Παρασκευή, 26 Δεκεμβρίου 2014

Γεώργιος Κυπριανού Η Σύναξη της Υπεραγίας Θεοτόκου



Στην 26η Δεκεμβρίου η Εκκλησία μας εορτάζει τη Σύναξη της Υπεραγίας Θεοτόκου. Είναι σύνηθες, με τη γέννηση ενός παιδιού, κατά τις πρώτες μέρες η μητέρα να δέχεται συγχαρητήρια και ευχές από συγγενείς και φίλους. Όλοι οι δικοί της σπεύδουν να εκφράσουν την αγάπη και τη χαρά τους στη μητέρα και να ατενίσουν το νεογέννητο, καλωσορίζοντάς το στη ζωή. Αυτό το νόημα έχει εν πολλοίς και η εορτή της Σύναξης της Θεοτόκου.
ΓέννησηXristou2
Ως τέλειος άνθρωπος ο Χριστός μετέχει σε όλες τις ανθρώπινες εκδηλώσεις της ζωής. Αν και εμπερίστατος ο τόπος και ο τρόπος της γεννήσεως, η Μαριάμ είναι η φυσική κατά την ανθρωπότητα μητέρα του Ιησού. Χαίρεται και δέχεται ευχές και επισκέψεις από πιστούς και υμνητές της θείας Γέννησης. Έτσι και η Εκκλησία μας τηρεί το διατεταγμένο και σύνηθες. «Συνάγεται» για να ευχηθεί στη Μητέρα του Θεού, να της εκφράσει την ευγνωμοσύνη της, να τη συγχαρεί για τη Γέννα του Θεανθρώπου και να ατενίσει το νεογέννητο Λυτρωτή της.
Κάθε εορτή της Εκκλησίας μας λειτουργεί ως μία πνευματική ευκαιρία. Η μεγαλύτερη ωφέλεια είναι η επανασύσταση των σχέσεων με τα πρόσωπα που συμβάλλουν στη σωτηρία μας, πρωτίστως με τον Ηγαπημένο μας Ιησού. Κατά την εορτή των Χριστουγέννων βιώνουμε την κάθοδο του Θεού στην ιστορία. Ο Υιός και Λόγος του Θεού γίνεται άνθρωπος χάρη της δικής μας θέωσης. Τον Χριστό μας τον φέρνει η Μαριάμ στη Βηθλεέμ. Συναγμένη γύρω της όλη η ανθρωπότητα τη συγχαίρει και την ευχαριστεί.
Πηγή: «Παρά την Λίμνην», Μηνιαία έκδοση Εκκλησίας Αγίου Δημητρίου Παραλιμνίου, Ιδρυτής: Πρωτοπρεσβύτερος Ευέλθων Χαραλάμπους.

Κυριακή, 21 Δεκεμβρίου 2014

Η Θεοτόκος ναός του Θεού[Ο Ναυπάκτου και Αγίου Βλασίου ΙΕΡΟΘΕΟΣ



...Η λέξη ναός προέρχεται από το ρήμα ναίω και δηλώνει το κατοικητήριο του Θεού, δηλαδή τον τόπο στον οποίο κατοικεί ο Θεός, “τό ενναίειν εν αυτώ τον Θεόν”. Με αυτήν την σημασία και ο χώρος εκείνος, στον οποίο συναντώνται οι Χριστιανοί, που αποτελούν το Σώμα του Χριστού, για να τελέσουν τα μυστήρια, ιδιαιτέρως το μυστήριο της θείας Ευχαριστίας, καλείται Ναός. Και φυσικά όταν λέγεται ότι εκεί κατοικεί ο Θεός εννοείται ότι εκεί εκδηλώνεται η ενέργειά Του και όχι ότι στον χώρο εκείνο περιορίζεται ο Θεός...

Αυτή η φράση όμως - “ο καθαρώτατος ναός του Σωτήρος” - στο κοντάκιο των Εισοδίων, αναφέρεται στην Παναγία, που είναι το πρόσωπο εκείνο δια του οποίου ενηνθρώπησε ο Υιός και Λόγος του Θεού. Η Παναγία μας ονομάζεται “ο καθαρώτατος ναός του Σωτήρος” και “τό ιερό θησαύρισμα της δόξης του Θεού”. Αν ο χώρος εκείνος στον οποίο φαίνονται έκδηλα τα ενεργήματα του Θεού ονομάζεται ναός, πολύ περισσότερο μπορεί να χαρακτηρισθή η Παναγία ναός, ακριβώς επειδή μέσα στην μήτρα της ο Υιός και Λόγος του Θεού προσέλαβε την ανθρώπινη φύση και την θέωσε και παρέμεινε για εννέα μήνες μέσα σε αυτήν, αγιάζοντας όλο το σώμα της. Γι’ αυτό η Παναγία λέγεται “καθαρώτατος ναός” και “ιερό θησαύρισμα της δόξης του Θεού”. Είναι ναός η Παναγία δυνάμει της υποστατικής ενώσεως θείας και ανθρωπίνης φύσεως στο πρόσωπο του Λόγου.

Ως ναό υμνούμε την Παναγία και στο κοντάκιο των Χαιρετισμών: “Ψάλλοντές σου τον τόκον ανυμνούμεν σε πάντες, ως έμψυχον ναόν Θεοτόκε· εν τη σή γαρ οικήσας γαστρί, ο συνέχων πάντα τη χειρί Κύριος, ηγίασεν, εδόξασεν, ...”.

Και οι άγιοι Πατέρες ύμνησαν, εκτός των άλλων, την Παναγία και ως έμψυχο ναό του Θεού. Για παράδειγμα, ο άγιος Ανδρέας Κρήτης σε μια ομιλία του αναφερόμενος στην Παναγία, θα πή: “Αύτη εστιν η Θεοτόκος Μαρία, το θεόκλητον όνομα, ής εκ νηδύος μετά σαρκός ο υπέρθεος προελήλυθεν, ήν αυτός εαυτώ ναοποιήσας υπερουσίως επήξατο”. Ο ίδιος ο Χριστός ναοποίησε την Παναγία, με το να την καταστήση μητέρα Του. Αυτός έκανε τα εγκαίνια του εμψύχου αυτού ναού. Και αλλού ο άγιος Ανδρέας θα ονομάση την Παναγία νυμφώνα, που έχει εδώ και την έννοια του ναού, σύμφωνα με όσα αναφέραμε προηγουμένως. “Χαίρε νυμφών, εν ω ο Χριστός ενυμφεύσατο την ανθρωπότητα”.

...Εάν έμψυχος και ζωντανός ναός του Θεού είναι η Παναγία μας, μπορούμε να πούμε ότι και για μας είναι ναός το πρόσωπο εκείνο στο οποίο αισθανόμαστε τα μεγαλεία του Θεού. Όπως σε κάθε ναό εισέρχονται οι πιστοί και κατανύσσονται, υπάρχουν άνθρωποι που υπηρετούν μέσα σε αυτόν, έτσι συμβαίνει και με μας σε σχέση με την Παναγία. Εισερχόμαστε σε αυτόν τον ζωντανό ναό του Θεού και δεχόμαστε την δωρεά του Θεού. Αυτό σημαίνει ότι αγαπούμε την Παναγία, ασχολούμαστε μαζί της, την υμνούμε, την αγαπούμε, προσευχόμαστε σε αυτήν. Συμβαίνει αυτό που λέγει ο άγιος Γερμανός Κωνσταντινουπόλεως: “καί της φωνής σου πάντες ακούομεν· και η φωνή των όλων προς τα σά της ακροάσεως ώτα”. Όποιος έχει μια εσωτερική καρδιακή ευαισθησία αυξάνει αυτήν την επικοινωνία με την Παναγία.


[
Ο Ναυπάκτου και Αγίου Βλασίου ΙΕΡΟΘΕΟΣ

Read more: http://iereasanatolikisekklisias.blogspot.com/2009/03/blog-post_05.html#ixzz3MXvoCYwo

Σάββατο, 20 Δεκεμβρίου 2014

Σε υμνούμεν και Άξιον εστί Ατζέμ Κιουρδί, ψάλλει ο π.Νικόλαος Μανώλης [m...

Σε υμνούμεν και Άξιον εστί Ατζέμ Κιουρδί, ψάλλει ο π.Νικόλαος Μανώλης [mp3 2014]  

Η ΤΑΥΤΟΧΡΟΝΗ ΑΝΑΣΤΑΣΙΣ ΚΑΙ ΑΝΑΛΗΨΙΣ ΤΗΣ ΥΠΕΡΑΓΙΑΣ ΘΕΟΤΟΚΟΥ - π. Ἀρσένιος Κατερέλος

Ἀπό ὅλες τίς Θεομητορικές ἑορτές, ἀγαπητοί μου προσκυνηταί, ἀναμφισβήτητα ὑπερδεσπόζει ἡ σημερινή τοιαύτη τῆς Ὑπεραγίας Θεοτόκου, ἡ ὁποία ἑορτή περιλαμβάνει δύο τμήματα.
Τό πρῶτο τμῆμα της εἶναι ἡ Κοίμησις καί ἡ ταφή τῆς Παναγίας Μητέρας μας καί τό δεύτερο τμῆμα εἶναι ἡ ὁλόσωμος Μετάστασις Αὐτῆς εἰς τούς Οὐρανούς, τοὐτέστιν ἡ Ἀνάστασίς Της καί ἡ ταυτόχρονη Ἀνάληψίς Της. Ἔτσι, ἡ Παναγία εὑρίσκεται σωματικῶς μέ ἄφθαρτον σῶμα εἰς τήν Βασιλείαν τοῦ Θεοῦ.
Στό σημεῖο αὐτό, νά διευκρινήσωμε ὅτι ἡ Ἁγία Γραφή δέν εἶναι  ἡ Ἀποκάλυψις τοῦ Θεοῦ αὐτή καθ᾽ ἑαυτή. Εἶναι ἡ θεωρία περί τῆς ἀποκαλύψεως τοῦ Θεοῦ, διότι ἡ Ἀποκάλυψις καί ἡ Πεντηκοστή τοῦ καθενός πιστοῦ εἶναι γεγονότα προσωπικά πού ἐξαρτῶνται ἀπό τήν πνευματική του προσωπική ἰδιοσυχνότητα καί χωρητικότητα.

Ὅμως ἡ Ἁγία Γραφή χωρίς τήν Ἱερά Παράδοσι δέν στέκεται ἀπό μόνη της. Χρειάζονται καί τά δύο. Ἡ Ἱερά Παράδοσις εἶναι ἰσόκυρη μέ τήν Ἁγία Γραφή. Ἄλλωστε, νά μή ξεχνᾶμε, ὅτι κάποια στιγμή ἦλθε ἡ Ἁγία μας Ἐκκλησία καί καθώρισε συγκεκριμένα ποιά θά εἶναι ἀκριβῶς ἡ Καινή Διαθήκη, ποιά βιβλία δηλαδή εἶναι τά θεόπνευστα, ποιά εἶναι ἁπλῶς τά ὠφέλιμα καί ποιά εἶναι τά ψευδεπίγραφα.

Μέ αὐτά ὅλα θέλω νά τονίσω τήν ἀξία τῆς Ἱερᾶς Παραδόσεως καί τῆς Ἀποστολικῆς Παραδόσεως ἐν πρώτοις, ἡ ὁποία φαίνεται σέ πάρα πολλά σημεῖα, ἀκόμη καί στήν σημερινή εὐαγγελική περικοπή (Κυριακή Η´ Ματθαίου), πού ὑπάρχει ἡ μεσολάβησις τῶν Ἀποστόλων μεταξύ Χριστοῦ καί πλήθους. Ὅπως λέγει ὁ Κύριός μας: «Δότε ὑμεῖς αὐτοῖς φαγεῖν». ''Ἐσεῖς νά τούς δώσετε νά φάγουν''.
Βλέπομε δηλαδή σέ ὅλο αὐτό τό θαῦμα, ἐκτός ἀπό φράσεις εὐχαριστιακῆς διαστάσεως πού μᾶς θυμίζουν καί μᾶς ἀνάγουν εἰς τήν Θεία Εὐχαριστία, καί τήν μεσολάβησι τῶν Ἁγίων Ἀποστόλων, πού εἶναι βέβαια τό θεμέλιο τῆς Ἀποστολικῆς Παραδόσεως. Ὅπως λέγομε στό Σύμβολο τῆς Πίστεως ''...Εἰς μίαν Ἁγίαν Καθολικήν, δηλαδή Οἰκουμενικήν, καί Ἀποστολικήν Ἐκκλησίαν, πού σημαίνει ὅτι ἡ Ἐκκλησία στηρίζεται στήν διδασκαλία τῶν Ἁγίων Ἀποστόλων καί στήν Ἱερά Παράδοσι.
Ἔτσι λοιπόν, σύμφωνα μέ τήν Παράδοσι, ἐφ᾽ ὅσον ἡ Καινή Διαθήκη σκοπίμως τίποτε δέν ἀναφέρει γιά τήν Κοίμησι τῆς Παναγίας, ἡ Ὑπεραγία Θεοτόκος ἐπληροφορήθη κατά τρόπον, μυστικόν μέν ὡς πρός ἐμᾶς σαφέστατον βέβαια ὡς πρός Αὐτήν, κατά τρόπον δηλαδή ἄρρητον, καί συγκεκριμένα ἐπληροφορήθη διά μέσου ἀγγέλου. Εἰρήσθω ἐν παρόδῳ, ὅτι οἱ τρόποι τῆς θεϊκῆς πληροφορίας πού παίρνουν οἱ πραγματικοί Ἅγιοι καί κατά μείζονα λόγον ἡ Ὑπεραγία Θεοτόκος, εἶναι ποικίλοι, ἄρρητοι καί ἀπόρρητοι. Διότι, προφανῶς ἀπείρους τρόπους ἔχει ὁ Θεός γιά νά πληροφορῆ τούς πραγματικούς Ἁγίους Του. Ὅμως, ὅλοι αὐτοί οἱ θεϊκοί τρόποι εἶναι ὑπέρ πᾶσαν νόησιν καί αἴσθησιν.  Ἄν τό θέλετε ἀκόμη καί οἱ ἴδιοι οἱ Ἅγιοι νά μᾶς τούς ἐξηγοῦσαν, πού δέν ἐπιτρέπεται βέβαια τίς πλεῖστες ὅσες φορές, ἀλλά καί ὁ ἴδιος ὁ Χριστός νά μᾶς τά ἐξηγοῦσε - ἕνα σχῆμα ὑπερβολῆς καί φανταστικό, μέ τήν καλή τήν ἔννοια -, πάλι ἐμεῖς οἱ ἀμύητοι δέν θά μπορούσαμε νά καταλάβωμε τόν ἀκριβῆ τρόπο τῆς θεϊκῆς πληροφορίας.
Σημασία ὅμως ἔχει γιά τό ἐν λόγῳ θέμα μας, ὅτι ἡ Ὑπεραγία Θεοτόκος ὄντως ἐπληροφορήθη δι᾽ ἀγγέλου ὅτι σέ τρεῖς ἡμέρες θά ἀπήρχετο ἀπό τόν μάταιο τοῦτο κόσμο. Κατά τρόπον δέ θαυμαστόν εὑρέθησαν ὅλοι οἱ Ἅγιοι Ἀπόστολοι δίπλα εἰς τήν Ὑπεραγίαν Θεοτόκον ἀπό τά πέρατα τῆς οἰκουμένης πού τότε εὑρίσκοντο καταναλώνοντες ἑαυτούς εἰς τό κήρυγμα καί εἰς τήν διάδοσιν τοῦ Εὐαγγελίου.
Καί ὅταν λέμε ''εὑρέθησαν'' ἐννοοῦμε ὅτι καί οἱ ἴδιοι δηλαδή δέν μποροῦσαν νά τό ἐξηγήσουν. Ἐδῶ φαίνεται πῶς μπορεῖ ὁ Θεός νά μεταθέτη, ὅταν θέλη νά μεταθέση, κάποιον Ἅγιό Του ἀπό τό ἕνα μέρος στό ἄλλο μέρος σέ μηδέν χρόνο. Ἡ ἀπάντησις εἶναι ἁπλῆ. Θεός εἶναι καί «ὅπου Θεός βούλεται νικᾶται φύσεως τάξις», νικᾶται φύσεως τοπική τάξις, καί χρόνου τάξις, κ.ο.κ.
Καί ἔτσι σέ μηδέν χρόνο θαυματουργικῶς εὑρέθησαν οἱ Ἅγιοι Ἀπόστολοι εἰς ''Γεθσημανῆ τό χωρίον'', διότι τιμῆς ἕνεκεν καί ἀξίως καί δικαίως ἔπρεπε νά προλάβουν νά ἀσπασθοῦν καί νά εὐλογηθοῦν ἀπό τήν Ὑπεραγία Θεοτόκο πρίν Αὐτή ἀναχωρήση ἀπό αὐτόν τόν κόσμον. Ἔτσι ἡ Παναγία μας τούς εὐλόγησε καί ὅπως Ἐκείνη ἤθελε, ἤ μᾶλλον ὅπως ὁ Θεός ηὐδόκησε, ἁπλᾶ καί ταπεινά καί ἀθόρυβα, ἐκοιμήθη εἰς τό μικρό Της κρεββάτι.
Κατόπιν τούτου, μέ ὅλην τήν πρέπουσα καί δέουσα εὐλάβεια πού ἔτρεφαν οἱ Ἅγιοι Ἀπόστολοι πρός τό πάνσεπτο Πρόσωπό Της, Τήν ἐκήδευσαν, εἰς ''Γεθσημανῆ τό χωρίον'', ὅπως ψάλλομε συνέχεια εἰς τίς Παρακλήσεις, ὅπου βέβαια καί ὁ τάφος Της σώζεται ἕως καί τῆς σήμερον. Ἐκεῖ ὑπάρχει καί ἡ εἰκόνα τῆς Παναγίας τῆς Ἱεροσολυμίτισσας, γιά τήν ὁποία ἔλεγε ὁ μακαριστός Γέρων Παΐσιος ὅτι ὁμοιάζει πιό πολύ ἀπό τίς ἄλλες εἰκόνες τῆς Παναγίας μέ τήν μορφή τῆς Ὑπεραγίας Θεοτόκου. Βέβαια, ἄν θέλωμε νά κυριολεκτήσωμε, ἡ μορφή τῆς ἀναστημένης Ὑπεραγίας Θεοτόκου εἶναι ἄρρητος, ὅμως ὁμοιάζει μέ τήν μορφή τῆς Παναγίας τῆς Ἱεροσολυμίτισσας, σύμφωνα δηλαδή μέ τίς γνωστές ἐμφανίσεις πού ἔκανε ἡ Παναγία Μητέρα μας.
Ἀλλά ἕνας ἀπό τούς δώδεκα Μαθητάς, κατ᾽ οἰκονομίαν καί κατά Θείαν Πρόνοιαν ἀπουσίαζε. Καί πάλιν αὐτός, ὄχι τυχαῖα, ἦτο ὁ Θωμᾶς, ὁ ὁποῖος ἀπουσίαζε καί ὅταν πρωτοενεφανίσθη ὁ Χριστός εἰς ὁλόκληρη τήν ὁμάδα τῶν Μαθητῶν. Εἶχαν προηγηθῆ, πρό αὐτῆς τῆς κοινῆς ἐμφανίσεως τοῦ Χριστοῦ στό σύνολο τῶν Μαθητῶν, καί ἄλλες πολλές ἐμφανίσεις, μέ πρώτη βέβαια ἐμφάνισι εἰς τήν Ὑπεραγία Θεοτόκο καί εἰς τήν Μαρία τήν Μαγδαληνή πού ἐδιαβάσαμε σήμερα στό ἑωθινό Εὐαγγέλιο, ἡ ὁποία ὅμως δέν ἐννόησε ἀμέσως τά τῆς Ἀναστάσεως. Αὐτός ἦταν ὁ λόγος πού ἔκλαιγε καί ἐνόμισε ὅτι ὁ Κύριος ἦτο ὁ κηπουρός καί ἐζητοῦσε νά μάθη διάφορες πληροφορίες. Ἀλλά ὁ Χριστός τῆς εἶπε «μή μου ἅπτου». Ἐνῶ δηλαδή ὁ Κύριος ἀργότερα προκαλῆ τόν Ἀπόστολο Θωμᾶ νά τόν ἀγγίση, εἰς τήν Ἁγία Μαρία τήν Μαγδαληνή λέγει ''μή με ἀκουμπᾶς''.
Ὦδε ἡ διάκρισις τῶν Ἁγίων. Ὦδε ἡ διάκρισις τῆς Πηγῆς τῆς διακρίσεως, πού εἶναι ἡ Αὐτοαγιότης, ὁ Χριστός, πού τόν μέν ἕναν προκαλεῖ μέ τήν καλή ἔννοια νά τόν ἀκουμπίση, τόν Θωμᾶ δηλαδή, γιά νά πιστωθῆ ἡ Ἀνάστασις καλύτερα, ἀλλά εἰς τήν Μαρία τήν Μαγδαληνή λέγει «μή μου ἅπτου» γιατί εἶχε ἄλλη ψυχολογία. Ἀπό ἄλλο ἔπασχε ὁ α´, ἀπό ἄλλο ἔπασχε ὁ β´.
Ἡ Μαρία ἡ Μαγδαληνή ἐνόμιζε ὅτι θά ἦταν ὁ ἀναστημένος Χριστός ὅπως ἡ παληά καλή ἁγία παρέα καί ἔπρεπε νά τῆς κάνη ἕνα πρῶτο μάθημα νά τήν ταρακουνήση καί νά τήν ξυπνήση ἐν Πνεύματι Ἁγίῳ, ὅτι ''ναί μέν ἀναστήθηκα, ἀλλά ἀλλάζουν τά πράγματα καί γι᾽ αὐτό μή μέ ἀκουμπᾶς''.
Βλέπετε, πῶς οἱ Ἅγιοι, ἀναλόγως τοῦ προβλήματος καί τῆς θέσεως τοῦ κάθε ἀνθρώπου μέ διάκρισι συμπεριφέρονται. Ἀλλοιῶς στόν α´, ἀλλοιῶς στόν β´. Ἄς μή πᾶμε καί πολύ μακρυά. Ὁ Ἀπόστολος Παῦλος στόν μέν Ἀπόστολο Τίτο πού ἦταν εἰς τήν Κρήτη λέγει νά μή περιτμηθῆ, ἐνῶ στόν Ἀπόστολο Τιμόθεο ὁ ἴδιος ὁ ''Γέροντας'' - νά τό ποῦμε μέ τά σημερινά δεδομένα - ὁ ἴδιος Ἀπόστολος Παῦλος σέ ἄλλο του πνευματικό παιδί, κι αὐτό ἐξ ἴσου ἄξιο καί ἅγιο, ἐπειδή εὑρίσκετο σέ ἄλλη περιοχή ὅπου ὑπῆρχαν ἄλλα ρεύματα πνευματικά, προκειμένου νά περάση τό κυριώτερο, πού ἦταν ἡ διάδοσις τοῦ Εὐαγγελίου καί νά μή σκαλώσουν σέ κάποιες προλήψεις πού μέχρι τότε δικαιολογημένα εἶχαν, τοῦ ἐπιβάλλει νά περιτμηθῆ. Κλείνει αὐτή ἡ παρένθεσις ''περί διακρίσεως'', πού βλέπομε ἐδῶ καί στόν Χριστό, πῶς ἐνήργησε ἀλλοιῶς στήν Μαρία τήν Μαγδαληνή καί ἀλλοιῶς στόν ἅγιο Ἀπόστολο Θωμᾶ.
Καί ἐπανερχόμεθα εἰς τό κύριό μας θέμα. Σκοπίμως τότε ἔλειπε ὁ Θωμᾶς ἀπό τόν ὅμιλο τῶν ἄλλων Μαθητῶν κατά τήν Κυριακή τῆς Ἀναστάσεως. Ὁ Θωμᾶς δέν ἦτο περισσότερο ἄπιστος ἀπό τούς λοιπούς Μαθητές, διότι κανείς Μαθητής δέν ἐπίστευσε ὅτι ὁ Χριστός ἀνεστήθη πρίν ὁ ἴδιος προσωπικά δῆ τόν ἀναστημένο Χριστό, ἔστω κι ἄν οἱ ἄλλοι τόν ἐπληροφοροῦσαν περί αὐτοῦ τοῦ γεγονότος. Θυμηθεῖτε τί εἶπαν γιά τήν Ἁγία Μαρία τήν Μαγδαληνή. «Ἐφάνησαν ὡσεί λῆρος τά ρήματα αὐτῆς». Τούς ἐφάνησαν δηλαδή σάν γυναικεῖες φαντασιώσεις τά λόγια τῆς Ἁγίας.
Λοιπόν τότε ἔλειπε ὁ Θωμᾶς γιά νά πιστωθῆ κατά τόν καλύτερο καί πιό ρεαλιστικό ἱστορικό τρόπο ἡ Ἀνάστασις τοῦ Χριστοῦ. Διότι, μέχρι τότε δέν εἶχε δοθῆ ἡ καθολική ἐνέργεια τοῦ Ἁγίου Πνεύματος καί εἶχαν τίς ἀνθρώπινες ἀδυναμίες τους οἱ Ἅγιοι Ἀπόστολοι, πού καθόλου γι᾽ αὐτό βέβαια δέν μειώνονται. Ἔτσι, ὅπως τότε συνέβη αὐτό γιά νά πιστωθῆ κατά τόν καλύτερο τρόπο ἡ Ἀνάστασις τοῦ Χριστοῦ, ἔτσι καί τώρα, ὄχι τυχαῖα, εἰς τήν Κοίμησι τῆς Ὑπεραγίας Θεοτόκου ἔλειπε πάλι ὁ Θωμᾶς. Καί ὅταν πῆγε ἐκεῖ καθυστερημένα τόν ἔπιασε ἕνα λευκό ἅγιο παράπονο, ἕνα ἀπαθές παράπονο καί ἤθελε κι αὐτός νά ἀσπασθῆ τό νεκρό σῶμα καί νά εὐλογηθῆ, ἔστω καί ἀπό τήν νεκρά ὅπως ἐνόμιζαν Ὑπεραγία Θεοτόκο.
Γι᾽ αὐτό, ἀξίως καί δικαίως, μετά τρεῖς ἡμέρες οἱ Ἅγιοι Ἀπόστολοι ἤνοιξαν τόν τάφον γιά νά πάρη τήν εὐλογία καί ὁ Ἀπόστολος Θωμᾶς, ἔστω κι ἄν εἶχε ἤδη κοιμηθῆ ἡ Ὑπεραγία Θεοτόκος. Καί ὅταν ἤνοιξαν τόν τάφον τῆς Παναγίας διεπίστωσαν ὅλοι, παρά πᾶσαν ἐλπίδα καί προσδοκίαν, ὅτι ἔλειπε τό σῶμα τῆς Ὑπεραγίας Θεοτόκου καί εὑρίσκετο ἐκεῖ μόνον ἡ σινδόνα μέ τήν ὁποίαν εἶχε τυλιχθῆ, ὅπως δηλαδή ἀκριβῶς εἶχε συμβῆ μέ τόν Χριστό, πού εὑρέθησαν ἐκεῖ τό σουδάριον, κλπ., τυλιγμένα εἰς τήν ἐντέλειαν. Καί ὁ Χριστός βέβαια εἶχε ἀναστηθῆ.
Καί τότε διεπίστωσαν οἱ Ἅγιοι Ἀπόστολοι ὅτι ἡ Παναγία Θεοτόκος εἶχε ἀναστηθῆ. Αὐτή εἶναι ἡ ἱστορική κατοχύρωσις τοῦ γεγονότος, πού διασώζει ἀδιαμφισβήτητα ἡ Ἱερά Παράδοσις, γιατί πῶς εἶναι δυνατόν ἕνα σῶμα νά προλάβη νά λειώση σέ τρεῖς ἡμέρες δηλαδή.
Βέβαια, εἰς τήν Ὑπεραγία Θεοτόκο, σύμφωνα μέ τήν γνώμη ὅλων τῶν ἁγίων καί θεοφόρων Πατέρων, ταυτόχρονα μέ τήν Ἀνάστασίν Της ἔλαβε χώραν καί ἡ Ἀνάληψίς Της, ὅπως τό ἀναλύουν πάλιν καί πολλάκις, ὁ Ἅγιος Γρηγόριος ὁ Παλαμᾶς, ὁ Μέγας Βασίλειος, ὁ Ἅγιος Νικόδημος, ὁ Ἁγιορείτης, ὁ Ἅγιος Ἀνδρέας Κρήτης καί πλεῖστοι ὅσοι Ἅγιοι, οἱ ὁποῖοι ἠσχολήθησαν μέ αὐτό τό θέμα.
Καί ὅπως εἴπαμε ὑπάρχει κατ᾽ ἀρχάς ἡ ἱστορική κατοχύρωσις τήν ὁποία περιληπτικώτατα ἀναφέραμε εἰς τήν ἀγάπη σας. Ἀλλά ὑπάρχει καί σαφεστάτη προφητική πολλαπλῆ ποικίλη κατοχύρωσις. Ἁπλῶς, ἕνα-δύο σημεῖα θά ἀναφέρωμε γιά νά μή μακρύνωμε πολύ τόν λόγο.
Εἰς τούς Ψαλμούς, ὁ Προφητάναξ Δαυΐδ λέγει, μεταξύ τῶν ἄλλων: «Ἀνάστηθι Κύριε εἰς τήν ἀνάπαυσίν σου, σύ καί ἡ κιβωτός τοῦ ἁγιάσματός σου». Θά ἀναστηθῆς Κύριε Ἐσύ, ἀλλά ὄχι μόνον Ἐσύ - πού ἀναφέρεται προφανῶς εἰς τόν Χριστόν ἀπό τήν ὅλη συνάφεια τοῦ Ψαλμοῦ -, ἀλλά «καί ἡ κιβωτός τοῦ ἁγιάσματός σου». Εἰς τήν κιβωτό τοῦ ἁγιάσματος, ἐκεῖ εἰς τήν Σκηνή τοῦ Μαρτυρίου, ἐφυλάσσοντο οἱ πλάκες τῆς Διαθήκης, οἱ πλάκες πού εἶχε πάρει ὁ θεόπτης Μωϋσῆς εἰς τό ὄρος Σινᾶ.
Ἀλλά, κατά μείζονα λόγον ''κιβωτός τοῦ ἁγιάσματος'' εἶναι ἡ ἰδία ἡ Ὑπεραγία Θεοτόκος, γιατί ἡ Κιβωτός τῆς Διαθήκης ἦτο τύπος τῆς Ὑπεραγίας Θεοτόκου, ἐπειδή μέσα Της δέν εἶχε προφανῶς τίποτε πλάκες, ἀλλά εἶχε τόν  Ἴδιο τόν Ἐντολοδόχο. Μάλιστα δέ τότε ἦτο ἐνεργῶν ὁ ἄσαρκος Λόγος, ὁ ἄσαρκος Χριστός. Ὁ Χριστός, πρίν γίνη ἄνθρωπος δηλαδή, γιατί ἕνα εἶναι τό πρόσωπο. Ὅπως λέγει ὁ Χριστός «πρίν Ἀβραάμ γενέσθαι ἐγώ - ἐγώ, ὡς πρόσωπο, ὡς ὕπαρξις - εἰμί», ὑπάρχω δηλαδή. Καί τότε τά ἔχασαν οἱ Γραμματεῖς καί οἱ Φαρισαῖοι καί ἤθελαν ἐκεῖ νά τόν λιθοβολήσουν, κλπ.
Λοιπόν, ἡ Παναγία ἐχώρεσε μέσα Της τόν ἴδιο τόν Ἐντολοδόχο, τόν Χριστό δηλαδή. Γι᾽ αὐτό ὅπως ψάλλομε ἐκεῖ τά Χριστούγεννα λέμε ἕνα ὡραῖο τροπάριο-προσόμοιο ''ὁ ἀχώρητος παντί πῶς ἐχωρήθη ἐν γαστρί, ὁ ἐν κόλποις τοῦ πατρός πῶς ἐν ἀγκάλαις τῆς μητρός· πάντως ὡς οἶδε, ὡς ἠθέλησεν καί ὡς ηὐδόκησεν, ἄσαρκος γάρ ὤν ἐσαρκώθη ἑκών καί γέγονεν ὁ ὤν ὅ οὐκ ἦν δι᾽ ἡμᾶς». Δηλαδή, μέ ἁπλᾶ λόγια, πῶς Αὐτός πού δέν τόν χωροῦν τά σύμπαντα ἐχώρησε μέσα σέ ἀνθρωπίνη κοιλιά, μέσα σέ ἄχραντη κοιλιά, τῆς Ὑπεραγίας Θεοτόκου; Γι᾽ αὐτό καί ἡ Παναγία μας δέν εἶναι ἁπλῶς ἡ ''σκηνή τοῦ ἁγιάσματος'', ἀλλά πολύ εὔστοχα ὀνομάζεται σύν πολλοῖς ἄλλοις ὀνόμασι καί ''Χώρα τοῦ Ἀχωρήτου''.
Τώρα, στηριζόμενοι οἱ Ἅγιοι Πατέρες στήν ἱστορική καί προφητική κατοχύρωσι, πού ἐν ὀλίγοις ἀναπτύξαμε, κατέθεσαν, διεσαφήνισαν, ἀνέπτυξαν, ἑρμήνευσαν, περιχαράκωσαν γραπτῶς αὐτήν τήν διδασκαλία, ἡ ὁποία ἀποτελεῖ μυστικό δόγμα τῆς Ἁγίας μας Ἐκκλησίας. Αὐτό, προφανῶς καί δέν εἶναι ὑποδεέστερο ἀπό τά ἄλλα δόγματα, ἀλλά εἶχε καί ἔχει τήν ''πολυτέλεια'' νά μήν ἀμφισβητηθῆ. Γι᾽ αὐτό εἶναι καί πιό ''ἔγκυρο'' - ὅλα τά δόγματα βέβαια εἶναι ἐξ ἴσου ἔγκυρα -, διότι δέν εὑρέθηκε κανείς αἱρετικός εἰς τό διάβα τῆς ἐκκλησιαστικῆς ἱστορίας νά τό ἀμφισβητήση. Τώρα, ἐάν κάποιοι σύγχρονοι θεολόγοι, ἤ ἄσχετοι, ἤ κάποιοι εὐλαβεῖς, ἀλλά ἀπό ἄγνοια ἤ ἐπηρεασμένοι ἀπό ἄλλες θέσεις δυτικοῦ τύπου λέγουν πράγματα τά ὁποῖα δέν εὐσταθοῦν, ἔ, τί νά κάνωμε; Ἐμεῖς πρέπει νά στηριζώμεθα εἰς τούς Ἁγίους Πατέρες, εἰς τήν Παράδοσι τῆς Ἐκκλησίας μας, πού οἱ Ἅγιοι Πατέρες, οἱ πιό πολλοί ἀπ᾽ αὐτούς, ὅπως ὁ Ἅγιος ὁ Παλαμᾶς, εἶχαν δεῖ καί ζωντανά τήν Ὑπεραγία Θεοτόκο.  
Ἔτσι λοιπόν ὅλοι οἱ Ἅγιοι Πατέρες τό ἀναλύουν αὐτό καί εἶναι σεσιγημένον μυστήριον. Ἄλλωστε, τά τῆς Θεοτόκου ὅλα εἶναι σεσιγημένα εἰς τήν Ἁγία Γραφή. Ἐνῶ εἶχε μέσα Της τόν Θεόν Λόγον καί εἶχε τόν πρῶτον λόγον νά ὁμιλῆ, ὅμως ἄφησε τόν Χριστόν νά τά πῆ ἀργότερα καλύτερα μέ τά θαύματα καί μέ τήν διδασκαλία Του. Ἐνῶ εἶχε τόν πρῶτο λόγο, γιατί μέσα Της εἶχε τόν ἐνυπόστατο Λόγο, αὐτή νά εἶναι ἡ Γερόντισσα καί ἡ Διδασκάλισσα, ὅμως δέν εἶχε ἀρθρώσει καμμία λέξι. Καί ἄν βάλωμε καί κάποια καλή φαντασία, καί ἀπό κάποιους ἐκεῖ Γραμματεῖς καί Φαρισαίους, διδασκάλους, μέ καλή ἤ μέ ὄχι καλή διάθεσι, πιθανῶς νά ἐδέχετο καί κάποιες συμβουλές καί κάποιες διδασκαλίες. Ποιός; Ἡ Ὑπεραγία Θεοτόκος, πού εἶχε λάβει τό Ἅγιο Πνεῦμα σέ τέλειο βαθμό. Βλέπομε τί μεγαλεῖο ταπεινώσεως καί σιωπῆς εἶχε ἡ Παναγία Μητέρα μας.
Ἐπίσης, ἀναλύσαμε ὅτι ἡ Ἱερά Παράδοσις εἶναι ἰσόκυρος μέ τήν Ἁγία Γραφή καί ὅτι οἱ Οἰκουμενικαί Σύνοδοι ἠσχολήθησαν μόνο μέ προβλήματα πού ἔτυχε νά ἀπασχολήσουν τήν Ἐκκλησία στό πέρασμα τῆς ἐκκλησιαστικῆς ἱστορίας. Ἀλλά εὐτυχῶς γι᾽ αὐτό τό θέμα κανείς αἱρετικός δέν εὑρέθηκε νά τό ἀμφισβητήση. Γι᾽ αὐτό καί δέν ὑπῆρξε ἀνάγκη συγκλίσεως Οἰκουμενικῆς Συνόδου.
Ἄλλωστε, ἐκτός ἀπό τήν διαχρονική Πατερική Γραμματολογία, αὐτό φαίνεται, σύν τοῖς ἄλλοις, καί στήν ὑμνολογία τῆς Ἐκκλησίας μας. Μόνον δύο παραδείγματα θά ἀναφέρωμε.
Ὅπως ψάλλομε στό Κοντάκιο «τάφος καί νέκρωσις οὐκ ἐκράτησε», τήν Ὑπεραγία Θεοτόκο δηλαδή. Ἤ, εἰς τό τελευταῖο τροπάριο τῆς πρώτης ὠδῆς τοῦ πρώτου Κανόνα τῆς ἑορτῆς, ἀναφερόμενος ὁ ὑμνογράφος εἰς τήν Ὑπεραγία Θεοτόκο, λέγει: Νά τό ποῦμε μέ ἁπλᾶ λόγια στήν ἀρχή. «Γι᾽ αὐτό ἀκολουθοῦσα τούς νόμους τῆς φύσεως» καί μετά λέγει στά ἀρχαῖα «δι᾽ ὅ θνήσκουσα σύν τῷ Υἱῷ ἐγείρῃ διαιωνίζουσα». «Γι᾽ αὐτό, ἀφοῦ ἐκοιμήθης, μετά, μαζί μέ τόν Υἱό Σου, ὅπως καί ὁ Υἱός Σου, ἐγείρεσαι διαιωνίζουσα».
Νομίζω αὐτά εἶναι ἀρκετά, ἀγαπητοί μου ἀδελφοί, γιά νά πιστώσωμε τοῦ λόγου τό ἀληθές. Αὐτό πού πρέπει τώρα νά συνειδητοποιήσωμε εἶναι ὅτι ἡ Παναγία εἶναι ὁ μόνος ἄνθρωπος ὁ ὁποῖος ἀπό τώρα δέν εὑρίσκεται ἁπλᾶ εἰς τόν Παράδεισον, ὅπως ὅλοι οἱ Ἅγιοι καί ὅλοι οἱ σεσωσμένοι, ἀλλά εὑρίσκεται ἀπό τώρα εἰς τήν Βασιλείαν τῶν Οὐρανῶν, γιατί ἔχει ἤδη πάρει τό ἄφθαρτο τελικό σῶμα, ὅπως δηλαδή καί ὁ Χριστός, ὁ ὁποῖος μέ τήν Ἀνάληψί Του ἀνέβασε τήν ἀνθρωπίνη φύσι σέ αὐτό τό ὕψος τῆς Ἁγίας Τριάδος.
Ἁπλῶς, γιά τόν Χριστό, ἔπρεπε νά μείνη σαράντα ἡμέρες πρίν ἀνεβῆ ἡ ἀνθρωπίνη σάρκα εἰς τόν Οὐρανό γιά τόν λόγο ὅτι ἔπρεπε νά πιστωθῆ πέρα γιά πέρα ἡ ἱστορικότητα καί ἡ ἀλήθεια τῆς Ἀναστάσεώς Του. Γι᾽ αὐτό καί στήν ἀρχή ἐνεφανίζετο ὅπως τόν ἤξεραν, ἐνῶ ὁ ἀναστημένος Χριστός ἦταν διαφορετικός καί ἄρρητος στήν θέα Του. Μετά ἐνεφανίζετο διαφορετικά καί τούς ἔκανε σταδιακά μαθήματα πίστεως ἕως ὅτου ἀνελήφθη. Ἐνῶ στήν Παναγία μας δέν ὑπῆρχε αὐτός ὁ λόγος. Ἄλλωστε, ὅπως εἴπαμε, ὅλα τά τῆς Παναγίας μας εἶναι σεσιγημένα μυστήρια.
Ἔτσι, ἡ Παναγία μας εἶναι ὁ μόνος ἄνθρωπος πού ἀπό τώρα εὑρίσκεται σωματικῶς μέ ἄφθαρτο σῶμα εἰς τήν Βασιλεία τῶν Οὐρανῶν καί πρέπει ἡ ἰδική Της Ἀνάστασις-Ἀνάληψις νά μᾶς χαροποιῆ πιό πολύ καί ἀπό αὐτήν τήν Ἀνάστασι τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ. Καί ἐξηγούμεθα. Ὁ Χριστός, ὅπως ψάλλωμε εἰς τούς Αἴνους τῆς Μεγάλης Παρασκευῆς, ἀνεστήθη ''αὐτεξουσίως'', ἀπό μόνος του δηλαδή. Ἐπί πλέον, ὅπως λέγει ὁ Ἀπόστολος Πέτρος, ''...ὁ Θεός ἀναστήσας τόν παῖδα Αὐτοῦ Ἰησοῦν'' (Πράξ. γ´ 26). Καί τά δύο εἶναι σωστά, διότι ὅταν λέμε ''ὁ Θεός'', ὅταν λέμε ''ὁ Πατήρ'', ὑπάρχει κοινή ἐνέργεια στά τρία Πρόσωπα τῆς Ἁγίας Τριάδος. Ὁ Πατήρ, ὁ Λόγος καί τό Ἅγιον Πνεῦμα δηλαδή ἀνέστησαν τήν ἀνθρωπίνη φύσι τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ. Ἀλλά ἐπειδή ὁ Χριστός ἦταν καί Θεός - λόγῳ τῆς ὑποστατικῆς ἑνώσεως ἔχομε ἕνα Πρόσωπο στόν Χριστό, τοῦ Θεοῦ Λόγου -, γι᾽ αὐτό καί τά δύο εἶναι σωστά, δηλαδή καί τό ὅτι ὁ Χριστός ἀνεστήθη αὐτεξουσίως, καί τό ὅτι ὁ Θεός, ἡ Ἁγία Τριάς, ἀνέστησε τόν Χριστόν.
 Ἐνῷ ἡ Παναγία Μητέρα, ναί μέν δέν ἀνεστήθη αὐτεξουσίως, διότι ἦταν ἁπλός ἄνθρωπος. Ἀνεστήθη μέ ἄκτιστο θεία τριαδολογική ἐνέργεια, δηλαδή ἀνεστήθη ἀπό τόν Θεό. Ὁπότε, εἶναι ἡ πρώτη ἐγγύησις καί προκαταβολή, εἶναι ἡ πρώτη ἐκπλήρωσις τῆς προφητείας τοῦ Χριστοῦ, ὅτι ὅλοι θά ἀναστηθοῦμε. Διότι, νά, ἕνας δικός μας ἁπλός ἄνθρωπος, πού δέν διαφέρει ἀπό μᾶς ὡς πρός τήν φύσι ἀλλά μόνο ὡς πρός τήν ἁγιότητα, ἀπό τώρα ἔχει ἀναστηθῆ. Ὁπότε ἐμεῖς πρέπει νά χαιρώμεθα γι᾽ αὐτό, διότι ἀποτελεῖ τήν πρώτη ἐκπλήρωσι τῆς ὑποσχέσεως τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ.
Ἡ Ὑπεραγία Θεοτόκος εἶναι ἡ αἰτία τῆς τῶν πάντων θεώσεως, εἶναι ἡ σωτηρία καί τῶν ἀγγέλων, καί τῶν ἀνθρώπων, ἀλλά καί ὁλοκλήρου τῆς κτίσεως. Εἶναι ἡ ''γέφυρα ἡ μετάγουσα τούς ἐγγύς πρός οὐρανόν'', γιατί καί ἡ κτίσις θά ἀνακαινισθῆ δυνάμει τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ, ἄρα δυνάμει τῆς Ὑπεραγίας Θεοτόκου ἀπό τήν ὁποίαν δανείσθηκε σάρκα ὁ Θεός Λόγος.
Γι᾽ αὐτό, νά Τήν εὐγνωμονοῦμε αἰώνια καί νά τήν παρακαλοῦμε ἀδίστακτα, ἀφοῦ πρῶτα ὅμως ἐφαρμόζωμε τίς ἐντολές τοῦ Υἱοῦ καί Θεοῦ Της. Γι᾽ αὐτό καί τιμῆς ἕνεκεν λέγομε «Ὑπεραγία Θεοτόκε σῶσον ἡμᾶς». Διότι, ἡ Παναγία δέν εἶναι ὀντολογικός μεσίτης. Εἶναι ἠθικός μεσίτης, ἀλλά ἐπειδή διαφέρει ἡ παρρησία Της πάρα πολύ ἀπό τήν μεγάλη παρρησία τῶν λοιπῶν Ἁγίων, γι᾽ αὐτό τιμῆς ἕνεκεν λέγομε ''Ὑπεραγία Θεοτόκε σῶσον ἡμᾶς''. Ἐνῶ ὁ Χριστός εἶναι ὀντολογικός μεσίτης πρός τόν Πατέρα. Δηλαδή καί μόνον ἡ ἐνανθρώπισίς Του εἶναι μία πρεσβεία στόν Θεό Πατέρα, εἶναι ἡ αἰτία τῆς συμφιλιώσεώς μας μέ τήν Ἁγία Τριάδα.
Εὔχομαι λοιπόν νά Τήν παρακαλοῦμε ἀδίστακτα καί νά Τήν εὐγνωμονοῦμε αἰώνια, γιατί Αὐτή εἶναι ἡ αἰτία τῆς τῶν πάντων θεώσεως, τῆς ὁποίας θεώσεως εὔχομαι, διά πρεσβειῶν Της, ἐν ἡμέρᾳ Κρίσεως, ἀλλά καί ἀπό αὐτήν τήν ζωή, νά τύχωμε.
Ἀμήν. Γένοιτο!

                                                                   Ἀρχιμανδρίτης Ἀρσένιος Κατερέλος

πηγή : http://anastasiosk.blogspot.gr

Πέμπτη, 18 Δεκεμβρίου 2014

Η μητέρα του Θεού του Anthony Bloom

Θέλω απόψε να μιλήσω για την Ευλογημένη Παρθένο, τη Μητέρα του Θεού εν σχέσει προς εμάς – να προσπαθήσουμε να βρούμε τι μπορούμε να μάθουμε από Αυτήν, τι σημαίνει για μας η Παναγία, ως προσωποποίηση, θα λέγαμε, του ιδεώδους για μας.
Θέλω πρώτα να αναφερθώ στο γεγονός ότι εμείς οι Ορθόδοξοι την ονομάζουμε Μητέρα του Θεού. Με αυτό εννοούμε απλώς ότι Εκείνη είναι το πρόσωπο που έφερε τον Σαρκωθέντα Θεό στον κόσμο. Βεβαίως, δεν είναι Μητέρα Του ως πρός την θεότητά Του, αλλά χωρίς Αυτήν ο Λόγος δεν θα είχε γίνει σαρξ, ο Υιός του Θεού δεν θα είχε γίνει Υιός του ανθρώπου. Μου φαίνεται ότι ο Άγγλος συγγραφέας Charles Williams περιγράφει με τον ωραιότερο τρόπο το γεγονός, υποδεικνύοντας ταυτόχρονα και την πραγματικότητα του γεγονότος και τον αποφασιστικό ρόλο της Μητέρας του Θεού. Λέει ότι… όταν ήρθε το πλήρωμα του χρόνου, μια κόρη του Ισραήλ αποδείχθηκε ικανή να προφέρει το όνομα του Θεού με όλη της τη διάνοια, με όλη της τη βούληση και με όλη της τη σάρκα, και ο Λόγος σάρξ εγένετο. Ήταν ένα δώρο του εαυτού της και την ίδια στιγμή ήταν και μια ηρωική και ανεπιφύλακτη αποδοχή: ένα δώρο του εαυτού της εν ταπεινώσει και μια ηρωική αποδοχή, διότι γνώριζε τι θα μπορούσε να της συμβεί, τι σήμαινε η αποδοχή αυτή, αν τη δούμε με ανθρώπινο μάτι.
Ίσως κάποιοι από σας θυμάστε ότι η λέξη humility (ταπείνωση) προέρχεται από το λατινικό humus που σημαίνει γόνιμο έδαφος. Η ταπείνωση δεν είναι μία κατάσταση την οποία προσπαθούμε να αντιγράψουμε λέγοντας ότι είμαστε ανάξιοι, ότι δεν είμαστε τόσο καλοί όσο οι άλλοι μας θεωρούν – αν μας θεωρούν. Η ταπείνωση είναι η κατάσταση της γης, που παραμένει απολύτως ανοιχτή και υποταγμένη: ανοιχτή σε όλες τις δραστηριότητες των ανθρώπων, δεκτική στη βροχή, στα σκουπίδια μας, στο όργωμα – υποταγμένη και προσφερόμενη αποδίδει καρπούς. Αυτή είναι η πεμπτουσία της ταπείνωσης και αυτό το είδος ταπείνωσης βλέπουμε στην Μητέρα του Θεού. Κι αυτό είναι κάτι που θα μπορούσαμε να μάθουμε απ’ Αυτήν, αν και ως μάθημα είναι τόσο δύσκολο!
Εμείς συνεχώς και κατά τρόπο οδυνηρό φοβόμαστε να προσφερθούμε, να υποταχθούμε, να δώσουμε τον εαυτό μας στον Θεό ή ακόμη και σ’ εκείνους που αγαπούμε και μας αγαπούν. Η αυτοπαράδοση μας τρομάζει, επειδή υπονοεί ένα είδος αδυναμίας. Αρνούμενοι να προσφέρουμε τον εαυτό μας, έχουμε μια αίσθηση δύναμης και σθένους• ωστόσο το σθένος μας δεν μπορεί να καταφέρει μεγάλα πράγματα. Θυμάστε πιθανόν, πως ο Παύλος ζήτησε από τον Θεό να του δώσει δύναμη να εκπληρώσει την αποστολή του, και πως ο Κύριος απάντησε «αρκεί σοι η χάρις μου• η δύναμις μου εν ασθενεία τελειούται» ( Β΄Κορ. 12, 9). Η αδυναμία βέβαια για την οποία μιλάει ο Κύριος δεν είναι ούτε τεμπελιά ούτε νωθρότητα ούτε δειλία. Πρόκειται για μια άλλη αδυναμία, γι’ αυτήν της υποταγής…….
Να ποια ήταν η αδυναμία και η άνευ όρων παράδοση που διακρίνουμε στη γενναιόδωρη προσφορά της Μητέρας του Θεού προς τον Κύριό Της. Είναι εκείνη που στο πρόσωπο Της ανταποκρίθηκε ολόκληρη η δημιουργία στον Δημιουργό. Ο Θεός προσφέρει τον εαυτό Του και η κτίση στο δικό Της πρόσωπο Τον δέχεται, Τον υποδέχεται λατρευτικά, αγαπητικά, με μια ελεύθερη και τολμηρή απόφαση….
Συχνά, δεν συνειδητοποιούμε το ακριβές νόημα των λόγων του Αρχαγγέλου κατά τον Ευαγγελισμό. Ο Αρχάγγελος είπε στην Παρθένο ότι θα γεννήσει ένα γιο και εμείς θαυμάζουμε και μένουμε έκπληκτοι με το όνομα του Παιδίου Ιησού που είναι ο σωτήρας μας. Εκείνη όμως τη στιγμή η υπόσχεση ήταν και απειλή: Σύμφωνα με τον νόμο της Παλαιάς Διαθήκης, ένα άγαμο κορίτσι που εγκυμονούσε έπρεπε να τιμωρηθεί με λιθοβολισμό. Η Μαρία δεν είπε: «Αυτό δεν μπορεί να γίνει• θα μου κοστίσει τη ζωή». Και δεν το είπε γιατί πίστευε ότι κάθε λόγος του Θεού, κάθε υπόσχεσή Του εκπληρώνεται. Είπε: «Ιδού η δούλη Κυρίου, γένοιτο μοι κατά το ρήμα σου». Και το «ρήμα Του», ανθρωπίνως ήταν ο θάνατος Της, εκτός αν συνέβαινε κανένα θαύμα. Κάτι μπορούμε να μάθουμε από αυτό, εμείς που τόσο συχνά δυσπιστούμε στην αμεσότητα και τις υποσχέσεις του Θεού: «Ποιό είναι το κόστος που πρέπει να πληρώσουμε; Ποιόν κίνδυνο εμπεριέχει η υπακοή και η υποταγή στο θέλημα Του ή στην κλήση Του;», διστάζουμε. Και σ’ αυτό, η Παρθένος του Ισραήλ αποδείχθηκε άξια θυγατέρα Αβράμ, όπως ο Ισαάκ….
Εμπιστεύθηκε τον λόγο του Θεού ως αληθινό, και πρέπει να μάθουμε από αυτό ότι, εάν θέλουμε να ανήκουμε στη νέα κτίση…πρέπει να δείχνουμε την πιστότητα που έδειξε η Παναγία…..
Και τέλος, δύο γεγονότα που θα ήθελα να συνδυάσω: η Υπαπαντή του Χριστού και η Σταύρωση: κάθε πρωτότοκο αγόρι έπρεπε να οδηγείται ως προσφορά στον Ναό. Αν κοιτάξουμε προς τα πίσω, στην Παλαιά Διαθήκη, για το πως θεσμοθετήθηκε αυτό, θα ανακαλύψουμε ότι ο Θεός διέταξε τους Εβραίους να προσκομίζουν τα πρωτότοκα αγόρια τους στον ναό ως θυσία, έναντι των πρωτοτόκων των Αιγυπτίων, που χρειάστηκε να πεθάνουν, προκειμένου οι Εβραίοι να αφεθούν ελεύθεροι να φύγουν. Κάθε πρωτότοκο αγόρι, άρα, προσφερόταν στον Ναό και ο Θεός είχε το δικαίωμα ζωής και θανάτου επάνω του. Με το πέρασμα των αιώνων, ο Θεός δεχόταν υποκατάστατα της θυσίας, τρυγόνια και πρόβατα, και μόνο μία φορά δέχτηκε ανθρώπινη προσφορά: τον Μονογενή Του Υιό που χρειάστηκε να πεθάνει στον Σταυρό για να εξαγοράσει το ανθρώπινο γένος – άρα τα δύο γεγονότα συνδέονται μεταξύ τους. Αλλά η Μητέρα που έφερε αυτό το παιδί ήξερε ότι ο Θεός είχε εξουσία ζωής και θανάτου επάνω Του, ωστόσο, χωρίς δισταγμό, με ταπείνωση και πιστότητα το έφερε. Αργότερα, όταν σταθούμε στον Γολγοθά, όπως τον περιγράφουν τα Ευαγγέλια, δεν θα δούμε μία μητέρα που λιποθυμά ή μία μητέρα που διαμαρτύρεται ή εκλιπαρεί για έλεος, όπως πολλές φορές απεικονίζεται. Στα πόδια του Σταυρού, βλέπουμε την Μητέρα του Θεού τυλιγμένη σε μια βαθειά, τραγική σιγή, να βλέπει την εκπλήρωση αυτού που είχε αρχίσει όταν έφερε το παιδί Της στον Ναό. Έστεκε σιωπηλή, απόλυτα ταυτισμένη με τη θεία και ανθρώπινη βουλή του Υιού Της: εκπλήρωνε την προσφορά που είχε αρχίσει τριάντα τρία περίπου χρόνια πριν, συναινώντας στη βούληση του Θεού, συναινώντας στη βουλή του θείου Υιού Της, παραιτημένη από το δικό της θέλημα, τις δικές της ελπίδες, σε μια κίνηση προσφοράς.
Αυτό είναι κάτι που πολύ λίγοι από μας θα χρειαστεί να αντιμετωπίσουμε στη ζωή μας, τουλάχιστον αυτό ελπίζω…….
Να δώσει ο Θεός να διδαχτούμε από την αδύναμη αυτή Κόρη την ηρωική της απλότητα και τη θαυμαστή πληρότητα. Και ας μάθουμε από όλα τα βήματα της ζωής της, από την αυταπάρνηση και το δώρο του εαυτού Της, όλη την ομορφιάς της υπέροχης ταπεινώσεως Της και της τέλειας υπακοής της στον νόμο της αιώνιας ζωής.
( Anthony Bloom, Ο Ευάλωτος Θεός, Το μυστήριο της Γέννησης του Σωτήρα, Εκδ. «Εν πλώ», Αθήνα 2008, σ.87 κ.ε. αποσπάσματα).

Τρίτη, 9 Δεκεμβρίου 2014

Η Ορθόδοξη διδασκαλία για τη σύλληψη της αγ. Άννας


1. 
Σαν εικόνα της δημιουργίας, εικόνα της Εκκλησίας, η Μαρία είναι επίσης «η αυγή της μυστηριώδους ημέρας» -η πρόγευση της Βασιλείας του Θεού. Είναι η παρουσία ανάμεσά μας εκείνης της “κατανοητής εσχατολογίας”, η οποία αναφέρεται τόσο συχνά από Θεολόγους. Από ποιά μυστική πηγή έμαθε η Εκκλησία ότι εκείνη που είναι «παρθένος μετά τόκον» - είναι επίσης «μετά θάνατον ζώσα» (Κοντάκιον της εορτής της Κοιμήσεως).
Η Χριστιανική Ανατολή ποτέ δε λογικοποίησε αυτό το μυστήριο ούτε το έχει εκφράσει σε κατηγορίες, όπως π.χ. προπατορικό αμάρτημα, άσπιλη σύλληψη και donum superadditum. Διαφορετικά σ’ αυτό από τη Δυτική Μαριολογία, η Ορθοδοξία παραδέχεται ότι η Μαρία μοιράστηκε μαζί με την ανθρωπότητα το προπατορικό αμάρτημα και ότι πέρασε από το φυσικό θάνατο. Το θαυμαστό γι’ Αυτήν δεν είναι (αυτό, που πιστεύουν οι Ρωμαιοκαθολικοί) το ότι, μη έχοντας προπατορικό αμάρτημα, δεν ήταν ανάγκη να πεθάνει. Αντί γι’ αυτό, είναι το ότι ο θάνατός της γέμισε εντελώς με ζωή από το Θεό και έτσι άλλαξε σε «ευλογημένη μετάσταση». Είναι η ολοκληρωτική της ενότητα με το Χριστό, που κατέστρεψε το θάνατό της, και την έκαμε την αρχή και το εγκαίνιο της κοινής ανάστασης. Σ’ Αυτήν ένα μέρος αυτού του κόσμου δοξάζεται ολοκληρωτικά και θεώνεται, κι έτσι είναι η «αυγή της μυστηριώδους ημέρας» της Βασιλείας.
π. Αλέξανδρος Σμέμαν
Μετάφραση: Μοναχός Θεοδόσιος  Σταυροβουνιώτης
(Πηγή: Περιοδικό «Ορθόδοξη Μαρτυρία», εκδ. Παγκυπρίου Συλλόγου Ορθοδόξου Παραδόσεως “Οι φίλοι του Αγ. Όρους”. Λευκωσία –Κύπρος)
 
Πηγή: averoph.wordpress.com
Πηγή: averoph.wordpress.com
2. 
…Η Παναγία, κατά τον Δαμασκηνόν, είναι «θυγάτηρ του πάλαι Αδάμ» και ευρίσκεται υπό «τας πατρικάς ευθύνας» (Γ΄, 2) και ως προς την σύλληψίν της και γέννησιν από τους γονείς και ως προς τον θάνατόν της. Συνελήφθη εκ του σπέρματος του Ιωακείμ (Α΄, 2) εν τη μήτρα της Άννης, δηλαδή εκ της φυσικής συναφείας του γάμου[1] Ιωακείμ και Άννης (Α΄, 2• Έκδ. IV, 14) και «εκ γης έχει την γένεσιν» (Α΄, 3), «φθαρτόν εκ του Αδάμ σώμα κληρονομήσασα» (Γ΄,8). Απέθανεν επίσης θάνατον ανθρώπινον (Γ΄,15) και ως «θυγάτηρ Αδάμ… δι΄ Αδάμ το σώμα παραπέμπει τη γη» (Δ΄, 4), και «φυσικώς χωρίζεται» η πανίερος και μακαρία της ψυχή του πανολβίου και ακηράτου της σώματος και το σώμα «τη νομίμω ταφή παραδίδοται» (Β΄, 10).
Επομένως η αγία Παρθένος ήτο, όπως και όλοι οι άνθρωποι, κληρονόμος του προπατορικού αμαρτήματος του Αδάμ, ούτως ώστε ο Δαμασκηνός να ομιλή συγκεκριμένως περί καθάρσεως και εξαγνισμού και εξαγιάσεώς της από το Άγιον Πνεύμα κατά την στιγμήν της εν αυτή συλλήψεως του Θεού Λόγου: «Ταύτην ο Πατήρ μεν προώρισε, προφήται δε δια του Πνεύματος προεκήρυξαν, η δε του Πνεύματος αγιαστική δύναμις επιφοιτήσασα εκάθηρέ τε και ηγίασε και οιονεί προήρδευσε» (Β΄, 4• Έκδ. ΙΙΙ, 2).
Αυτά όλα όμως καθόλου δεν σημαίνουν ότι ο άγιος Δαμασκηνός δεν παραδέχεται και δεν ομιλεί δια την αγιότητα της Παναγίας Θεοτόκου. Τουναντίον μαζί με όλην την Ορθόδοξον Εκκλησίαν και αυτός εξαίρει και δοξάζει πολύ την προσωπικήν αγιότητα της Παναγίας, όπως θα ίδωμεν κατωτέρω, αλλά δεικνύουν μόνον το πόσον μακράν είναι ο ορθόδοξος ιερός Πατήρ από την νεωτέραν αιρετικήν δοξασίαν της Ρωμαϊκής Εκκλησίας περί της «ασπίλου συλλήψεως» της Παναγίας και της γεννήσεώς της άνευ του προπατορικού αμαρτήματος.
Η καινοτομία αυτή, προϊόν του «αλαθήτου» πάπα του Βατικανού, όχι μόνον αποχωρίζει την Παναγίαν από τους προγόνους της, τους προπάτορας, και από την υπόλοιπον ανθρωπότητα κατά τρόπον τόσον αυθαίρετον, ώστε να αρνήται όλον το νόημα της προετοιμαστικής οικονομίας της ιστορίας της Π. Διαθήκης, αλλά και μειώνει την πραγματικήν αξίαν και προσωπικήν αγιότητα της Παναγίας Παρθένου.
Και όχι μόνον τούτο, αλλά το «δόγμα» αυτό υπονομεύει και ολόκληρον την πραγματικότητα και την αλήθειαν της σωτηρίας μας, διότι αρνείται την ενότητα της φύσεως του ανθρωπίνου γένους και θέτει υπό αμφισβήτησιν την πραγματικώς σωτήριον σάρκωσιν του Χριστού από ένα γνήσιον αντιπρόσωπον της ανθρωπότητος.
…Η εν τη Παναγία και εξ αυτής ενανθρώπησις του Θεού Λόγου, κατά τον ίδιον Πατέρα, «δια τούτο γέγονεν, ίνα αυτή η αμαρτήσασα και πεσούσα και φθαρείσα φύσις νικήση τον απαντήσαντα τύραννον και ούτω της φθοράς ελευθερωθή» (Έκδ. ΙΙΙ, 12). Ο αναμάρτητος Κύριος προσέλαβε λοιπόν, ως Σωτήρ, και τα «αδιάβλητα πάθη» της πεπτωκυίας ανθρωπίνης φύσεως, τα οποία δεν είχεν ο Αδάμ προ του προπατορικού αμαρτήματος, και τούτο είναι η φιλάνθρωπος «συγκαταβατική σάρκωσις» (Α΄, 2), «συγκαταβατική ταπείνωσις» (Α΄, 3) και «υψοποιός κένωσις» (Γ΄, 7) του Αμνού του Θεού του αίροντος την αμαρτίαν του κόσμου, και δια τον λόγον αυτόν η Παναγία Θεοτόκος, ως «την του κόσμου σωτηρίαν τον Χριστόν κυήσασα (Β΄, 9), έγινε της σωτηρίας ημών εργαστήριον: «Αμνάς η τεκούσα τον Αμνόν του Θεού τον αίροντα την αμαρτίαν του κόσμου, το της σωτηρίας ημών εργαστήριον, αγγελικών υπερτέρων δυνάμεων, δούλη και μήτηρ Θεού» Σωτήρος (Δ΄, 5).
Δια τούτο ημείς οι Ορθόδοξοι δεν παραδεχόμεθα την ρωμαϊκήν δοξασίαν περί της «ασπίλου συλλήψεως» της Θεοτόκου, περί της εξαιρέσεώς της δηλαδή από την κληρονομικότητα του προπατορικού αμαρτήματος, πράγμα που, όπως είπομεν, υπονομεύει την πραγματικότητα και το σωτήριον της σαρκώσεως του Κυρίου.
Άλλωστε, αν η Παναγία δεν ευρίσκετο υπό το προπατορικόν αμάρτημα, τίθεται το ερώτημα πως τότε απέθανεν[2], εφ΄ όσον ο θάνατος έρχεται ως αποτέλεσμα του προπατορικού αμαρτήματος («είπερ δια της αμαρτίας εις τον κόσμον εισήλθεν ο θάνατος» Έκδ. ΙΙΙ, 27• Ρωμ. 5, 12), ο δε Κύριος «αναμάρτητος ων» («ουχ υπέκειτο θανάτω») θνήσκει εκουσίως ως Σωτήρ και Λυτρωτής59, «τον υπέρ ημών θάνατον αναδεχόμενος» (Έκδ. ΙΙΙ, 27).
Ημείς οι Ορθόδοξοι πιστεύομεν δια την Θεοτόκον όπως μας παρέδωκαν οι Πατέρες και ο άγιος Δαμασκηνός, η δε εσφαλμένη «ευσέβεια» των Δυτικών περί το πρόσωπον της Παναγίας δεν ημπορεί να είναι το μέτρον της πίστεως και της αληθείας. Η ρωμαιοκαθολική «Μαριολογία» πάσχει από τον αποχωρισμόν της και την ανεξαρτητοποίησιν από την Χριστολογίαν και την Σωτηριολογίαν. Παρ΄όλον όμως ότι η Παναγία Θεοτόκος ευρίσκετο, ως εκ της συλλήψεώς της, υπό το προπατορικόν αμάρτημα ως κληρονόμος της αδαμιαίας φύσεως, η ιδία προσωπικώς, κατά τον άγιον Δαμασκηνόν, δεν είχε καμμίαν προσωπικήν αμαρτίαν. Την προσωπικήν της αγιότητα εξαίρει και τονίζει και δοξάζει όλως ιδιαιτέρως ο ιερός Πατήρ, καθώς άλλωστε και όλοι οι Πατέρες και ολόκληρος η Εκκλησία μας.
***
[1]Κατά τον άγιον Δαμασκηνόν «γάμου έκγονα πάντες βροτοί μετά τους του γένους αρχηγέτας» (΄Εκδ. IV, 24). Mόνον ο Χριστός εγεννήθη «ουκ εκ συναφείας φυσικής» (Α΄, 3), «ουκ εκ συναφείας ανδρός ή γεννήσεως ενηδόνου εν τη αχράντω μήτρα της Παρθένου συλληφθείς, αλλ΄ εκ Πνεύματος Αγίου» (΄Εκδ. ΙΙΙ, 1). Επίσης κατά τον άγιον Μάξιμον: «Πάντες οι εξ Αδάμ γεννώμενοι εν ανομίαις συλλαμβάνονται (Ψαλ. 50, 7), υποπίπτοντες τη του προπάτορος καταδίκη… Αρχήν έσχε μετά την παράβασιν η των ανθρώπων φύσις της ιδίας γενέσεως την καθ΄ηδονήν εκ σποράς σύλληψιν και την κατά ρεύσιν γέννησιν, και τέλος τον κατ΄ οδύνην δια φθοράς θάνατον.
Ο δε Κύριος ταύτην ουκ έχων αρχήν της κατά σάρκας γεννήσεως, ούτε τω τέλει, τουτέστι τω θανάτω, υπήρχεν αλωτός» (PG 90, 788B, 1325B). Πρβλ. του αγίου Επιφανίου: «Ου μεν ετέρως γεγεννημένη (η Αγία Παρθένος) παρά την των ανθρώπων φύσιν, αλλά καθώς πάντες εκ σπέρματος ανδρός και μήτρας γυναικός (PG 42, 748). Πρβλ. και Ταρασίου Κωνσταντινουπόλεως, Λόγος εις τα Εισόδια ΠΓ 98, 1485).
[2]Δια τούτο και το νεώτατον «δόγμα» του Βατικανού περί ενσωμάτου αναλήψεως (Assumptio) της Παναγίας εις τον ουρανόν (Βούλλα «Munificentissimus Deus» του πάπα Πίου ΙΒ΄, 1 Νοεμβρίου 1950) αποσιωπά εντελώς το εάν πράγματι απέθανεν ή όχι η Παναγία (πρβλ. M. Jugie, La dιfinition du Dogme de l΄Assomption, Brève analyse et commentaire de la constitution Apostolique «Munificentissimus Deus». Extrait de l’Annèe Théologique, II, 1951, όπου αναφέρεται και ο όρος της Βούλλας: «Immaculatam Deiparam Virginem Mariam, expleto terrestris vitae cursu, fuisse corpore et anima ad coelestem gloriam assumptam», σελ. 5).
Διότι, ενώ η αρχαία πίστις και παράδοσις της Εκκλησίας των Ιεροσολύμων και γενικώς της Ορθοδόξου Εκκλησίας είναι ότι ανελήφθη και το σώμα της Παναγίας εις τους ουρανούς, αφού όμως η Παναγία προηγουμένως απέθανε και το σώμα της ενεταφιάσθη εις την γην, η Βούλλα του πάπα αναγκάζεται να αποσιωπήση το θέμα του θανάτου, διότι την δεσμεύει το προηγούμενον «δόγμα» της «ασπίλου συλλήψεως».
Αθανάσιος Γέφτιτς, “Εισαγωγή” εις Αγ. Ιωάννου του Δαμασκηνού, Η Θεοτόκος – τέσσερις θεομητορικές ομιλίες, εκδ. Αποστολικής Διακονίας, Αθήνα 1995(3).

Δευτέρα, 8 Δεκεμβρίου 2014

Απολυτίκιο Υπαπαντής του Σωτήρος - 2 ΦΕΒΡΟΥΑΡΙΟΥ

Απολυτίκιο Υπαπαντής του Σωτήρος - 2 ΦΕΒΡΟΥΑΡΙΟΥ

Απολυτίκιο Υπαπαντής του Σωτήρος - 2 ΦΕΒΡΟΥΑΡΙΟΥ

ΕΙΚΟΝΕΣ ΤΗΣ ΘΕΟΤΟΚΟΥ