράζεται σε γλώσσα αποφατική, υμνολογική, ποιητική. Η αγάπη τους προς την Παναγία είναι εκείνη που ανοίγει τους πνευματικούς ο­φθαλμούς να γνωρίζουν το μυστήριο. Αδυνατούμε να συλλάβουμε τούτο, διότι ολίγη είναι η αγάπη ημών... λέγει πάλι ο Άγιος Σιλουανός. Η αγάπη είναι το μοναδικό κίνητρο που ωθεί τους πατέρες να γνωρίζουν το μυ­στήριο και να θεολογούν, επειδή η γνώση και η θεολο­γία γι' αυτούς είναι μέθεξη, είναι συμμετοχή, κοινωνία, αγαπητική σχέση. Απ' εδώ και ο πόθος να γνωρίζουν.

Παρατηρώντας, με κάποιο παράπονο, ότι η Γραφή μας προσφέρει πολύ πενιχρές πληροφορίες για την Πα­ναγία, ο ίδιος όσιος πατήρ γράφει:

Αι ψυχαί ημών έλκονται να γνωρίσουν περί της ζω­ής Σου μετά του Κυρίου επί γης, Συ δε δεν ηυδόκησας να παραδώσης πάντα ταύτα τη Γραφή, αλλ' εκάλυψας δια της σιγής το μυστήριόν Σου. Και συνεχίζει χαρα­κτηριστικά. Η Θεοτόκος δεν παρέδωσε τη Γραφή ούτε τας σκέψεις Της, ούτε την αγάπην της προς τον Θεόν και Υιόν Αυτής, ούτε τας οδύνας της ψυχής Της κατά τον καιρόν της σταυρώσεως, διότι και τότε πάλιν δεν θα ηδυνάμεθα να συλλάβωμεν αυτά12.

Η ταπεινοφροσύνη τους από την μια πλευρά, και ο απαθής πόθος τους, από την άλλη πλευρά, οδηγούν τους νηπτικούς πατέρες στην τόλμη να προσεγγίσουν το μυ­στήριο και να το γνωρίσουν, χάρη στην αποκάλυψη την οποία προϋποθέτει η μέθεξη στην θεία πραγματικότητα. Ενδεής είναι ο νους μου και πτωχή και αδύνατος η καρ­δία μου, αλλ' η ψυχή μου χαίρει, και έλκομαι να γράφω έστω και ολίγους λόγους δι' Αυτήν, γράφει ο Άγιος Σιλουανός, εκφράζοντας όλην την νηπτική παράδοση.

Πολύ σημαντικό είναι και το τι ποθούν οι νηπτικοί πατέρες να μάθουν και να γνωρίζουν για την Παναγία. Τίποτα άλλο παρά την αγάπη Της προς αυτούς και προς τους συνανθρώπους τους. Οι νηπτικοί πατέρες δεν ανα­ζητούν θεωρητικές γνώσεις, πληροφορίες, ούτε απαντή­σεις σε επιστημονικές ερωτήσεις. Ως πρόσωπα που αγα­πούν θέλουν να γνωρίσουν και να ζουν την αγάπη του α­γαπημένου προσώπου. Και λαμβάνουν την απάντηση στον πόθο τους αυτό κατά το μέρος της αντίστοιχης πνευματικής τους προετοιμασίας μέσα από μια συνεχή προσωπική θεία αποκάλυψη.

Το μόνο που γράφει και ομολογεί με κάθε βεβαιότη­τα για την Παναγία ο Άγιος Σιλουανός είναι η αγάπη Της για όλο τον κόσμο:

Και παρ' όλον ότι ή ζωή της Θεοτόκου, ως εάν εκαλύπτετο υπό αγίας σιγής, όμως ο Κύριος εφανέρωσεν εις την Εκκλησίαν ημών, ότι Αυτή περιβάλλει όλον τον κόσμον και εν Πνεύματι Αγίω βλέπει όλους τους λαούς της γης, και ως και ο Υιός Της, τους πάντας σπλαχνίζεται και ελεεί. Και κλείνει. Ω, εάν θα γνωρίζομεν ποτέ, οπόσον αγαπά η Παναγία πάντας, όσοι φυλάττουν τας εντολάς του Χριστού, και πόσον λυπείται και θλίβεται δι' εκείνους, οι οποίοι δεν μετανοούν. Τούτο εδοκίμασα εκ πείρας μου13.

Η αγαπητική σχέση με την Παναγία την οποία τό­σον ποθούν οι νηπτικοί πατέρες μεταφράζεται σε θεία μέθεξη και κοινωνία. Για όλους, ανεξαιρέτως, η Πανα­γία είναι η πηγή θείας Χάριτος. Ιδού τι γράφει ο Θεο­φάνης ο Ομολογητής:

Την Θείαν Χάριν προμηθεύει και μοιράζει στον κό­σμο ο Παράκλητος. Και έχει ως πρώτον δοχείον την αν­θρώπινή μας φύση που ο Σωτήρας παρέλαβε εκ της Παρ­θένου. Ενώ η ουράνια σκηνή της Μητέρας του Θεού εί­ναι το δεύτερο, αμέσως μετά απ' Εκείνο. Επειδή ο Θείος Λόγος, ο δωρητής δια της φύσεως του Πνεύματός Του γεμίζει μ' Αυτό πρώτο το δικό Του το σπίτι και ναό και έπειτα, από εκεί, το Πνεύμα το Άγιο, πηγάζοντας σαν από πηγή, περνά και στο δεύτερό Του σπίτι και ναό, που είναι η Μήτηρ Του.

Ένας σύγχρονος μακαριστός ρουμάνος μοναχός, ο π. Δοσίθεος Μοράριου, σε σημαντικότατο βιβλίο του περί της θείας Χάριτος, που κυκλοφόρησε πρόσφατα, γράφει αναφορικά με τον ουσιαστικό ρόλο της Πανα­γίας στην συνεχή σωτήρια θεία οικονομία:

Είναι αδύνατον, και για μας τους ανθρώπους και για τους αγγέλους να γινόμαστε μέτοχοι των δωρεών του Θεού, με άλλο τρόπο, έκτος από την μεσιτεία της Πανα­γίας Θεοτόκου, επειδή η ανθρώπινη σάρκα του Υιού του Θεού είναι ενωμένη με την σάρκα Της. Γι' αυτό και οι Πατέρες της Εκκλησίας λέγουν ότι καθώς ουδείς έρχεται προς τον Πατέρα ει μη δι' Υιού, το ίδιο και προς τον Υιόν, την πηγή της Χάριτος, ουδείς έρχεται ει μη δια της Μητρός Αυτού14.

Και πάλι, ο ίδιος πατήρ γράφει συμπερασματικά: Η Μήτηρ του Θεού, δια τον μοναδικό θεϊκό Της ρό­λο στην ένσαρκον σωτηριώδη οικονομία, με το γεγονός ότι έδωσε σάρκα εκ της σαρκός Της στον Υιό του Θεού, φτάνει στην πιο υψηλή μορφή ενότητος του ανθρώπου με τον Θεό επί της γης, είναι το πρώτο ανθρώπινο πρό­σωπο πλήρως ενωμένο με τον Θεό. Με το να είναι πλή­ρως θεοποιημένη και βρισκόμενη στην κορυφή της ιεραρχίας πάντων των αγίων, Αυτή κατέστη θησαυρός της θείας χάριτος, από τον οποίο κατά την θεία δικαιοσύνη και βουλή λαμβάνουν όλα τα κτίσματα15.

Όπως προέκυψε και από τις μέχρι τώρα παραπομπές σε νηπτικά κείμενα, το ενδιαφέρον των νηπτικών πατέ­ρων απέναντι στο πρόσωπο της Παναγίας αφορά όχι μό­νο την συμμετοχή Της στην ενσάρκωση του Λόγου και Υιού του Θεού, αλλά και το παρόν έργο Της στην ζωή τους και γενικά στην ζωή των χριστιανών. Η Παναγία είναι η πρώτη που οι πατέρες επικαλούνται σαν μεσίτρια στις προσευχές τους και, όπως μαρτυρούν οι ίδιοι, Αυτή ανταποκρίνεται με μεγάλη προθυμία. Σε συνομιλία του με τον Όσιο Μάξιμο τον Καψοκαλύβη, ο Άγιος Γρηγόριος ο Σιναΐτης τον ρωτάει εάν κρατεί την νοεράν προσευχήν και λαμβάνει την εξής απάντηση:

Δεν θέλω σου κρύψη, τίμιε Πάτερ, το θαύμα της Θε­οτόκου, όπου έγινεν εις εμέ. εγώ εκ νεότητός μου είχον πολλήν πίστιν εις την κυρίαν μου Θεοτόκον και την επαρακαλούσα μετά δακρύων να μου δώση αυτήν την χά­ριν της νοεράς προσευχής. και μίαν των ημερών πηγαί­νοντας εις τον ναόν της, καθώς είχα συνήθειαν, την επαρακαλούσα πάλιν με άμετρον θερμότητα της καρδίας μου. και εκεί όπου ασπαζόμουν με πόθον την αγίαν  εικόνα της, παρευθύς αγροίκησα εις το στήθος μου και εις την καρδίαν μου μίαν θερμότητα και φλόγα, όπου ήλθεν από την αγίαν εικόνα, όπου δεν έκαιεν, αλλά με εδρόσιζε και εγλύκαινε και έφερνε εις την ψυχήν μου μεγάλην κατάνυξιν. από τότε πλέον, Πάτερ, άρχισεν η καρδία μου να λέγη από μέσα την προσευχήν και ο νους μου να γλυκαίνεται εις την ενθύμησιν του Ιησού μου και της Θεοτόκου μου και να είναι πάντοτε μαζί με την ενθύμη­σιν αυτών. και πλέον από εκείνον τον καιρόν δεν έλειψεν η προσευχή από την καρδίαν μου. συγχώρησόν μοι16.

Κάθε βράδυ όπου επήγαινε δια να κοιμηθή επροσεύχετο, και άρχισε να θερμαίνεται η καρδιά του και να του έρχεται κατάνυξις και να τρέχουν από τα μάτια του, δάκρυα περισσά και να κάνη συχναίς φοραίς γονυκλισίαις πολλαίς και να λέγη και άλλας ευχάς εις την Θεοτόκον με αναστεναγμούς και με πόνον καρδίας. και του εφαίνετο πως παραστέκεται έμπροσθεν εις τον Κύριον σωματικώς...

Θα κλείσω με μερικά σύντομα συμπεράσματα.

1.Δεν υπάρχει καμιά αμφιβολία ότι στην νηπτική θεολογία -η οποία είναι αντιπροσωπευτική για την ορθόδοξη θεολογία- βρίσκουμε μια πολύ αναπτυγμένη θεοτοκολογία
2.Η όλη φιλοκαλική διδασκαλία περί της Θεοτό­κου και του ρόλου Της στο μυστήριο της ενσάρκου οι­κονομίας βασίζεται μεν στις σχετικές βιβλικές διηγή­σεις, αλλά κατανοείται και επιβεβαιώνεται, εμβαθύνεται και αυξάνεται, μέσα από την αγιοπνευματική εμπειρία της προσωπικής σχέσεως των νηπτικών πατέρων με την Μητέρα του Θεού.

3.Αυτή η προσωπική σχέση εν Αγίω Πνεύματι εί­ναι σχέση αγαπητική, η οποία έχει ως κίνητρο και τέ­λος τον απαθή πόθο.

4.Ερμηνεύοντας την βιβλική ιστορία κάτω από το φως της προσωπικής θείας εμπειρίας, οι φιλοκαλικοί πα­τέρες αποδίδουν στην Μητέρα του Θεού σημαντικότατο ρόλο στο μυστήριο της ενσάρκου οικονομίας, και μιλούν για την ουσιαστική συμβολή Της, πρώτα με τον ε­νάρετο βίο Της, δια του οποίου έλκυσε την αγάπη του Θεού, δεύτερον, δια την χωρίς δισταγμόν ελεύθερη συγκατάθεσή Της στην θεία βούληση, και τρίτο, δια της συνεχούς μεσιτείας Της, ως πρεσβεύουσα υπέρ ημών, αλλά και ως πηγάζουσα θείας χάριτας προς την ανθρω­πότητα. Οι πατέρες δεν έχουν καμιά απολύτως επιφύλα­ξη να χαρακτηρίζουν και να ονομάζουν την Παναγία, χάρι στο ρόλο Της στην ένσαρκο θεία οικονομία, ως με­τά Θεόν θεό.

 5.Για τους φιλοκαλικούς πατέρες, η Παναγία δεν εί­ναι μόνο παρελθόν, αλλά και παρόν. Δεν είναι μια ιστο­ρική προσωπικότητα η οποία κάποτε έπαιξε ένα σπου­δαίο ρόλο στην ιστορία της ανθρωπότητας, αλλά είναι μια ζωντανή παρουσία, ένα ζωντανό πρόσωπο, πάντοτε παρόν, με το οποίο ποθούν να βρίσκονται σε συνεχή αγαπητική σχέση.

6.Η θεοτοκολογία των νηπτικών πατέρων συμφωνεί πλήρως μ' εκείνη που προβάλλουν και εκφράζουν η λει­τουργική ζωή της Εκκλησίας, η υμνολογία και η αγιογραφία της Εκκλησίας, η πνευματική ζωή των πιστών μας, αλλά δεν βρίσκει την ίδια απήχηση στην ακαδη­μαϊκή επιστημονική θεολογία, η οποία διστάζει ακόμη, με σπάνιες εξαιρέσεις, να υιοθετήσει τη νηπτική-φιλοκαλική παράδοση και τις αρχές της ως ερμηνευτικό και επιστημονικό κριτήριο.

Σημειώσεις

1.Αναφορικά με τη θέση που κατέχουν στη λατρευτική εκ­κλησιαστική και θεολογική φιλολογία, το πρόσωπο της Παναγίας και ο ρόλος της στην ένσαρκον θεία οικονομία γράφει ο π. Θεόκλητος Διονυσιάτης. «Διάστικτα από τους ύμνους και τις ικε­σίες προς την Θεομήτορα, σε μορφή τροπαρίων, είναι τα λειτουρ­γικά μας βιβλία. Παρακλητική, Τριώδιον, Μηναία, Ωρολόγιον, με τους Παρακλητικούς Κανόνες, τον αριστουργηματικόν Ακάθιστον και σε χιλιάδες ανέρχονται οι ποιητικοί στίχοι, που αναφέρονται στην Θεοτόκον, εκτός των αναρίθμητων θεολογικώτατων Λόγων των θείων Πατέρων, που εγκωμιάζουν την Μητέρα του Θε­ού, αφού και τα λειτουργικά κείμενα της Εκκλησίας, με το όνομα της Παναγίας αχράντου, Θεοτόκου και αειπαρθένου Μαρίας αρχί­ζουν και τελειώνουν». Από το βιβλίο Μαρία η Μητέρα του Θεού (Μέσα από την θεολογία και την Υμνολογία των αγίων Πατέ­ρων), Θεσσαλονίκη, 1988, σ. 30.
2.Είναι γεγονός ότι η ορθόδοξη θεολογία αποφεύγει την χρήση του τεχνικού όρου μαριολογία με την σωστή δικαιολογία ότι αυτός μπορεί να παραπέμπει σε μια κάπως αυτόνομη περί Παρθένου διδασκαλία. Είναι και ο λόγος για τον οποίον προτεί­νουμε τον όρο θεοτοκολογία, ο οποίος αποκλείει κάθε αυτόνομη ερμηνεία και προοπτική, παρ' όλο που η συστηματική μας θεολο­γία χρησιμοποιεί, κυρίως στα δογματικά εγχειρίδια, τεχνικούς ό­ρους οι οποίοι παρουσιάζουν παρόμοιους κινδύνους. βλ. ανθρωπολογία, κοσμολογία, κλπ. Η ορθόδοξη θεολογία είναι κατ' εξοχήν χριστοκεντρική και δεν εννοείται αυτόνομη ανάπτυ­ξη της περί Παναγίας διδασκαλίας. Επιμένουμε συνειδητά να χρησιμοποιήσουμε ένα αντίστοιχο τεχνικό όρο επειδή πιστεύου­με ότι αυτός απαιτείται από την ίδια την πραγματικότητα.

3.Λόγος εις τα Εισόδια της Θεοτόκου, Γρηγορίου Παλαμά, Έργα Τόμος 9, Πατερικαί Εκδόσεις (Γρηγόριος ο Παλαμάς), Θεσσαλονίκη, 1984, σ. 117.

4.Ομιλία ΛΖ' στην Πάνσεπτη Κοίμηση της Πανυπέραγνης Δέσποινας μας Θεοτόκου και Αειπαρθένου Μαρίας, Γρηγορίου Παλαμά, Έργα Τόμος 10, Πατερικαί Εκδόσεις (Γρηγόριος ο Πα­λαμάς), Θεσσαλονίκη, 1985, σ. 445.

5.Πολύτιμον βοηθόν στη σύνταξη αυτής της εισηγήσεως εί­χα το περιεκτικότατο και μοναδικό στο είδος του βιβλίο του γνω­στού σύγχρονου αγιορείτη μοναχού Θεοκλήτου Διονυσιάτου, με τίτλο Μαρία η Μητέρα του Θεού (μέσα από την θεολογία και την Υμνολογία των αγίων Πατέρων), Θεσσαλονίκη 1988, από το οποίο και παραπέμπω αρκετά από τα πατερικά κείμενα στην μετά­φραση του συγγραφέα. Έτσι εξηγείται και η ανομοιομορφία της ελληνικής γλώσσας του κειμένου μου, και ζητώ την κατανόησή του.