Παρασκευή, 21 Νοεμβρίου 2014

Παναγία Βοηθός (προσευχή)


Συ βοηθός αμαρτωλών, παράκλησις πασχόντων,
Συ ορφανών αντίληψις, ενίσχυσις καμνόντων.
Χειμαζομένων ει λιμήν, πτωχών παρηγορία,
αβοηθήτων δύναμις, χηρών παραμυθία.

Συ ευσεβών το στήριγμα, ελπίς απηλπισμένων,
των εναθλούντων έρεισμα, χαρά των τεθλιμμένων.
Συ σκέπη και αντίληψις των Σοι καταφευγόντων,
Συ ει στερέωμα πιστών, ρύστις κινδυνευόντων.

Σην κραταιάν αντίληψιν παράσχου μοι, Κυρία,
επί την Σην ενίσχυσιν θαρρώ, ω Παναγία.
Συ σκέπε, φρούρει, φύλαττε, από παντώς κινδύνου,
Συ των παγίδων ρύσαι με του δυσμενούς εκείνου.

Συ μοι γενού βοήθεια, σθένος και προστασία,
Συ μοι, Παρθένε, άχραντε, γενού μοι σωτηρία.
Σε δυσωπώ μεσίτευσον προς λύσιν οφλημάτων
τω Σω Υιώ και άφεσιν πολλών πλημμελημάτων,

Κόρη σεμνή, Βασίλισσα, κόσμου η σωτηρία.
Συ έσο μοι παράκλησις, χαρά, παραμυθία,
ίνα απαύστως εν χαρά υμνώ το όνομά Σου,
και ψαλλων μεγαλύνω Σε και τα θαυμάσιά Σου.

Σταύρος Ν. Μαδεράκης - Δρ. Ιστορίας Τέχνης και Αρχαιολογίας Οι εικονογραφικοί τύποι της Παναγίας



Η λατρεία και ο σεβασμός προς την Παναγία όχι μόνον έδωσε σ’ Αυτήν ένα πλήθος ονομάτων, αλλά και καθόρισε την εικονογραφία Της. Ο κύριος εικονογραφικός τύπος της Παναγίας προήλθε από τον Πανάρχαιο τύπο της μητέρας με το νεογέννητο βρέφος στην αγκαλιά. Στη χριστιανική τέχνη ο τύπος αυτός, πού συμβόλιζε την αιώνια αναγέννηση και συνέχεια της ζωής, τη νίκη κατά τού θανάτου, παίρνει συγκεκριμένο θεολογικό περιεχόμενο.
glikofilo;ysa
Ιδιαίτερα μετά τη Σύνοδο της Εφέσου (431) η Παναγία με τον Χριστό στη μητρική καθέδρα, στην αγκαλιά της, ένθρονη ή όρθια, δείχνοντας τον Χριστό (Οδηγήτρια), με το μάγουλο κολλημένο στο πρόσωπο τού αγαπημένου Υιού (Γλυκοφιλούσα), στον τύπο Παναγίας τού Πάθους, δεομένη τέλος με τον Χριστό σε μετάλλιο (Βλαχερνίτισσα) αποτελεί απτή και ζωντανή παρουσία και αιώνια μαρτυρία της Σάρκωσης τού Λόγου.
Γι’ αυτό ή Παναγία με τον Χριστό στην αγκαλιά εικονίζεται στον κατεξοχήν χώρο της εκκλησίας, στο τεταρτοσφαίριο της αψίδας τού ιερού, και με όλους τούς εικονογραφικούς τύπους της, εκτός την Γλυκοφιλούσα και την Παναγία του Πάθους. Στον αιώνα κυρίως συναντούμε την Παναγία δεομένη χωρίς τον Χριστό στις αψίδες μερικών σπουδαίων εκκλησιών, αλλά και άλλου, σ’ έναν ζωγραφικό τύπο, πού κατάγεται πιθανώς από παραστάσεις μαρτύρων δεομένων.
Ο τύπος συμβολίζει τη διηνεκή δέηση για τούς ανθρώπους, την βυζαντινή αυτοκρατορία και τη σωτηρία των από τούς εχθρούς, τούς κινδύνους και τις συμφορές. Παράλληλα συμβολίζει την εκκλησία όπως και όλοι οι τύποι της Πλατυτέρας. Όλοι οι εικονογραφικοί τύποι της Παναγίας είναι παραλλαγές της Πλατυτέρας και της Οδηγήτριας και όποιες άγιες εικόνες Της δημιούργησε η ευσέβεια και η πίστη, όποια ονόματα κι αν έδωσε σ’ Αυτήν, όπως κι αν εικονίζεται, ιερατική αυστηρή, απόμακρη ή ανθρώπινη με πρόσωπο, που αποπνέει άχραντη νιότη, με ευγενικά χαρακτηριστικά, πανσέβαστη δέσποινα, κοσμική κυρία ή με χωριάτικα χαρακτηριστικά σαν την μάνα μερικών από μας, η Παναγία είναι η Μητέρα τού Θεού (ΜΡ ΘΥ).
(Η παρούσα ανάρτηση είναι περίληψη του άρθρου που δημοσιεύτηκε στην έκδοση «Ο γλυκασμός των Αγγέλων» με τίτλο: Η Παναγία στη Βυζαντινή τέχνη και δημοσιεύτηκε εδώ εις ένδειξη σεβασμού στη μνήμη του Σταύρου Μαδεράκη)

Θεοφύλακτος Αχρίδας Εισόδια: Εγκώμιο στην Υπεραγία Θεοτόκο

Λόγος στη γιορτή της Υπεραγίας Δέσποινάς μας Θεοτόκου όταν οδηγήθηκε από τους γονείς της στο Ναό.
Πολλές φορές «η ανάμνηση του δικαίου, που συνοδεύεται από εγκώμια», έγινε αφορμή να ελεγχθεί ο εγκωμιαστής, εάν έπεσε πολύ έξω από την αξία του εγκωμιαζόμενου -γιατί ο λόγος δεν εξισώνεται πάντοτε ούτε σ’ όλες τις περιπτώσεις με την πραγματικότητα. Για τη Δέσποινα όμως κάθε δικαίου, που είναι μητέρα του Θεού, του βασιλιά της δικαιοσύνης, πώς θα μπορέσω να μιλήσω έτσι, ώστε να αγγίξω έστω και λίγο ένα μέρος της πραγματικής άξιάς της, αφού έχω την πρόθεση να εγκωμιάσω τη μνήμη της Θεοτόκου;
ΤΑ-ΕΙΣΟΔΙΑ-ΤΗΣ-ΘΕΟΤΟΚΟΥ_02
Νομίζω πως αν υπήρχαν αγγελικά λόγια, που πραγματικά θα ήταν αγγελιοφόροι κά­ποιων μυστηρίων, ούτε αυτά θα μπορούσαν να φτάσουν τις χάρες της Θεομήτορος. Αυτήν, που η αγιοσύνη ξεπέρασε ολόκληρη την κτίση, κανένας λόγος κτιστού ανθρώπου δεν θα μπορούσε να την εξυμνήσει επάξια. Άραγε θα σωπάσουμε τελείως και θα αντιπαρέλθουμε ασυλλό­γιστα τη μητέρα του Λόγου, η οποία είναι για μας η αιτία της λογικής ζωής, ή θα μιλήσουμε μ’ όσες δυνάμεις έχουμε μακαρίζοντάς την σύμ­φωνα με την προφητεία και μ’ όλη μας τη δύναμη θα σεβαστούμε τα θαυμαστά έργα που έκανε; Μάλλον και μ’ αυτά θα δοξάσουμε το μεγα­λείο του απερίγραπτου Θεού, διακηρύττοντας το μέγεθος αυτών, που βέβαια και δεν κατανοούμε, συγχρόνως όμως θα αγιασθούμε και όσοι μιλάμε γι’ αυτά και όσοι τ’ ακούμε.[…]
Η είσοδος της Παναγίας στην παρούσα ζωή είναι στολισμένη πλούσια με τη θεία χάρη, ώστε και το τέλος που επρόκειτο να ακολουθήσει να είναι ανάλογο. Διαλέ­γεται λοιπόν αυτή, που επρόκειτο να εξυπηρετήσει αυτήν τη γέννα, στολισμένη με όλες τις αρετές, υπερέχοντας απ’ όλα τα κτίσματα, καταγόμενη από βασιλική φυλή, δηλαδή από τη φυλή Ιούδα, από γονείς με λαμπρή καταγωγή και με πιο λαμπρή ευσέβεια, όντας η ίδια θεόσδοτος καρπός στους γονείς της.
Προσέξτε όμως τις αποφάσεις του Θεού. Ήταν άμεμπτοι σ’ όλα τους στη ζωή, κινδύνευαν όμως να μη ξεφύγουν το όνειδος της ατεκνίας στη ζωή τους, είτε ήθελε ο Θεός να δοκιμάσει την πίστη τους, όπως ακριβώς έκανε με τον προπάτορα Αβραάμ (γιατί συνηθίζει ο Θεός να φορτώνει τους πιο δυνατούς με με­γαλύτερο βάρος, για να στεφανώνονται στο τέλος πιο λαμπρά για την πίστη τους και για να γίνονται παρηγοριά για τους κατοπινούς ανθρώπους), είτε γιατί ήθελε να δείξει σ’ αυτούς κάτι άλλο πιο μυστικό και πιο συμβολικό. Όμως εκείνοι, όπως και να το πούμε, σκίζονταν η καρδιά τους και με την ανάμνηση της ατεκνίας ταράζονταν πολύ. Ιδι­αίτερα τη μακαρία Άννα η ρομφαία της ατεκνίας της μάτωνε την καρ­διά -γιατί τί νομίζουμε πως είναι η γυναίκα; Είναι ένα ευαίσθητο ον, ευάλωτο στη λύπη και πολύ ευαίσθητο στη φιλοτιμία.
Τι κάνουν στη συνέχεια; Δεν καταφεύγουν σε γιατρούς, δεν κρεμάνε πάνω τους φυλακτά, δεν ψάχνουν για φάρμακο που βοηθάει την κύηση, δεν πηγαίνουν σε μάγους. Όλα αυτά είναι χαρακτηριστικά πραγματικά άρρωστων ανθρώπων, που τους έχει καταβροχθίσει τις ψυ­χές η απιστία και είναι δεμένοι με μυστικά δεσμά από τον πονηρό. Αυτοί στην πραγματικότητα δεν είναι σωστοί άνθρωποι, για να αφήσουν απογόνους στη ζωή τους.
Όμως εκείνοι δεν είναι τέτοιοι. Στρέ­φουν το βλέμμα τους προς τον Δημιουργό της κτίσης, αυτόν που δημι­ούργησε τους ανθρώπους και τους πολλαπλασίασε και ζωντάνεψε τη νεκρή μήτρα της Σάρρας, αρχίζουν να νηστεύουν και με τις προσευχές τους προσελκύουν τη θεϊκή αγαθότητα και φέρνουν στη μνήμη του όλα τα παλαιά θαύματα, αυτά που απήλαυσαν οι γυναίκες των πατριαρχών, η Σουμανίτις, η μητέρα του Σαμουήλ Άννα, δηλαδή «σπέρ­νουν και ευτυχισμένοι θερίζουν». Αυτοί λοιπόν που ήταν εξουθενωμέ­νοι, μεταβάλλονται και αποκτούν θυγατέρα, που τους ξεπερνάει στην αγιοσύνη και τη θεία χάρη, αφού κατοικεί σ’ εκείνη περισσότερο παρά σ’ αυτούς και διαμένει ο Θεός, ή καλύτερα μπορούμε να πούμε αναπαύ­εται. Σ’ αυτούς απλά κατοικεί μέσα τους ο Θεός, σύμφωνα με το ρητό που λέει· «Θα κατοικήσω ανάμεσά τους και θα πορεύομαι μαζί τους», ενώ της θυγατέρας τους ουσιαστικά γέμισε τη μήτρα.
Μήπως αυτοί περιφρόνησαν τη θεία χάρη; Μήπως μιμήθηκαν τους στείρους γονείς και έτσι κρατούσαν στο σπίτι τους τη θυγατέρα τους και με τρυφερότητα την ανέτρεφαν, ελπίζοντας να την έχουν βοη­θό στα γηρατειά τους, κληρονόμο τους και διάδοχο; Δεν θα ήταν πραγ­ματικοί γονείς της ούτε θα αξιώνονταν να την αποκτήσουν, αν θα σκέ­φτονταν μ’ αυτόν τον τρόπο. Με τη βοήθεια του αγίου Πνεύματος αποξενώνονται από κάθε σαρκική συμπεριφορά, δείχνουν ανώτερη στάση, δωρίζουν στον Θεό το καλό που τους δώρισε και αποδεικνύουν πως παραδέχονται ότι το καλό που κατέχουν προέρχεται από εκείνον και το επιστρέφουν σ’ αυτόν. Στον ναό προσφέρουν στον Δεσπότη αφιέρωμα ζωντανό που κινείται και στον οίκο του Θεού προστίθεται ωραιότητα και ο τόπος του ναού κληρώνεται σαν κατοικητήριο της δόξας -πράγ­μα που και ο Δαβίδ παραδέχεται ότι επιθυμεί, αλλά δεν αξιώνεται να το δει με τα μάτια του. Και ξεχνά η παιδούλα το πατρικό της σπίτι και οδηγείται στον βασιλιά, που επιθύμησε το κάλλος της.
Οδηγείται με τη θέλησή της, με τιμές και δόξα, με λαμπρή πομπή βγαίνει από το σπίτι της, ενώ όλοι χειροκροτούν εγκωμιαστικά την έξοδο. Συνοδεύουν τους γονείς της όλοι οι συγγενείς, οι γείτονες, οι φίλοι. Οι πατέρες συνοδεύουν χαρούμενα τον πατέρα κι οι μητέρες τη μητέρα, οι κοπέλες και οι νεαρές κρατώντας λαμπάδες συμπορεύο­νται με την κόρη του Θεού σαν ένας κύκλος αστεριών φωτεινών γύρω από τη σελήνη κι όλη η Ιερουσαλήμ μαθαίνει το γεγονός και παρακο­λουθεί την πρωτοφανή αυτή πομπή, δηλαδή ένα κοριτσάκι τριών ετών να περιστοιχίζεται με τόση δόξα, να τιμάται με τόση λαμπαδηφορία. Όταν έφτασαν στον ναό, τους περίμενε και τους χαιρετούσε με ψαλμωδίες όλη η ιερατική τάξη και ο ίδιος ο αρχιερέας συγκινούνταν από το θαύμα αυτό και μάλιστα περισσότερο από όλους, επειδή ήταν θεό­πνευστος.
Οι γονείς οδηγούν σ’ αυτόν την κόρη, του την εμπιστεύονται και διηγούνται τα σχετικά με τη στείρωση της Άννας και την υπόσχεση που έλαβαν σ’ αυτό το θέμα και γενικά παραδέχονται πως υπερβαίνει τις δυνάμεις τους η ανατροφή της κόρης. Επειδή ήταν πολύ αγαπητή από τον Θεό, έπρεπε και η ανατροφή της να είναι ανάλογη, ώστε ένα μαργαριτάρι τόσο λαμπρό και σπάνιο να μη ραφτεί πάνω σ’ ένα φτηνό και τιποτένιο ύφασμα, αλλά σ’ ένα βασιλικό ένδυμα, για να το στολί­σει και να το αναδείξει ιδιαίτερα.

Πέμπτη, 20 Νοεμβρίου 2014

Δημήτριος Καββαδίας - Ιερομόναχος Η Μονή της “Κυράς των Αγγέλων”



Η παράδοσις αναφέρει ότι η Εκκλησία της Υπεραγίας Θεοτόκου της «Κυράς των Αγγέλων» ωκοδομήθη δαπάναις της αρχοντικής οικογενείας του Καποδίστρια Βαρλαάμ. Λέγεται ότι οι δύο παίδες του ευγενούς Καποδίστρια Βαρλαάμ επήγαν κάποτε προς άγραν ιχθύων. Συνέβη τότε μεγάλη θαλασσοταραχή ώστε εκινδύνευσεν η ζωή των. Τότε κατέφυγον εις την ιεράν εργασίαν την οποίαν είχον μάθει από το ευσεβές οικογενειακόν αυτών περιβάλλον, ήτοι την προσευχήν. Δακρύοντες απηύθυνον ικεσίας εις την Δέσποιναν του κόσμου, υποσχόμενοι ότι με τα μερίδια της περιουσίας των θα έκτιζον εις έκαστος από μίαν Έκκλησίαν εις την χάριν Της.
Ούτω και περί τα μέσα του 17ου μ.Χ. αιώνος εκτίσθη η Εκκλησία της Παναγίας της Κυράς και ολίγον αργότερα εις τα 1700 η Εκκλησία της Παναγίας εις την περιοχήν Αρκουδίλα, η οποία έκτοτε φέρει ονομασίαν η «Παναγία του Αρκουδίλα». Γεωγραφικώς και οι δύο ούτοι ευκτήριοι οίκοι περιλαμβάνονται εις τον Δήμον των Λευκιμμαίων. Η δε Παναγία Κυρά έδωκε και το όνομά της εις την περιφέρειαν ήτις έκτοτε καλείται ΚΥΡΑ.
Εις την κόγχην του ιερού βήματος εξωτερικώς διαβάζομεν την εξής επιγραφήν: «Η ζωήν εκ ζωής προς ζωήν, ζωήν ημίν δώρησαι, ΙΧΝΣΤ (=1656)». Αύτη πιθανόν να είναι και η χρονολογία κτίσεως ή ανοικοδομήσεως του ναού.
Την κόγχην αυτήν εσωτερικώς κοσμούν η Πλατυτέρα και οι Ιεράρχαι ενώ εις την κόγχην της προθέσεως είναι αγιογραφημένη η Άκρα Ταπείνωσις. Από την παλαιότητα των εξαίρετων αυτών τοιχογραφιών συμπεραίνομεν ότι πρέπει να είναι σύγχρονοι με την περίοδον ανεγέρσεως του ναού.
Εις τα μέσα του 18ου αιώνος ο «Γενικός Προβλεπτής Θαλάσσης» Αυγουστίνος Σαγρέδος (1752-1755) εκδίδει διάταγμα περί απογραφής των ιερών ναών και των μονών της νήσου. Το κοπιώδες αυτό έργον ανέλαβεν τον Απρίλιον του 1753 ο Μέγας Πρωτοπαπάς Κερκύρας Σπυρίδων Βούλγαρις όστις μετά την καταγραφήν των ναών του Πενταχώρου του «Λευχίμου» (= Λευκίμμης) απέστειλε «διά το μάκρος του τόπου» επιτροπήν υπό τους πρωτοπαπά Λευχίμου Ιζέππο Σαμοΐλη, ιερέα Ιωάννη Τζαουσόπουλο και ιερογραμματέα του Γεώργιο Πολυμάρκη διά να καταγράψωσι τα εξωκκλήσια της περιφερείας.
Εκείνοι ήρξαντο της υπηρεσίας των από του Αγίου Αθανασίου (Μπούκα), της Υπεραγίας Θεοτόκου Σκοπιωτίσσης (Ζέλη), του Αγίου Δημητρίου, του Αγίου Νικολάου «εις τράπεζαν» (Τσιούρη) και του Σωτήρος Χριστού (Παντοκράτορος Τσιούρη).
Εν συνεχεία φθάσαντες εις την Κυράν κατέγραψαν εις την ιδίαν γλώσσαν περιγραφής τα εξής: «Ομοίως απήλθον εις την μονήν της Υπεραγίας Θεοτόκου επιλεγόμενης Κοκκινάδας γιους της εμπαρουνίας Δονά Μινότο και άλλων διαφόρων. Εφημέριος παπά Νικόλαος Βλάσης, παπάς Στάθης Βλάσης και παπάς Ανδρέας / Παγιάτης. Η αυτή Μονή είναι εις την περιοχήν των Αγίων Θεοδώρων. / Εις την οποίαν λείπει το κατασάρκη με τους Ευαγγελιστάς εις την Τράπεζαν / και δύο καντιλιέριδες. Έχει ποτίριον, δισκάριον, αστερίσκον και λαβίδα / όλα αργυρά, η λόγχη ατζαλένια. Ευαγγέλιον και λειτουργία και αντιμίνσιο και τα αναγκαία ιερά και βιβλία, έξω από την αποκαθήλωσιν εις τον αέρα. Έχει εντράδα αρκετή μα δεν ηξεύρουν να / ειπούν την ποσώτητα αυτής. Έχει εμπόλιαις δύο, και θυμιατόν μπρούτζινο / και πέντε καντήλια μπρούτζινα».
Από το πολύ εύγλωττον αυτό κείμενον πληροφορούμεθα κατ’ αρχάς την πάλαιαν ονομασίαν της Μονής, η οποία ήτο Παναγία της Κοκκινάδας και η οποία συν τω χρόνω εξέλιπεν. Καίτοι ήτο ναός, απλούς ευκτήριος οίκος του ιδιοκτήτου της, ονομάζεται μονή κατά συνήθειαν της εποχής. Ανήκε εις την Βαρωνίαν Δονά Μινότο και τα εισοδήματά της ήσαν υψηλά.
Εις το σημείον τούτο οφείλομεν να επισημάνω μεν ότι προϊόντος του χρόνου εξέλιπεν η ονομασία «Κοκκινάδα» και επεκράτησε η ονομασία «Κυρά» και μάλιστα όχι αυθαιρέτως. Εικάζεται ότι το όνομα αναφέρεται εις υπαρκτόν πρόσωπον, εις ιδιοκτήτριαν τινά της περιοχής. Εις αυτήν ίσως να οφείλεται το τοπωνύμιον «Κγιρά» το οποίον βλέπομεν αναγραφόμενοι εις το κτηματολόγιον του ναου της Υ.Θ.Οδηγητρίας Λευκίμμης. Σχετικώς διαβάζομεν τα εξής: «Αφιέροσε ο π(οτε) Ματίος Βούλγαρης στην άνοθεν μονήν μίαν ελεά σουβλολιά, διά τον τάφον όπου τον έθαψα μέσα ήστην άνοθεν μονήν, πλησίον της κιράς. Αφιέροσε εις τι(ν) άνοθεν μονή ο π(οτε) παπά Δούλος Κουτρούλης τέσσερης ριζάρια ελιές σουβλολιές όπου έχι ανταμός με την μονήν της Κυρίας Θεοτόκου της θαυματουργίς χωρίον των Αναπλάδων πλησίον το αμπέλη του Γιάνι Κουλούρη του π(ότε) Σπίρου…».

Εμφανίσεις και θαύματα της Παναγίας στο Άγιο Όρος

  • Από  Ανδρέου Μοναχού Αγιορείτου
Εμφανίσεις και θαύματα της Παναγίας στο Άγιο Όρος
Το Άγιον Όρος είναι κλήρος της Παναγίας

Η Κυρία Θεοτόκος όταν φανερώθηκε στον πρώτο ερημίτη του Άθωνα, τον άγιο Πέτρο (655—681) και μετά από τέσσερις ως πέντε αιώνες στον ηγούμενο της Μεγίστης Λαύρας Νικόλαο και στον ένα και στον άλλο είπε: « Η κατοίκησή σας και η κατά Θεόν ανάπαυσή σας αλλού πουθενά δεν θα είναι παρά μόνο στο Όρος του Άθωνος, το οποίον έλαβα από τον Υιόν και Θεόν μου να είναι κλήρος δικός μου, στον οποίον εκείνοι που θέλουν να αναχωρήσουν από τις κοσμικές φροντίδες συγχύσεις, να έρχονται σ' αυτό και να δουλεύουν στο περιβόλι αυτό, να καλλιεργούν την αρετή, την καθαρότητα της καρδιάς και την αγνότητα της ψυχής τους και από τώρα και εμπρός θα λέγεται από όλους «Άγιον Όρος» «Αγιον Όρος τουτεΰθεν κεκλήσεται... καί περιβόλι δικό μου».


«Υπόσχομαι δε, πολύ να αγαπώ, να βοηθώ και να σκέπω εκείνους, που με άδολη καρδιά έρχονται να δουλέψουν ολόψυχα στο Θεό, να προσεύχονται αδιάκοπα για την ψυχή τους, να παρακαλούνε το Θεό για την Εκκλησία Του και όλο τον κόσμο να τον φωτίσει ο Θεός να γίνουν όλοι πρόβατα γνήσια και άδολα του Χρίστου και Θεού μας.»


«Με το έλεος και τη χάρη του Υιού και Θεού μου θα γεμίσει από την μια άκρη ως την άλλη το Όρος τούτο από Μοναχούς πλήθος πολύ ευσεβών και Ορθοδόξων. Για τούτο χαίρεται και αγάλλεται το πνεύμα μου, διότι όλοι αυτοί, θα υμνούν, θα ευλογούν και θα δοξάζουν το πάντιμον και μεγαλοπρεπές όνομα της Παναγίας Τριάδος. Από αυτούς τους Μοναχούς, με τα σημεία και θαύματα που θα κάνουν, με την καθαρή και άγια ζωή τους, θα δοξάζεται και θα μεγαλύνεται, σε όλα τα πλάτη και τα μήκη, σε Ανατολή και Δύση, σε Βορρά και Νότο το όνομα του Θεού από όλον τον κόσμο.»


«Από την θλίψη, τη στενοχώρια, τους πειρασμούς, τα σκάνδαλα και τις στερήσεις που θα υπομένουν οι Μοναχοί αυτοί, θα μάθει ο κόσμος να κάνει υπομονή στις δύσκολες στιγμές της ζωής του.»


«Για όλα αυτά δε που θα υπομένουν αυτοί και δι' αυτών όλος ο κόσμος, θα παρακαλέσω τον Υιόν και Θεόν μου να συγχώρεση τις τυχόν ελλείψεις τους και να τους αξιώσει θείων και ουρανίων χαρισμάτων. Θα παρακαλέσω να τους χαρίσει ειλικρινή μετάνοια και φωτισμό για να κάνουν καλήν απολογία, κατά την ημέρα εκείνη την μεγάλη και επιφανή της Δευτέρας Παρουσίας και στη μέλλουσα δίκαια Κρίση να τύχουν του απείρου ελέους. Αλλά και στην παρούσα ζωή θα έχουν κι από μένα μεγάλη βοήθεια, διότι θα τους ελαφρύνω τους πόνους, τους κόπους, τις πίκρες και θα αποδιώχνω τους νοητούς και αισθητούς πειρασμούς, που θα τους γίνονται από τον εχθρό και επίβουλο Διάβολο και πολέμιο του ανθρωπίνου γένους».

Η Παναγία αγαπάει τους Μοναχούς σαν παιδιά της.


Με τις υποσχέσεις και θείες υποθήκες αυτές της Παναγίας μας, το Άγιον Όρος, από τότε που κατοικήθηκε από Μοναχούς και μέχρι σήμερα, διαφυλάχθηκε και συνεχίζει την αγία ζωή και πνευματική δράση του, καίτοι οί κάτοικοι του Μοναχοί σκληρά κατά καιρούς δοκιμάστηκαν και μέχρι σήμερα δοκιμάζονται, από διαφόρους πειρασμούς ορατούς και αόρατους, με τη βοήθεια του Θεού και τη σκέπη της Θεοτόκου θα συνεχίσει τον Ιερόν αγώνα του, για να διαφυλάξει την Πίστη, τη γλώσσα και τις εθνικοθρησκευτικές Παραδόσεις του Χριστιανισμού αβλαβείς και αδιαλώβητες, όπως από την αρχή μας τις παρέδωσαν οι άγιοι Πατέρες των Επτά Αγίων Οικουμενικών Συνόδων της Αγίας Εκκλησίας μας.alt


Στο κοινόβιο Μοναστήρι του Αγίου Παύλου, πριν από 30 χρόνια ζούσε ένα πολύ απλό κι αγαθό Γεροντάκι, γνωστός με το όνομα Γερο - Θωμάς, πάντα πρόθυμος και ακάματος εργάτης της υπακοής. Σαν υπηρεσία του (διακόνημα) είχε να είναι βοηθός στον ζυμωτή και φούρναρη του Μοναστηριού.


Μια μέρα έτυχε ανάγκη να απουσιάσει για δυο ημέρες ο ζυμωτής και φούρναρης της Μονής Γερο - Γρηγόρης, ο οποίος από χρόνια είχε την υπηρεσία αυτή και γνώριζε πολύ καλά και εξυπηρετούσε τα διακονήματα αυτά, με πολύ προσήλωση και ευλάβεια.


Σαν αντικαταστάτη του στις υπηρεσίες αυτές, άφησε τον Γερο -Θωμά, ο οποίος επειδή δεν είχε ποτέ του ζυμώσει ξαφνιάστηκε και βρέθηκε σε μεγάλη απορία, διότι έπρεπε να ζυμώσει και να φουρνίσει τότε και να δώσει ψωμί για δυο ημέρες στους πατέρες του Κοινοβίου που τότε είχε περισσότερους από εξήντα Μοναχούς και σε δέκα ως είκοσι διερχόμενους κάθε ημέρα προσκυνητές.


Στη μεγάλη αυτή ανάγκη και απορία που βρέθηκε ο Γερο - Θωμάς, άρχισε να κάνει θερμή προσευχή και με δάκρυ να παρακαλεί την Παναγία Μητέρα του Κυρίου ημών Ιησού Χριστού, Κυρία Θεοτόκο και τον άγιο Παύλο, να τον φωτίσουν τι να κάνει; στην προκειμένη περίπτωση, γιατί τα είχε κυριολεκτικά χαμένα και δεν ήξερε πούθε να αρχίσει.


Ξαφνικά παίρνει την μαγιά του προζυμιού και εκεί που πήγε να βάλει νερό κι αλεύρι βλέπει δίπλα του μια μεγαλόπρεπη μαυροφορούσα γυναίκα, η οποία πήρε το προζύμι το ανακάτεψε, έβαλε το αλεύρι στην σκάφη και σε δυο ώρες έγινε το ζυμάρι, έπλασε τα ψωμιά τα φούρνισε και μέσα στις δυο αυτές ώρες ξεφούρνισε και έδωσε ο Γερο -Θωμάς ψωμί στους Μοναχούς, οι οποίοι ακόμη μέχρι σήμερα δεν μπορούν να ξεχάσουν την γλυκύτητα και νοστιμιά του ψωμιού αυτού.


Ο δε Γερο - Θωμάς σαν υπνωτισμένος δεν κατάλαβε τίποτε, πώς και με ποιό τρόπο γίνανε όλα αυτά! Το μόνο που κατάλαβε ήταν η μαυροφορεμένη εκείνη γυναίκα, που δεν ήταν άλλη παρά η Κυρία Θεοτόκος.


Οι δε αδελφοί της Μονής αυτής του έλεγαν: Γερο- Θωμά, κάτι φάρμακο θα έβαλες μέσα στο ψωμί που είναι τόσο γλυκό και νόστιμο και έγινε τόσο γρήγορα και τόσο ωραίο.


Εδώ έδωκε την παρουσία της η Κυρία Θεοτόκος που σαν μάνα φροντίζει τα παιδιά της, τους Μοναχούς του Αγίου Όρους για να μη μείνουν νηστικοί από έλλειψη τροφίμων και άρτου, όπως. εμπράκτως το είδαμε όλοι κατά τα χρόνια της Γερμανικής Κατοχής 1940 -1944.




Παρόμοιο θαύμα της Παναγίας στην Νέα Σκήτη


Για την ιδιαίτερη φροντίδα της Κυρίας και Δεσποίνης ημών Θεοτόκου, οι Πατέρες της ιεράς Νέας Σκήτης, μου διηγήθηκαν το ακόλουθο γεγονός:
Το έτος 1942, που η Γερμανική κατοχή, είχε επιφέρει μεγάλη συμφορά στην Πατρίδα μας και η πείνα και στέρηση των υλικών αγαθών και ιδιαίτερα η έλλειψη τροφίμων θέριζε κυριολεκτικά τους αδελφούς μας Έλληνες, οι Μοναχοί του Αγίου Όρους, από την φροντίδα και μέριμνα της Παναγίας Μητέρας μας και μητέρας όλου του κόσμου δεν αισθάνθηκαν την έλλειψη των αγαθών, όπως οι άλλοι αδελφοί μας στον κόσμο βρισκόμενοι, που από την πείνα πέθαιναν κάθε μέρα και τους μάζευαν από τον δρόμο τα κάρα και ομαδικά τους ενταφίαζαν.


Έτσι λοιπόν δυο χρόνια υστέρα από τον Αλβανικό πόλεμο με τους Ιταλούς, που οι Γερμανοί κατέλαβαν την Πατρίδα μας και είχαμε γενικό αποκλεισμό από τρόφιμα, οι Πατέρες της Νέας Σκήτης μου είπαν, δεν είχαμε αλεύρι παρά μόνο για δυο ζύμες, το οποίο άμα θα τελείωνε, τι θα γινόμαστε τότε; Είχαμε στην συνοδεία μας εκτός από τον πατέρα Θεοφύλακτο και τον μακαρίτη τον Γερο - Γαλακτίωνα στο σπίτι μας, είπε ο Παπά Ιωακείμ ο Σπετσέρης. ότι στην συνοδεία μας είχαμε ακόμη ένα άτομο και φτάσαμε σε τρομερή απογοήτευση.


Αυτός ο μακαρίτης τώρα και τότε γέροντας μας Ιωακείμ, άνθρωπος του Θεού με πολλή μεγάλη πίστη στον Θεό και γενναία ψυχή, προικισμένος με πνεύμα υπομονής, Πίστεως και αγάπης προς όλον τον κόσμο, μας έδινε θάρρος και μας έλεγε: «Μη λυπήστε παιδιά μου, δεν θα μας αφήσει ο Θεός, εμείς έχουμε την Παναγία μητέρα του Θεού, βοηθό, η οποία, σύμφωνα με την υπόσχεσή της, θα φροντίσει για μας. Αλλά εάν παραχωρήσει ο Θεός να στερηθούμε τα υλικά αγαθά και να πεινάσουμε δεν θα πάθουμε τίποτε μεγάλο κακό, γιατί αν με υπομονή καί δίχως γογγυσμό υποφέρουμε ο,τι κακό θα μας βρει, τούτο θα είναι καλό και ωφέλιμο για την ψυχική μας σωτηρία. Εμείς σαν Μοναχοί, πρέπει να κάνουμε κουράγιο, να έχουμε την ελπίδα μας στο θεό και στην Κυρία Θεοτόκο και με το υπόδειγμά μας να δίνουμε θάρρος και στον άλλο κόσμο που υποφέρει πολύ περισσότερο από μας».


Από τις ζύμες το αλεύρι, με πολλή μεγάλη οικονομία καί μέτρο, περάσαμε από τον Απρίλη μέχρι τον Αύγουστο, οπόταν άρχισαν οι καθημερινές Παρακλήσεις της Παναγίας για το 15) Αύγουστο.


Ψωμί δεν είχαμε πλέον καθόλου, ο τότε γείτονας μας Πάτερ Αρσένιος Μαντζαρόλας, που τον είχε η Σκήτη μυλωνά, εκτός του ότι αυτός δεν είχε καθόλου ψωμί, αλλά είχε πάρει δανεικά και χρωστούσε στον έναν και στον άλλον, ολόκληρη φουρνιά 15—20 ψωμιά, χωρίς να μπορεί να τα επιστρέψει.


Στο δικό μας σπίτι αυτός, λέγει η Συνοδεία του πατρός Ιωακείμ Σπετσέρη, πολύ σπάνια ερχόταν, σχεδόν ποτέ, γιατί ο Γέροντας μου πάντα τον συμβούλευε και του έλεγε να σταματήσει τα ταξίδια που συχνά έκανε στον κόσμο, για το νεαρό της ηλικίας του και για τους κινδύνους που διατρέχει ο μοναχός στον κόσμο περιφερόμενος.


Η Παναγία έφερε σιτάρι

Ήτανε δώδεκα του μηνός Αυγούστου, η ώρα έξι (6) το μεσημέρι, ώρα Βυζαντινή (ή οποία κατά την δύση του ηλίου θα πρέπει πάντοτε σε όλες τίς εποχές του έτους να δείχνει ο ωροδείκτης 12), ακούμε να κτυπάει η πόρτα. Έτρεξε ο Πάτερ Ιάκωβος για να ανοίξει. Είδε τον Πατέρα Αρσένιο Μαντζαρόλα να κτυπάει, του άνοιξε και στην ερώτηση που του έκανε: «Πώς τέτοια ώρα πάτερ Αρσένιε, τι σου συμβαίνει; η οσιότητά σου δεν ερχότανε τον καλό καιρό και τώρα μεσημεριάτικα τι συμβαίνει;». Εκείνος σχεδόν κλαμένος του απάντησε: «Σώπα, π. Ιάκωβε, και έλα έξω στην απλωταριά — στην βεράντα— στον εξώστη, να δεις τα θαύματα της Κυρίας Θεοτόκου καί την φροντίδα που έχει για μας τους Μοναχούς της η Παναγία μας.


Πράγματι βγήκαμε και οι δυο στην απλωταριά και είδαμε τα κατάρτια ενός πλοίου. Ιδού μου λέγει, π. Ιάκωβε, η Παναγιά μας έφερε σιτάρι! Εγώ είπα: «Πώς το έμαθες αυτό Π. Αρσένιε; πήγες στην παραλία, κατέβηκες κάτω και το είδες;». Ο Αρσένιος τότε μου είπε: «Πάτερ μου εγώ δεν πήγα στην παραλία, αλλά επειδή, όπως γνωρίζεις, δεν έχω καθόλου ψωμί και χρωστάω τόσα στους Πατέρες και ντρέπομαι να τους δω, αποφάσισα αύριο τα ξημερώματα να φύγω και με τα πόδια σιγά σιγά από τη στεριά να φτάσω στην πατρίδα μου την Σπάρτη.


Έτσι, με τη σκέψη αυτή, ξάπλωσα στο ντιβάνι μου να ξεκουραστώ νηστικός και πολύ στενοχωρεμένος. Μόλις αποκοιμήθηκα ή μισο-ξύπνιος ήμουνα, βλέπω την μάνα μου, η οποία ήρθε και μου είπε, τι έχεις παιδί μου και είσαι έτσι λυπημένος; «Μάνα, της είπα, τι άλλο θέλεις να έχω, δεν έχω καθόλου ψωμί, μάνα πεινώ. Κι αυτή μου είπε πάλι: «Και γι' αυτό θέλεις να φύγεις από το Όρος; της είπα, ναι, γι' αυτό.


Και που λογαριάζεις να πας παιδί μου; δυστυχισμένο παιδί, δεν είμαι εγώ η Κυβερνήτης του Όρους;
Τόσους αιώνες το προστάτευα, το συντηρώ και το διαφυλάττω, το Όρος ολόκληρο και τους εν αυτώ υπομένοντας πατέρες, δεν τους έχω και τους φροντίζω σαν τέκνα μου αγαπητά; Και πώς είναι δυνατόν να αθετήσω την υπόσχεσίν μου αυτήν; Ιδού σας έφερα κάτω ένα Καΐκι με σιτάρι, σήκω κατέβα και πάρε».
Εγώ σε αυτά είπα: «Μητέρα μου, πώς θα πάρω το σιτάρι αφού δεν έχω χρήματα;

Κι αυτή μου είπε: «Το γνωρίζω κι αυτό παιδί μου, αλλά εδώ κάτω είναι ο Γέρο - Συμεών ο δούλος μου με την συνοδεία του, κι αυτός δεν έχει σιτάρι και στενοχωριέται, πλην όμως σε μένα έχουν την ελπίδα τους. Πήγαινε σ' αυτούς και θα σου δώσουν χρήματα και να τους πεις να κατέβουν κι αυτοί κι όλοι οι Πατέρες να πάρουν.


Αυτά μου είπε κι έφυγε Π. Ιάκωβε. Έλα λοιπόν κι εσύ πάμε μαζί κάτω να πάρουμε σιτάρι. Να το Καΐκι. Όπως βλέπεις δεν ήταν αυτή η μητέρα μου, αλλά ολοφάνερα ήταν η Παναγία η μεγάλη μας Μητέρα.


Ο Πατήρ Ιάκωβος έτρεξε στον Γέροντα μας και του είπε «δώσε Γέροντα στον Παντελεήμονα χρήματα και σακιά, κι εμείς με τον Π. Αρσένιο φεύγουμε για την παραλία να προλάβουμε να πάρουμε λίγο σιτάρι, μήπως μας φύγει το Καΐκι.


Όταν κατεβήκαμε στην θάλασσα, βρήκαμε τους Καπεταναίους στην Καλαμιά, εκεί που τώρα είναι ο αρσανά του Παπα - Βαρλαάμ. Οι ναυτικοί ήταν καθισμένοι και έλεγαν: «Πατέρες εμείς δεν έχουμε σιτάρι για πούλημα. Εμάς, από την Καβάλα μας αγγάρευαν οι Γερμανοί να πάμε είδη πολέμου στον Κολυνδρό και μας επέτρεψαν να πάρουμε σιτάρι 300 οκάδες για κάθε οικογένεια. Αυτό έχουμε, αλλά επειδή κι εσείς δεν έχετε καθόλου θα σας δώσουμε να πάρετε από 30 οκάδες κάθε άτομο, για οικονομηθήτε τώρα».


Ρώτησαν τον Π. Αρσένιο, πόσοι μοναχοί είστε εσείς; Ο Π. Αρσένιος είπε εγώ είμαι μόνος μου. Καλά είπαν θα πάρεις 30 οκάδες. Ο π. Αρσένιος είπε, σας ευχαριστώ.
Εσείς Π. Ιάκωβε πόσοι είστε;
Αυτός απάντησε, εμείς είμαστε πέντε (5) γιατί είχαμε και τον Γερο - Βαρθολομαίο.
Εσείς τότε θα πάρετε, είπαν οι Καπεταναίοι, εκατόν πενήντα (150) οκάδες. Και είπαμε δόξα να έχει ο Θεός, σας ευχαριστούμε.


Φύγανε τότε όλοι κι εγώ έμεινα εκεί. Οι άλλοι με την βάρκα πήγανε στο Καΐκι ζύγισαν το σιτάρι και το φέρανε έξω στην παραλία.


Οι Γερμανοί αξιωματικοί, δεν τους «είπαν τίποτε. Όταν ήρθαν έξω, τότε οι άνθρωποι που είχαν το Καΐκι είπαν: «Πατέρες, οι Γερμανοί φοβούνται και δεν θέλουνε να φύγουμε τώρα που είναι ακόμη ημέρα, αλλά θέλουν να φύγουμε τα μεσάνυχτα, γι' αυτό μήπως μπορούσαμε, με την ευκαιρία αυτή, εμείς να προσκυνήσουμε τα άγια Λείψανα που έχετε εδώ στην Σκήτη σας; Ο Π. Ιάκωβος τους είπε: «ευχαρίστως μπορείτε, βεβαίως, να έρθετε επάνω». Ο Δίκαιος μας, που τότε ήταν ο Γέρο - Ανατόλιος, ο οποίος έμενε στην Καλύβη του αγίου Σπυρίδωνος, είναι δικός μας και θα σας αφήσει να προσκυνήσετε, ελατέ πάμε. Τους πήρε κι ανεβήκαμε όλοι μαζί.


Όταν φτάσαμε στο προσκυνητάρι λέει ο Καπετάνιος:
«Πατέρες μήπως μπορούσατε να μας δώσετε λίγο καφέ, μια-δυο οκάδες και να σας δώσουμε σιτάρι; Εμείς τους είπαμε πολύ καλά να σας δώσουμε, για τόσο λίγο πράγμα δεν γίνεται λόγος. Ο Καπετάνιος τότε είπε, καλά, αλλά με τι τιμή θα μας τον δώσετε; Εμείς, τους είπαμε, τώρα τελευταία αδελφοί, τον καφέ τον αγοράσαμε προς 50 δραχμές την οκά και το σιτάρι έχει δέκα δραχμές, εσείς θα μας δώσετε πέντε οκάδες σιτάρι για κάθε οκά καφέ. Ο Καπετάνιος τότε είπε: «όχι Πατέρες αυτό δεν είναι δίκαιο, αλλά θα σας δώσουμε για κάθε οκά του καφέ είκοσι οκάδες σιτάρι, έτσι πάει, αυτή είναι ή τιμή του τώρα.


Ο Π. Ιάκωβος τους είπε, όχι αδελφοί, αυτό είναι αισχροκέρδεια και δεν το θέλει ο Δεσπότης Χριστός, δεν είναι σωστό πράγμα και εκείνοι είχανε τις αντιρρήσεις τους, για να μας δώσουν όσο αυτοί θα κρίνουν σωστό, αυτό και έγινε για να ικανοποιηθούν όλοι.
Τότε εγώ είπα, Πάτερ Ιάκωβε, τι καθόμαστε, πάμε σύντομα επάνω, γιατί αργήσαμε κι ο Γέροντας μας θα ανησυχεί και θα νομίζει πως πάθαμε τίποτε.


Ο ναύκληρος τότε είπε: «Έχετε κι άλλον Γέροντα; του είπαμε ναι, έχουμε και είναι άγιος άνθρωπος, τότε αυτός είπε: «Πατέρες όλο το σιτάρι που έχουμε στο Καΐκι μας θα μείνει εδώ για όλους τους αδελφούς σας».


Πήγαμε στο Κυριακό της Σκήτης, προσκύνησαν οι ναυτικοί τα άγια Λείψανα κι εμείς κάναμε θερμή δοξολογία και ευχαριστία με παράκληση και με ολονύχτια αγρύπνια, ευχαριστήσαμε την προστάτιδα του Αγίου Όρους, Κυρία και Δέσποινα Θεοτόκο και την παρακαλέσαμε με πίστη και θερμά δάκρυα να καταπαύσουν οι πόλεμοι και να ειρηνεύσει ο κόσμος και έτσι οί ναυτικοί με τους Γερμανούς έφυγαν κατασυγκινημένοι και πολύ ευχαριστημένοι, όπως μας βεβαίωσαν.alt


Κι άλλο φανερό θαύμα της Παναγίας

Όταν στις Καρυές που είναι η Πρωτεύουσα του Αγίου Όρους, στις 3 Οκτωβρίου 1948 οι Κομμουνιστές αντάρτες οκτακόσιοι (800) περίπου επιτέθηκαν εναντίον της Χωροφυλακής και του πολιτικού Διοικητού του Αγίου Όρους κ. Παναγιωτάκου.


Την ημέρα εκείνη, που άρχισε η επίθεση των ανταρτών πολύ πρωί, στο Κελί — μικρό Μοναστηράκι — «ο Προφήτης Ηλίας» του οποίου ο Γέροντας Διάκο - Διονύσιος γιόρταζε την μνήμη του αγίου Διονυσίου του Αρεοπαγίτου, είχε θεία λειτουργία, για την ονομαστική γιορτή του και στη θ. λειτουργία αυτή ήταν συνηγμένοι περισσότεροι από πενήντα (50) Μοναχοί.
Οι θείες λειτουργίες στο άγιον Όρος αρχίζουν πολύ πρωί και τελειώνουν στις 8—9 πρωινή ώρα, πριν όμως να τελειώσει η θεία αυτή λειτουργία, οι αντάρτες άρχισαν την επίθεσή τους με διάφορα όπλα, πολυβόλα και βαρείς όλμους. Ένα από τα βλήματα του όλμου έπεσε επάνω στην σκεπή του Κελλιου αυτού, που όπως είπαμε ήταν μαζεμένοι οι Μοναχοί, οι οποίοι φοβήθηκαν γιατί δεν ήξεραν τι είχε συμβεί και κλείστηκαν όλοι μέσα στο Κελί αυτό.


Από επέμβαση καθαρά της θείας Πρόνοιας, με την πρεσβεία και προστασία της Κυρίας Θεοτόκου, όλως παραδόξως, δεν εξερράγη — δεν έσκασε — το βλήμα του όλμου και έτσι από τους Πατέρας δεν έπαθε κανείς τίποτε, διότι αν έσκαγε ο όλμος ασφαλώς δεν θα γλίτωνε κανείς από τους Μοναχούς.


Τέτοια θαύματα πάρα πολλά έκανε η Παναγία μας στο Περιβόλι της, κατά τα μαύρα εκείνα χρόνια της Γερμανικής Κατοχής και του ανταρτοπόλεμου οπού ήταν φανερή η επέμβασή Της.
Δεν πρέπει να κρίνουμε από τα φαινόμενα.


Ο μακαρίτης πνευματικός μου από τη Σκήτη των Καυσοκαλυβίων Παπα - Νικόδημος μου διηγήθηκε την ακόλουθη ιστορία παρμένη από Πατερικά αγιορείτικα χειρόγραφα:
«Ένας πιστός χριστιανός, επί δέκα πέντε χρόνια πήγαινε στον πνευματικό του και εξομολογούνταν τις ανθρώπινες αδυναμίες του. Μια μέρα όμως, όπως συνήθιζε, πήγε στον πνευματικό του να πορνεύεται με μια γυναίκα.
Αμέσως βγήκε έξω και φεύγοντας είπε στον εαυτό του: Αχ! τι έπαθα, αλίμονο σε μένα, έχω τόσα χρόνια που εξομολογούμαι σε αυτόν και τώρα τι θα κάνω; θα κολασθώ, γιατί όσα αμαρτήματα κι αν μου συγχώρεσε, έφ' όσον είναι αμαρτωλός άνθρωπος, είναι όλα ασυχώρετα. Έκλεγε και χτυπιόταν ο άνθρωπος για το κακό που τον βρήκε και δεν ήξερε τι πρέπει να κάνει.
Στο δρόμο που έφευγε δίψασε, προχώρησε λίγο και μπροστά του βρέθηκε ένα μικρό ρεματάκι στο οποίο έτρεχε γάργαρο και πεντακάθαρο νερό. Έσκυψε και ήπιε. Ήπιε τόσο που χόρτασε και δεν του έκανε καρδιά να φύγει αλλά ήθελε να πιει κι άλλο από εκείνο το νεράκι.


Σε μια στιγμή σκέφτηκε με το λογισμό του και είπε: «Αν εδώ στο ρεματάκι το νερό αυτό είναι τόσο καθαρό και νόστιμο, φαντάσου πώς θα είναι στη πηγή. Με την σκέψη αυτή ξεκίνησε να βρει την πηγή του νερού.


Όταν έφτασε όμως εκεί τι να δει! Βλέπει το νερό να βγαίνει μέσα από ένα ψόφιο και βρώμικο κουφάρι σκύλου, μέσα από το στόμα του!! Τότε βαθιά αναστέναξε και είπε: αλίμονο σε μένα τον άθλιο, μαγαρίστηκα ο ταλαίπωρος που ήπια από το μολυσμένο αυτό νερό, φαίνεται είμαι πολύ αμαρτωλός και ακάθαρτος για να μου συμβαίνουν αυτά τα πράγματα.


Στη μεγάλη αυτή στενοχώρια που βρισκότανε, παρουσιάστηκε Άγγελος Κυρίου και του είπε: «Γιατί, άνθρωπε μου, στενοχωριέσαι και λυπάσαι για τα πράγματα που σου συμβαίνουν; ΙΙρώτα σαν ήπιες το νερό από το ρεματάκι δεν ευχαριστήθηκες που το βρήκες πολύ καθαρό και δεν το χόρταινες να πίνεις και τώρα που είδες πούθε βγαίνει λες ότι μαγαρίστηκες; Είδες ότι βγαίνει από το στόμα του σκύλου και λες ότι μολύνθηκες; Εάν, αγαπητέ μου, ο σκύλος είναι, ψόφιος και ακάθαρτος μη λυπάσαι γι' αυτό εσύ, διότι το νερό που ήπιες εσύ κι ο κόσμος όλος που πίνει, μπορεί να βγαίνει από το ακάθαρτο στόμα του σκύλου, αλλά το νερό που βγαίνει δεν είναι δικό του, δεν είναι του σκύλου, αλλά είναι δώρο του Θεού.


Έτσι κι ο πνευματικός που σε εξομολογούσε, η συγχώρεση που σου έδινε δεν ήταν δική του, αλλά η συγχώρεση είναι δωρεά του Θεού, Εκείνος τη δίνει, το Πανάγιο Πνεύμα την χορηγεί, σ' αυτόν που ειλικρινά και καθαρά εξομολογείται τις αμαρτίες και αδυναμίες του.


Με τη διαφορά ότι οι δωρεές και τα χαρίσματα του Θεού στους ανθρώπους δίδονται μέσω της ιεροσύνης, από τους κανονικά χειροτονημένους και έχοντας την άδεια της εξομολογήσεως και αφέσεως των αμαρτιών, όπως είπε ο ίδιος ο Δεσπότης Χριστός στους αγίους Αποστόλους και Μαθητές Του: «Λάβετε ΙΙνεύμα Άγιον, αν τίνων αφήτε τάς αμαρτίας αυτών άφίενται αυτοίς, αν τίνων κρατείτε κεκράτηνται» (Ίωάν. Κ. 22).


Έτσι οι άγιοι Απόστολοι έδωσαν την έξουσίαν αυτήν στους Επισκόπους και διαδόχους αυτών και εκείνοι στους κανονικά χειροτονηθέντες ιερείς και πνευματικούς. Εκ του λόγου τούτου και διότι τελούν τα άγια Μυστήρια του Θεού, οι ιερείς είναι ανώτεροι κατά το αξίωμα κι από αυτόν τον βασιλέα και ανώτατο άρχοντα του λαού, διότι κι αυτός οποιοσδήποτε και αν είναι στο κοσμικό του αξίωμα, από τον Ιερέα και πνευματικό θα λάβει την συγχώρεση των αμαρτιών του, διότι δεν υπάρχει άλλος δρόμος, αυτή είναι η ιερά Παράδοση της αγίας Εκκλησίας μας.
Δεν πρέπει οι χριστιανοί να κρίνουν τους ιερωμένους

Και τώρα, λέγει ο Άγγελος, πήγαινε να βάλεις μετάνοια και να ζήτησης συγχώρεση από τον πνευματικό σου, που τον είδες να αμαρτάνει και παρακάλεσε τον να σε συγχωρέσει, για την κατάρτιση που σε βάρος του έκαμες. Όσο δε για την αμαρτία που εκείνος έκανε, ο θεός θα τον εξετάσει και Αυτός μόνον θα τον κρίνει, διότι εσύ είδες αυτόν να κάνει την αμαρτία, δεν μπορείς όμως να γνωρίζεις αν αυτός μετανόησε ή τον τρόπο της μετανοίας του. Έτσι εσύ μεν έχεις την αμαρτία της κατακρίσεως, εκείνος δε, αν μετανοήσει, θα τρυγήσει τους καρπούς της μετανοίας και διορθώσεώς του».


Όταν ο Άγγελος είπε αυτά στον πιστό εκείνο χριστιανό έγινε άφαντος. Ο δε χριστιανός, σύμφωνα με την εντολή του Αγγέλου, γύρισε πίσω, πήγε στον πνευματικό, στον οποίο διηγήθηκε όλα όσα είδε και άκουσε από τον Άγγελον Κυρίου, του έβαλε μετάνοια κι όταν είπε τα διατρέξαντα στον πνευματικό, όπως του τα είπε ο Άγγελος ο πνευματικός με δάκρυα στα μάτια μετανόησε, έκλαψε πικρά και ζήτησε συγχώρεση από τον πολυέλεο, πολυεύσπλαχνο και Πανάγαθο Θεό και διόρθωσε τα κακώς διαπραττόμενα, προς δόξαν Θεού και ψυχική σωτηρία αυτού.


Όταν μου διηγήθηκε αυτά ο πνευματικός μου Παπα - Νικόδημος, συνέχισε τον λόγο του και με αγάπη μου είπε: «Γι' αυτό, αδελφέ Χαράλαμπε, (αυτό έλαβε χώρα το 1934, που δεν ήμουν ακόμη Μοναχός και με έλεγε με το κατά κόσμον όνομά μου) δεν έχουμε δικαίωμα να εξετάζουμε την ζωή των άλλων ανθρώπων, όπως λέει και ο Απόστολος Παύλος: «Σύ τίς ει ό κρίνων άλλότριον οικέτην;....» (Ρωμ. ΙΔ' 4). Πολύ δε περισσότερο να κρίνουμε τους Κληρικούς, τους ιερωμένους, τους πνευματικούς και γενικά τους ρασοφόρους, τους οποίους σκληρότατα δοκιμάζει ο Θεός και με μεγάλη πονηρία και μαεστρία πολεμεί ο Διάβολος, όπως λέει ο ίδιος ο Θεός «Μη κρίνετε; ίνα μη κριθήτε καί εν ω κρίματι κρίνετε κριθήσεσθε, καί εν ω μέτρω μετρείται μετρηθήσεται υμίν» (Ματθ. Ζ' 1 - 3).


Εμείς οφείλουμε να συγχωρούμε τα σφάλματα των άλλων και να μετανοούμε, να κρίνουμε και να τιμωρούμε τον εαυτό μας και μόνον. Αν θέλουμε να σωθούμε, να συγχωρούμε τους άλλους και να άναλι του ιερού Ευαγγελίου που λέει: «Εάν αφήτε τοις ανθρώποις τα πάλι του ιερού Ευαγγελίου πού λέει: «Εάν αφήτε τοις ανθρώποις τα παραπτώματα αυτών, αφήσει και υμίν ό Θεός τα παραπτώματα υμών, κατά το έφετε καί αφεθήσεται υμίν» (Λουκ. ΚΓ' 34).

Γεροντικόν του Αγίου Όρους

Τετάρτη, 19 Νοεμβρίου 2014

Χρήστος Γ. Γκότσης Η Εικόνα των Εισοδίων της Θεοτόκου



Το κύριο πρόσωπο της εικόνας είναι, η τριετής Παναγία, που εικονίζεται τη στιγμή που την υποδέχεται στο Ναό ο ιερέας Ζαχαρίας, ο μετέπειτα πατέρας του Προδρόμου. Την συνοδεύουν οι γονείς της και οι παρθένες κόρες, που κρατούν λαμπάδες.
Η Παναγία δεν εμφανίζει τίποτε το παιδικό, εκτός από το μικρό μέγεθος του σώματός της. Αυτό γίνεται σκόπιμα. Ο ορθόδοξος αγιογράφος θέλει να μας απομακρύνει από το γράμμα της διηγήσεως («τριετής η παις») για να συλλάβουμε το πνεύμα της, την εκκλησιολογική της διάσταση. Η Παναγία είναι η Θεοτόκος, η Μητέρα του Θεού. Γι’ αυτό ο υμνωδός μας καλεί: «την νηπιάζουσαν φύσει και υπέρ φύσιν, Μητέρα αναδειχθείσαν του Θεού ευφημήσωμεν ύμνοις» (Τροπάριο του Όρθρου).
Η Παναγία εικονίζεται σαν ώριμη γυναίκα, με το γνωστό μαφόριό της, όπως τη βλέπουμε στις εικόνες της. Το ίδιο κάνει ο υμνωδός της Εκκλησίας και για τις λαμπάδες των παρθένων. Οι αναμμένες λαμπάδες δεν είχαν σκοπό να εμποδίσουν την τριετή κόρη να στραφεί προς τα πίσω, καθώς πήγαινε στο Ναό, όπως αναφέρει η απόκρυφη διήγηση, αλλά να υποδείξουν τη νοητή λαμπάδα, την Παναγία, και φανερώσουν τη μελλοντική δόξα, που θα ανέλαμπε από αυτή και θα φώτιζε τους ανθρώπους που βρίσκονταν μέσα στο σκοτάδι της αμαρτίας, δηλαδή τον Ιησού Χριστό. Αυτό το συμβολισμό παρουσιάζει το δ΄ Στιχηρό προσόμοιο του Εσπερινού του δ΄ ήχου:
«Αι νεάνιδες χαίρουσαι και λαμπάδας κατέχουσαι, της λαμπάδος σήμερον προπορεύονται της νοητής και εισάγουσιν αυτήν εις τα Άγια των Αγίων ιερώς προδηλούσαι την μέλλουσαν αίγλην άρρητον εξ αυτής αναλάμψειν και φωτίσειν τους εν σκότει καθήμενους, της αγνωσίας εν Πνεύματι».
Την Παναγία υποδέχεται στο ιερό ο ιερέας Ζαχαρίας φορώντας την επίσημη ιερατική στολή του. Σκύβει με ανοιχτά τα χέρια να υποδεχτεί «ευφραινόμενος ταύτην ως Θεού κατοικητήριον». Η μικρή Παναγία λυγερόκορμη και ευθυτενής απλώνει και αυτή τα χέρια της προς τον ιερέα.
Πάνω αριστερά, σε πολλές εικόνες παριστάνεται η Παναγία καθισμένη σε μαρμάρινο θρόνο, όπου δέχεται την τροφή, που της φέρνει ο άγγελος Γαβριήλ. Η Παναγία θα παραμείνει στα Άγια των Αγίων ως νέα Κιβωτός της Διαθήκης, ως η «έμψυχος κιβωτός» και κατά την 12ετή παραμονή της στο Ιερό θα τρέφεται θαυματουργικά με ουράνια τροφή.
(Χρήστου Γ. Γκότση, «Ο μυστικός κόσμος των Βυζαντινών εικόνων», τ. Β΄, εκδ. Αποστ. Διακονίας, σ.52-53. Σε νεοελληνική απόδοση)

Ευτυχία Γιούλτση - Θεολόγος Η Παναγία μεσίτρια και βοηθός των ανθρώπων

Στη συνείδηση των ορθοδόξων πιστών η Παναγία έχει καθιερωθεί ως μεσίτρια που ενώνει τη γη με τον ουρανό, τον αισθητό κόσμο με τη νοητή ωραιότητα. Η αλήθεια αυτή αποτυπώνεται στους βυζαντινούς ναούς με την Πλατυτέρα που εικονίζεται στην κόγχη του ιερού. Η Παναγία είναι η κλίμακα από την οποία κατέβηκε ο Θεός στη γη, για να μπορέσει ο άνθρωπος να αποδεσμευθεί από τις συνέπειες της φθοράς και του θανάτου, να ατενίσει την ωραιότητα του προπτωτικού κάλλους και να πορευθεί προς τη θέωση. Γι’ αυτό η κλίμακα του Ιακώβ εξεικονίζει την Θεοτόκο που ένωσε τα «διεστώτα» και συνάπτει αυτά για πάντα με τις πρεσβείες και τη μεσιτεία της προς τον Υιό και Θεό της.
Με ποιά σημασία όμως η Παναγία θεωρείται μεσίτρια, αφού είναι γνωστό ότι ένας είναι ο μεσίτης Θεού και ανθρώπων, ο Ιησούς Χριστός; Ο Χριστός με τη θυσία του έγινε το «αντίλυτρο» για την εξαγορά όλων των ανθρώπων από τα δεσμά της πτώσεως, γεφυρώνοντας το χάσμα μεταξύ Πάτερα και εκπεσμένου υιού. Ο Χριστός είναι μεσίτης μεταξύ Θεού και ανθρώπων και η μεσιτεία του αυτή γίνεται δυνατή με την Παναγία που ως Μητέρα του Θεανθρώπου πρόσφερε σε όλους τη δυνατότητα να κοινωνούν με τον Θεό.
Βασική προϋπόθεση για την επανασύνδεση και προσέγγιση Θεού και ανθρώπων είναι η λύση της έχθρας γης και ουρανού και η επαναφορά των «αποστατών» στον Πατέρα, γράφει ο άγιος Ιωάννης Δαμασκηνός. Με τη λύση της έχθρας ανοίγει ο δρόμος για την υιοθεσία του ανθρώπου από τον Θεό. Η υιοθεσία ενεργοποιεί τη μετοχή στη θεία δόξα με το φωτισμό και την ανακαίνιση του συντετριμμένου πλάσματος. Η Παναγία ως μεσίτρια οδηγεί τον άνθρωπο στον Χριστό και πρεσβεύει για τη σωτηρία του. Στην εικονογραφία και την υμνολογία της Εκκλησίας, που αποτυπώνεται στις ακολουθίες, στους κανόνες, τον Ακάθιστο Ύμνο, τα θεοτοκάρια, τις συναπτές και σε κάθε σχετικό ύμνο, η Θεοτόκος δέεται υπέρ των πιστών και δεομένη εκφράζεται ως Μητέρα όλων. Αυτό διαφαίνεται περισσότερο στις θεομητορικές εορτές που αποτελούν ειδικότερες αφορμές καταφυγής των Χριστιανών στη σκέπη και προστασία της.
Η Παναγία βρίσκεται πολύ κοντά στον Θεό. Από το προνόμιο αυτό απορρέει η παρρησία της ενώπιον του υπέρ των ανθρώπων. Όταν οι πιστοί απευθύνουν δεήσεις και ικεσίες προς την Παναγία ή τους αγίους αυτό δεν σημαίνει ότι λησμονούν το σωτήρα Χριστό. Ο Χριστός τελικά σώζει τους ανθρώπους. «Ταις πρεσβείαις της Θεοτόκου, Σώτερ, σώσον ημάς» ψάλλεται στη θεία Λειτουργία. Η Θεοτόκος δεν σώζει, αλλά και δεν σωζόμαστε χωρίς αυτήν. Μέσω αυτής οικειούμαστε το σωτήρα Χριστό.
Στον Παρακλητικό Κανόνα, οι πιστοί απευθύνονται προς την Παναγία με την εξής ευχή: «Διάσωσον από κινδύνων τους δούλους σου Θεοτόκε, ότι πάντες μετά Θεόν εις σε καταφεύγομεν ως άρρηκτον τείχος και προστασίαν». Στον Κανόνα αυτόν αποτυπώνεται η θρησκευτική ευλάβεια προς το πρόσωπο της Παναγίας, την οποία επικαλούνται όλοι μετά τον Θεό Πατέρα για ενίσχυση και ενδυνάμωση. Η υμνολογική αυτή αναφορά αποτελεί μία ακόμη πτυχή της ορθόδοξης λατρείας όπου αποσαφηνίζεται ο μεσιτικός ρόλος της Θεοτόκου στις επικλήσεις σωτηρίας του κόσμου που απειλείται από την επικυριαρχία του κακού.
Ο Βασίλειος Σελευκείας προσδιορίζει το νόημα της μεσιτείας, όταν λέει: «Χαίρε κεχαριτωμένη, μεσιτεύουσα Θεώ και ανθρώποις, ίνα το μεσότοιχον αναιρεθή της έχθρας, και τοις επουρανίοις ενωθή τα επίγεια». Αυτή η υπέρβαση από τη σφαίρα της φθαρτότητας προς τα επουράνια και η επαγγελία της σωτηρίας και της αναστάσεως μπορεί να πραγματοποιηθεί μέσω της Παναγίας που πρώτη από όλους τους ανθρώπους δέχθηκε το χαρμόσυνο μήνυμα της αναστάσεως του Κυρίου. Η άποψη αυτή είναι διάχυτη στη λειτουργική παράδοση, την υμνογραφία και την εικονογραφία της Ορθόδοξης Εκκλησίας. Παρά την απουσία βιβλικής θεμελιώσεως αυτής της θέσεως, οι μεγάλοι Πατέρες της Εκκλησίας στα ερμηνευτικά τους υπομνήματα πάνω σε χωρία των συνοπτικών Ευαγγελίων αφήνουν να διαφανεί ότι ο Χριστός μετά την ανάστασή του εμφανίστηκε πρώτα στην Παναγία. Η ίδια ποτέ δεν αμφισβήτησε τη θεότητα του υιού της, ενθυμούμενη όλα τα παράδοξα και θεϊκά που συνέβησαν κατά τη σύλληψη, τη γέννηση και την επί γης παρουσία του Χριστού.
Η σωτηρία και η ελπίδα της αναστάσεως προέρχεται από τον ίδιο τον Θεό. Η οικείωση όμως της σωτηρίας από τους ανθρώπους καθίσταται δυνατή με τις πρεσβείες της Θεοτόκου που, προσφέροντας το τέλειο πρότυπο αγίου βίου, οδηγεί τους πιστούς στην αρετή και τη μετάνοια. Η βαθιά αυτή
πεποίθηση του λαού για τη διαρκή παρουσία της Παναγίας στο χειμαζόμενο άνθρωπο παγιώθηκε από τους πρώτους χριστιανικούς αιώνες στη συνείδηση των πιστών. Η Θεοτόκος γίνεται «τοις λυπουμένοις ευμενές παραμύθιον, πάσι τοις αιτούσιν ετοίμη βοήθεια». Η ίδια είναι κοντά στους ανθρώπους, αισθάνεται λύπη γι’ αυτούς και ποθεί τη σωτηρία του σύμπαντος κόσμου. Αγκαλιάζει τους πάντες και είναι έτοιμη με την παρρησία και την εγγύτητά της στον Θεό να λύσει κάθε επώδυνη κατάσταση της ζωής, την οποία προκαλεί η αμαρτία .
Οι άνθρωποι έχουν το προνόμιο να διαθέτουν ισχυρό προστάτη και υπερασπιστή τους, την Παναγία, που με την παρέμβασή της αποδυναμώνει την επιρροή του κακού. Αυτή «δέεται και πρεσβεύει υπέρ ημών» ανατρέποντας τις ορμές των παθών και τον πόλεμο του πονηρού. Η Παναγία και επιθυμεί και μπορεί να βοηθήσει στην αντιμετώπιση των ποικίλων κακών, πριν ακόμη οι άνθρωποι τα αντιληφθούν. Τότε παρεμβαίνει η μεσίτρια, που με τις μητρικές της παρρησίες ικετεύει θερμά τον ουράνιο Πατέρα, σαν να πρόκειται για τον εαυτό της, προβάλλοντας τη συγγένεια της φύσεώς της με το ανθρώπινο γένος.
Η Παναγία επιβλέπει από ψηλά με συμπόνια ως «υπέρμαχος στρατηγός» το ποίμνιο που δεινοπαθεί από φανερές ή αφανείς επιθέσεις των εχθρών και κυρίως του παλαιού τυράννου, του πονηρού, κατά τη γραφή του αγίου Φιλοθέου Κοκ¬κίνου. Η μεσιτεία της είναι το υπέρλογο εκείνο μέσο που όχι μόνο τιμά το ανθρώπινο γένος, αλλά και το ενισχύει, αφού το απαλλάσσει από την κυριαρχία του αιτίου των κακών έξεων και συνηθειών. Οι πιστοί δέονται στην Θεοτόκο να καταστείλει τα πάθη της ψυχής τους και να απολεπτύνει σταδιακά το νέφος της σάρκας, το παχύ και γεώδες αυτό προκάλυμμα. Ζητούν ακόμη να ενδυναμώνει τις νοερές κινήσεις και ενέργειες της ψυχής τους και να τις προσανατολίζει προς το αιώνιο και πρωτότυπο κάλλος.
Συχνά η απροθυμία της ανθρώπινης φύσεως και η
νωθρότητα της διάνοιας καθιστούν τον άνθρωπο ράθυμο στην αρετή, που απαιτεί κόπο. Στην κατάκτηση της αρετής παρεμβάλλονται εμπόδια και αδιέξοδα. Γι’ αυτό στην πρώτη εμφάνισή τους ο πιστός καταφεύγει στην Θεοτόκο που δεν παύει να αγαπά και να φροντίζει τους ανθρώπους ως φιλόστοργη Μητέρα. Έτσι μεταβιβάζει τις ευεργεσίες της προς όλους αδιακρίτως και τους προστατεύει από τους πειρασμούς και τους κινδύνους. Ο Ιωσήφ Υμνογράφος ομιλεί ποιητικά για την ακοίμητη πρεσβεία της Θεοτόκου προς τον Θεό, που καθαρίζει τα πάθη της ψυχής με τις ιερές μεσιτείες της, δωρίζοντας παράλληλα και σωτήρια εγρήγορση για την εκπλήρωση του θελήματος του Θεού.
Είναι τόσο πολλές οι θλίψεις, οι συμφορές του βίου και οι πειρασμοί που κυκλώνουν από παντού τον πιστό, ώστε αναζητά την «κραταιά σκέπη» της Παναγίας και ζητά προστασία, κάνοντας έκκληση προς αυτήν: «Διά σπλάχνα ελέους σου, Παρθένε, μη παρίδης σεμνή ποντούμενόν με σάλω βιοτι¬κών κυμάτων, αλλά δίδου μοι χείρα βοηθείας καταπονουμένω κακώσεσι του βίου». Στον αγώνα του ενάντια στο κακό ο πιστός καταπονείται ανελέητα από τις ορμές των παθών, από τα βέλη του πονηρού και από τις επαναστάσεις της σάρκας. Γι’ αυτό ζητά συνεργό και βοηθό του την Παναγία, ώστε να καταστείλει τις σαρκικές εκρήξεις και να αποτρέψει την κυριαρχία και επικράτηση του υλικού φρονήματος που γεννά την αμαρτία. Ο πιστός επικαλείται επίσης και την άμεση παρουσία του Θεού Πατέρα από τον οποίο ζητά να του δωρίσει «γρήγορον νουν, σώφρονα λογισμόν και καρδίαν νήφουσαν». Έτσι η προσωπική άσκηση συμβαδίζει με τη θεία αντίληψη. Ο πιστός δεν στηρίζεται στις δικές του δυνάμεις, αλλά περισσότερο στη βοήθεια του Θεού στον οποίο και προσφέρει όλη του την ύπαρξη, όπως έπραξαν οι άγιοι της Εκκλησίας, και κυρίως η Παναγία.
Οι πρεσβείες της Θεοτόκου στηρίζουν τον άνθρωπο μπροστά στους πειρασμούς και τη δύναμη του κακού. Ο άγιος Ιωάννης Δαμασκηνός εκτιμά ότι ο ανθρώπινος βίος θα ήταν αβίωτος, εάν οι πιστοί δεν είχαν την Παναγία «συνόμιλόν τους και μόνην επί γης καταλελειμμένην παρηγορίαν» .
Αν κάποιος επιθυμεί να πορευθεί προς τον Δεσπότη όλων, τον Θεό ή να ζητήσει συγγνώμη για τα παραπτώματά του, τότε στο πρόσωπο της Παναγίας θα βρει το χειραγωγό που θα τον οδηγήσει προς αυτόν. Η Θεοτόκος, λόγω της εγγύτητάς της προς τον Θεόν και της κοινής καταγωγής της με το ανθρώπινο γένος, γίνεται διαρκώς η μεσίτρια που συμφιλιώνει το πλάσμα με τον Πλάστη. Με τις πρεσβείες της χορηγεί στους πιστούς την εκπλήρωση των αιτημάτων τους. Και αν είναι υποχρέωση των τέκνων να αποδίδουν σεβασμό και τιμή στους κατά σάρκα γεννήτορες, ποιά ανταμοιβή θα ήταν αντάξια της Παναγίας που είναι η αιτία της πνευματικής γεννήσεως, ενηλικιώσεως, εμπλουτισμού και θεώσεώς τους;
Με δεδομένη την υπαιτιότητα του ιδίου του ανθρώπου για την πτώση του και την αμαύρωση του «κατ’ εικόνα», είναι φανερό ότι ο ίδιος δεν θα μπορούσε να ανακόψει την πορεία του προς τον όλεθρο. Αυτήν την καταλυτική πτώση του γένους διαπίστωνε με θλίψη και συμπόνια η Παρθένος και αναζητούσε το αντίρροπο φάρμακο για ένα τόσο μεγάλο πάθος. Διέγνωσε ότι μόνο μία κατεύθυνση υπήρχε· η ολοκληρωτική στροφή της προς τον Θεό και η μεσιτεία της για όλο το ανθρώπινο γένος. Κατά συνέπεια έγινε πρέσβειρα των ανθρώπων με τη δική της βούληση «ζητούσα όπως πιθανώς και γνησίως ομιλήσει Θεώ».
Η Θεοτόκος με τη συνεκτική δύναμη, το θεάνθρωπο υιό της που έφερε στους μητρικούς της κόλπους, γίνεται ενοποιός χώρα που συγκρατεί και ενώνει. Αγκαλιάζει όλους τους ανθρώπους, συγκεντρώνει τους διασκορπισμένους και τους συμφιλιώνει μεταξύ τους και με τον Θεό, όπως ακριβώς το κέντρο του κύκλου όλες τις διερχόμενες ευθείες. Η Παναγία γίνεται η κοινή εστία, το θεμέλιο βάθρο και η απαράμιλλη πηγή των υπερφυσικών χαρισμάτων, από τα οποία αντλεί πλούσια η νοερή και λογική φύση χωρίς όμως να μπορεί να υπερβεί την τελειότητα εκείνης.
Η Παναγία ως μέση μεταξύ δύο ιστορικών κόσμων, προ και μετά Χριστόν, μεσίτευσε όχι μόνο μεταξύ αυτών των δύο, αλλά και μεταξύ του Θεού και όλου του ανθρώπινου γένους. Η θέση της στο μυστήριο της θείας οικονομίας της έδωσε το προνόμιο να συνδέει μόνη αυτή το ανθρώπινο με το θείο. Έτσι κατέστησε τον Θεό Υιό ανθρώπου και ανέδειξε τους ανθρώπους σε υιούς του Θεού, γράφει ο άγιος Γρηγόριος Παλαμάς. Από αυτή τη θεία ιδιότητά της εκπορεύεται ο ρόλος της μεσιτείας και πρεσβείας της για τους ανθρώπους. Έκτοτε αναδύεται ως έμψυχο άγαλμα κάθε καλού, ως ζωντανή εικόνα κάθε αρετής, ως κοινωφελέστατη τιμή του ουρανού, της γης και των επέκεινα.
(Ευτυχίας Γιούλτση, «Η Παναγία πρότυπο πνευματικής τελειώσεως», εκδ. Π. Πουρναρά – Θεσ/νίκη 2001, σ. 153-162)

Ο θεοειδής βίος στα άγια των αγίων της Θεοτόκου Ευτυχία Γιούλτση - Θεολόγος

Η παραμονή και η διαβίωση της Μαρίας στο ναό για πολλά χρόνια υπερβαίνει την πρακτική της εποχής εκείνης, όπως και κάθε εποχής. Από τα πρώτα χρόνια του βίου της στα άγια των αγίων η Μαρία προετοιμαζόταν να καταστεί αντάξια για να δεχθεί τον Θεό. Οικοδομούσε το κατάλυμα για εκείνον που θα έφερνε τη σωτηρία στον κόσμο. Αυτό σημαίνει ότι εξ αρχής βάδιζε το δρόμο της τελειώσεως. Η είσοδός της στο ναό και ο διαρκής προσανατολισμός του νου της στον Θεό επηρέασαν τη ζωή και τον τρόπο σκέψεώς της. Έζησε μια αυστηρά πνευματική ζωή, με κύρια χαρακτηριστικά την αποδέσμευση του νου από τα γήινα και τη στροφή στην εσωτερική ζωή. Στο ναό και στα άγια των αγίων που κατοικούσε, γράφει ο Ισίδωρος Θεσσαλονίκης, τίποτε το ανθρώπινο δεν αποσπούσε την προσοχή της, αλλά μόνο τον Θεό φανταζόταν, μιλούσε μαζί Του και η καρδιά της ήταν στραμμένη «ενώπιον Θεού διά παντός». Η χάρη του Αγίου Πνεύματος δυνάμωνε και ενίσχυε την πορεία της προς την αρετή. Έτσι καλλιεργούσε τον εαυτό της καθ’ ομοίωση Θεού, περισσότερο από όλους τους ανθρώπους .
Ο βίος της Μαρίας στο ιερό ήταν η προϋπόθεση για περαιτέρω πρόοδο στην αρετή. Όσο περισσότερο προσέγγιζε το αγαθό τόσο πιο πολύ η ζωή της εκεί έμοιαζε θεϊκή. Έτσι ήδη πριν από τον Ευαγγελισμό έφθασε να είναι τέλεια και άγια, έτοιμη να υποδεχθεί τον Θεό. Η συνεχής προσευχή και η αδιάκοπη πνευματική εσωστρέφεια κρατούσαν την Μαρία σε μια κατακόρυφη ενατένιση από τον εσωτερικό της κόσμο προς τον Θεό και αντίστροφα. Η προσευχή κυρίως την ωθούσε σε διαρκή ανάταση, κοινωνία και διάλογο με τον Θεό, πράγμα που απέτρεπε κάθε παρέκκλιση από το καλό.
Όλα αυτά είναι ενδεικτικά του έντονου μόχθου που απαιτεί ο δρόμος της πνευματικής ανόδου. Η αρετή της Παρθένου είναι καρπός μεγάλου και μοναχικού αγώνα, ζωντανής πίστεως και ελευθερίας του πνεύματος μέσα στα άδυτα του ιερού. Η ίδια ανατίθεται στο ναό για να τελειωθεί. Προσάγεται, ως άσπιλος αμνάς, ολοκαύτωμα στον Θεό. Αυτήν καλούνται να μιμηθούν οι άνθρωποι, να ενδυθούν τις ποικίλες αρετές της και να μελετήσουν όλα τα απόρρητα μυστήρια που την περιβάλλουν. Σε ένα σώμα, που δεν είχε ακόμη βιολογικά πλήρως διαμορφωθεί, φαινόταν να αναπτύσσονται και να πλεονάζουν πνευματικά χαρίσματα. Παράλληλα η νεαρή καθαρή ψυχή της εξέπεμπε «υπέρ φύσιν πλεονεκτήματα».
Γι’ αυτό ήσαν ουσιαστικά αδιάφορα για την Παρθένο τα πράγματα αυτού του κόσμου. Αυτό βέβαια δεν εσήμαινε περιφρόνηση των υλικών, αλλά σώφρονα μετοχή σε αυτά.
Η τροφή και ο ύπνος, που είναι από τις αναγκαίες προϋποθέσεις για την ανθρώπινη επιβίωση, ήταν απαραίτητες και για την Παρθένο, αλλά το πνεύμα και η ψυχή της κινούνταν πάνω από αυτά, προς τα υψηλά και τα θεία. Έτσι ζούσε διαρκώς μέσα στη νοερά και αδιάλειπτη προσευχή, στη θεωρία και την έλλαμψη. Γι’ αυτό θεωρήθηκε το τέλειο πρότυπο της ησυχαστικής ζωής και η αυθεντική οδός για την ιερά ησυχία και τη θέωση.
Ολόκληρη η ψυχοσωματική της ύπαρξη αποπνέει αγιότητα. Απέχει από όλα εκείνα που μπορούν να νοθεύσουν την καθαρότητα του νου. Διατηρεί μόνον καθαρούς λογισμούς και απορρίπτει, πριν γευθεί, κάθε περιττή και ψυχοβλαβή σκέψη, γράφει ο Ιωάννη Δαμασκηνός. Αντιλαμβάνεται με σύνεση και μέτρο τα αναγκαία, αφού οι οφθαλμοί της είναι πάντοτε ανηρτημένοι από τη μεγαλειότητα του Κυρίου. Διατηρεί την ακοή της μόνιμα καθαρή και ανέπαφη, για να ακροάται το θείο λόγο και τα θεία μηνύματα. Τα χείλη και η γλώσσα, που εμφορούνται από θεία γλυκύτητα, ανυμνούν και δοξολογούν τον Θεό και διακρίνουν τους λόγους του. Η αμόλυντη, αγνή και καθαρή καρδιά της ποθεί μόνο τον Θεό. «Υπ’ ουδενός των παρόντων τον λογισμόν παρε¬τράκπην· προς γαρ την σην μόνην απησχόλησα τούτον μελέτην, όργανον εμαυτήν υμνολογικόν κατεσκεύασα, όργανον ηρμοσμένον τω Πνεύματι, όργανον της καθαρότητος ενηχούν μελωδίαν», προσθέτει ο Ιάκωβος Μοναχός.
Η Παρθένος Μαρία δεν απασχολούσε τη σκέψη της με γήινα πράγματα. Σκεφτόταν μόνο τον Θεό και προς αυτόν έστρεφε τις σκέψεις και τους λογισμούς της. Δεν θα μπορούσε να γεφυρώσει το χάσμα Θεού και ανθρώπων, εάν δεν αξιοποιούσε το αποτέλεσμα της ασκήσεώς της. Οι αρετές της στάθηκαν ικανές να ανακόψουν την πορεία της κακίας των ανθρώπων όλων των αιώνων.
Ο βίος της Παρθένου στο ναό παραλληλίζεται συχνά από τους Πατέρες με το βίο του Υιού και σωτήρα της. Όπως ο Χριστός που γεννήθηκε από την Μαρία ήταν ως άνθρωπος ορατός και ως Θεός αθέατος, έτσι και η Παρθένος ήταν ορατή πριν εισέλθει στο ναό. Όσο όμως κατοικούσε στο άβατο και θείο έδαφος, παρέμενε αθέατη. Κατά την περίοδο αυτήν υπερτερούσε όλων των ανθρώπων στην αρετή και το ψυχικό κάλλος. Εάν κάποιος περιέλθει με τη σκέψη του την κτίση, θα διαπιστώσει ότι δεν υπάρχει ίσος ή ανώτερος στην αγιότητα από την Παναγία ούτε κάποιο θαύμα είναι ισάξιο της θείας αποστολής της, γιατί μόνη αυτή κυοφόρησε τον Θεό. Και επειδή η Παρθένος έμελλε να γεννήσει τον φύσει αγιότερο από όλα τα επίγεια και τα ουράνια, έγινε ανώτερη από κάθε υπερκόσμιο νου, από κάθε άγγελο. Γι’ αυτό, κατά τον άγιο Γρηγόριο Παλαμά, δεν υπάρχει άγγελος που να άκουσε αυτό που άκουσε η Μαρία: «Και επιθυμήσει ο βασιλεύς του κάλλους σου»
Το ήθος της Παρθένου ήταν ασύγκριτο. Όσο ενηλικιωνόταν, τόσο πλήθαιναν και τα χαρίσματα του Αγίου Πνεύματος. Αυτά εμπλούτιζαν την προσωπικότητά της με θεία δωρήματα, όπως τη συνομιλία με αγγέλους και τη θέα του Θεού. Την υψηλή εποπτεία του αγγέλου στα άγια των αγίων διαισθάνθηκε ες αρχής ο ιερέας ως ένδειξη και προάγγελο άλλου πιο παράδοξου γεγονότος, της ζωντανής παρουσίας του Γαβριήλ, αλλά και της διακριτικής προετοιμασίας της Μαρίας για αυτά που θα συνέβαιναν. Ο Ιερέας που γνώριζε από το Άγιο Πνεύμα αυτά τα παράδοξα και είχε διαισθανθεί τη συμμετοχή της στη σωτηρία του κόσμου, απέδιδε μεγάλο σεβασμό προς την κεχαριτωμένη, μεριμνούσε και φρόντιζε για το ήθος της και για το κάλλος της ψυχής της .
Αυτό το κάλλος, που η ίδια διαρκώς προήγαγε, ενέπνευσε πολλούς Πατέρες οι οποίοι δεν εγνώριζαν πως να το ονομάσουν. Στην προσπάθειά τους μάλιστα να το ερμηνεύσουν, χαρακτήρισαν την Μαρία όχι άνθρωπο ούτε άγγελο, αλλά κάποια άλλη υψηλή φύση. Γι’ αυτόν το λόγο δεν φάνηκε τόσο φοβερό το μήνυμα του αγγέλου ούτε η λαμπρή ψυχή της απώθησε την αποδοχή του παράδοξου μηνύματος του Ευαγγελισμού. Αυτή την κορυφαία αγία που έγινε μητέρα του Κτίστη των πάντων δεν επαρκεί να δοξολογήσει ούτε η δύναμη των ανθρώπων ούτε ολόκληρη η φύση.
Η Παρθένος, κατά τον Νικόλαο Καβάσιλα, με το άπειρο κάλλος όχι μόνο της ψυχής αλλά και του σώματος, που ήταν καθαρό και λαμπρότερο από τον ήλιο, απέσπασε την εύνοια του Θεού. Η αγάπη της για τον Θεό ήταν τόσο δυνατή, που απορρόφησε κάθε άλλη επιθυμία της ψυχής της. Η δική της ωραιότητα ανέδειξε ωραία και την κοινή ανθρώπινη φύση. Η Παναγία είναι η «καινή γη», χαρακτηρισμός που ερμηνεύεται διπλά. Πρώτα επειδή η ίδια προέρχεται από τη γη, και ακολούθως επειδή ανακαίνισε αυτή τη γη με τον εαυτό της που έγινε το νέο φύραμα για τη ζύμωση του παλαιού και την ανάδυση του ανακαινισμένου γένους των ανθρώπων. Πρόσφερε σε όλους το καλύτερο και χάριν αυτού του καλύτερου και της ευτυχίας του κόσμου «η κτίσις εξφάνθη τω ποιητή… και ου τούτο μόνον, αλλά και τον Θεόν έγνωμεν… και πλάνης απηλλάγημεν και σκότους, και την των αρρήτων αγαθών περιμένομεν κτήσιν».
Η Παναγία, που αναδείχθηκε η πρώτη αγία με την προσωπική προετοιμασία της για την υποδοχή του σωτήρα Χριστού, άνοιξε τη θύρα της αγιοσύνης σε όλους, και στους προφήτες και στους ιερείς, αλλά και σε εκείνους που αξιώθηκαν να συμμετάσχουν στα θεια μυστήρια. Η δύναμή της ήταν η τελειότητα της αρετής της. Με αυτήν νίκησε τον κόσμο της πτώσεως και μεταποίησε το ανθρώπινο γένος. Αφάνισε τη λύπη της προγονικής κατάρας και φύτεψε στη γη τη θεϊκή ελπίδα, την προσδοκία της βασιλείας του Θεού και την αναλλοίωτη χαρά. Με τον ενάρετο βίο της δίδαξε στους ανθρώπους την οδό των αληθινών αρετών. Με αυτόν τους ελευθέρωσε από τη δουλεία των ειδώλων και υπέδειξε την «υπέρ ανθρωπον» σοφία.
Η τελειότητα της Παρθένου που νοείται ως καθαρότητα νου και καρδιάς, έργων και λόγων, αλλά και ως σταθερή φορά προς τον Θεό, υπήρξε πόλος έλξεως της φιλανθρωπίας του Θεού. Αυτήν ο Θεός χρησιμοποίησε ως κλίμακα για την κάθοδό του και ως δίοδο για την προσέγγιση των ανθρώπων. Αυτό διακήρυξε η Εκκλησία με τη διδασκαλία και τη λατρεία της επισημαίνοντας τη συμμετοχή του ανθρώπινου γένους στην πραγματοποίηση του έργου της σωτηρίας του κόσμου με τον τέλειο εκπρόσωπό της, την Παρθένο. Μέσω αυτής κατέβηκε ο Θεός στη γη και μέσω αυτής μπορεί ο κάθε άνθρωπος να ανέβει στον ουρανό.
(Ευτυχίας Γιούλτση, «Η Παναγία Πρότυπο της πνευματικής τελειώσεως», εκδ. Π. Πουρναρά – Θεσ/νίκη, σ. 80-86)

Νίκος Ι. Νικολαΐδης - Καθηγητής Πατερικής Θεολογίας της Θεολογικής Σχολής Πανεπιστημίου Αθηνών Τα Εισόδια της Θεοτόκου



Το γεγονός της εισόδου της Κόρης της Ναζαρέτ στο ναό δεν μνημονεύεται στην Καινή Διαθήκη. Βέβαια, δεν είναι η μοναδική περίπτωση, γιατί ούτε και το γενέθλιον της Θεοτόκου Μαρίας αναφέρεται αλλ’ ούτε και η Κοίμησή της. Έτσι, δεν αποτελεί θεολογικό ή λειτουργικό ατόπημα της Εκκλησίας η καθιέρωση εορτών και η σύνταξη ακολουθιών σχετικών με τα πιο πάνω γεγονότα. Άλλωστε, στις σελίδες της Καινής Διαθήκης ένα μέρος της Θείας Αποκάλυψης περιέχεται, το οποίο στις πλείστες των περιπτώσεων περιστασιακά καταγράφηκε. Το μεγαλύτερο, όμως, μέρος των θείων αληθειών παραδόθηκε «διά ζώσης» στην Εκκλησία. Έτσι, η Εκκλησία είναι ο ανάδοχος σύνολης της θείας αποκάλυψης, γι’ αυτό και αυτή η Εκκλησία αποτελεί την Κιβωτό, η οποία «ανέκαθεν αχράντως πεφυλαγμένον» διακρατεί το μυστήριο της παρακαταθήκης του Θεού προς τους ανθρώπους. Επομένως, όσα η Εκκλησία διδάσκει και εντέλλεται, αυτά αποτελούν θεοπρεπείς πράξεις.
Η εορτή, λοιπόν, των Εισοδίων της Θεοτόκου αποτελεί πράξη της Εκκλησίας, η οποία, όχι μόνο δεν αντίκειται στο έργο της Νέας Οικονομίας, αλλά αντίθετα συνάδει και συλλειτουργεί με αυτό.
Έτσι, το βαθύτερο νόημα της εισόδου της τριετούς Παιδίσκης του Ιωακείμ και της Άννας στο ναό, δεν αποτελούσε την εκπλήρωση ενός τάματος της λύσης του ονειδισμού της ατεκνίας, αλλά εγκαινίαζε το μεγάλο κεφάλαιο της σωτηρίας των ανθρώπων. Η ατεκνία των γεννητόρων της Παναγίας ήταν μέσα στο σχέδιο του Θεού, ώστε η Μαρία να άποτελέσει τον καρπό της δωρεάς των γονιών της προς το Θεό. Αλλά και η είσοδός της στο ναό, παρά τους αμφίβολους λογισμούς πού μπορεί να προκαλεί στους πολλούς, οι οποίοι σκέπτονται γήινα και «αλλοτριόφρονα», αποτελεί το «προοίμιο της μελλούσης επισκιάζειν αυτή θείας χάριτος», όπως δηλώνει ο Πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως Γερμανός. Και προσθέτει: «Τις έγνω τοιούτον πώποτε; Τις είδεν η τις ήκουσεν των νυν ή των πάλαι, θήλυ προσαγόμενον εις τα των αγίων ενδότερα άγια;».
Ασφαλώς, κατά τους Πατέρες της Εκκλησίας, η τριετίζουσα Κόρη προσέρχεται, για να αφιερωθεί στο ναό, για να αποβεί «ο καινότατος και καθαρώτατος και αμόλυντος τόμος, ου χειρί γραφησόμενος, αλλά πνεύματι χρυσοθησόμενος». Και τούτο έπρεπε, κατά τη θεία τάξη, να προηγηθεί, γιατί ένα πράγμα είναι δυνατό να σταθεί ως ακατόρθωτο γεγονός στον παντοδύναμο Θεό, το «συνελθείν αυτώ (τω Θεώ) τω ακαθάρτω», λέγει ο άγιος Γρηγόριος Παλαμάς. Επομένως, αν ο Θεός, όχι από αδυναμία, αλλά εξαιτίας της φύσης του αδυνατεί να επικοινωνήσει με το ακάθαρτο, πόσο μάλλον αμόλυντη και καθαρότατη έπρεπε να είναι η Παρθένος Μαρία, προκειμένου ο Υιός και Λόγος του Θεού να δανειστεί τα άσπιλα αίματά της και να αναπλάσει «διά Πνεύματος Αγίου αυτός δι’ εαυτόν» την ανθρώπινή του φύση;
Δίκαια, λοιπόν, η γιορτή των Εισοδίων της Θεοτόκου αποκαλείται «θειοτάτη πανήγυρις» αλλά και ευλόγα η Υπεραγία Θεοτόκος ανυμνείται ως «θεοκαλλώπιστον ηγιασμένον» δώρο του Κυρίου.
Όσον αφορά στο πότε καθιερώνεται από την Εκκλησία η εορτή των Εισοδίων της Θεοτόκου δεν ύπάρχει σαφής είδηση. Δεν αποκλείεται, όμως, η εορτή αυτή να συνδέεται με την ίδρυση από τον Ιουστινιανό ναού στο λόφο Μορία, νότια του ναού του Σολομώντος, σε ρυθμό βασιλικής, αφιερωμένου στην «Αγία Μαρία». Ο ναός αυτός εγκαινιάστηκε το 543 μ.Χ. Έτσι, η λειτουργία του φαίνεται ότι συνδέθηκε σύντομα με το γεγονός των Εισοδίων της Θεοτόκου, γι’ αυτό και στη συνέχεια καθιερώνεται η εν λόγω εορτή. Δυστυχώς, ο ναός αυτός από τον 7ο αιώνα με την κατάληψη της Ιερουσαλήμ από τους Άραβες μετατράπηκε σε μουσουλμανικό τέμενος.
Το ότι η πράξη της εισόδου της Παναγίας στο ναό διασώθηκε σε κάποιο από τα απόκρυφα κείμενα, το οποίο ονομάζεται «Πρωτευαγγέλιο του Ιακώβου» και το οποίο, βέβαια, δεν έχει καμιά σχέση με τον Ιάκωβο τον Αδελφόθεο, αυτό δεν σημαίνει ότι η Εκκλησία ενστερνίστηκε και τις ιδέες ενός αποκρύφου κειμένου. Απλά, το απόκρυφο αυτό κείμενο διέσωσε την πληροφορία της εισόδου της Παναγίας στο ναό, χωρίς όμως αυτό να σημαίνει ότι το εν λόγω κείμενο εισηγείται και την εορτή της. Αυτό πού έχει πάντως σημασία είναι ότι η εορτή των Εισοδίων στηρίζεται σε ένα πραγματικό γεγονός, και αυτή η εορτή αρχίζει να καθιερώνεται μέσα στη ζωή της Εκκλησίας μας από τον 6ο αιώνα μ.Χ. Αναφορές βρίσκουμε στον άγιο Σωφρόνιο Ιεροσολύμων, στον άγιο Ανδρέα Κρήτης, και Πατέρες της Εκκλησίας εκφωνούν τον 8ο αιώνα πανηγυρικούς λόγους κατά την εορτή των Εισοδίων.
Γι’ αύτό και σ’ ένα θαυμάσιο εγκωμιαστικό λόγο, εξαιτίας της εισόδου της Παναγίας στο ναό, ο Πατριάρχης Γερμανός ικετεύει: «Αλλ’, ω μοι Δέσποινα, μόνη το εμόν εκ Θεού ψυχαγώγημα, του εν εμοί καύσωνος η θεία δρόσος, της ξηρανθείσης μου καρδίας η θεόρρυτος ρανίς, της ζοφεράς μου ψυχής η τηλαυγεστάτη λαμπάς, της εμής πορείας η ποδηγία, της ασθενείας μου η δύναμις, της γυμνώσεως η αμφίεσις, της πτωχείας ο πλούτος, το των ανιάτων τραυμάτων το ίαμα, η των δακρύων αναίρεσις, των στεναγμών η κατάπαυσις, των συμφορών η μεταποίησις, των οδυνών ο κουφισμός, των δεσμών η λύσις, της

Δημήτριος Γ. Τσάμης - Καθηγητής του Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης και πρώην διοικητής του Αγίου Όρους Εγκώμιο στην Αγία Θεοτόκο, όταν οι γονείς της την αφιέρωσαν στο Ναό ενώ ήταν τριών ετών

Αγίου Γερμανού Α΄, Αρχιεπισκόπου Κων/πόλεως
1. Να κι άλλο πανηγύρι και χαρούμενη γιορτή της μητέρας του Κυρίου, να έξοδος της αμώμητης νύφης, να το πρώτο ξεπροβόδισμα της βασίλισσας, να το τέλειο σημάδι της δόξας που πρόκειται να την στεφανώσει, να το προοίμιο της θείας χάρης που πρόκειται να την σκεπάσει, να το φωτεινό γνώρισμα της εξαιρετικής καθαρότητάς της. Εκεί όπου μια φορά τον χρόνο κι όχι πολλές φορές εισέρχεται ο ιερέας και τελεί τη μυστική λατρεία, εκεί αυτή οδηγείται από τους γονείς της, για να παραμείνει συνεχώς στα άδυτα και ιερά της χάρης του Θεού. Ποιός γνώρισε ποτέ κάτι παρόμοιο; Ποιός είδε ή ποιός άκουσε από τους σύγχρονους ή τους πιο παλαιούς γυναίκα να οδηγείται, να κατοικεί και να παραμένει στα ενδότερα Άγια των αγίων, τα οποία είναι σχεδόν απρόσιτα και στους άνδρες; Αυτό λοιπόν το γεγονός δεν είναι ολοφάνερη απόδειξη για το καταπληκτικό και μεγάλο συμβάν που επρόκειτο στο
μέλλον να της συμβεί; Άραγε αυτό δεν είναι φανερό σημάδι και ξεκάθαρη απόδειξη;
2. Ας μας αποδείξουν όλοι όσοι την κατηγορούν και ενώ λένε πως βλέπουν, στην πραγματικότητα δεν βλέπουν, που είδαν ποτέ να συμβαίνουν τέτοια γεγονότα: Ποιός είδε κόρη, που γεννήθηκε ύστερα από υπόσχεση του Θεού, τριών ετών να αφιερώνεται σαν άμεμπτο δώρο, για να κατοικεί συνεχώς στο τρίτο χώρισμα του ναού, να συνοδεύεται από τους ισχυρούς του λαού σαν σε λιτανεία, να την αποχαιρετούν παρθένες, να οδηγείται με συνοδεία λαμπάδων και να την υποδέχονται ιερείς και νομοδιδάσκαλοι έχοντας τα χέρια τους απλωμένα για να την καλωσορίσουν; Γιατί λοιπόν δεν θέλησαν όλοι οι αρνητές της να σκεφτούν συνετά; Πώς δεν πίστεψαν στα τελευταία γεγονότα, αφού γνώρισαν τα πρώτα; Πώς είχαν αντιρρήσεις γι’ αυτά που συνέβησαν αργότερα, αφού είχαν δει πρωτύτερα τα σχετικά γι’ αυτήν παράξενα και εξαιρετικά; Δεν συνέβησαν βεβαίως τυχαία όσα έγιναν στην αρχή της ζωής της, όλα ήταν προάγγελοι αυτών που θα ακολουθούσαν στο τέλος. Ας μας πουν οι σοφοί τους τα ανόητά τους, πώς δηλαδή ενώ κι άλλες στείρες γυναίκες γέννησαν, καμιάς η θυγατέρα δεν έγινε δεκτή από τους νομοδιδασκάλους και δεν αφιερώθηκε στα Άγια των αγίων; Ώστε λοιπόν δεν είχαν τί να πουν γι’ αυτήν αυτοί που έβλεπαν τότε να συμβαίνουν σ’ αυτήν τέτοια και τόσο μεγάλα γεγονότα, όπως αργότερα και οι ομοϊδεάτες τους προς τον Υιό της, όταν έλεγαν «Τί θα γίνει άραγε το παιδί αυτό;». Έτσι λοιπόν έχουν αυτά.
3. Οι διαφωνούντες ας τραβήξουν τον δρόμο της απώλειας κι ας πέσουν στο χαντάκι που οι ίδιοι άνοιξαν, εμείς όμως, δηλαδή «ο περιούσιος λαός του Θεού», οι ιερείς και οι άρχοντες, οι κοσμικοί κι οι μοναχοί, οι δούλοι και οι ελεύθεροι, οι τεχνίτες και οι γεωργοί, οι κηπουροί και οι ψαράδες, οι νέοι και οι ηλικιωμένοι, οι άνδρες και οι γυναίκες, με προθυμία ας τιμήσουμε τη Θεοτόκο κι ας παρακολουθήσουμε τα κατ’ οικονομίαν τελεσθέντα ήδη θεϊκά μυστήρια, που αναφέρονται στη Θεοτόκο. Πώς οδηγείται η Παναγία σήμερα από τους γονείς της με τη μεσολάβηση των ιερέων στον ναό του Θεού; Πώς η Θεοτόκος, που είναι ο έμψυχος ναός του Κυρίου, αφιερώνεται στον άψυχο ναό; Πώς ο προφήτης του ναού την υποδέχεται αυτοπροσώπως και την εισάγει στα άδυτα του ναού, χωρίς να φέρει κανένα εμπόδιο ούτε να πει στους γονείς της• «Δεν μπορώ να κάνω αυτό που γίνεται για πρώτη φορά, να οδηγήσω δηλαδή την κόρη στα Άγια των άγιων, για να παραμείνει εκεί και να κατοικεί συνεχώς, εκεί όπου εγώ επιτρέπεται μία μόνο φορά τον χρόνο να εισέρχομαι»; Τίποτε τέτοιο δεν είπε ο προφήτης, επειδή γνώριζε αυτό που επρόκειτο να συμβεί —αφού ήταν προφήτης— αλλά περιμένοντάς την τήν υποδέχτηκε με προθυμία, όπως ακριβώς ύστερα απ’ αυτόν ο Συμεών υποδέχτηκε τον Υιό της.
4. Έπειτα ίσως την αγκάλιασε και, ενώ κρατούσε την κόρη στα χέρια του, είπε τα εξής στη μητέρα· «Από πού κατάγεσαι, κυρία; Ποιά είναι η σκέψη σου και ο σκοπός αυτού του εγχειρήματός σου και πώς αποφάσισες να κάνεις αυτό το ανήκουστο και πρωτοφανές μόνη σου χωρίς να έχεις κάποιο πρότυπο, δηλαδή να οδηγήσεις την κόρη σου να πατήσει το πόδι της στα άδυτα; Πες μου, πώς το σκέφτηκες αυτό και ποιό είναι το όνομά σου;».
Η έντιμη Άννα απαντά στον προφήτη· «Κατάγομαι από ιερατικό γένος, από τη φυλή του Ααρών, από προφητική και βασιλική γενιά. Είμαι απόγονος του Δαβίδ, του Σολομώντα κι όλων των υπολοίπων και συγγενής της συζύγου σου Ελισάβετ. Έπειτα έκανα νόμιμο γάμο και για αρκετό καιρό ήμουν άγονη και στείρα. Επειδή όμως δεν βρήκα κανένα παυσίπονο φάρμακο για τη συμφορά μου, κατέφυγα προς τον μοναδικό εξουσιαστή και χορηγό των απόρων Θεό και προς αυτόν με προθυμία άνοιξα το στόμα μου και με δάκρυα και οδύνη καρδιάς βροντοφώνησα αυτά τα λόγια- “Κύριε, Κύριε, συ που αμέσως εισακούς τις βαριά πληγωμένες ψυχές, γιατί μ’ έκανες διαφορετική απ’ τους προγόνους μου; Γιατί μ’ έκανες θέμα συζητήσεων στους δικούς μου και να με περιφρονούν όλοι στη φυλή μου; Γιατί μ’ έκανες μέτοχο στην κατάρα των προφητών σου με άτεκνη μήτρα και στεγνούς μαστούς; Γιατί επειδή ήμουν άτεκνη δεν δέχτηκες τα δώρα μου; Γιατί μ’ άφησες να με μυκτηρίζουν οι γνωστοί μου, να με χλευάζουν οι κατώτεροί μου και να με ονειδίζουν οι γείτονες; Πρόσεξε με, Κύριε, εισάκουσέ με. Δέσποτα, σπλαχνίσου με, Άγιε. Εξομοίωσέ με, Κύριε, με τα πουλιά του ουρανού, με τα θηρία της γης, με τα ψάρια της θάλασσας, αφού όλα αυτά τα έκανες γόνιμα. Ας μη φανεί αυτή που έπλασες κατ’ εικόνα και ομοίωσή σου ότι είναι κατώτερη από τα άλογα ζώα”. Αυτά είπα και πρόσθεσα κι άλλα παρόμοια λέγοντας· “Θα σου αφιερώσω. Δέσποτα, οπωσδήποτε ένα ευχαριστήριο δώρο. Το τέκνο που θα μου δώσεις θα παραμείνει στο αγιαστήριό σου σαν ιερό αφιέρωμα και πολύτιμο δώρο που μου δώρισες, συ που χαρίζεις τα πλούσια και τέλεια δώρα”.
Τέτοια στον κήπο μου, με το βλέμμα στραμμένο στον ουρανό και χτυπώντας το στήθος μου με τα χέρια μου, έλεγα στον επουράνιο Θεό. Ο σύζυγός μου απομονωμένος στο βουνό νηστεύοντας σαράντα μέρες, με τον ίδιο τρόπο ικέτευε τον Θεό. Έτσι λοιπόν με τις προσευχές και των δυό μας λύγισε ο φιλάνθρωπος και οικτίρμων Κύριος κι έστειλε τον άγγελό του να μας προαναγγείλει τη σύλληψη της κόρης μας. Αμέσως λοιπόν, επειδή την διέταξε ο Θεός, η μήτρα μου δέχτηκε το σπέρμα, το οποίο πριν από τη θεία χάρη δεν είχε τολμήσει να το δεχτεί. Όταν με κυρίευσε η χάρη του Θεού, η κλειστή μήτρα άνοιξε τις πύλες της και υποδέχτηκε μέσα της και κράτησε το δώρο του Θεού, μέχρις ότου ευδόκησε ο Θεός να βγει στο φως το σπέρμα, που φυτεύτηκε μέσα της.
Όταν λοιπόν έπαψε να θηλάζει η κόρη μου, είπα· “θα αποδώσω στον Θεό και θα εκπληρώσω σ’ αυτόν όλα τα τάματά μου, όσα τα χείλη μου ψέλλισαν κι έταξαν, όσα είπε το στόμα μου μέσα στη θλίψη μου”. Γι’ αυτό συγκέντρωσα το πλήθος των παρθένων με λαμπάδες, γι’ αυτό μάζεψα τους ιερείς και τους συγγενείς λέγοντάς τους αυτά τα λόγια· “Συγχαρείτε με όλοι, γιατί σήμερα αναδείχτηκα μητέρα και αφιερώτρια, προσφέροντας το παιδί μου όχι σε επίγειο βασιλιά, γιατί καθόλου δεν ταιριάζει αυτό, αλλά το αφιέρωσα στον επουράνιο βασιλιά που μου το δώρισε. Δέξου λοιπόν, προφήτη, τη θεόσδοτη θυγατέρα μου, δέξου την και τοποθέτησέ την στα Άγια των αγίων, για να προετοιμαστεί και να γίνει κατοικητήριο του Θεού, χωρίς να λεπτολογείς, μέχρις ότου θα ευδοκήσει ο Θεός που την κάλεσε εδώ να πραγματώσει τον προορισμό της”».
5. Ακούγοντας αυτά τα λόγια ο Ζαχαρίας απάντησε αμέσως στην Άννα· «Ας είναι ευλογημένη εντιμότατη η ρίζα σου, πανένδοξη η μήτρα σου, πιστή σύζυγε, και πανένδοξη η προσφορά σου, φιλόθεη γυναίκα». Μετά κρατώντας στα χέρια του την κόρη καταχαρούμενος την οδηγεί πρόθυμα στα Άγια των αγίων και αμέσως κάπως έτσι της μιλά· «Προχώρα εσύ που είσαι η εκπλήρωση της προφητείας μου, που αντιπροσωπεύεις την εκτέλεση των προσταγών του Κυρίου, που είσαι η επισφράγιση της συμφωνίας του, η εκτέλεση των σχεδίων του και η αποκάλυψη των μυστηρίων του. Προχώρα εσύ, που είσαι η ερμηνεία όλων των προφητών, η συμφωνία όλων εκείνων που κακώς διαφωνούσαν και η ένωση όσων από παλιά ήταν αντίπαλοι. Προχώρα στήριγμα αυτών που έσκυψαν το κεφάλι, ανακαίνιση όλων των φθαρμένων, φως όσων βρίσκονται στο σκοτάδι, καινούργιο και θεϊκό δώρο. Προχώρα Δέσποινα όλων των θνητών, πέρασε στη δόξα του Κυρίου σου. Ως τώρα ήσουν κάτω στη γη, ύστερα από λίγο θα είσαι ψηλά, εκεί όπου δεν πατούν οι άνθρωποι».
6. Έτσι αφού μίλησε όπως ταίριαζε στην περίσταση ο μυσταγωγός προς την κόρη, την τοποθέτησε εκεί όπου ανήκε και ταίριαζε και ήταν προορισμένη. Η κόρη βάδιζε στον ναό του Θεού χαρούμενη, χοροπηδώντας σαν να ήταν στο δωμάτιο της. Ήταν τριών ετών, ξεπερνούσε όλους τους ανθρώπους όσον αφορά τη θεία χάρη, αφού ήταν προαποφασισμένη και προορισμένη και διαλεγμένη από τον εξουσιαστή του σύμπαντος Θεό.
Παρέμεινε στα Άγια των αγίων, στο πιό βαθύ σημείο και την έτρεφε και την πότιζε με αμβροσία και νέκταρ άγγελος, ώσπου έφτασε στο δεύτερο στάδιο της ηλικίας της. Τότε ύστερα από φώτιση του Θεού συσκέπτονται οι ιερείς και αποφασίζουν να την δώσουν με κλήρο σε κάποιον. Από την κλήρωση βγαίνει ο δίκαιος Ιωσήφ, ο οποίος την παραλαμβάνει κατ’ οικονομίαν από τους ιερείς του ναού του Θεού, για να δελεάσει το πρωταίτιο του κακού φίδι, δηλαδή τον διάβολο, και να μη προσβάλει αυτός την αμόλυντη κόρη που ήταν παρθένος, αλλά να τον παρακάμψει παίρνοντάς την ως μνηστή. Ο δημιουργός Θεός την προστάτευε όσο κατοικούσε στο σπίτι του μαραγκού Ιωσήφ και μέχρις ότου εκπληρώθηκε σ’ αυτήν το κρυμμένο σ’ όλους τους αιώνες θείο μυστήριο και ο Θεός διά της Θεοτόκου ομοιώθηκε με τους ανθρώπους. Αυτό όμως θα το διαπραγματευθούμε στην κατάλληλη στιγμή, τώρα ας επανέλθουμε πάλι στο θέμα μας και ας εγκωμιάσουμε την είσοδο της Θεοτόκου στον ναό.

7. Πορεύσου λοιπόν, Δέσποινα, μητέρα του Θεού. πορεύσου σ’ αυτό για το οποίο εκλέχτηκες, μείνε στον χώρο του Κυρίου σκιρτώντας και χαίροντας, καθώς θα τρέφεσαι και θα μεγαλώνεις, περιμένοντας υπομονετικά την έλευση του αγίου Πνεύματος σε σένα και την επίσκεψη της δυνάμεως του Υψίστου και τη σύλληψη του Υιού σου, όπως θα σε προσφωνήσει ο Γαβριήλ. Χάρισε σ’ αυτούς που τιμούν την εορτή σου τη βοήθειά σου, τη σκέπη και την προστασία σου, γλίτωνε αυτούς πάντοτε με τις πρεσβείες σου από κάθε ανάγκη και κίνδυνο, από ασθένειες και δεινά και κάθε είδους συμφορές και από τη μελλοντική δίκαιη οργή του Υιού σου. Τοποθέτησέ τους, σαν μητέρα του Δεσπότη που είσαι, σε τόπο τρυφής, εκεί όπου κυριαρχεί το φως και η ειρήνη και ικανοποιούνται όλες οι επιθυμίες. «Ας γίνουν άλαλα τα δόλια χείλη, που λαλούν εναντίον σου, της δίκαιης, με ανομία, αλαζονεία και περιφρόνηση». Ας σβήσει η εικόνα των ανόμων στην πόλη σου, ας ντραπούν, ας λείψουν κι ας χαθούν κι ας μάθουν ότι το όνομα σου είναι Δέσποινα, αφού μόνον εσύ, Θεοτόκε, είσαι πάνω από καθετί σ’ όλη τη γη.
Εμείς όμως, θεόνυμφη, με πίστη σε ευλογούμε, με πόθο σε δοξάζουμε, με σεβασμό σε προσκυνούμε, πάντοτε σε μεγαλύνουμε και με σεβασμό σε μακαρίζουμε. Μακάριος είναι πραγματικά απ’ όλους τους άνδρες ο πατέρας σου και μακαρία απ’ όλες τις γυναίκες η μητέρα σου, μακαρία η γενιά σου, μακάριοι οι γνωστοί σου κι όσοι σε είδαν, μακάριοι όσοι ήλθαν σε επαφή μαζί σου κι όσοι σε υπηρέτησαν, μακάριοι οι τόποι όπου πάτησες, μακάριος ο ναός όπου σε αφιέρωσαν, μακάριος ο Ζαχαρίας που σ’ αγκάλιασε, μακάριος ο Ιωσήφ που σε μνηστεύθηκε, μακαρία η κλίνη κι ο τάφος σου, γιατί εσύ είσαι η υψίστη τιμή και η δόξα και η ανώτατη ανύψωση στους ανθρώπους.
8. Δέσποινά μου, η μοναδική μου θεϊκή παρηγοριά, η θεϊκή δροσιά στο καμίνι της ψυχής μου, η θεόσταλτη δροσερή σταγόνα στην κατάξερη καρδιά μου, το δυνατό φως της σκοτεινής ψυχής μου, ο καθοδηγητής της πορείας μου, η δύναμη της αδυναμίας μου, η στολή της γύμνιας μου, ο πλούτος της φτώχειας μου, η θεραπεία των ανίατων τραυμάτων μου, το σταμάτημα των δακρύων μου, η κατάπαυση των στεναγμών μου, η μεταμόρφωση των συμφορών μου, η ανακούφιση των πόνων μου, η λύτρωση των δεσμών μου, η ελπίδα της σωτηρίας μου, εισάκουσε τις προσευχές μου, σπλαχνίσου τους στεναγμούς μου και δέξου τα δάκρυά μου. Ελέησέ με υποχωρώντας στα δάκρυά μου, σπλαχνίσου με σαν μητέρα του φιλάνθρωπου Θεού. Ρίξε το βλέμμα σου με κατανόηση στην ικεσία μου, εκπλήρωσε την πολύ μεγάλη επιθυμία μου και ένωσέ με μέ τη συγγενή μου και σύνδουλο στη χώρα των πραέων, στις σκηνές των δικαίων και στον χορό των αγίων.
Αξίωσέ με, σε παρακαλώ, συ που είσαι η προστάτης όλων, η χαρά τους, η μεγάλη ευφροσύνη τους, να ευφραίνομαι κι εγώ σε κείνη την πραγματικά ανέκφραστη χαρά, που θα προκύψει από τον Θεό και Βα¬σιλέα που θα γεννηθεί από σένα και να εισέλθω στον άφθαρτο νυμφώνα του, στην ατέλειωτη που δεν χορταίνει ποτέ κανείς τρυφή και στην απέραντη και αιώνια βασιλεία του. Δέσποινα, συ που είσαι η καταφυγή μου, η ζωή και η βοήθειά μου, το όπλο μου και το καύχημά μου, η ελπίδα και η δύναμή μου, βοήθησέ με μαζί μ’ αυτήν να απο¬λαύσω τις ανέκφραστες και ακατάληπτες δωρεές του Υιού σου στην επουράνια κατοικία. Γνωρίζω πως έχεις βοηθό στη θέλησή σου τη δύναμη σαν μητέρα του Υψίστου και γι’ αυτό τολμώ. Ας μην στερηθώ, πανάχραντη Κυρία, την ικανοποίηση της προσδοκίας μου, ας την πετύχω θεόνυμφη, συ που γέννησες υπερφυσικά την προσδοκία όλων μας, τον Κύριό μας Ιησού Χριστό, τον αληθινό Θεό και Δεσπότη, στον οποόο ανήκει κάθε δόξα, τιμή και προσκύνηση, μαζί με τον άναρχο Πατέρα και το ζωοποιό Πνεύμα, τώρα και πάντοτε και σ’ όλους τους αιώνες. Αμήν.
(Δημητρίου Γ. Τσάμη, «Θεομητορικόν», τ.Β΄, εκδ. Ορθ. Χριστ. Αδελφότητα ΛΥΔΙΑ, σ. 35-49)

Ευτυχία Γιούλτση - Θεολόγος Η αγωγή της «νοητής σιγής» και η συμβολή της στη θέωση

Η είσοδος της Μαρίας στο ναό σε νηπιακή ηλικία εγκαινιάζει την αφετηρία μιας παράλληλης προόδου, βιολογικής και πνευματικής που συντελείται με την άμεση συνεργία του Αγίου Πνεύματος. Η εγκατάσταση θήλεος στο ναό για την εποχή εκείνη αποτελεί ασυνήθιστο γεγονός που συνδέεται με τη δεδομένη βιολογική ιδιαιτερότητα των θηλέων και τις συναφείς θρησκευτικές αντιλήψεις. Σε σχετική αφήγηση περιγράφεται η είσοδος της Μαρίας στο ναό όπου αγνές κόρες των Εβραίων, με δέος, υποδέχονται και συνοδεύουν την πιο αγνή και αμίαντη παρθένο στον οίκο του Θεού.
Στην Παλαιά Διαθήκη η εικόνα της «τελείας περιστεράς», που την μακαρίζουν θυγατέρες και βασίλισσε, είναι προφητική του μοναδικού ρόλου της Παρθένου Μαρίας. Ακόμη προεικονίζει τη δοξολογική στάση και αποδοχή του προσώπου της από την Εκκλησία και τους πιστούς. Η εικόνα αυτή, το ίδιο ποιητική και παραστατική, επαναλαμβάνεται στους Ψαλμούς με την ίδια νοηματική έμφαση στην τελειότητα, αγνότητα και στο απαράμιλλο «κάλλος» της.
Ποτέ πριν οι θυγατέρες του λαού του Ισραήλ δεν συνάντησαν κάποια κόρη που να είχε ανατραφεί μέσα στο ναό. Επειδή διέγνωσαν ότι επιτελούνται παράδοξα πράγματα, γι’ αυτό και ένιωσαν μεγάλη χαρά, όταν είδαν τη μικρή Μαρία να βαδίζει προς το ιερό, και τον ιερέα να την ευλογεί και να την προσφωνεί. Το παράδοξο αυτό επιτείνεται ακόμη περισσότερο από το γενικά αρνητικό κλίμα αντιμετωπίσεως των γυναικών την εποχή εκείνη.

Αυτή την υποτίμηση της γυναικείας φύσεως στην κοινωνία των Εβραίων επισημαίνει ο Ιωάννης Ευβοίας και σημειώνει με έμφαση: «Πάντη γαρ πάντοτε το των γυναικών φύλον, είτε προφητεύσειεν είτε βασιλέα ευφημίσειεν, είτε πάλιν στηλιτεύσειεν και ονειδίσειεν, ουδέν εκζητητέον εν αυταίς ως ασθενούς μέρους υπαρχούσαις αυταίς».
Στο συνολικό πλαίσιο ολοκληρώσεως της πορείας της Παρθένου προς την τελείωση είναι εύλογο να ενταχθεί, ως αποφασιστικό στάδιο, η προηγμένη πνευματική ζωή της στον οίκο του Θεού. Το στάδιο αυτό χαρακτηρίζεται από τους Πατέρες, και κυρίως από τον Γρηγόριο Παλαμά, ως στάδιο «ησυχίας», «νοεράς προσευχής», «νοητής σιγής», «θεοπτίας» και «μεθέξεως Θεού». Οι ασκητικοί αυτοί όροι αποδίδουν τις διάφορες πτυχές, φάσεις και καταστάσεις του μυστικού βίου της Παρθένου στο ιερό και την ανάβασή της ως την ανώτατη βαθμίδα που είναι η θέωση. Η έννοια της θεώσεως με βάση ανθρώπινες κατηγορίες είναι ασύλληπτη, αφού πραγματοποιείται με τη μετοχή στην άκτιστη χάρη και τις ενέργειες του Θεού. Αυτή αποτελεί την έσχατη βαθμίδα της τελειώσεως και συνεπώς σημαίνει είσοδο στην απόλυτη μακαριότητα. Μόνον εκείνος που έχει πλήρως οικειωθεί την εν Χριστώ ζωή και έχει ενωθεί με τον Θεό μπορεί να βιώσει αυτή τη μακαριότητα. Γι’ αυτό και η Θεοτόκος, που έφτασε μέσω της ησυχίας στη θέωση, γίνεται εφεξής και πρότυπο ησυχαστικής τελειώσεως των πιστών.
Η Παρθένος Μαρία, με τη δική της «εν χάριτι θέωσιν», συνεργεί στην προσέγγιση, την ενοίκηση και την οικείωση του Θεού από τους ανθρώπους. Τη σπουδαιότητα αυτής της συνεργίας επισημαίνοντας ο άγιος Μόδεστος στο γνωστό Εγκώμιόν του γράφει: διά της Παναγίας «ομονογενής Υιός του Θεού Χριστός ο Θεός ημών εξωράισε την ανθρωπείαν φύσιν τη ωραιότητι και τω κάλλει της θεότητος αυτού, θεώσας αυτήν εν εαυτώ• ιδείν αυτής την κεχαριτωμένην μορφήν, εξ ης μορφώσας εαυτόν εκ Πνεύματος Αγίου, βροτόμορφος γέγονεν εν αληθεία» .
Ο άγιος Ιωάννης Δαμασκηνός αποκαλεί την Θεοτόκο «επίγειο ουρανό», επειδή γεύθηκε την υψίστη χαρά. Προβάλλει την Παρθένο ως πρότυπο, παροτρύνοντας τους πιστούς να υμνήσουν τον Θεό, αφού προηγουμένως παραμερίσουν τις βιοτικές και υλικές προτεραιότητές τους. Μόνον έτσι, φωτισμένοι από το θείο φως, θα μπορέσουν να εισέλθουν από το θείο και ακατάληπτο γνόφο στο μυστικό όρος. Ο ίδιος εξαίρει την έφεση και την επιθυμία της Παρθένου να τρέφεται με τα θεία λόγια, να λιπαίνεται και να ενδυναμώνεται με αυτά ως «ελαία κατάκαρπος» και με τον εξαγνισμό όλων των αισθήσεων, του λογισμού και της καρδιάς, να βλέπει και να ποθεί τον Θεό. Ο Ιωσήφ Υμνογράφος εξυμνεί την πνευματική πρόοδο της Μαρίας, την «ένδον του ιερού αγωγήν», την οποία χαρακτηρίζει «ξένην», όπως και τη σύλληψη και γέννη¬σή της. Όλα αυτά μαζί είναι παράδοξα και είναι φυσικό να υπερβαίνουν την ανθρώπινη λογική και διάνοια.
Στην υπέρλογη αγωγή του ναού σταθερές πνευματικές επιδόσεις της Παρθένου ήσαν η νοερή και αδιάλειπτη προσευχή, η νηστεία και ο καθαρμός της ψυχής, όπως και η μελέτη των θείων Γραφών. Είναι φανερό ότι όλη αυτή η μυστική εμπειρία στα άδυτα του ναού κόσμησε την Μαρία με αρετές που απέκτησαν σημασία όχι μόνο για την περίοδο της πνευματικής προετοιμασίας της, αλλά και για το μετέπειτα βίο της. Έτσι η μικρή κόρη της Ναζαρέτ μεταβλήθηκε προοδευτικά σε πρότυπο προς μίμηση. Με αυτόν τον τρόπο δίδαξε αθόρυβα στις γυναίκες που την γνώρισαν το δρόμο, το θέλημα και τα μεγαλεία του Θεού. Η Μαρία, κατά τον Επιφάνιο Μοναχό, αξιώθηκε, «καρτερούσα τοις προσευχαίς… και πάση αρετή, ως τη τε ποικιλία των έργων, και τη καταστάσει, πολλών γυναικών διδάσκαλον γενέσθαι την όντως αγίαν».
Τα άγια των αγίων δεν ήταν μόνον ο πιό κατάλληλος, ο «πρεπωδέστατος» κατά τον άγιο Γρηγόριο Παλαμά τόπος για την Παρθένο, αλλά και το καθαρότατο τεκμήριο του μεγάλου μυστηρίου που επρόκειτο να τελεστεί. Η πραγματοποίηση του θείου αυτού μυστηρίου αποτελεί την πλήρωση της προαιώνιας βουλής του Θεού, που πριν από τη γέννησή της προσφέρει αυτήν δώρο στους γονείς της κι εκείνοι αντιπροσφέρουν την Μαρία στον Θεό ως αντίδωρο ευγνωμοσύνης . Μόνο σε μια εξαγιασμένη κατοικία, όπως είναι τα άγια των αγίων, θα ήταν δυνατή η πνευματική καλλιέργεια μιας εύπλαστης παιδικής ψυχής, που ήταν ανάθημα των γονιών της και βλαστός αγίας ρίζας .
Ο Γρηγόριος Παλαμάς θεωρεί τα άγια των αγίων ως «τύπον του παραδείσου και των ουρανίων αυλών». Εκεί ζούσε η Παρθένος σαν να ήταν στον παράδεισο ή σε κάποιον ξεχωριστό τόπο πάνω στη γη. Ζούσε μια απλή, απέριττη ζωή, χωρίς ανθρώπινες μέριμνες, χωρίς λύπη, μακριά από ανθρώπινα πάθη και κακίες. Μελετούσε το λόγο του Θεού και θλιβόταν βαθιά για τα παραπτώματα του εβραϊκού λαού, την παρακοή και την απώλεια του παραδείσου. Ζούσε μόνο για τον Θεό: «Θεώ βλεπομένη μόνω, Θεώ τρεφόμενη, Θεώ τηρούμενη μόνω, δι’ αυτής σκηνώσειν εν ημίν μέλλοντι, πάντως δε και αύτη Θεόν μόνον ορώσα, Θεόν ποιουμένη τρυφήν οικείαν, Θεώ διηνεκώς προσανέχουσα».
Με όλες τις παραπάνω προϋποθέσεις και κυρίως με την προσωπική της διάθεση και έφεση προς τον Θεό, είναι πολύ λογικό η Παρθένος να επιζητεί από τη νηπιακή της ηλικία έναν ενάρετο τρόπο ζωής που θα τον ενίσχυε η ιδιαίτερα πνευματική ατμόσφαιρα του ναού. Χωρίς οποιαδήποτε αρνητική προκατάληψη για τους συνανθρώπους της, φυσιολογικά και σταδιακά απέκοψε κάθε γήινο δεσμό, αποτίναξε κάθε δέσμευση και αντιπαρήλθε κάθε αγάπη, ακόμη και του ιδίου του σώματός της, επισημαίνει ο άγιος Γρηγόριος Παλαμάς. Απαλλαγμένη από όλα αυτά, επιδόθηκε στην αόρατη και ανεπιτήδευτη ζωή. Στην απομόνωση της σιωπής, με τη στροφή του νου στον έσω άνθρωπο και τη συνεχή προσήλωση στον Θεό, η Παρθένος οικοδόμησε νοερά έναν καινούργιο και απόρρητο δρόμο προς τον ουρανό, το δρόμο της νοητής σιγής. Ακλουθώντας αυτόν το δρόμο ανέρχεται πάνω από όλη την κτίστη δημιουργία, βλέπει τη δόξα του Θεού και μετέχει στη θεία μακαριότητα και χάρη του.
Η Παρθένος έχοντας ως χειραγωγό την «ιερά ησυχία», δηλαδή τη λήθη των νοητών και αισθητών πραγμάτων, την απομάκρυνση από τον κόσμο, τη μύηση στα άνω, την τέλεια αντίληψη των νοημάτων και τέλος τη θεωρία του Θεού, τη θεοπτία, ποθεί να συναντήσει τον Θεό. Και ενώ η αρετή αποτελεί κάτι σαν φάρμακο για τις ασθένειες της ψυχής και τα πάθη, η θεωρία συνιστά καρπό υγιαίνουσας ψυχής. Έτσι με τη συνεχή αγωγή της ησυχίας και όχι με λογικούς στοχασμούς πορεύεται προς τη θέωση.
Με την «ησυχία» αποδεσμεύεται ο άνθρωπος από τα γήινα και με τις νυχθήμερες προσευχές και δεήσεις αγγίζει τη δόξα και τη χάρη του Θεού . Η ίδια η Παρθένος έμπρακτα δίδαξε ότι δεν μπορεί κανείς να φθάσει πραγματικά στη θεωρία με τις αισθήσεις ή το λογισμό, αλλά με την κάθαρση του νου. Μόνο με το νου, και με προϋπόθεση την καθαρότητά του, μπορεί κανείς να αναχθεί στη θεωρία, το φωτισμό και τις θείες εκλάμψεις του Αγίου Πνεύματος. Τότε, κατά τον άγιο Φιλόθεο Κόκκινο, μπορεί ο ανθρώπινος νους να γίνει πνευματικός, θεόμορφος και να εμπλουτισθεί με υπερφυσικό φως. Αυτό το φως φωτίζει τα μυστικά και απόρρητα του πνεύματος, χαρίζοντας στους κεκαθαρμένους πιστούς τις πνευματικές αποκαλύψεις και θεοφάνειες, καθοδηγώντας τους προς τη θεία γνώση και εμπειρία. Ο νους της Παναγίας, που χαρακτηρίζεται ως πνευματοφόρος και θειότατος, ήταν το μέσο με το οποίο η ίδια, περισσότερο από όλους, μελέτησε και εγνώρισε τον Θεό και έγινε μέτοχος της θείας χάριτος . Αυτή η μετοχή και η μέθεξη μεταμορφώνουν την ανθρώπινη ύπαρξη και της προσφέρουν τη δυνατότητα να εντρυφήσει στα θεία και υπερφυή κάλλη. Η καθαρότητα της Παρθένου και η ενανθρώπηση του Θεού μέσω αυτής την κατέστησαν, κατά τον άγιο Γρηγόριο Παλαμά, μεθόριο μεταξύ κτιστής και άκτιστης φύσεως. Κανείς δεν μπορεί να πορευτεί προς τον Θεό, παρά μόνο μέσω της Παρθένου και του Υιού της. Κανείς δεν μπορεί να οικειωθεί τα χαρίσματα και τις δωρεές του Θεού, χωρίς την Θεοτόκο, που έχει «χάριτι», όσα έχει ο Χριστός ως Θεός. Η ίδια υπέδειξε το δρόμο για τη μετάβαση από την αισθητή πραγματικότητα στη νοητή με τον ενάρετο θεοειδή βίο της. Η καθαρότητά της καθοδηγεί και φωτίζει τους ανθρώπους στην πορεία για τη μέθεξη του Θεού.
(Ευτυχίας Γιούλτση, «Η Παναγία Πρότυπο της πνευματικής τελειώσεως», εκδ. Π. Πουρναρά – Θεσ/νίκη, σ. 92-98)