Κυριακή, 31 Αυγούστου 2014

Άγιος Γερμανός Λόγος στην κατάθεση και προσκύνηση της Τιμίας Ζώνης (1ο Μέρος)



Λόγος στην κατάθεση και προσκύνηση της σεπτής και Τιμίας Ζώνης της Υπεραγίας Θεοτόκου και Αειπαρθένου Μαρίας
«Δεδοξασμένα έλαλήθη περί σου η Πόλις του Θεού» μας έψαλλε ο Προφήτης και Βασιλέας Δαβίδ διά του Αγίου Πνεύματος. Πραγματικά φανερώνοντας, Πόλη του Μεγάλου Βασιλέα, εκείνη για την οποία ειπώθηκαν πολλά λαμπρά, έπαινοι και ύμνοι. Μα ποια άραγε να είναι αυτή η Πόλη; Μου φαίνεται να το λέει αυτό ο θείος Δαβίδ σαφέστατα και αναμφίβολα γι’ αυτήν την πραγματικά εκλεγμένη και ανώτερη από όλες τις άλλες· όχι ότι είναι υπερτέρα οικοδομημάτων, αλλ’ ούτε ψηλότερη από τους πιο ψηλούς λόφους και όρη της γης. Είναι ψηλότερη λόγω των μεγάλων ενθέων αρετών και υπερέχει στην καθαρότητα αυτή η υπέραγνη και υπεράμωμη Θεοτόκος. Σ’ αυτήν κατοίκησε ο Βασιλεύς των βασιλευόντων και Κύριος των κυριευόντων καλύτερα δε θα λέγαμε, σύμφωνα με τον θείον Απόστολο, ότι κατοίκησε σ’ αυτήν όλο «το πλήρωμα της θεότητος σωματικώς».
agia-zoni
Η Δέσποινα Θεοτόκος είναι η πραγματικά δοξασμένη πόλη του Θεού. Αυτή είναι η νοητή Σιών. Γι’ αυτήν νομίζω μίλησε προφητικά ο Δαβίδ. Εάν δε κάποιος θελήσει να ονομάσει και το ναό της δοξασμένη πόλη δεν θα ήταν μακριά από την αλήθεια. Εάν διασώζονται στη μνήμη των πολλών και για πολύ χρόνο τα ονόματα αυτών που είναι χαραγμένα πάνω στις πλάκες των τάφων και εάν υψώνονται στήλες και μνημεία μέχρι σήμερα γι’ ανθρώπους, που δεν είναι δίκαιο ούτε τα ονόματά τους να προφέρουμε, αν και υπάρχει η φήμη τους ανάμεσα στους αφελέστερους τί πρέπει να πούμε για τη δοξασμένη από τον Θεό και Πανύμνητη Κόρη, την Πανάχραντη και Παναμώμητη Θεοτόκο; Διότι αν αυτή υπήρξε έμψυχη πόλη του βασιλέα Χριστού, δίκαια και ο πανάγιος ναός της που εορτάζομε τα εγκαίνια και την κατάθεση της Τιμίας Ζώνης της σήμερα, είναι και ονομάζεται και αυτός πόλη δοξασμένη του Θεού. Πόλη, η οποία δεν καταγράφει τα ονόματα των υπηκόων της που ανήκουν σε βασιλέα θνητό και επίγειο, αλλά στον ουράνιο Βασιλέα, ο οποίος τους παραπέμπει στην αιώνια ζωή και χαρίζει σε όσους τον ακολουθούν, τη Βασιλείαν Του.
Τίμιοι και ευσεβείς ακροατές, όταν ακούτε για τα σημερινά εγκαίνια μη πηγαίνει το μυαλό σας σε νεόκτιστες οικοδομές και κατασκευές χτισμάτων που μόλις τελείωσαν, άλλα στα πνευματικά εγκαίνια, κατά τα οποία ο εσωτερικός μας άνθρωπος, βγάζει το παλαιό και σχισμένο ένδυμα της αμαρτίας φορώντας το καινούριο ένδυμα της ευσέβειας και ζει τη νέα ζωή του Χριστού. Με αυτά τα εγκαίνια χαίρεται και η Πανάμωμη Θεοτόκος. Έχοντας τις κατάλληλες αρετές και ζώντας τη νέα κατά Θεό ζωή ας εντρυφήσουμε με καθαρότητα στα καθαρά εγκαίνια της καθαρής και Αγνής. Και σαν να βρίσκεται παρούσα ας πλησιάσουμε στο σεβάσμιο ναό της βάζοντας σε τάξη όλα τα νοήματα και τις πράξεις μας και όλα να τα μεταβάλλομε προς το καλύτερο. Να μη κάνομε κάτι ανάξιο της ημέρας των εγκαινίων, όπως λέγει η Γραφή, ούτε στο περπάτημά μας, ούτε στο γέλιο μας· αλλά ούτε ο στολισμός των ενδυμάτων να δείχνει απρέπεια. Και τί λέγω; Όχι μόνον αυτά αλλά και αυτές τις σκέψεις μας ας τακτοποιήσουμε. Σε όλα αυτά ας προπορεύεται η ελεημοσύνη, με την οποίαν ο Θεός ευαρεστείται και αναπαύεται, ώστε να εορτάσουμε ανανεωμένοι στη ψυχή και το σώμα την ημέρα των εγκαινίων του Ναού της Παναχράντου κατά σάρκα Μητέρας του Θεού ημών.
Εορτάζεται λοιπόν από εμάς σήμερα η Κατάθεση και προσκύνηση της Τιμίας Ζώνης της Δέσποινάς μας Θεοτόκου. Της Ζώνης εκείνης, που τύλιξε το πανάγιο σώμα και σκέπασε αυτόν τον κρυπτόμενο Θεό στην κοιλιά της. Της Ζώνης εκείνης, που ωραία και σεμνά στόλιζε την κιβωτόν του Θεού, δηλαδή την Μαρία. Εκείνης της Ζώνης, η οποία πολλές φορές βρεχόταν από τις καθαρές σταλαγματιές του γάλακτος της Πανάχραντης Θεοτόκου. Και κανένας από τους μεμψίμοιρους ας μη θεωρήσει ανάρμοστο που θα μιλήσουμε και θα υμνήσουμε τα άψυχα, όπως είναι η Τιμία Ζώνη, σαν έμψυχα.
Όταν κάποιο αγγείο έλθει για λίγο σε επαφή με ευωδιαστό μύρο και όταν ακόμη αδειάσει, ξέρουμε ότι κρατά την ευωδία για πολύ καιρό. Τί θα μπορούσε να πει κάποιος για τη Ζώνη, που περιτύλιγε το καθαρώτατο και παναμώμητο σώμα της Θεοτόκου, που ήταν πραγματικά ακένωτο και θείο μύρο; Δεν θα διατηρούσε αιωνίως την ευωδία των ιαμάτων και θα γέμιζε με αυτήν όσους θα την πλησίαζαν με πίστη και πόθο; Όχι ευωδία γάλακτος, αλλά ευωδία θεία και πανσεβάσμια· ευωδία που γρήγορα απομακρύνει τα πάθη της ψυχής και του σώματος. Και αν το άψυχο αγγείο, όπως είπαμε, που ήλθε σε επαφή με το άψυχο μύρο, παίρνει από την ποιότητά του, τι θα πούμε, για τη Ζώνη, που ακούμπησε την έμψυχη κατοικία του Θεού Λόγου, δηλαδή τη Θεοτόκο; Δεν πρέπει να τρέξουμε; Δεν πρέπει να προσκυνήσουμε; Δεν πρέπει να ζητήσουμε απ’ αυτήν την ολοκληρωτική κάθαρση της ψυχής και του σώματος; Δεν πρέπει να μιλήσουμε μαζί της σαν να είναι ζωντανή και να της προσφέρουμε δοξολογικούς ύμνους; Αυτό ας κάνουμε τώρα.
Ω Ζώνη, που περιέζωσες την Πηγήν της ζωής και παρέχεις αιώνια ζωή σ’ όσους σε τιμούν.
Ω Ζώνη, που πάντοτε χαρίζεις σ’ όσους προσέρχονταν σε σένα τη νέκρωση των παθών, ανδρεία και δύναμη για την πραγματοποίηση των αρετών.
Ω Ζώνη, που αναστέλλεις και δυναμώνεις την ασθένεια της φύσεώς μας και εμποδίζεις τους αοράτους και ορατούς εχθρούς μας. Και δεν είναι άξιον θαυμασμού. Διότι όταν δοξάζεται η Μητέρα και ο Υιός που την αγαπά χαίρεται. Αλλά υπακούοντας στο νόμο της φύσεως, αν και τα πράγματα είναι υπερφυσικά, στη Μητέρα θα αφιερώσουμε το εγκώμιο. Και δεν θα το απορρίψει ο υπεράγαθος Κύριος. Γιατί όπως αληθινά θέλησε να γεννηθεί ως άνθρωπος από αυτήν και δέχθηκε να ονομάζεται Υιός της θα δεχθεί ο πολυεύσπλαχνος την ανθρώπινη τόλμην του εγκωμίου.
Ω Ζώνη σεπτή, δώσε τον αγιασμό, τη θεραπεία, τη συγχώρηση, την υγεία σε μας που ήλθαμε με πίστη και πόθο να προσκυνήσουμε τον σεβάσμιο ναό σου.
Ω Ζώνη σεπτή, που περικυκλώνεις και φρουρείς τη πόλη και τον λαό σου και τον διασώζεις από κάθε βαρβαρική επιδρομή.
Ω Ζώνη τιμία, που περιτύλιξες τον Θεόν Λόγον, που βρισκόταν στη κοιλία της Παρθένου, και που απ’ εκεί γέμισε με την ευλογία των ιαμάτων, που τώρα σκορπίζονται σε μας.
Ω Ζώνη φαιδρά, που πλησίασες με σεβασμό το υπέρσεμνο σώμα της άφθαρτης Μητέρας του Θεού, και από εκεί ντύθηκες την αφθαρσία αν και παρέμεινες άφθαρτη, όπως φανερώνει ο αληθινός λόγος που έφθασε μέχρι σε μας.

Στὴ Γέννηση τῆς Ὑπεραγίας Θεοτόκου


Ἁγίου Ἰωάννου τοῦ Δαμασκηνοῦ
 Ἐλᾶτε ὅλα τὰ ἔθνη, κάθε ἀνθρώπινη γενιά, καὶ κάθε γλώσσα, καὶ κάθε ἡλικία, καὶ κάθε ἀξίωμα, νὰ γιορτάσουμε μὲ ἀγαλλίαση τὴ γέννηση τῆς παγκόσμιας χαρᾶς. Γιατὶ ἂν οἱ εἰδωλολάτρες, μὲ ψεύτικα δαιμονικὰ παραμύθια ποὺ ξεγελοῦν τὸ μυαλὸ καὶ σκοτεινιάζουν τὴν ἀλήθεια, κι᾿ ἂν ἀκόμα προσφέροντας ὅ,τι εἶχαν καὶ δὲν εἶχαν τιμοῦσαν γενέθλια βασιλιάδων, ποὺ τοὺς τυραννοῦσαν σ᾿ ὅλη τους τὴ ζωή, πόσο περισσότερο πρέπει ἐμεῖς νὰ τιμοῦμε τὴ γέννηση τῆς Θεοτόκου, ποὺ ἀνώρθωσε ὁλόκληρο τὸ ἀνθρώπινο γένος, ποὺ ἄλλαξε τὴ λύπη τῆς πρώτης μας μητέρας, τῆς Εὔας, σὲ χαρά; Ἐκείνη ἄκουσε τὴν ἀπόφαση τοῦ Θεοῦ: «Μὲ πόνους νὰ γεννᾷς τὰ παιδιά σου». Αὐτή: «Χαῖρε, Κεχαριτωμένη». Ἐκείνη: «Στὸν ἄνδρα σου ἡ ὑποταγή σου». Αὐτή: «Ὁ Κύριος εἶναι μαζί σου».
Τί ἄλλο λοιπὸν ἀπὸ λόγο νὰ προσφέρουμε στὴ Μητέρα τοῦ Λόγου; Ὅλη ἡ κτίση ἂς γιορτάσει μαζί μας κι᾿ ἂς ὑμνήσει τὸν ἁγιασμένο καρπὸ τῆς ἁγίας Ἄννας. Γιατὶ γέννησε στὸ κόσμο παντοτινὸ θησαυρὸ ἀγαθῶν, δηλ. τὴν Παναγία. Μὲ τὴν μεσολάβηση τῆς Παναγίας ὁ Πλάστης ξανάπλασε πρὸς τὸ καλύτερο ὁλόκληρη τὴν πλάση, μὲ τὴν ἀνθρώπινη φύση τοῦ Χριστοῦ. Γιατὶ, ἀφοῦ ὁ δημιουργικὸς Λόγος τοῦ Θεοῦ ἔγινε ἕνα μὲ τὴν ἀνθρώπινη φύση, ἑνώθηκε συνάμα μ᾿ ὁλόκληρη τὴν πλάση, ἀφοῦ καὶ ὁ ἄνθρωπος, μετέχοντας σὲ πνεῦμα καὶ σὲ ὕλη, εἶναι σύνδεσμος ὅλης της ὁρατῆς καὶ ἀόρατης δημιουργίας. Ἂς γιορτάσουμε λοιπὸν τὴν λύση τῆς ἀνθρώπινης στειρότητας, γιατὶ πῆρε τέλος γιὰ μᾶς ἡ στέρηση τῶν ἀγαθῶν.
Γιὰ ποιὸ λόγο ὅμως γεννήθηκε ἡ Μητέρα καὶ Παρθένος ἀπὸ γυναίκα στείρα; Γιατὶ ἔτσι ἔπρεπε, αὐτὸ ποὺ εἶναι «τὸ μοναδικὰ καινούργιο κάτω ἀπὸ τὸν ἥλιο», ἡ βάση καὶ τ᾿ ἀποκορύφωμα τῶν θαυμάτων, ν᾿ ἀνοίξει τὸ δρόμο του μὲ θαύματα καὶ σιγὰ-σιγὰ ἀπὸ τὰ πιὸ ταπεινὰ νάρθουν τὰ πιὸ μεγάλα.
Ὑπάρχει ὅμως κι ἄλλος λόγος πιὸ ὑψηλὸς καὶ πιὸ θεϊκός. Ἡ φύση, νικημένη ἀπὸ τὴ χάρη, στεκόταν φοβισμένη· δὲν εἶχε τὸ θάρρος καὶ τὴ δύναμη νὰ προχωρήσει αὐτὴ πρώτη. Ὅταν λοιπὸν ἐπρόκειτο νὰ γεννηθεῖ ἡ Θεοτόκος – Παρθένος ἀπὸ τὴν Ἄννα, δὲν τολμοῦσε ἡ φύση νὰ καρποφορήσει πρὶν ἀπὸ τὴ χάρη, ἀλλὰ ἔμενε ἄκαρπη, μέχρις ὅτου βλαστήσει ἡ χάρη τὸν καρπό. Ἔτσι ἔπρεπε, νὰ γεννηθεῖ πρωτότοκη ἐκείνη, ποὺ θὰ γεννοῦσε τὸν «πρωτότοκο ὅλης της δημιουργίας», ποὺ «ὅλα σ᾿ αὐτὸν χρωστοῦν τὴν ὕπαρξή τους».
Καλότυχο ζευγάρι, Ἰωακεὶμ καὶ Ἄννα, ὅλη ἡ κτίση σᾶς εὐγνωμονεῖ. Γιατὶ μὲ τὴ μεσολάβησή σας δώρισε ἡ πλάση στὸ Δημιουργὸ τὸ πιὸ ὑπέροχο ἀπ᾿ ὅλα τὰ δῶρα· πολυσέβαστη Μητέρα, μοναδική, ἄξια τοῦ Πλάστη. Εὐλογημένος εἶσαι Ἰωακείμ, ἀπ᾿ ὅπου βγῆκε τὸ ἀκηλίδωτο σπέρμα. Θαυμαστὴ μήτρα τῆς Ἄννας, ποὺ μέσα της ἀναπτύχθηκε σιγὰ-σιγά, σχηματίσθηκε καὶ γεννήθηκε πανάγιο βρέφος. Γαστέρα, ποὺ κυοφόρησες μέσα σου τὸν ἔμψυχο οὐρανό, πλατύτερο ἀπὸ τὴν ἀπεραντοσύνη τῶν οὐρανῶν. Ἁλώνι, ποὺ κράτησες ἐπάνω σου τὴ θημωνιὰ τοῦ ζωοποιοῦ σιταριοῦ, ὅπως τὸ δήλωσε ὁ ἴδιος ὁ Χριστός: «Ἂν δὲν πέσει ὁ κόκκος τοῦ σιταριοῦ στὴ γῆ καὶ πεθάνει, παραμένει ὁλομόναχος». Μαστοὶ ποὺ θηλάσατε ἐκείνη, ποὺ ἔθρεψε τὸν τροφοδότη τοῦ κόσμου. Θαυμάτων θαύματα καὶ παραδόξων παράδοξα. Γιατὶ ἔτσι ἔπρεπε, ν᾿ ἀνοίξει μὲ τὰ θαύματα ὁ δρόμος, ἀπ᾿ ὅπου μὲ τρόπο ἀνέκφραστο, ἀπὸ ἀγάπη, κατέβηκε κοντά μας ὁ Θεὸς γιὰ νὰ σαρκωθεῖ.
Ἀλλὰ πῶς νὰ προχωρήσω περισσότερο; Τὸ μυαλό μου σαστίζει, φόβος καὶ λαχτάρα μὲ κυριεύουν. Ἡ καρδιά μου χτυπάει καὶ ἡ γλώσσα μου δέθηκε. Δὲν ἀντέχω στὴ χαρά, μὲ καταβάλλουν τὰ θαύματα, ὁ πόθος μὲ γεμίζει ἐνθουσιασμό. Ἂς νικήσει λοιπὸν ὁ πόθος, ἂς ὑποχωρήσει ὁ φόβος, ἂς τραγουδήσει ἡ κιθάρα τοῦ Πνεύματος: «Ἂς χαροῦν οἱ οὐρανοὶ κι᾿ ἂς πηδήσει ἀπ᾿ τὴ χαρά της ἡ γῆ».
Σήμερα ἀνοίγονται οἱ πύλες τῆς στειρώσεως, καὶ παρουσιάζεται θεϊκή, παρθενικὴ πύλη, ποὺ ἀπὸ μέσα της θὰ περάσει καὶ θὰ μπεῖ στὴν οἰκουμένη «σωματικὰ» ὁ Θεός, ποὺ βρίσκεται πέρα ἀπ᾿ ὅλα τὰ ὄντα, ὅπως λέει ὁ Παῦλος, ὁ ἀκροατὴς τῶν ἀνέκφραστων μυστικῶν. Σήμερα ἀπὸ τὴ ρίζα τοῦ Ἰεσσαὶ ξεφύτρωσε κλωνάρι, ποὺ πάνω του βλάστησε γιὰ χάρη τοῦ κόσμου θεοϋπόστατο ἄνθος.
Σήμερα ἀπὸ τὴ γήινη φύση ἔφτιαξε οὐρανὸ πάνω στὴ γῆ, ἐκεῖνος ποὺ ἄλλοτε παλιὰ δημιούργησε μέσα ἀπὸ τὰ νερὰ τὸ στερέωμα καὶ τὸ ἀνέβασε στὰ ὕψη. Κι᾿ ἀληθινὰ ὁ οὐρανὸς αὐτὸς εἶναι πολὺ πιὸ θεϊκὸς καὶ πολὺ πιὸ καταπληκτικὸς ἀπὸ τὸν πρῶτο. Γιατὶ ὁ Λόγος τοῦ Θεοῦ, ποὺ δημιούργησε στὸν πρῶτο οὐρανὸ τὸν ἥλιο, θὰ ἀνατείλει ὁ Ἴδιος στὸ δεύτερο οὐρανό, ἥλιος δικαιοσύνης. Ἔχει δύο φύσεις, κι ἂς λυσσομανοῦν οἱ Ἀκέφαλοι· ἕνα πρόσωπο, μία ὑπόσταση, κι ἂς σκάσουν ἀπ᾿ τὸ κακό τους οἱ Νεστόριοι. Τὸ ἄναρχο φῶς, ποὺ ἔχει τὴν προαιώνια ὕπαρξή του ἀπὸ ἄναρχο φῶς, τὸ ἄυλο καὶ ἀσώματο, παίρνει σῶμα ἀπὸ γυναίκα καὶ «σὰν νυμφίος βγαίνει ἀπὸ νυφικὸ δωμάτιο», καί, μ᾿ ὅλο ποὺ εἶναι Θεός, γίνεται ἔπειτα γήινος ἄνθρωπος. Σὰν «γίγαντας» θὰ τρέξει μὲ χαρὰ τὸ δρόμο τῆς δικῆς μας ζωῆς, καὶ μέσα ἀπὸ τὰ πάθη θὰ προχωρήσει γιὰ νὰ πεθάνει καὶ νὰ δέσει τὸν ἰσχυρό, τὸ διάβολο, καὶ νὰ τοῦ ἁρπάξει τὴν περιουσία, τὴν ἀνθρώπινη φύση μας, καὶ νὰ ξαναφέρει στὴν οὐράνια γῆ τὸ χαμένο πρόβατο.
Σήμερα ὁ «γιὸς τοῦ μαραγκοῦ», ὁ παντεχνίτης Λόγος τοῦ Θεοῦ, ποὺ χάρη σ᾿ Αὐτὸν ὁ Πατέρας δημιούργησε τὰ πάντα, τὸ δυνατὸ χέρι τοῦ μεγάλου Θεοῦ, ἔχοντας, μὲ τὸ Ἅγιο Πνεῦμα σὰν δάχτυλά του, ἀκονίσει τὸ στομωμένο σκεπάρνι τῆς φύσεως, ἔφτιαξε γιὰ τὸν ἑαυτὸ τοῦ ἔμψυχη σκάλα, ποὺ ἡ βάση της στηρίζεται πάνω στὴ γῆ καὶ τὸ κεφάλι της ἀκουμπάει στὸν οὐρανό, ποὺ πάνω της ἀναπαύεται ὁ Θεός, ποὺ τὴν εἰκόνα της ἀντίκρισε ὁ Ἰακώβ. Ἀπ᾿ αὐτὴ ἀφοῦ κατέβηκε, χωρὶς νὰ μετακινηθεῖ ἀπὸ τὴ θέση του ὁ Θεός, πιὸ σωστὰ ἀφοῦ ταπεινώθηκε, «φανερώθηκε πάνω στὴ γῆ» καὶ συναναστράφηκε μὲ τοὺς ἀνθρώπους. Αὐτὰ ὅλα λοιπὸν σημαίνουν ἡ κατάβαση, ἡ συγκαταβατικὴ ταπείνωση, ἡ πολιτεία του πάνω στὴ γῆ, τὴν πιὸ βαθιὰ γνώση, ποὺ δόθηκε στοὺς ἀνθρώπους τῆς γῆς.
Πάνω στὴ γῆ στηρίχθηκε ἡ νοητὴ σκάλα, ἡ Παρθένος· γιατὶ γεννήθηκε ἀπὸ τὴ γῆ· καὶ ἡ κεφαλή της φθάνει στὸν οὐρανό. Ἡ κεφαλή, βέβαια, κάθε γυναίκας εἶναι ὁ ἄνδρας· γιὰ τὴν Παρθένο ὅμως μία καὶ δὲν γνώρισε ἄνδρα, ἔγινε κεφαλή της ὁ Θεὸς καὶ Πατέρας, ἀφοῦ μὲ τὸ Ἅγιο Πνεῦμα ἔκανε συμφωνία μὲ τὴν Παρθένο κι ἀφοῦ ἔστειλε σὰν κάποιο θεϊκὸ πνευματικὸ σπόρο, τὸ Υἱὸ καὶ Λόγο του, τὴν παντοδύναμη δύναμή Του. Πραγματικὰ μὲ τὸ εὐλογημένο θέλημα τοῦ Πατέρα, ἔγινε ὑπερφυσικά, χωρὶς μεταβολή, ὁ Λόγος σάρκα, ὄχι μὲ φυσικὴ ἕνωση, ἀλλὰ ξεπερνώντας τοὺς νόμους τῆς φύσεως, ἀπὸ τὸ Ἅγιο Πνεῦμα καὶ ἀπὸ τὴν Παρθένο Μαρία καὶ «κατασκήνωσε ἀνάμεσά μας». Γιατὶ ἡ ἕνωση τοῦ Θεοῦ μὲ τοὺς ἀνθρώπους γίνεται μὲ τὸ Ἅγιο Πνεῦμα. «Ὅποιος μπορεῖ ἂς τὸ καταλάβει. Ὅποιος ἔχει αὐτιά, ἂς ἀκούσει».
Ἂς ξεφύγουμε ἀπὸ τὶς ἀνθρώπινες σκέψεις. Ἄνθρωποί μου, ἡ θεότητα εἶναι ἀπαθής, δὲν παθαίνει ἀλλοιώσεις. Ἐκεῖνος ποὺ τὴν πρώτη φορὰ γέννησε ἀναλλοίωτα μὲ τρόπο φυσικό, γεννάει ἀναλλοίωτα τὸν ἴδιο Υἱὸ γιὰ δεύτερη φορὰ μὲ «κατὰ θεία οἰκονομία». Καὶ εἶναι μάρτυρας ὁ Δαβίδ, ὁ προπάτορας τοῦ Θεοῦ, λέγοντας: «Ὁ Κύριος εἶπε σὲ μένα. Ἐσὺ εἶσαι Υἱός μου, ἐγὼ σήμερα σὲ γέννησα». Αὐτὴ ἡ λέξη «σήμερα» δὲν ἔχει θέση στὴν προαιώνια γέννηση, γιατὶ ἡ γέννηση ἐκείνη βρίσκεται ἔξω ἀπὸ τὸ χρόνο.
Σήμερα χτίζεται ἡ πύλη ποὺ κοιτάει στὴν ἀνατολή, ἀπ᾿ ὅπου ὁ Χριστὸς «θὰ μπεῖ καὶ θὰ βγεῖ», ἀφήνοντας τὴν κλεισμένη· στὴν πύλη αὐτὴ ὁ Χριστὸς εἶναι «ἡ θύρα τῶν προβάτων». «Ἀνατολὴ» εἶναι τὸ ὄνομα Ἐκείνου, ποὺ μᾶς ὁδήγησε κοντὰ στὸν ἀρχιφωτο Πατέρα. Σήμερα φύσηξαν χαρᾶς πνοές, προμηνύματα τῆς παγκόσμιας Χαρᾶς.
Ἂς χαμογελᾶ πάνω ὁ οὐρανός, κι᾿ ἂς πηδᾶ ἀπ᾿ τὴ χαρὰ τῆς κάτω ἡ γῆ, ἂς πάλλεται ἡ θάλασσα τοῦ κόσμου. Μέσα της γεννιέται τὸ κογχύλι, τὸ στρείδι, ποὺ μὲ τὴν ἀστραπὴ τοῦ Θεοῦ ἀπ᾿ τὰ οὐράνια θὰ συλλάβει στὰ σπλάχνα του, καὶ θὰ γεννήσει τὸ πολύτιμο μαργαριτάρι, τὸν Χριστό. Ἀπ᾿ αὐτὸ τὸ στρείδι θὰ βγεῖ ὁ «δοξασμένος βασιλιάς», ντυμένος τὴν πορφύρα τῆς σάρκας, ποὺ ἀφοῦ ἐπισκεφθεῖ τοὺς αἰχμαλώτους θὰ διακηρύξει τὴν ἀπελευθέρωσή τους.
Ἂς πηδᾶ ἀπ᾿ τὴ χαρά της ἡ φύση· γεννιέται ἡ ἀμνάδα, ἡ προβατίνα, ποὺ ἀπ᾿ αὐτὴν ὁ βοσκὸς θὰ ντύσει τὸ πρόβατο, καὶ θὰ ξεσχίσει τὸ ροῦχο τῆς παλιᾶς θανατικῆς καταδίκης μας. Ἂς χορεύει ἡ παρθενία, ἀφοῦ γεννήθηκε ὅπως εἶπε ὁ Ἡσαΐας παρθένος, ποὺ θὰ «συλλάβει στὴν κοιλιά της καὶ θὰ γεννήσει υἱό, ποὺ θὰ τοῦ δώσουν τὸ ὄνομα Ἐμμανουήλ», ποὺ σημαίνει «ὁ Θεὸς εἶναι μαζί μας». «Ὁ Θεὸς εἶναι μαζί μας», μάθετε τὸ καλὰ Νεστόριοι κι᾿ ἀναγνωρίστε τὴν ἥττα σας. «Εἶν᾿ ὁ Θεὸς μαζί μας» ! Ὄχι ἄγγελος, ὄχι ἀπεσταλμένος, ἀλλὰ ὁ Ἴδιος ὁ Κύριος θἄρθει καὶ θὰ μᾶς σώσει.«Εὐλογημένος Αὐτὸς ποὺ ἔρχεται στ᾿ ὄνομα τοῦ Θεοῦ· ὁ Κύριος παρουσιάσθηκε μπροστά μας».
Ἂς γιορτάσουμε γιὰ τὴ γέννηση τῆς Θεοτόκου. Χαμογέλασε Ἄννα, «στείρα ποὺ δὲν γεννοῦσες, ξέσπασε σὲ κραυγὲς χαρᾶς, ξεφώνισε, σὺ ποὺ δὲν δοκίμαζες τῆς γέννας πόνους». Πήδησε ἀπ᾿ τὴ χαρά σου Ἰωακείμ, ἀπὸ τὴ θυγατέρα σου «γεννήθηκε τὸ παιδί μας», ὁ υἱὸς ποὺ μᾶς δόθηκε δῶρο καὶ τ᾿ ὄνομά του λέγεται «Μεγάλης Βουλῆς Ἄγγελος, δηλ. ἀγγελιοφόρος ποὺ φέρνει τὸ μεγάλο θέλημα τοῦ Θεοῦ γιὰ τὴ σωτηρία τοῦ κόσμου, Θεὸς δυνατός», ἡ σωτηρία ὅλου του κόσμου. Ἂς ντροπιαστεῖ ὁ Νεστόριος, κι ἂς κλείσει μὲ τὸ χέρι του τὸ στόμα. Τὸ παιδὶ εἶναι Θεός, πῶς δὲν θάναι Θεοτόκος αὐτὴ ποὺ τὸ γέννησε; «Ἂν κάποιος δὲν ἀναγνωρίζει τὴν ἁγία Παρθένο ὡς Θεοτόκο, βρίσκεται χωρισμένος ἀπ᾿ τὸν Θεό». Αὐτὰ δὲν εἶναι δικά μου λόγια, ἂν καὶ τὰ λέω ἐγώ. Τὰ πῆρα, θεολογικὴ κληρονομιά, ἀπὸ τὸν πατέρα τῆς Ἐκκλησίας μας, τὸν Θεολόγο Γρηγόριο.
Καλότυχο ζευγάρι, Ἰωακεὶμ καὶ Ἄννα, κι ἀληθινὰ ἁγνότατο. Ἀπ᾿ τὸν καρπὸ τῶν σπλάγχνων σας γίνατε γνωστοί, καθὼς εἶπε ὁ Κύριος κάπου: «Θὰ τοὺς γνωρίσετε καλὰ ἀπὸ τοὺς καρποὺς ποὺ θὰ κάνουν». Μὲ τὴ ζωή σας δώσατε χαρὰ στὸ Θεὸ καὶ γίνατε ἄξιοι τῆς κόρης ποὺ γεννήσατε. Ζώντας τὴ ζωή σας μὲ ἁγνότητα καὶ ἁγιότητα καρποφορήσατε τὸ στολίδι τῆς παρθενίας, παρθένο προτοῦ νὰ γεννήσει, παρθένο τὴν ὥρα ποὺ γεννοῦσε, καὶ παρθένο ἀφοῦ γέννησε, τὴ μοναδικὴ ποὺ μένει καὶ σὲ νοῦ καὶ σὲ ψυχὴ καὶ σὲ σῶμα πάντοτε παρθένος.
Ἔτσι ἔπρεπε νὰ γίνει, ἡ παρθένος ποὺ βλάστησε ἀπ᾿ τὴ δική σας ἁγνότητα νὰ γεννήσει σωματικὰ τὸ μονάκριβο, μονογέννητο φῶς, μὲ τὴν εὐδοκία ἐκείνου ποὺ τὸ γέννησε ἀσώματα. Φῶς ποὺ δὲν γεννάει, ἀλλὰ πάντοτε γεννιέται ἀπὸ φῶς, ποὺ ἡ γέννηση εἶναι ἡ ξεχωριστὴ προσωπική του ἰδιότητα.
Σὲ πόσα θαύματα καὶ σὲ πόσες συμφωνίες ἔγινε ἐργαστήριο αὐτὴ ἡ Κόρη! Ἀφοῦ γεννήθηκε ἀπὸ στείρα, γέννησε μὲ τρόπο παρθενικὸ Ἐκεῖνον, ποὺ ἕνωσε θεότητα καὶ ἀνθρωπότητα, πόνο καὶ ἀπάθεια, τὴ ζωὴ καὶ τὸ θάνατο, γιὰ νὰ νικηθεῖ ἔτσι σ᾿ ὅλα τὸ χειρότερο ἀπὸ τὸ καλύτερο.
Κι᾿ ὅλα αὐτὰ γιὰ τὴ δική μου σωτηρία, Δέσποτα. Τόσο πολὺ μ᾿ ἀγάπησες, ὥστε μ᾿ ἔσωσες ὄχι μὲ ἀγγέλους, οὔτε μὲ κάποιο ἄλλο δημιούργημα, ἀλλὰ ὅπως ἀκριβῶς ἐσὺ ὁ ἴδιος μὲ ἔπλασες τὴν πρώτη φορά, ἔτσι πάλι ἐσὺ ὁ ἴδιος ἐργάσθηκες καὶ γιὰ τὴν ἀνάπλασή μου. Γι᾿ αὐτὸ χορεύω καὶ λέω μεγάλα λόγια καὶ νιώθω μεγάλη χαρά, καὶ ξαναγυρίζω πάλι πίσω στὴ πηγὴ τῶν θαυμάτων καὶ πλημμυρισμένος μὲ τὸ νάμα τῆς εὐθυμίας, ἁρπάζω τὴν κιθάρα τοῦ Ἁγίου Πνεύματος καὶ θεϊκὸ ὕμνο τραγουδῶ στὴ γέννησή της.
Ἰωακεὶμ καὶ Ἄννα, ζευγάρι λογικὰ τρυγόνια σωφρονέστατο! Ἐσεῖς, μὲ τὸ νὰ κρατήσετε τὸ φυσικὸ νόμο τῆς σωφροσύνης, ἀξιωθήκατε μὲ δῶρα ὑπερφυσικά· γεννήσατε τὴ Μητέρα τοῦ Θεοῦ, τὴν ἀνέγγιχτη ἀπὸ ἄνδρα. Ἐσεῖς, ἀφοῦ ζήσατε μὲ εὐσέβεια καὶ ὁσιότητα μέσα στὰ ὅρια τῆς ἀνθρώπινης φύσεως, γεννήσατε τὴν ἀνώτερη ἀπὸ ἀγγέλους Κόρη, τὴν Κυρία τῶν ἀγγέλων.
Ὦ Κόρη, πανέμορφη καὶ γλυκύτατη. Κρίνο ποὺ ξεφύτρωσες ἀνάμεσα στ᾿ ἀγκάθια, ἀπὸ τὴν πιὸ εὐγενικὴ καὶ βασιλικὴ ρίζα τοῦ Δαβίδ. Χάρη σὲ Σένα, Παρθένε, πλουτίσθηκε ἡ βασιλεία μὲ τὴν ἱεροσύνη. Χάρη σὲ Σένα μετακινήθηκε ὁ νόμος καὶ ἀνακαλύφθηκε τὸ πνεῦμα, ποὺ κρυβότανε κάτω ἀπὸ τὸ γράμμα, ἀφοῦ ἡ ἱερατικὴ ἐξουσία πέρασε ἀπὸ τὴ λευιτικὴ στὴ δαβιτικὴ φυλή. Ρόδο (τριαντάφυλλο), ποὺ ξεφύτρωσες μέσα ἀπὸ τ᾿ ἀγκάθια τῶν Ἰουδαίων, καὶ πλημμύρισες μὲ τὸ θεϊκό σου ἄρωμα τὰ σύμπαντα. Κόρη τοῦ Ἀδὰμ καὶ Μητέρα τοῦ Θεοῦ. Εὐλογημένη ἡ μέση καὶ τὰ σπλάγχνα ἀπ᾿ ὅπου βλάστησες.
Εὐλογημένη ἡ ἀγκαλιὰ ποὺ σὲ κράτησε καὶ τὰ χείλη ποὺ ἀπολαύσανε τὰ ἁγνά σου φιλιά, δηλ. τὰ χείλη τῶν γονιῶν σου μονάχα, γιὰ νὰ μείνεις πάντοτε, σ᾿ ὅλα παρθένος.
Σήμερα ἀρχίζει ἡ σωτηρία τοῦ κόσμου. «Δοξολογῆστε τὸν Κύριο ὅλη ἡ γῆ, τραγουδῆστε καὶ χορέψτε καὶ παῖξτε τὰ ὄργανα»! Φωνάξτε δυνατά, φωνάξτε, μὴ φοβάστε, γιὰ χάρη μας γεννήθηκε ἡ Μητέρα τοῦ Θεοῦ στὴν ἁγία Προβατικὴ Πύλη, ἀπ᾿ ὅπου καταδέχθηκε νὰ γεννηθεῖ ὁ Ἀμνὸς τοῦ Θεοῦ ποὺ πῆρε πάνω του τὴν ἁμαρτία τοῦ κόσμου.
Σκιρτῆστε βουνά, λογικὲς φύσεις, ποὺ μὲ λαχτάρα ὑψώνεστε στὶς κορυφὲς τῆς πνευματικῆς θεωρίας. Γεννιέται τὸ ἀστραποβόλο ὅρος τοῦ Κυρίου, ποὺ ξεπερνᾶ κάθε ἀγγελικὸ ὄρος καὶ κάθε ἀνθρώπινη μεγαλοσύνη, ἀπ᾿ ὅπου εὐδόκησε ν᾿ ἀποκοπεῖ σωματικὰ τὸ ἀχειροποίητο ἀγκωνάρι, ὁ ἀκρογωνιαῖος λίθος, ὁ Χριστός, ἡ μία ὑπόσταση, ποὺ ἕνωσε τὰ πρὶν χωρισμένα, τὴν θεότητα καὶ τὴν ἀνθρωπότητα, τοὺς ἀγγέλους καὶ τοὺς ἀνθρώπους, τοὺς εἰδωλολάτρες καὶ τὸ σαρκικὸ Ἰσραὴλ σ᾿ ἕνα καὶ μόνο πνευματικὸ Ἰσραήλ. «Ὄρος τοῦ Θεοῦ, γεμάτο ἀπὸ δῶρα, γεμάτο πλούτη, πλούσιο ὅρος, τὸ ὄρος ποὺ πάνω του καταδέχθηκε νὰ κατοικεῖ ὁ Θεός». Τὸ «ἅρμα τοῦ Θεοῦ» ἀγγελοκυκλωμένο μὲ χίλιες – μυριάδες θεοχαριτωμένα χερουβὶμ καὶ σεραφίμ. Ἡ πανάγια κορυφή, ποὺ ξεπερνάει τὸ Σινᾶ, ποὺ δὲν σκεπάζει καπνὸς καὶ σκοτεινιά, θύελλα καὶ τρομερὴ φωτιά, ἀλλὰ ἡ ἀστραφτερὴ λάμψη τοῦ Παναγίου Πνεύματος.
Στὸ Σινᾶ ὁ Λόγος τοῦ Θεοῦ ἔγραψε, μὲ δάχτυλο τὸ Πνεῦμα, νόμο σὲ πέτρινες πλάκες. Στὴν Παρθένο Μαρία μὲ τὸ Ἅγιο Πνεῦμα καὶ μὲ τὸ αἷμα της σαρκώθηκε αὐτὸς ὁ ἴδιος ὁ Λόγος τοῦ Θεοῦ καὶ παρέδωσε λυτρωτικὸ φάρμακο γιὰ τὴ δική μας φύση τὸν Ἑαυτό του. Ἐκεῖ στὴν ἔρημο τὸ μάννα. Ἐδῶ στὴν Παναγία Αὐτός, ποὺ ἔδωσε τὴ γλυκύτητα στὸ μάννα. Ἂς σκύψει τὸ κεφάλι ἡ περίφημη σκηνὴ τοῦ μαρτυρίου, ποὺ ἔφτιαξε στὴν ἔρημο ὁ Μωυσῆς, ἀπὸ πολύτιμα καὶ λογιῶν – λογιῶν ὑλικά, καὶ πρὶν ἀπ᾿ αὐτὴ ἡ σκηνὴ τοῦ πατριάρχη Ἀβραάμ, μπροστὰ στὴν ἔμψυχη καὶ λογικὴ σκηνὴ τοῦ Θεοῦ. Ἡ ἔμψυχη αὐτὴ σκηνή, ἡ Παναγία, ὑποδέχθηκε ὄχι ἐνέργεια Θεοῦ, ἀλλὰ οὐσιαστικὰ τὸ ἴδιο τὸ Πρόσωπο τοῦ Υἱοῦ καὶ Θεοῦ. Ἂς νιώσουν καλὰ πὼς σὲ τίποτα δὲν μποροῦν νὰ συγκριθοῦν μαζί της ἡ «χρυσοσκέπαστη σ᾿ ὅλα της κιβωτὸς» καὶ ἡ χρυσὴ στάμνα ποὺ εἶχε τὸ μάννα καὶ ἡ ἑπτάφωτη λυχνία καὶ ἡ χρυσὴ τράπεζα τῆς προθέσεως κι ὅλα τ᾿ ἄλλα τὰ παλιά. Τὴν τιμή τους τὴν ἔπαιρναν ἀπὸ τὴν Παρθένο ποὺ προεικόνιζαν, σὰν σκιὲς τοῦ ἀληθινοῦ προτύπου.
Σήμερα καινούργιο βιβλίο ἑτοίμασε ὁ Λόγος – Θεός, ποὺ ἔπλασε τὰ πάντα καὶ ποὺ ἀνάβλυσε ἀπὸ τὴν καρδιὰ τοῦ Πατέρα, γιὰ νὰ γραφτεῖ ὁ ἴδιος μέσα σ᾿ αὐτὸ σὰν μὲ κοντύλι, μὲ τὴ γλώσσα τοῦ Θεοῦ, τὸ Ἅγιο Πνεῦμα. Βιβλίο ποὺ δόθηκε σὲ γραμματισμένο ἄνδρα, καὶ δὲν τὸ διάβασε. Ὁ Ἰωσὴφ δὲν γνώρισε τὴν Μαρία οὔτε τὴ δύναμη τοῦ μυστηρίου, ποὺ ἔκρυβε μέσα της. Παναγία Κόρη τοῦ Ἰωακεὶμ καὶ τῆς Ἄννας, ποὺ ξέφυγες ἀπαρατήρητη ἀπὸ τὶς ἀρχὲς καὶ τὶς ἐξουσίες, καὶ τὰ φλογερὰ βέλη τοῦ πονηροῦ, ποὺ πέρασες τὴ ζωή σου στὸ νυφικὸ θάλαμο τοῦ Πνεύματος, καὶ κρατήθηκες ἀνέγγιχτη γιὰ νὰ γίνεις νύφη Θεοῦ, καὶ Μητέρα τοῦ ἀληθινοῦ Υἱοῦ τοῦ Θεοῦ. Παναγία Κόρη, ποὺ φανερώθηκες πάνω στὴν ἀγκαλιὰ τῆς μάνας καὶ γέμισες φόβο τὶς δυνάμεις ποὺ ἀποστάτησαν ἀπὸ τὸν Θεό.
Παναγία Κόρη, τὴν ὥρα ποὺ θήλαζες τὸ γάλα σὲ περιτριγύριζαν οἱ ἄγγελοι. Κόρη ἀγαπημένη ἀπὸ τὸν Θεό, δόξα σ᾿ αὐτοὺς ποὺ σὲ γέννησαν. Θὰ Σὲ μακαρίζουν οἱ γενεὲς τῶν γενεῶν, ὅπως στ᾿ ἀλήθεια τὸ εἶπες προφητικά. Κόρη ἄξια του Θεοῦ, ἡ ὀμορφιὰ τῆς ἀνθρώπινης φύσεως, ἡ ἐπανόρθωση τῆς πρώτης μας μητέρας τῆς Εὔας. Μὲ τὴ γέννησή σου ἀναστήθηκε ἡ πεσμένη.
Ἀστραποβόλημα τῶν γυναικῶν. Ἂν ἡ πρώτη Εὔα, μπαίνοντας στὴ ὑπηρεσία τοῦ φιδιοῦ ἐναντίον τοῦ πρώτου μας πατέρα, τοῦ Ἀδάμ, ἔπεσε στὴν παράβαση, κι ἔτσι «ἦρθε στὸν κόσμο μας ὁ θάνατος», ἡ Μαρία ὑπηρετώντας μὲ ὑποταγὴ τὴ θεία βουλή, ξεγέλασε τὸ φίδι ποὺ μᾶς ξεγέλασε κι ἔφερε στὸν κόσμο τὴν ἀφθαρσία.
Ἀειπάρθενε Κόρη, ποὺ παιδοποίησες, χωρὶς νὰ ἔχεις ἀνάγκη ἀπὸ ἄνδρα, ἀφοῦ αὐτὸς ποὺ γέννησες ἔχει πατέρα αἰώνιο. Κόρη, γέννημα τῆς γῆς, ποὺ βάσταξες στὴ θεομητορική σου ἀγκαλιὰ τὸν Πλάστη. Οἱ αἰῶνες παράβγαιναν στὸ τρέξιμο ποιὸς θὰ πρωτοπρολάβει νὰ καυχηθεῖ γιὰ τὴ γέννησή σου. Ἀλλὰ ἡ προκαθορισμένη ἀπόφαση τοῦ Θεοῦ, ποὺ ἐφτίαξε καὶ τοὺς αἰῶνες, νίκησε τὸ συναγωνισμὸ τῶν αἰώνων κι ἔγιναν οἱ τελευταῖοι αἰῶνες πρῶτοι, ἐκεῖνοι ποὺ τοὺς ἔλαχε νὰ γεννηθεῖς σ᾿ αὐτούς.
Εἶσαι πραγματικὰ ἡ πιὸ πολύτιμη ἀπ᾿ ὅλη τὴν πλάση, γιατὶ μόνο ἀπὸ σένα πῆρε μικρὸ μέρος ὁ Πλάστης τὶς ἀπαρχὲς τῆς δικῆς μας φύσεως. Σάρκα Του ἔγινε ἡ σάρκα σου, καὶ αἷμα Του τὸ αἷμα σου, καὶ γάλα ἀπὸ σένα θήλασε ὁ Θεός, κι ἑνώθηκαν τὰ χείλη σου μὲ τοῦ Θεοῦ τὰ χείλη. Ἀκατανόητα κι ἀνείπωτα θαύματα. Ὁ Θεὸς τῶν ὅλων προγνώρισε ὅτι ἐσὺ ἄξια θὰ γίνεις τῆς ἀγάπης Του καὶ σ᾿ ἀγάπησε, κι ἀπὸ ἀγάπη σὲ προόρισε, καὶ «στοὺς στερνοὺς καιροὺς» σ᾿ ἔφερε στὸ φῶς καὶ σ᾿ ἀνάδειξε μητέρα καὶ τροφὸ τοῦ δικοῦ Του Υἱοῦ καὶ Λόγου.
Λέγουν πὼς τὰ ἀντίθετα γιατρεύουν τ᾿ ἀντίθετά τους, μὰ δὲν μπορεῖ τ᾿ ἀντίθετα καὶ νὰ γεννοῦν τ᾿ ἀντίθετά τους. Μολονότι κάθε πλάσμα ὑφαίνει αὐτό, ποὺ ἀπὸ τὴ φύση τοῦ εἶναι, ἀντιμετωπίζοντας τ᾿ ἀντίθετά του – τὸ κατορθώνει βέβαια ἀπ᾿ τὸν πλοῦτο τῆς δύναμης ποὺ κλείνει μέσα στὴ φύση του. Κι ὅπως ἀκριβῶς «ἡ ἁμαρτία χρησιμοποίησε τὸ καλό, τὴν ἐντολὴ τοῦ Νόμου, γιὰ τὸν θάνατό μου, κι ἔγινε ὑπερβολικὰ ἁμαρτωλή», ἔτσι κι ὁ αἴτιος τῶν καλῶν, ὁ Θεός, μέσα ἀπὸ τ᾿ ἀντίθετό τους, τὸν θάνατο, κατεργάζεται γιὰ μᾶς τὸ καλό, ποὺ τοῦ εἶναι φυσικό. «Ἐπειδὴ ὅπου πλήθυνε ἡ ἁμαρτία, περίσσεψε ἡ χάρη».
Ἂν εἴχαμε φυλάξει τὴν πρώτη μας κοινὴ ζωὴ μὲ τὸν Θεό, δὲν θὰ ἀξιωνόμαστε τὴν πιὸ μεγάλη καὶ τὴν πιὸ θαυμαστὴ ζωὴ μαζί Του. Τώρα ὅμως μὲ τὴν ἁμαρτία, κριθήκαμε ἀνάξιοί της πρώτης μας κοινῆς ζωῆς μὲ τὸν Θεό, γιατὶ δὲν κρατήσαμε τὸ δῶρο, ποὺ μᾶς δόθηκε. Ἀλλὰ μὲ τὴν συμπάθεια τοῦ Θεοῦ ἐλεηθήκαμε καὶ μᾶς πῆρε πάνω του καὶ μᾶς ἔκανε σάρκα Του, γιὰ νὰ γίνει πιὸ σίγουρη ἡ κοινὴ ζωὴ μαζί Του. Γιατὶ Αὐτὸς ποὺ μᾶς ἀγκάλιασε καὶ μᾶς ἔκανε σάρκα Του ἔχει τὴ δύναμη νὰ κρατήσει ἀδιάσπαστη τὴν ἕνωση.Ἐπειδὴ δηλαδὴ ὁλόκληρη ἡ γῆ ἔγινε πόρνη καὶ γέννα τέκνα πορνείας, γιαυτὸ κι ὁ λαὸς τοῦ Κυρίου «πλανήθηκε μὲ τὸ πνεῦμα τῆς πορνείας», μακριὰ ἀπὸ τὸν Κύριο καὶ Θεό του, ποὺ τὸν ἔκανε λαὸ δικό του μὲ «δυνατὸ χέρι καὶ ψηλὸ βραχίονα», καὶ ποὺ τὸν ἔβγαλε ἔξω ἀπὸ τὸ σπίτι τῆς σκλαβιᾶς τοῦ Φαραώ, καὶ τὸν πέρασε μέσα ἀπὸ τὴν Ἐρυθρὰ θάλασσα, καὶ τὸν ὁδήγησε «μὲ νεφέλη τὴν ἡμέρα καὶ στήλη φωτιᾶς κάθε νύχτα». Καὶ πῆρε στροφὴ ἡ καρδιά τους γιὰ τὴν Αἴγυπτο. Κι ἔγινε ὁ λαὸς τοῦ Κυρίου «μὴ λαὸς τοῦ Κυρίου», κι᾿ αὐτὸς ποὺ ἐλεήθηκε, ἐκεῖνος ποὺ δὲν ἐλεήθηκε, κι αὐτὸς ποὺ ἀγαπήθηκε, ἐκεῖνος ποὺ δὲν ἀγαπήθηκε.
Γι᾿ αὐτὸ γεννιέται τώρα Παρθένος, ἀντίπαλος τῆς προγονικῆς πορνείας κι ἀρραβωνιάζεται μὲ τὸ Θεὸ τὸν ἴδιο, καὶ γεννᾶ τὴν εὐσπλαχνία τοῦ Θεοῦ. Καὶ γίνεται λαὸς τοῦ Θεοῦ, ἐκεῖνος ποὺ δὲν ἦταν πρῶτα λαὸς τοῦ Θεοῦ κι ἐκεῖνος ποὺ δὲν ἦταν ἐλεημένος ἐλεήθηκε, κι ὁ μὴ ἀγαπημένος ἀγαπήθηκε. Γιατὶ ἀπ᾿ αὐτὴ γεννιέται ὁ «ἀγαπητὸς Υἱὸς» τοῦ Θεοῦ, ποὺ σ᾿ αὐτὸν εὐδόκησε ὁ Πατέρας – Θεός.
«Ἀμπέλι καλοκλήματο» βλάστησε ἀπ᾿ τὴν Ἄννα, κι ἄνθισε σταφύλι ὁλογλυκό, πιοτὸ θεϊκό, νὰ τὸ πιοῦν οἱ ἄνθρωποι νὰ ζήσουν στὸν αἰώνα. Ὁ Ἰωακεὶμ καὶ ἡ Ἄννα ἔσπειραν «δικαιοσύνη» καὶ θερίσανε «καρπὸ ζωῆς». Φωτισθήκανε μὲ τὸ «φῶς τῆς γνώσεως» καὶ ψάξανε νὰ βροῦν τὸν Κύριο, καὶ τοὺς βρῆκε καρπὸς δικαιοσύνης.
Ἂς πάρει θάρρος ἡ γῆ καὶ «γεμίστε χαρὰ τὰ παιδιὰ τῆς Σιῶν γιὰ τὸν Κύριο καὶ Θεό σας», γιατὶ πρασίνισε ἡ ἔρημος. Ἡ στείρα καρποφόρησε. Ὁ Ἰωακεὶμ καὶ ἡ Ἄννα σὰν μυστικὲς κορφὲς βουνῶν στάλαξαν γλύκα. Νιῶσε χαρά, εὐλογημένη Ἄννα, γιατὶ γέννησες κορίτσι. Γιατὶ αὐτὴ ἡ κόρη θὰ γίνει Μητέρα τοῦ Θεοῦ, πύλη τοῦ φωτός, πηγὴ τῆς ζωῆς, καὶ θὰ ἐξαφανίσει τὸ ἔγκλημα τῆς γυναίκας.
Τὸ πρόσωπο αὐτῆς τῆς κόρης «θὰ ἱκετεύσουν οἱ πλούσιοί του λαοῦ».Τὴν κόρη αὐτὴ θὰ προσκυνήσουν οἱ βασιλιᾶδες τῶν ἐθνῶν προσφέροντας δῶρα. Τὴν κόρη αὐτὴ θὰ ὁδηγήσεις στὸ Θεό, στὸ βασιλιὰ τῶν ὅλων, ντυμένο στὰ «χρυσὰ κρόσσια» τὰ στολίδια τῶν ἀρετῶν, καὶ στολισμένη μὲ τὴ χάρη τοῦ Πνεύματος, κι «ἡ δόξα τῆς εἶναι μέσα της». Γιατὶ ἂν δόξα κάθε γυναίκας εἶναι ὁ ἄντρας ποὺ στέκεται στὸ πλάι της, τῆς Παναγίας ἡ δόξα εἶναι ἀπὸ μέσα, ὁ καρπὸς τῶν σπλάχνων της.
Ὦ Κόρη ποθητὴ καὶ τρισευλογημένη· «εὐλογημένη μέσα σ᾿ ὅλες τὶς γυναῖκες σύ, κι εὐλογημένος ὁ καρπὸς τῶν σπλάχνων σου». Κόρη, θυγατέρα τοῦ βασιλιᾶ Δαβίδ, καὶ Μητέρα τοῦ βασιλιᾶ τῶν ὅλων, τοῦ Θεοῦ. Θεϊκὸ κι ὁλοζώντανο ἄγαλμα, ἡ εὐφροσύνη τοῦ Θεοῦ ποὺ σὲ ἔπλασε, ποὺ ἔχεις τὸ πνεῦμα σου θεοκυβέρνητο καὶ μόνο στὸ Θεὸ γυρνᾶς τὴν προσοχή σου. Κάθε σου πόθος στρέφει στὸν μόνο ποθητὸ κι ἀγαπημένο. Τὸ θυμό σου χύνεις μοναχὰ στὴν ἁμαρτία καὶ σ᾿ αὐτὸν ποὺ γέννησε τὴν ἁμαρτία. Ζοῦσες ζωὴ ἀνώτερη ἀπὸ τὴ φύση. Ὄχι ζωὴ δική σου, γιατὶ ἐσὺ δὲν γεννήθηκες γιὰ σένα.
Γιὰ τὸν Θεὸ λοιπὸν ζοῦσες, γι᾿ Αὐτὸν ἦλθες στὴ ζωή, Αὐτὸν πιστὰ νὰ ὑπηρετήσεις στὴν παγκόσμια σωτηρία, γιὰ νὰ πληρωθεῖ ἡ «προαιώνια ἀπόφαση» τοῦ Θεοῦ, ἡ σάρκωση τοῦ Λόγου καὶ ἡ δική μας θέωση. Ὁ πόθος σου μὲ θεϊκὰ νὰ τρέφεσαι λόγια, καὶ μὲ τὸ χυμό τους νὰ δυναμώνεις, σὰν «ἐλιὰ ὁλοκαρπη στὸ σπίτι τοῦ Θεοῦ, σὰν δένδρο, ποὺ φυτεύτηκε στὴν ἀκροποταμιὰ» τοῦ Πνεύματος, σὰν δένδρο τῆς ζωῆς, ποὺ καρποφόρησε στὸν καιρὸ ποὺ εἶχε ἀπὸ τὸ Θεὸ ταχθεῖ, Θεὸ ἐνσαρκωμένο, τὴν αἰώνια ζωὴ γιὰ τὰ πλάσματά Του ὅλα. Κρατᾶς κάθε λογισμὸ ποὺ τρέφει κι ὠφελεῖ τὴ ψυχή, καὶ ρίχνεις πέρα, πρὶν κἂν τὸ δοκιμάσεις, κάθε τι ποὺ εἶναι γιὰ σένα ἄχρηστο καὶ βλαβερό. Μάτια «στραμμένα πάντοτε στὸν Κύριο» βλέπουν τὸ αἰώνιο κι «ἀπλησίαστο φῶς».
Αὐτιὰ ποὺ ἀκοῦνε τὸν θεϊκὸ λόγο κι εὐφραίνονται μὲ τὴν κιθάρα τοῦ Πνεύματος, ποὺ ἀπὸ μέσα τους πέρασε ὁ Λόγος γιὰ νὰ σαρκωθεῖ. Ὄσφρηση γοητευμένη μὲ τὴν εὐωδιὰ τῶν ἀρωμάτων τοῦ Νυμφίου, ποὺ ἄρωμα θεϊκὸ ξεχύνεται ἐλεύθερα καὶ χρίει τὴν ἀνθρώπινή Του φύση. «Ἄρωμα ποὺ χύθηκε εἶναι τὸ ὄνομά σου» λέγει ἡ ἁγία Γραφή. Χείλη ποὺ δοξολογοῦν τὸν Κύριο καὶ μένουν κολλημένα στὰ δικά Του χείλη. Ἡ γλώσσα κι ὁ οὐρανίσκος ποὺ ξέρουν νὰ διακρίνουν τὰ λόγια του Θεοῦ καὶ ποὺ χορταίνουν μὲ τὴ θεϊκή τους γλυκύτητα. Καρδιὰ καθαρὴ κι ἀμόλυντη, ποὺ βλέπει καὶ ποθεῖ τὸν ἀόρατο Θεό.
Σπλάχνα, ποὺ μέσα τους κατοίκησε ὁ ἀχώρητος, καὶ στῆθος, ποὺ μὲ τὸ γάλα του, τράφηκε ὁ Θεός, τὸ παιδὶ Ἰησοῦς. Πύλη τοῦ Θεοῦ παρθενικὴ γιὰ πάντα. Χέρια, ποὺ κράτησαν τὸν Θεό, καὶ γόνατα, ποὺ ἔγιναν θρόνος ψηλότερος κι ἀπὸ τὰ χερουβίμ.
Μ᾿ αὐτὰ στερεώθηκαν τὰ «παράλυτα χέρια καὶ τ᾿ ἀδύναμα πόδια». Πόδια ὁδηγημένα μὲ τὸ φωτεινὸ λυχνάρι τοῦ θείου νόμου, τρέχουν ἀσταμάτητα πίσω του, ὥσπου κι τράβηξαν τὸν Ποθητὸ σ᾿ αὕτη ποὺ Τὸν ποθοῦσε. Ὁλόκληρη εἶσαι δωμάτιο νυφικὸ τοῦ Πνεύματος, πόλη τοῦ ζωντανοῦ Θεοῦ, ποὺ τὴν «εὐφραίνουν τὰ ρέματα τοῦ πόταμου», τὰ κύματα δηλ. τῶν χαρισμάτων τοῦ Ἁγίου Πνεύματος: Πεντάμορφη καὶ πολυαγαπημένη τοῦ Θεοῦ. Γιατί, ἀφοῦ ξεπέρασε τὰ χερουβὶμ κι ἀνέβηκε ψηλότερα κι ἀπὸ τὰ σεραφίμ, ἔγινε πραγματικά του Θεοῦ ἡ πολυαγαπημένη.
Θαῦμα, τὸ πιὸ τρανὸ ἀπ᾿ ὅλα τὰ θαύματα! Γυναίκα νὰ βρίσκεται πάνω ἀπὸ τὰ σεραφίμ, κι αὐτὸ γιατὶ ὁ Θεὸς φανερώθηκε «λιγάκι πιὸ χαμηλὰ ἀπ᾿ τοὺς ἀγγέλους». Σιώπα, Σολομῶν πολύσοφε, καὶ μὴ λές: «Τίποτα καινούργιο κάτω ἀπὸ τὸν ἥλιο». Παρθένε θεοχαριτωμένη, ἅγιε ναὲ τοῦ Θεοῦ, ποὺ ὁ πνευματικὸς Σολομώντας, ὁ ἄρχοντας τῆς εἰρήνης, σ᾿ ἔχτισε καὶ σ᾿ ἔκανε κατοικία του, ναέ, ποὺ δὲν στολίζεσαι μὲ χρυσάφι κι ἄψυχες πέτρες, ἀλλὰ λαμποκοπᾶς ἀντὶ χρυσάφι Ἅγιο Πνεῦμα· κι ἀντὶ γι᾿ ἄλλα ἀκριβὰ πετράδια ἔχεις τὸ πολύτιμο μαργαριτάρι, τὸν Χριστό, τὸν ἄνθρακα τῆς θεότητας.
Αὐτὸν παρακάλεσε ν᾿ ἀγγίξει τὰ χείλη μας, γιὰ νὰ μποροῦμε ἁγνισμένοι νὰ Τὸν ὑμνήσουμε μαζὶ μὲ τὸν Πατέρα καὶ τὸ Ἅγιο Πνεῦμα, ἀνακράζοντας: «Ἅγιος, ἅγιος, ἅγιος Κύριος Σαβαώθ», μία φύση τῆς θεότητας μὲ τρία πρόσωπα. Ἅγιος ὁ Θεὸς καὶ Πατέρας, ποὺ εὐδόκησε μέσα σὲ σένα καὶ ἀπὸ σένα νὰ τελεσιουργηθεῖ τὸ μυστήριο, ποὺ εἶχε προκαθορίσει πρὶν ἀπὸ τοὺς αἰῶνες. Ἅγιος ἰσχυρός, ὁ Υἱὸς τοῦ Θεοῦ καὶ Θεὸς ὁ Μονογενής, ποὺ σήμερα ἐνεργεῖ τὴν γέννησή σου ἀπὸ στείρα μητέρα, γιὰ νὰ γεννηθεῖ αὐτὸς ποὺ ἦταν μονογενὴς ἀπὸ Πατέρα καὶ «πρωτογέννητος ἀπ᾿ ὁλόκληρη τὴν πλάση», μονογενὴς κι ἀπὸ σένα Παρθένο Μητέρα, πρωτογέννητος «ἀνάμεσά σε πολλὰ ἀδέλφια», ἴδιος μ᾿ ἐμᾶς, Κοινωνὸς χάρη σὲ Σένα στὴ «δική μας σάρκα καὶ στὸ δικό μας αἷμα».

Παρασκευή, 29 Αυγούστου 2014

Ο ευαγγελιστής Λουκάς «ιστορεί» την Παναγία


article_10784
α) Οι πληροφορίες των ιερών ευαγγελιστών για την Παναγία δεν είναι πολλές. Τις περισσότερες από αυτές διασώζει ο ευαγγελιστής Λουκάς.
Γράφει ο π. Βασίλειος Ι. Καλλιακμάνης 
Είναι εκείνος που αναφέρει, εκτός από τη θεία Γέννηση, κι άλλες στιγμές για τον βίο της μητέρας του Κυρίου. Λουκάς ο ιατρός, και σύμφωνα με την παράδοση αγιογράφος, «ιστόρησε», περιέγραψε το πρόσωπο της Παναγίας και σε αυτόν αποδίδονται ορισμένες θαυματουργές εικόνες. Στην εορτή της Κοιμήσεως της Θεοτόκου, τη μεγάλη γιορτή της Ορθοδοξίας, το Πάσχα του καλοκαιριού, διαβάζονται στην Εκκλησία περικοπές από το ευαγγέλιό του, τόσο στον όρθρο (Λουκ. 1,39-49, 56) όσο και στη θεία Λειτουργία (Λουκ. 10, 38-42 και 11, 27-28).
β) Στο ορθρινό ευαγγέλιο περιγράφεται η επίσκεψη της Μαριάμ στην Ελισάβετ, μητέρα του τιμίου Προδρόμου.......
Όταν οι δύο γυναίκες αντάλλαξαν τον συνηθισμένο ασπασμό, «εσκίρτησε το βρέφος εν αγαλλιάσει εν τη κοιλία αυτής». Ο Πρόδρομος από τα σπλάχνα της μητέρας του αναγνώρισε τον καρπό της κοιλίας της Παρθένου! Πλήρης Πνεύματος Αγίου η Ελισάβετ φώναξε δυνατά: Είσαι ευλογημένη από τον Θεό περισσότερο από όλες τις γυναίκες. Ευλογημένο και το παιδί που έχεις στα σπλάχνα σου. Χαρά σε σένα που πίστεψες, ότι θα εκπληρωθούν τα λόγια του ευαγγελισμού.
γ) Τότε η Μαριάμ είπε: «Η ψυχή μου δοξάζει τον Κύριο, και το πνεύμα μου νιώθει αγαλλίαση για το Θεό, το σωτήρα μου, γιατί έδειξε την ευμένειά του στην ταπεινή του δούλη. Από τώρα θα με καλοτυχίζουν όλες οι γενεές, γιατί ο δυνατός Θεός έκανε σε μένα θαυμαστά έργα». Και πράγματι εδώ και δύο χιλιάδες χρόνια οι γενεές των ανθρώπων μακαρίζουν την Παρθένο Μαρία, τη μητέρα του ενανθρωπήσαντος Λόγου και μητέρα όλου του κόσμου. Κτίζουν προς τιμήν της περίλαμπρα μοναστήρια, μεγάλους ναούς και ταπεινά εξωκλήσια, εκφωνούν θεσπέσιους λόγους, συνθέτουν ύμνους, ποιήματα και μελωδίες ιερές, αγιογραφούν εικόνες και αναδεικνύουν μεγάλα προσκυνήματα.
δ) Στο ευαγγελικό ανάγνωσμα της θείας Λειτουργίας αναφέρεται η επίσκεψη του Χριστού στο σπίτι των αδελφών Μάρθας και Μαρίας. Η Μαρία κάθισε «παρά τους πόδας» του Ιησού και άκουγε τη διδαχή του. Η Μάρθα, που έτρεχε συνεχώς για να διακονήσει τους υψηλούς επισκέπτες, πήγε στον Ιησού και του είπε: «Κύριε, δεν νοιάζεσαι που η αδελφή μου με άφησε μόνη να σε περιποιούμαι; Πες της να με βοηθήσει». Κι ο Ιησούς της αποκρίθηκε: «Μάρθα, Μάρθα, ασχολείσαι κι αγωνιάς για τόσα πολλά πράγματα, ενώ ένα μόνο χρειάζεται. Αυτό διάλεξε και η Μαρία».
ε) Στο τέλος του ευαγγελίου επισυνάπτονται τα λόγια κάποιας γυναίκας, η οποία, ακούγοντας τη διδασκαλία του Κυρίου για τα δαιμονικά πνεύματα, φώναξε δυνατά μέσα από το πλήθος: «Μακαρία η κοιλία η βαστάσασά σε και μαστοί ους εθήλασας» (Λουκ.11,27). Η απλή αυτή γυναίκα μακάρισε τη Μάνα που Τον κυοφόρησε και Τον γαλούχησε. Ο Κύριος όμως, υπερβαίνοντας τη σχέση υιότητας που τον συνέδεε με τη Μητέρα του, απάντησε: «Μακάριοι είναι όσοι ακούνε και εφαρμόζουν το λόγο του Θεού». Όσοι τον έχουν ως πολύτιμο θησαυρό στην καρδιά τους, ως απλανή οδηγό στη ζωή τους. Και σε άλλη περίπτωση, όταν οι μαθητές τον ειδοποίησαν ότι τον αναζητούν η μητέρα και οι αδελφοί του, Εκείνος έδωσε παραπλήσια απάντηση: «Μητέρα μου και αδελφοί μου είναι αυτοί εδώ, που ακούνε το λόγο του Θεού και τον εφαρμόζουν» (Λουκ. 8,21).
στ) Αλλά και η Παναγία στην τήρηση των λόγων του Κυρίου παραπέμπει, και εκείνον υποδεικνύει ως Σωτήρα του κόσμου. Είναι χαρακτηριστική η φράση της προς τους υπηρέτες στο γάμο της Κανά: «Ό,τι σας πει να το κάνετε» (Ιωάν. 2, 5), αλλά και η κίνησή της στη βυζαντινή εικόνα, που δείχνει με το δεξί χέρι τον Υιό της. Οπότε, η τήρηση των εντολών του Κυρίου αποτελεί μέγιστη τιμή προς το πρόσωπό της. Κι αυτό αποτελεί κομβικό σημείο της σημερινής γιορτής αλλά και κάθε θεομητορικής γιορτής. Διότι μπορεί εθιμικά να εορτάζουμε ως ορθόδοξοι την εορτή της Παναγίας και να ταξιδεύουμε μέχρι τον μακρινό Πόντο την ημέρα της κοίμησής της, αλλά η ζωή μας να είναι ασύμβατη με τα ευαγγελικά λόγια.
ζ) Αν πράγματι θέλουμε να τιμήσουμε την Κυρία Θεοτόκο και μεγάλη Μάνα του λαού μας, δεν έχουμε παρά να ακολουθήσουμε τη διδαχή και το παράδειγμα του Υιού της. Να εμπνευστούμε από τα ζωογόνα μηνύματα της ανιδιοτελούς αγάπης, της ζωντανής ελπίδας, της χριστιανικής δικαιοσύνης, της αλληλεγγύης και της θυσίας για τον αδελφό, αλλά και της τιμής προς κάθε άνθρωπο. Τότε η κοινωνία δεν θα διολισθαίνει σε πνευματική παρακμή, απανθρωπισμό, αναίδεια, αλαζονεία, έχθρα και κάθε μορφής αδικία. Αλλά θα γίνεται κοινωνία ανθρωπινότερη, δικαιότερη, αγιότερη. Κοινωνία που θα σέβεται το πρόσωπο του Κυρίου, της Παναγίας, και συνεκδοχικά τα πρόσωπα όλων των ανθρώπων. 

πηγή .diakonima.

Πηγή: http://ellpalmos.blogspot.com/2014/08/blog-post_20.html#ixzz3BnKf0rxi

Πέμπτη, 28 Αυγούστου 2014

Ιερά Εικόνα Παναγίας Σκιαδενής (Ρόδος)

Η παράδοση αναφέρει ότι μέσα στο δάσος  ζούσαν δυο τρεις μοναχοί από το Βάτι ή την Κατταβιά, σε ένα κτίριο που είχαν ονομάσει “Ασκηταργό”, περίπου 300 μέτρα από τη Μονή.  Οι μοναχοί αυτοί λοιπόν, έβλεπαν ένα μεγάλο φως και όταν πλησίασαν ένα βράδυ, ανακάλυψαν την εικόνα της Παναγίας. Με ευλάβεια την μετέφεραν στο Ασκηταργό τους, μα το επόμενο πρωί η εικόνα είχε εξαφανιστεί. Όταν την αναζήτησαν, τη βρήκαν στο ίδιο σημείο, όπου την είχαν ανακαλύψει. Έτσι κατάλαβαν ότι η Παναγία επιθυμούσε να μείνει εκεί και έχτισαν την Ιερά Μονή Παναγίας Σκιαδενής προς τιμήν της.
Η ασημοστόλιστη εικόνα της Παναγίας Σκιαδενής, βρίσκεται στην Αγία Τράπεζα αριστερά της εισόδου και είναι κατασκευασμένη με μαστίχι. Εκτιμάται οτι την ιστόρησε ο Ευαγγελιστής Λουκάς Το πρόσωπο της Παναγίας έχει ζωντανά, εκφραστικά, γλυκά μάτια. Με την εκφραστική παρουσία της προσελκύει πιστούς από όλη τη Ρόδο αλλά και τη Χάλκη. Στο δεξί μάγουλο της Παναγίας υπάρχει μια ανοιχτή πληγή με το αίμα ξερό, ενώ επάνω από το δεξιό ώμο της είναι γραμμένα  τα ακόλουθα: “ΑΥΤΟΣ Ο ΧΙΤ ΝΑΣ ΗΡΓΥΡΩΘΕΙ Κ (ΑΙ ΕΠΙΧΡΥΣΩΘΗ ΤΗ ΦΙΛΟΠΟΝΩ ΔΑΠΑΝΗ ΤΟΥ ΠΑΝΟΣΙΟΛΟΓ (ΓΙΟΤΑΤΟΥ) ΑΡΧΙΜΑΝ (ΔΡΙΤΟΥ) Κ. ΙΓΝΑΤΙΟΥ ΕΝ ΤΩ ΣΩΤΗΡΙΩ 1886″. Πιο κάτω γράφει: ”ΜΡ ΘΟΥ Η ΣΚΙΑΔΕΝΗ” Πάνω από το φωτοστέφανο του Χριστού γράφει: ” ΕΠΙ ΤΗΣ ΑΡΧΙΕΡΑΤΕΙΑΣ ΤΟΥ ΣΕΒΑΣΜΙ (ΟΤΑΤΟΥ) ΑΓΙΟΥ ΡΟΔΟΥ ΚΥΡΙΟΥ  Κ. ΓΕΡΜΑΝΟΥ ΕΝ ΕΤΕΙ ΣΩΤΗΡΙΩ 1886, ΝΟΕΜΒΡ.24″ Κάτω κάτω στην εικόνα γράφει: “ΕΡΓΟΝ ΤΟΥ ΕΜΑΝΟΗ ΠΑΝΤΕΛΙ Δ. ΧΡΙΣΟΧΟΟΥ ΚΡΗ ΕΤΟΣ 1886″.
Ένα από τα έθιμα που αφορούν την εικόνα της Παναγίας είναι η περιφορά της στα χωριά, κάτι που συμβαίνει μέχρι σήμερα. Αυτό γινόταν για να ευλογήσει στα παλιά χρόνια η Παναγία τα σπαρτά ή να θεραπεύσει τους αρρώστους, ή να ευλογήσει τον τόπο με βροχή.  Γυναικόπαιδα και άντρες κρατούν στα χέρια τους τη θαυματουργή εικόνα της Παναγίας και ψάλλοντας τη μεταφέρουν στην αρχή των Νηστειών στο νησί της Χάλκης.  Στη συνέχεια επιστρέφει στο Σκιάδι και έπειτα από την Ανάσταση του Λαζάρου που βρίσκεται στη Μονόλιθο, κάθε μέρα μεταφέρεται και σε άλλο χωριό. Στα Σιάννα, στον Έμπωνα, στον Άγιο Ισίδωρο, στην Ίστριο, στην Αρνίθα στην Απολακκιά.  Κατόπιν την παραλαμβάνουν οι κάτοικοι στην Κατταβιά, στο Βάτι,  στο Γεννάδι, στο Ασκληπειό και στη Λαχανιά.  Την Κυριακή του Θωμά η εικόνα μεταφέρεται στη Μεσαναγρό και τη Δευτέρα του Θωμά η εικόνα επιστρέφει στη Μονή.
Η εικόνα της Παναγίας είναι θαυματουργή με θαύματα να συμβαίνουν κατά τη διάρκεια όλων των δύσκολων περιόδων  που πέρασε η Ρόδος και σε όλα τα χωριά. Ένα πολύ γνωστό θαύμα της Παναγίας είναι το εξής: Στα χρόνια των πειρατών, ένα πειρατικό πλοίο, άραξε στη θάλασσα κοντά στο νουνό Σκιάδι και οι πειρατές ανέβηκαν στο βουνό και λεηλάτησαν την εκκλησία. Μαζί τους πήραν και το εικόνισμα της  Μεγαλόχαρης.  Όταν όμως επέστρεψαν στο καράβι τους, αυτό μαρμάρωσε μαζί με όλο το πλήρωμα. Οι Χριστιανοί το απέδωσαν σε θαύμα της Παναγιάς της Σκιαδενής. Στη θαλάσσια αυτή περιοχή υπάρχει ένα μικρό νησάκι, το οποίο βλέπει κανείς  πηγαίνοντας από τη Μεσαναγρό προς Σκιάδι. Το ονομάζουν πετροκάραβο επειδή μοιάζει με μικρό μαρμαρωμένο καράβι.

Η εικόνα της Παναγίας του«όρους του Συννέφου»εν Τβερ της Ρωσίας

 
Η εικόνα της Παναγίας του «Όρους του συννέφου» απεικονίζει την Παναγία να κρατάει στο αριστερό της χέρι το Βρέφος το οποίο ευλογεί. Στο δεξί της χέρι η Παναγία κρατάει ένα όρος πάνω στο οποίο βρίσκεται μία εκκλησία.Σε μία άλλη εκδοχή της η εικόνα ονομάζεται η «Μεγάλη Ελεούσα»και κρατάει ένα όρος και μία σκάλα,αφού η Παναγία στον Ακάθιστο ονομάζεται ''όρος αλατόμητον''και ''κλίμαξ επουράνιος''.
 Η εικόνα αυτή βρισκόνταν για αιώνες στο ανδρικό μοναστήρι του Τβερ μέχρι που ο ηγούμενος την δώρησε σ'έναν από τους κτίτορες της μονής,τον Κοσμά Βολτσιάνινωβ..Η οικογένεια και οι απόγονοί της τιμούσαν την εικόνα,μέχρι που ένας ανηψιός του Κοσμά, στα χέρια του οποίου έφτασε η εικόνα, την πέταξε σε ένα πατάρι θεωρώντας ως ένα χωρίς αξία αντικείμενο.Εξ'αλλου ήταν γνωστός για την κακή του συμπεριφορά προς την οικογένειά του και τους γύρω του,ενώ κακομεταχειριζόνταν την γυναίκα του.
Μία μέρα λοιπόν-παραμονή του Ευαγγελισμού ήταν- η σύζυγός του μη αντέχοντας πια να ζεί με αυτόν τον τρόπο έφυγε από το σπίτι με την σκέψη να αυτοκτονήσει.
Στον δρόμο συναντήθηκε με έναν άγνωστο μοναχό ο οποίος την μάλωσε λέγοντάς της:«Αφού είσαι τόσο δυστυχισμένη γιατί δεν ζήτησες βοήθεια από την εικόνα της Παναγίας του ''Όρους του συννέφου'';Γύρνα πίσω και προσευχήσου και η ζωή σου θα καλυτερέψει» Μέχρι σήμερα κανείς δεν ξέρει ποιός ήταν αυτός ο μοναχός. Έψαξαν για την εικόνα,την βρήκαν την καθάρισαν και φώναξαν τον ιερέα.Του διηγήθηκαν όσα συνέβησαν και όλη την νύχτα προσευχήθηκαν και έκαναν αγρυπνία μπροστά στην εικόνα  ορίζοντας την 24η Μαρτίου ως την ημέρα όπου η οικογένεια θα τιμάει επίσημα την εικόνα.Την ίδια κιόλας μέρα η στάση του συζύγου της είχε αλλάξει.
 Το τελευταίο μέλος της οικογένεις Βολτσιάνινωβ,η Αικατερίνη (Κονιάεβ μετά το γάμο της)πήρε την εικόνα ως προίκα.Οι προσευχές μετά αγρυπνίας συνεχίστηκαν και στην οικογένεια Κονιάεβ την 24η Μαρτίου και την 7η Νοεμβρίου(αυτή η ημερομηνία δεν ξέρουμε γιατί προστέθηκε).
Το 1863 ο συζυγος της Αικατερίνης,Γεώργιος Κονιάεβ,το 1863 έκανε τις απαραίτητες ενέργειες για να χτιστεί ένα παρεκκλήσιο προς τιμήν της εικόνας του «όρους του συννέφου»δίπλα από έναν άλλο ναό ο οποίος ήταν αφιερωμένος στην Παναγία του Σμόλενσκ,στον Άγιο Τύχωνα και στον Άγιο Μακάριο του Καλιάζινσκ. «Πιστεύω ότι είναι το πιο κατάλληλο μέρος»έλεγε ο ίδιος«επειδή αυτός ο τόπος πριν ονομάζονταν όρος αφού είναι το πιο ψηλό σημείο της πόλης.Κατα την διάρκεια των πλημυρρών εδώ κατέφευγαν οι κάτοικοι της πόλης.Τώρα όλοι θα κατεφεύγουν στο έλεος της Παναγίας η οποία σκορπίζει την χάρη της σε όποιον με πίστη το ζητάει»
 Η εικόνα μεταφέρθηκε στον ναό στις 15 Ιουλίου 1866 και εγκαινιάστηκε από τον επίσκοπο Αντώνιο.Κατα τον ρωσικό συναξαριστή η εικόνα τιμάται την 24η Μαρτίου.

Η θαυματουργή εικόνα της Παναγιάς της Διασωζούσης


Ἡ θαυματουργὸς Εἰκόνα τῆς Παναγίας τῆς Διασωζούσης στην Πάτμο. Τὰ θαύματα τῆς Παναγίας μέσα ἀπὸ τὴν Εἰκόνα Της, τὰ ὁποῖα γίνονται καθημερινὰ ἑδῶ καὶ αἰῶνες, εἶναι πάρα πολλὰ καὶ ποικίλα. Δὲν χωρεῖ ἀμφιβολία γι᾿ αὐτό, ἀφοῦ ἡ Ἀμόλυντη Παρθένος, μετὰ ἀπὸ τὸν Εὐαγγελισμό Της ἀπὸ τὸν Γαβριήλ, προφήτευσε παρακινημένη ἀπὸ τὸ Ἅγιο Πνεῦμα, τὸ Ὅποῖο τὴν ἐπισκίασε, καὶ εἶπε μεταξὺ ἄλλων τὰ σημαντικὰ αὐτὰ λόγια: «Νά, ἀπὸ τώρα θὰ μὲ μακαρίζουν ὅλες οἱ γενεές».
Η εκκλησία αυτή κτίστηκε το 1599 και πήρε το όνομά της από την ομώνυμη θαυματουργή εικόνα της Παναγίας, που θεωρείται ότι έχει σώσει τη ζωή πολλών ανθρώπων.
Δίπλα στην εικόνα, αναγράφονται τα ακόλουθα λόγια:

"Kατά το έτος 1732, όταν οι Aλγερινοί Πειρατές κατέστρεφαν ολόκληρον την Mεσόγειον θάλλασαν και τα νησιά του Aιγαίου, κάποιος Πάτμιος άνδρας με το όνομα Γλυκονικήτας μετέβη από το νότιο τμήμα του νησιού, στην περιοχή Kουβάρι με σκοπό να ψαρέψει. Eκεί όμως τον συνάντησαν οι πειρατές και αφού τον λήστεψαν τον απήγαγαν και τον οδήγησαν στις φυλακές της Tριπόλεως της Bορείου Aφρικής. Aφού πέρασαν τρία χρόνια και η σύζυγος του Γλυκονικήτα νομίζοντάς ότι ο άνδρας της είναι νεκρός έκανε τα  μνημόσυνά του , μια γυναίκα με μεγαλοπρεπή εμφάνιση παρουσιάστηκε στην φυλακή όπου ήταν έγκλειστος ο Γλυκονικήτας και τον προέτρεψε να την ακολουθήσει. Ήταν όμως αδύνατον να πράξει τούτο, δεδομένου ότι ήταν δέσμιος. Στην ερώτησή του ποία ήταν λαμβάνει την απάντηση ότι ονομάζεται "Διασώζουσα". Kατόπιν τούτου με την θαυμαστήν ενέργειαν της Kυρίας Θεοτόκου της Διασωζούσης πέφτουν τα δεσμά από πάνω του με τρόπον ασύλληπτον για το μυαλό του ανθρώπου μεταφέρεται στο τόπον από τον οποίον προ τριετίας τον είχαν απαγάγει οι πειρατές. Eν συνεχεία φεύγει και πηγαίνει στο σπίτι του για να συναντήσει την γυναίκα και τα παιδιά του. Όταν έφθασε στο σπίτι του, ζήτησε από την γυναίκα του να του ανοίξει, αλλά εκείνη αρνήθηκε δηλώνοντας ότι είναι χήρα. Eκείνος όμως επέμενε λέγοντάς ότι είναι ο άνδρας της και ότι δεν πρέπει να τον φοβάται. H σύζηγός του όμως δεν πείθεται και για να βεβαιωθεί του ζητά να αναφέρει κάποια σημεία και περιστατικά του σπιτιού και της οικογένειας για να την πείσει. Aυτό και έπραξε ο Γλυκονικήτας. Aμέσως ανοίγει την πόρτα η σύζηγός του και έτσι επληρώθη χαράς και ευφροσύνης το σπίτι τους αλλά και όλος ο οικισμός της Xώρας μαθαίνοντας το θαύμα της Yπεραγίας Θεοτόκου της Διασωζούσης. Kατόπιν τούτων λαμβάνει ο Γλυκονικήτας όλα τα αργυρά σκεύη του σπιτιού του και την θαυματουργήν Eικόνα της Παναγίας της Διασωζούσης από τον ομώνυμον Nαόν της και πηγαίνει σε κάποιον χρυσοχόον όπου του  αναθέτει να επενδύσει την σεβάσμια Eικόνα της Παναγίας με αργυρά ελάσματα. Aφού τελείωσε η εργασία και ο Γλυκονικήτας πήρε την Eικόνα για να την μεταφέρει στο Nαό της βρίσκει στο δρόμο κάποια χρυσά φλωριά με τα οποία και επιχρύσωσε την Aγίαν Tης Eικόνα θεωρώντας ότι αυτό ήταν επιθυμία της Kυρίας Θεοτόκου Tης Διασωζούσης, η οποία και τον διέσωσε." 
Τὸν Νοέμβριο τοῦ 1888 ἀπὸ ὑπερβολικὴ στενοχώρια, ἡ Πατμία Κ. Γ. ἀρρώστησε ἀπὸ ἀναφυλαξία (ἐξανθήματα σὲ ὅλο τὸ σῶμα) καὶ ὑπέφερε πολύ. Ἡ ἀσθενὴς ζητοῦσε τὴν Βοήθεια τῆς Παναγίας. Ὅταν ἕνα πρωῒ ἐπέστρεφε ἡ μητέρα της ἀπὸ τὸν Ἵ. Ν. τῆς Διασωζούσης μετὰ ἀπὸ τὴν Θ. Λ., φέρνοντας τὸ Ἀντίδωρο στὴν ἄρρωστη, ἐκείνη ἀπάντησε ὅτι εἶχε πάρει Ἀντίδωρο, καὶ ὅτι μιὰ Γυναίκα τὴν ἐπισκέφθηκε στὸν ὕπνο της καὶ σταύρωσε ὅλα τὰ πονεμένα μέλης της μὲ ἕνα μεγάλο Σταυρό, καὶ ἁμέσως ἔνιωσε δροσιὰ σὲ ὅλο τὸ σῶμά της.
Ἡ ξένη Ἐπισκέπτρια τῆς εἶπε: «Γιὰ σένα βγῆκα ἀπὸ τὸ σπίτι μου καὶ πάω στὴν δριὰ Ν. Γιὰ νὰ πληροφορηθεῖς ποιὰ εἶμαι, πρόσεξε νὰ δεῖς, ὅταν ἐπιστρέψω στὸ σπίτι μου, ποῦ θὰ ἐγκατασταθῶ». Πράγματι, ὅπως μᾶς διηγήθηκε πολλὲς φορὲς μὲ δάκρυα ἡ ἐνδιαφερομένη, ἡ ὁποία θεραπεύθηκε ἀμέσως, ἡ Γυναίκα ποὺ τῆς παρουσιάσθηκε ἦταν ἡ Κυρία Θεοτόκος, ἡ Ὁποία ἐπέστρεψε στὸν Ἱ. Ν., μπῆκε στὸ Ἅγιο Βῆμα καὶ πῆρε τὴν θέση Της στὸ Εἰκονοστάσιο.

Η θαυματουργή εικόνα της Παναγίας της Λήδδας ή Ρωμαίας

Η εικόνα της Παναγίας της Μονής Νεάμτς,είναι γνωστή και ως Lidianca(από την Λήδδα δηλαδή)ή Romana(από την Ρώμη)ονομασίες που σχετίζονται με τα μέρη απ'όπου πέρασε η εικόνα.
Σύμφωνα με την παράδοση  είναι αντίγραφο μιας εικόνας της Παναγίας η οποία εμφανίστηκε μόνη της(αχειροποίητος) πάνω σε μία κολώνα ενός ναού στην Λήδδα(τόπος μαρτυρίου του Αγ.Γεωργίου).
Αυτό συνέβη όταν οι Άγιοι Απόστολοι κύρητταν τον χριστιανισμό στα μέρη εκείνα.
Το 665,ο Άγ.Γερμανός-μετέπειτα πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως-είδε την μορφή της Παναγίας πάνω στην κολώνα και ζήτησε να του αγιογραφήσουν ένα αντίγραφο σε ξύλο.Στο πίσω μέρος ζήτησε να αγιογραφηθεί ο Άγ.Μεγαλομάρτυς Γεώργιος.Έφερε την εικόνα στην Κωνσταντινούπολη και όταν οι εικονομάχοι τον έδιωξαν από τον θρόνο την πήρε μαζί του.
Η ΕΙΚΟΝΑ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΓΕΩΡΓΙΟΥ(7ος ΑΙΩΝΑΣ)ΠΟΥ ΒΡΙΣΚΕΤΑΙ ΣΤΟ ΠΙΣΩ ΜΕΡΟΣ ΤΗΣ ΕΙΚΟΝΑΣ ΠΑΝΑΓΙΑ ΛΙΝΤΙΑΝΚΑ ή ΡΩΜΑΙΑ
Προς το τέλος της επίγειας ζωής του -περίπου το 733-έστειλε αυτήν την εικόνα στην Ρώμη και έκρυψε σε κάποιο μέρος της εικόνας ένα γράμμα το οποίο απευθυνόνταν στον πάπα Γρηγόριο τον ΙΙΙ,στον οποίο περιέγραφε τους διωγμούς όσων λάτρευαν τις εικόνες και την εικονομαχική πολιτική του Λέοντος Ισαύρου.Σημειώνεται ότι η εικόνα έφτασε μόνη της κατά θαυμαστό τρόπο στην Ρώμη.Ο πάπας διάβασε το γράμμα και τοποθέτησε την εικόνα στο ιερό της Βασιλικής του Αγίου Πέτρου.
   Όταν στο Βυζάντιο ήταν αυτοκράτορας ο Μιχαήλ ο ΙΙΙ μαζί με την μητέρα του την Αγία Θεοδώρα την Αυγούστα η οποία αναστήλωσε τις εικόνες και επέτρεψε την λατρεία τους και στην Ρώμη πάπας ήταν ο Σέργιος ο ΙΙ η εικόνα της Παναγίας άρχισε να κινείται«κύριως κατά τον όρθρο και το εσπερινό,κάποιες φορές και κατά την Θεία Λειτουργία».
Μία φόρα άρχισε να αιωρείται πάνω από τα κεφάλια των ανθρώπων σαν να την κρατούσαν χέρια αγγέλων και σιγά-σιγά βγήκε έξω από την εκκλησία,ενώ την επόμενη ημέρα βρέθηκε στην Κωνσταντινούπολη.Η Αγία Θεοδώρα την τοποθέτησε  στον Ναό της Χαλκοπράτειας.
Χάρη σε αυτό το θαύμα οι βυζαντινοί άρχισαν να τιμούν αυτήν την εικόνα-την οποία τώρα ονόμαζαν Ρωμαία-στις 8 Σεπτεμβρίου.
  Η εικόνα έμεινε στην Κωνσταντινούπολη μέχρι τον 15ο αιώνα κι αυτό επειδή στις 31 Μαρτίου 1401 ο αυτοκράτορας Ιωάννης ο VII ο Παλαιολόγος την έστειλε ως δώρο στον ηγεμόνα Αλέξανδρο το Αγαθό,σφραγίζοντας έτσι την συμφιλίωση του Πατριαρχείου Κωνσταντινουπόλεως με την Μολδαβία,στις σχέσεις των οποίων είχε επέλθει ρήξη.Αρχικά η εικόνα τοποθετήθηκε στο Μιραούτσι της Σουτσεάβα και λίγο αργότερα ο υίος του Αλεξάνδρου του Αγαθού,ο Στέφανος ο ΙΙ την δώρησε στην Μονή Νεαμτς
Παρότι η εικόνα πέρασε πολλές περιπέτειες-κάποια περίοδο την είχαν θάψει μάλιστα για να την προφυλάξουν από τους Τουρκους-η εικόνα διατηρείται σε πολύ καλή κατάσταση.
Της έχει δωθεί και το όνομα ''Προσκυνήτρια''επειδή πολλές φορές έχει φύγει από τα χέρια των αρχιερέων ή των ιερέων που την κρατούσαν και άρχισε να αιώρείται στον αέρα.Πήρε λοιπόν την ονομασία επειδή τότε ο λαός ταπεινά γονάτιζε για να την προσκυνήσει.
Τιμάται στις 26 Ιουνίου

Σάββατο, 23 Αυγούστου 2014

Μητροπολίτης Διοκλείας Κάλλιστος Ware Η Θεοτόκος, εικόνα της Ανθρώπινης Ελευθερίας

Ουκ ειμί ελεύθερος; (Α΄Κορ. 9, 1)
Ως πείθων, ου βιαζόμενος ˙ βία γαρ ου πρόσετι τω Θεώ.
[Ο Θεός πείθει και δεν βιάζει ˙ γιατί η βία δεν του ταιριάζει.]
(Επιστολή προς Διόγνητον vii, 4).
 Τί να προσφέρουμε;
Σε έναν ορθόδοξο ύμνο που ψάλλεται την παραμονή των Χριστουγέννων στον εσπερινό, η παρθένος Μαρία θεωρείται η ανώτερη και πληρέστερη προσφορά που η ανθρωπότητά μας μπορεί να προσφέρει στον Δημιουργό:
Τι σοι προσενέγκωμεν Χριστέ,
ότι ώφθης επι γης ως άνθρωπος δι΄ημάς;
έκαστον γαρ των υπό σου γενομένων κτισμάτων
την ευχαριστίαν σοι προσάγει ˙
οι άγγελοι τον ύμνον ˙
οι ουρανοί τον αστέρα ˙
οι μάγοι τα δώρα ˙
οι ποιμένες το θαύμα ˙
η γη το σπήλαιον ˙
η έρημος την φάτνην ˙
ημείς δε μητέρα παρθένον.
Ως η υπέρτατη ανθρώπινη προσφορά μας, η Μητέρα του Θεού αποτελεί πρότυπο – δίπλα στον ίδιο τον Χριστό και με τη χάρη του Θεού – του τι σημαίνει να είναι κανείς πρόσωπο. Είναι ο καθρέφτης, μέσα στον οποίο αντικατοπτρίζεται το δικό μας αληθινό ανθρώπινο πρόσωπο. Και ό,τι αυτή εκφράζει, ως πρότυπο και παράδειγμά μας, είναι πέρα από κάθε ανθρώπινη ελευθερία. «Ουκ ειμί ελεύθερος;» διερωτάται ο απόστολος ˙  και η Παναγία μας δείχνει ακριβώς τι σημαίνει αυτή η ελευθερία.
Η ελευθερία, η ικανότητα δηλαδή να παίρνει κανείς ηθικές αποφάσεις ενσυνείδητα και με την αίσθηση της πλήρους ευθύνης ενώπιον του Θεού, είναι αυτή που περισσότερο από κάθε τι άλλο κάνει τον άνθρωπο να ξεχωρίζει από τα άλλα ζώα. Ο Σέρεν Κίρκεγκωρ γράφει ότι «το πιο τρομακτικό πράγμα που παραχωρήθηκε στα ανθρώπινα πρόσωπα είναι η επιλογή, η ελευθερία».  1  Χωρίς την ελευθερία της επιλογής, δεν υπάρχει αυθεντικό πρόσωπο. Όταν ο Θεός λέει στον Ισραήλ, «διαμαρτύρομαι υμίν σήμερον τον τε ουρανόν και την γην, την ζωήν και τον θάνατον δέδωκα πρό προσώπου υμών, την ευλογίαν και την κατάραν ˙ έκλεξαι…»  2  μας προσφέρει ένα δώρο, συχνά πικρό και επώδυνο, ακόμα και τραγικό, που είναι δύσκολο να το χρησιμοποιήσουμε ορθά, χωρίς το οποίο, όμως, δεν είμαστε αυθεντικά ανθρώπινοι. Είναι η ελευθερία της επιλογής, περισσότερο από οτιδήποτε άλλο, που απαρτίζει την εικόνα του Θεού μέσα μας.
Αυτό βέβαια πρέπει να επεξηγηθεί. Η Θεία ελευθερία είναι απροϋπόθετη, ενώ η δική μας ελευθερία, μέσα σε έναν αμαρτωλό και πεπτωκότα κόσμο, είναι περιορισμένη, ποτέ δεν καταργείται ˙ παραμένει, κατά κάποιο τρόπο, απαραμείωτη και αναφαίρετη.
Ας εξετάσουμε μαζί τη φύση αυτής της ελευθερίας, που είναι ουσιαστική για το ανθρώπινο πρόσωπό μας και την οποία η υπερευλογημένη Θεοτόκος επέδειξε σε υπερθετικό βαθμό στον Ευαγγελισμό.
Α ν τ α π ό κ ρ ι σ η   σ τ η ν   Ε λ ε υ θ ε ρ ί α
Κατά την άποψη του Καρλ Μπάρτ, είναι θεμελιώδες σφάλμα να φανταστούμε ότι στον Ευαγγελισμό η Παναγία παίρνει μιαν απόφαση, από την οποία εξαρτάται η σωτηρία του κόσμου. Όμως, το να δούμε στην Παναγία (όπως υποστηρίζει ο Μπάρτ στην Εκκλησιαστική Δογματική του) «το ανθρώπινο δημιούργημα που συνεργάζεται με τρόπο δουλικό στη δική της λύτρωση στη βάση της προληπτικής χάριτος» είναι αίρεση, στην οποία το «Όχι», πρέπει να διατυπωθεί με τρόπο αμείλικτο. Κατά τον Μπάρτ, πρέπει να καταλάβουμε το ρόλο της στον Ευαγγελισμό, «μόνο ως τη μορφή του ανθρώπου χωρίς θέλημα, χωρίς επιτεύγματα, χωρίς δημιουργικότητα, χωρίς αυτεξούσιο, μόνο ως τη μορφή του ανθρώπου που μπορεί απλώς και μόνο να λάβει, απλώς και μόνο να είναι έτοιμος, απλώς και μόνο να αφήσει να γίνει κάτι στον – αλλά και μαζί με τον – εαυτό του». ( 3)
Η προσέγγιση της χριστιανικής Ανατολής είναι εντελώς διαφορετική. Όπως διατυπώνεται από τον λαϊκό θεολόγο του 14ου αι. άγιο Νικόλαο τον Καβάσιλα:
«Η σάρκωση του Λόγου δεν ήταν μόνο έργο του Πατρός, του Υιού και του Αγίου Πνεύματος – του πρώτου συναινούντος, του δευτέρου κατερχομένου, του τρίτου επισκιάζοντος – αλλά και  έργο της θέλησης και της πίστης της Παρθένου. Χωρίς τα τρία Θεία Πρόσωπα το σχέδιο αυτό δεν θα μπορούσε να τεθεί σε κίνηση ˙ αλλά και, με ανάλογο τρόπο, το σχέδιο αυτό δεν θα μπορούσε να φέρει αποτέλεσμα χωρίς τη συναίνεση και την πίστη  της πανάγνου Παρθένου. Μόνο αφού τη διδάσκει και την πείθει, πράγματι, ο Θεός, την καθιστά μητέρα Του και παίρνει από αυτή τη σάρκα, που η ίδια συνειδητά επιθυμεί να Του προσφέρει. Ακριβώς όπως ο Ίδιος συνελήφθη με τη δική Του ελεύθερη επιλογή, με τον ίδιο τρόπο και αυτή έγινε μητέρα Του εθελούσια και με την ελεύθερη συναίνεσή της».  (4)
Ο Καβάσιλας αντιλαμβάνεται τη σημαντικότατη συμβολή της κτιστής ανθρώπινης ελευθερίας της Παρθένου στη Σάρκωση. «Ως πείθων, ου βιαζόμενος». Η δήλωση αυτή στην προς Διόγνητον Επιστολή εφαρμόζει επακριβώς στο γεγονός του Ευαγγελισμού. Ο Θεός χτυπά την πόρτα, δεν τη σπάζει.
Η Παναγία έχει επιλεγεί, αλλά και η ίδια κάνει μια πράξη επιλογής. Δεν είναι απλώς και μόνο δεκτική, δεν είναι απλώς και μόνο «χωρίς θέλημα, χωρίς επιτεύγματα, χωρίς δημιουργικότητα», αλλά ανταποκρίνεται με δυναμική ελευθερία. Όπως το εκφράζει ο Άγιος Ειρηναίος, «η Μαρία συνεργάζεται με την Οικονομία». (5)  Κατά τον Απόστολο Παύλο, είναι «συνεργός» του Θεού, δηλαδή όχι μόνο ένα εύκαμπτο εργαλείο, αλλά δραστήρια μέτοχος του μυστηρίου. Δεν παρατηρούμε σε αυτήν παθητικότητα αλλά ανάμειξη, όχι υποταγή αλλά συνεργασία, όχι παράδοση αλλά αμοιβαιότητα σχέσης.
Όλα αυτά συνοψίζονται στην απάντηση της Παναγίας στον άγγελο: «Ιδού η δούλη Κυρίου _ γένοιτό μοι κατά το ρήμα σου». (6)  Η απάντηση αυτή δεν ήταν ένα αναπόφευκτο συμπέρασμα _  η Παναγία θα μπορούσε να είχε αρνηθεί. Η βία είναι ξένη προς τη θεία φύση και έτσι ο Θεός δεν ενανθρώπησε χωρίς να ζητήσει πρώτα τη θεληματική συμφωνία εκείνης την οποία επιθυμούσε να καταστήσει μητέρα Του. Όπως επιμένει ο πάπας Παύλος, στην περίφημη δήλωσή του Marialis Cultus (Η Λατρεία της Μαρίας) (2 Φεβρουαρίου 1974), η Παναγία «εμπλέκεται από τον Θεό σε διάλογο μαζί Του» και «δίνει τη δραστική και υπεύθυνη συγκατάθεσή της». Πρέπει να δούμε σε αυτήν όχι απλώς μια «δειλά υποταγμένη γυναίκα», (7)  αλλά μια γυναίκα που κάνει μια «θαρραλέα επιλογή». Παίρνει μιαν απόφαση. Είναι εντυπωσιακό γεγονός – στο οποίο ποτέ δεν θα μπορέσουμε να στρέψουμε τη σκέψη μας αρκετά ικανοποιητικά – το ότι, ενώ η δημιουργία του κόσμου έγινε πραγματικότητα αποκλειστικά από την εξάσκηση της Θείας βούλησης, η αναδημιουργία του κόσμου τέθηκε σε κίνηση μέσα από τη συνεργασία μιας νεαρής χωρικής που αρραβωνιάστηκε έναν ξυλουργό.
Μ ε τ ο χ ή,  Σ ι ω π ή,  Π ό ν ο ς
Αν η Θεοτόκος αποτελεί αληθή εικόνα της ανθρώπινης ελευθερίας, της αυθεντικής ελευθερίας και απελευθέρωσης, τη στιγμή του Ευαγγελισμού, τότε η δράση και αντίδρασή της στα γεγονότα που ακολουθούν αμέσως μετά στο κατά Λουκάν Ευαγγέλιον, επεξηγεί τρεις βασικές συνέπειες του τι σημαίνει να είσαι ελεύθερος. Η ελευθερία συνδέεται με τη μετοχή, τη σιωπή και τον πόνο.
Η ελευθερία συνδέεται με τη μετοχή. Η πρώτη ενέργεια της Παναγίας, μετά τον Ευαγγελισμό, ήταν να μοιραστεί τα καλά νέα με κάποιο άλλο πρόσωπο. Πηγαίνει με σπουδή στα ορεινά, στο σπίτι του Ζαχαρία και χαιρετά την εξαδέλφη της Ελισάβετ.  (8)
Εδώ υπάρχει ένα ουσιαστικό στοιχείο της ελευθερίας: δεν μπορείς να είσαι ελεύθερος μόνος. Η ελευθερία δεν είναι μοναχική αλλά κοινωνική. Υπονοεί σχέση, ένα «Εσύ» όπως και ένα «Εγώ». Εκείνος που είναι εγωκεντρικός, που απαρνείται κάθε ευθύνη έναντι των άλλων, δεν κατέχει τίποτε περισσότερο από μια κίβδηλη ελευθερία. Στην πραγματικότητα, είναι αξιοθρήνητα ανελεύθερος. Η απελευθέρωση, στην ορθή της κατανόηση, δεν είναι περιφρονητική απομόνωση ή επιθετική αυτοδιεκδίκηση, αλλά συνεργασία και αλληλεγγύη. Να είμαστε ελεύθεροι σημαίνει να μοιραζόμαστε το πρόσωπο, να βλέπουμε με τα μάτια των άλλων, να αισθανόμαστε με τα αισθήματά τους: «είτε πάσχει εν μέλος, συμπάσχει πάντα τα μέλη». (9)  Είμαι ελεύθερος μόνο αν γίνω πρόσωπο, αν στραφώ προς τους άλλους, κοιτώντας μέσα στα μάτια τους και επιτρέποντάς τους να κοιτούν μέσα στα δικά μου. Να αποστρέψω το πρόσωπό μου, να αρνηθώ τη μετοχή, σημαίνει να στερηθώ την ελευθερία.
Στο σημείο αυτό το χριστιανικό δόγμα περί Θεού βρίσκεται σε άμεση συνάφεια με την κατανόησή μας περί ελευθερίας. Ως χριστιανοί πιστεύουμε σε ένα Θεό που δεν είναι απλώς «Μονάς», αλλά «Μονάς εν Τριάδι». Η θεία εικόνα μέσα μας είναι συγκεκριμένα η εικόνα του Τριαδικού Θεού. Ο Θεός, ο δημιουργός και το αρχέτυπό μας, δεν είναι ένα μόνο πρόσωπο, αυτάρκης και αγαπών μόνο τον Εαυτό Του, αλλά είναι κοινωνία τριών προσώπων, που το Ένα μένει μέσα στο Άλλο, μέσα από μιαν αδιάκοπη κίνηση αμοιβαίας αγάπης.
Από αυτό προκύπτει ότι η θεία εικόνα μέσα μας, που αποτελεί την άκτιστη πηγή της ελευθερίας μας, είναι μια εικόνα σχέσης, που γίνεται αντιληπτή μέσα από τη συντροφικότητα και την περιχώρηση. Αν πει κανείς: «είμαι ελεύθερος, γιατί είμαι δημιουργημένος κατ΄εικόνα Θεού», είναι ανάλογο με το να πει: «Σε χρειάζομαι, ώστε να είμαι ο εαυτός μου». Δεν υπάρχει πραγματικό πρόσωπο, εκτός αν υπάρχουν δύο πρόσωπα σε αμοιβαία σχέση ˙  και δεν υπάρχει πραγματική ελευθερία παρά εκεί όπου υπάρχουν δύο τουλάχιστον πρόσωπα που μοιράζονται μαζί την ελευθερία τους.
Εδώ, λοιπόν, έχουμε το πρώτο στοιχείο που η Παναγία μας διδάσκει για την ελευθερία. Το στοιχείο αυτό δηλώνει σχέση, άνοιγμα στους άλλους, ευαισθησία. Κανένας μας δεν μπορεί να είναι ελεύθερος χωρίς το ρίσκο και την περιπέτεια της μοιρασμένης αγάπης.
Αν η ελευθερία σχετίζεται με τη μετοχή, τότε σχετίζεται και με τη σιωπή, δηλαδή με το να ακούει κανείς. «Ιδού η δούλη Κυρίου  ˙ γένοιτό μοι κατά το ρήμα σου», απαντά η Παναγία στον Ευαγγελισμό. Η στάση της είναι στάση ακοής του Λόγου του Θεού. Πράγματι, αν δεν είχε ακούσει το Λόγο του Θεού και δεν τον είχε λάβει μέσα στην καρδιά της, μέσα από την ακοή, δεν θα μπορούσε ποτέ να συλλάβει και να φέρει στην κοιλία της τον Λόγο κατά τρόπο φυσικό. Ο Ευαγγελιστής Λουκάς επιμένει να παρουσιάζει αυτό το ιδιαίτερο χαρακτηριστικό της Θεοτόκου, ως εκείνης που ακούει, σε περισσότερες από μια περιπτώσεις. Μετά την επίσκεψη των ποιμένων στον νεογέννητο Χριστό, γράφει: «η δε Μαρία πάντα συνετήρει τα ρήματα ταύτα συμβάλλουσα εν τη καρδία αυτής»  (10) . Ο Ευαγγελιστής τελειώνει τη διήγηση του δωδεκαετούς Ιησού με ένα παρόμοιο σχόλιο: «και η μήτηρ αυτού διετήρει πάντα τα ρήματα ταύτα εν τη καρδία αυτής»  (11) . Η ανάγκη της να ακούσει τονίζεται το ίδιο εμφατικά στην προειδοποίησή της στους δούλους κατά το γάμο της Κανά, «ό,τι αν λέγη υμίν, ποιήσατε».  (12)   . Αυτές είναι και οι τελευταίες αναφερόμενες λέξεις της στα Ευαγγέλια, η πνευματική της κληρονομιά στην Εκκλησία: «Άκουσε, δέξου, απάντησε». Αργότερα, στο Ευαγγέλιο του Λουκά – όταν η γυναίκα από το πλήθος ευλογεί τη Μητέρα του Χριστού και Εκείνος απαντά «μακάριοι οι ακούοντες τον λόγον του Θεού και φυλάσσοντες αυτόν»  (13)  – σε πλήρη αντιδιαστολή με Οποιονδήποτε υπαινιγμό έλλειψης σεβασμού προς εκείνη που τον κυοφόρησε, ο Χριστός ζητά να φανερώσει περισσότερο τι αποτελεί την πραγματική της δόξα. Δεν θα τιμάται απλά λόγω του φυσικού γεγονότος της μητρότητάς της, αλλά γιατί άκουσε ενδόμυχα το λόγο του Θεού με όλη της τη θέληση και με πλήρη αξιοπρέπεια της προσωπικής της ελευθερίας και τον διατήρησε μέσα της.
Επομένως, φανερώνεται και ένας δεύτερος τρόπος, με τον οποίο η Θεοτόκος καθίσταται εικόνα της ανθρώπινης ελευθερίας. Για τον Άγιο Γρηγόριο τον Παλαμά και την Ορθόδοξη μυστική παράδοση η Παναγία είναι μια «ησυχάστρια», που υπηρετεί το Άγιο Πνεύμα με τη σιωπή της καρδιάς. Η εσωτερική σιωπή αυτού του είδους δεν είναι αρνητική – μια απλή απουσία ήχων ή μια παύση μεταξύ λέξεων – αλλά είναι θετική και ζωντανή, πηγάζοντας από τα βάθη της ύπαρξής μας και αποτελώντας μέρος της βασικής δομής του ανθρωπίνου προσώπου μας. Χωρίς σιωπή δεν είμαστε αυθεντικά ανθρώπινοι και χωρίς σιωπή δεν είμαστε αυθεντικά ελεύθεροι. Ενώ η αδιάκοπη φλυαρία υποδουλώνει, η ικανότητα να ακούει κανείς είναι ουσιαστικό μέρος της ελευθερίας. Η Θεοτόκος είναι ελεύθερη γιατί ακούει. Αν δεν γίνουμε ικανοί να ακούμε τους άλλους – αν δεν αποκτήσουμε, ως ένα βαθμό, τη δημιουργική εσωτερική σιωπή, όπως έκανε η ίδια – θα πάσχουμε από απουσία πραγματικής ελευθερίας. Μόνο εκείνος που ξέρει να σιωπά και να ακούει είναι ικανός και να παίρνει αποφάσεις με αυθεντική ελευθερία επιλογής.
Υπάρχει, επίσης, και μια τρίτη πλευρά της ελευθερίας που υπογραμμίζει το Ευαγγέλιο του Λουκά. Κατά την Υπαπαντή του Χριστού, λέει ο Συμεών στην Παναγία «και σου αυτής την ψυχήν διελεύσεται ρομφαία».  (14)
Η ελευθερία σχετίζεται με τον πόνο. Αυτό σημαίνει κένωση (άδειασμα του εαυτού), άρση του σταυρού, εγκατάλειψη της ζωής για χάρη των άλλων. Η εθελοντική επιλογή της Παναγίας στον Ευαγγελισμό της δημιουργεί θλίψη, αλλά και χαρά. Ανάμεσα στους σύγχρονους διανοητές ο Ρώσος Νικολάι Μπερντιάγιεφ – ο «δέσμιος της ελευθερίας», όπως τον αποκαλούσαν οι κριτικοί του, ένα προσωνύμιο που του προξενούσε ιδιαίτερη ικανοποίηση – έχει παρατηρήσει με οξεία σαφήνεια το υψηλό κόστος της ελευθερίας. «Πάντοτε γνώριζα», δηλώνει στην αυτοβιογραφία του Όνειρο και Πραγματικότητα, «ότι η ελευθερία γεννά τον πόνο, ενώ η άρνηση να είναι κανείς ελεύθερος, ελαττώνει τον πόνο.
Η ελευθερία δεν είναι εύκολη, όπως διατείνονται οι εχθροί της και οι συκοφάντες της  _  η ελευθερία είναι βαρύ φορτίο. Οι άνθρωποι… συχνά απαρνούνται την ελευθερία για να ελαφρύνουν τη μοίρα τους». (15)
Ο κοπιώδης, θυσιαστικός χαρακτήρας της ελευθερίας είναι το ίδιο προφανής και στη διήγηση του Ντοστογιέφσκι «Το Αφήγημα του Μεγάλου Ιεροεξεταστή» στο έργο του Οι Αδελφοί Καραμαζόβ. Ο ιεροεξεταστής μέμφεται τον Χριστό γιατί κατέστησε την ανθρωπότητα ελεύθερη και, επομένως, της επέβαλε έναν πόνο πολύ οξύ για να τον υπομείνει. Εξαιτίας της λύπησης για την ανθρώπινη αγωνία, όπως υποστηρίζει ο ιεροεξεταστής, ο ίδιος και οι συνάδελφοί του έχουν αφαιρέσει το σκληρό αυτό δώρο της ελευθερίας: «Διορθώσαμε τη δουλειά σου», λέει στον Χριστό. Έχει δίκιο. Η ελευθερία είναι πραγματικά ένα βαρύ φορτίο, όπως κατάλαβε πολύ καλά η Παναγία κάτω από το Σταυρό. Ωστόσο, χωρίς ελευθερία δεν μπορεί να υπάρχει ούτε πραγματικό πρόσωπο ούτε αμοιβαία αγάπη. Αν αρνούμαστε να ασκήσουμε το δώρο της ελευθερίας που ο Θεός μας προσφέρει, υποβιβάζουμε τους εαυτούς μας σε υπανθρώπους  ˙  και αν αρνούμαστε στους άλλους την ελευθερία τους, τους αρνούμαστε το δικαίωμα να είναι άνθρωποι.
Αυτοί είναι μερικοί από τους τρόπους , μέσα από τους οποίους η Θεοτόκος, ο καθρέπτης και το πρότυπό μας, λειτουργεί ως εικόνα της ανθρώπινης ελευθερίας. «Ουκ ειμί ελεύθερος;» Πράγματι, ο καθένας μας έχει δημιουργηθεί ελεύθερος. Όμως η ελευθερία δεν είναι μόνο δώρο, αλλά και πρόκληση, έργο το οποίο πρέπει να φέρει κανείς σε πέρας, όπως φανερώνει το παράδειγμα της Θεοτόκου. Η ελευθερία δεν πρέπει απλώς να γίνεται αποδεκτή, αλλά χρειάζεται να ανακαλύπτεται, να μαθαίνεται, να χρησιμοποιείται, να γίνεται αντικείμενο υπεράσπισης – και τελικά να προσφέρεται. Ας ολοκληρώσουμε την αναφορά στον Κίρκεγκωρ, με την οποία ξεκινήσαμε. «Το πιο τρομακτικό πράγμα που παραχωρήθηκε στα ανθρώπινα πρόσωπα είναι η επιλογή, η ελευθερία. Και αν θέλεις να σώσεις την ελευθερία σου και να την κρατήσεις, υπάρχει μόνο ένας τρόπος: εκείνο το ίδιο δευτερόλεπτο να την επιστρέψεις στον Θεό, και μαζί της τον ίδιο σου τον εαυτό». Μόνο με την επιστροφή της ελευθερίας μας στον Θεό – μέσα από την μετοχή, τη σιωπή και τον πόνο – μπορούμε πραγματικά να γίνουμε ελεύθερα πρόσωπα κατ΄εικόνα της Αγίας Τριάδας, με βάση το παράδειγμα της υπερευλογημένης Θεοτόκου.
ΥΠΟΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ
1. Άρθρα, μετάφραση Α. Dru, (Oξφόρδη 1938) §1051
2. Δευτερονόμιο 30, 19
3. Τομ. 1, μέρος 2 (Εδιμβούργο, 1956), σελ. 143, 191.
4. Λόγος εις τον Ευαγγελισμόν 4 – 5. Pastrologia Orientalis 19, 488.
5. Κατά Αιρέσεων 3.21.7/PG 7, 953B.
6. Λουκ. 1, 38.
7. § 37.
8. Λουκ. 1, 39 – 40.
9. Α΄Κορ. 12, 26.
10. Λουκ. 2, 19.
11. Λουκ. 2, 51.
12. Λουκ. 2, 5.
13. Λουκ. 10, 27 – 28.
14. Λουκ. 2, 35.
Από το περιοδικό ¨ΒΗΜΟΘΥΡΟ¨ τεύχος 1ο  σελ. 42-46
Πηγή: http://fdathanasiou.wordpress.com

Παρασκευή, 22 Αυγούστου 2014

ΠΑΝΑΓΙΑ Η ΠΡΟΥΣΙΩΤΙΣΣΑ

 
  
ΠΑΝΑΓΙΑ Η ΠΡΟΥΣΙΩΤΙΣΣΑ


Παναγία η Προυσιώτισσα
Ψηλά, στὶς ἐλατόφυτες βουνοκορφὲς τῆς νοτιοδυτικῆς Εὐρυτανίας, καὶ σφηνωμένη ἀνάμεσα σὲ κάθετους γκριζωποὺς βράχους μὲ ἄγρια μεγαλοπρέπεια, προβάλλει ἡ ἱερὰ μονὴ τοῦ Προυσσοῦ.
Εἶναι σταυροπηγιακὸ καὶ ἱστορικὸ μοναστήρι, μὲ μεγαλόπρεπα τριώροφα κτίρια. Ἀνάμεσα τοὺς ὑπάρχει σπήλαιο λαξευμένο, ποὺ φιλοξενεῖ στὸ ἐσωτερικό του τὸν πρῶτο καὶ παλαιὸ ναὸ τῆς μονῆς. Μέσα σ᾿ αὐτὸν φυλάσσεται ἡ θαυματουργὴ εἰκόνα τῆς Παναγίας, ποὺ ἐπονομάζεται Προυσιώτισσα.
Σύμφωνα μὲ τὴν παράδοση, ἡ εἰκόνα αὐτὴ ἦταν τοποθετημένη σ᾿ ἕνα ναὸ τῆς Προύσας. Στὰ χρόνια της εἰκονομαχίας (829) τὴν παρέλαβε κάποιος ἄρχοντας, ποὺ σκόπευε νὰ τὴ μεταφέρει στὴν Ἑλλάδα γιὰ ἀσφάλεια. Ὅταν ὅμως ἔφθασε στὴν Καλλίπολη, ἔχασε τὴν εἰκόνα, ἡ ὁποία κατευθύνθηκε θαυματουργικὰ στὸ σημεῖο ποὺ βρίσκεται σήμερα ἡ μονὴ τοῦ Προύσου. Τὸ γεγονὸς σύντομα διαδόθηκε. Δὲν ἄργησε νὰ φθάσει καὶ στ᾿ αὐτιὰ τοῦ ἄρχοντα ποὺ τὴ μετέφερε. Ἔτρεξε, τὴν ἀναγνώρισε συγκινημένος, ἐκάρη ἐκεῖ μοναχὸς καὶ θεωρεῖται ὁ πρῶτος κτίτωρ τῆς μονῆς.


 ΘΑΥΜΑΤΑ
ΤΗΣ ΠΑΝΑΓΙΑΣ ΤΗΣ ΠΡΟΥΣΙΩΤΙΣΣΑΣ 


Η ΤΙΜΩΡΙΑ ΤΟΥ ΓΕΡΜΑΝΟΥ

Στὸ ἱστορικό της μονῆς ἀναφέρεται ὅτι ἐπὶ τουρκοκρατίας καταστράφηκε πολλὲς φορές. Ἡ τελευταία ὅμως καταστροφή, ποὺ μετέβαλε τὰ κτίρια σὲ σωροὺς ἐρειπίων, ἔγινε τὸ 1944 ἀπὸ τοὺς Γερμανούς.
Μετὰ τὴν καταστροφὴ τῶν κτισμάτων, ἕνας ἀξιωματικὸς θέλησε νὰ κάψει καὶ τὴν ἐκκλησία. Προσπάθησε πολλὲς φορές, ἀλλὰ χωρὶς ἀποτέλεσμα. Ἐνῶ λοιπὸν στεκόταν ἀπ᾿ ἔξω κι ἔδινε διαταγές, τιμωρήθηκε παραδειγματικὰ ἀπὸ τὸ χέρι τῆς Παναγίας. Μία ἀόρατη δύναμη τὸν ἔριξε μὲ ὁρμὴ πάνω στὸ πλακόστρωτο. Τὸ χτύπημα ἦταν δυνατό, καὶ ὁ Γερμανὸς ἀνίκανος νὰ σηκωθεῖ. Τὸν σήκωσαν οἱ στρατιῶτες καὶ τὸν ἔβαλαν πάνω σὲ ζῶο γιὰ νὰ τὸν μεταφέρουν στὸ Ἀγρίνιο.
Ἔτσι ὁ ναὸς παρέμεινε ἀβλαβής, ὅπως διαφυλάχθηκε ἀκέραιος διὰ μέσου τῶν αἰώνων.


Η ΑΓΝΩΣΤΗ «ΚΑΛΟΓΡΙΑ»

Πέρασαν τέσσερα χρόνια. Ὁ ἐμφύλιος πόλεμος τώρα μαίνεται στὴν ἑλληνικὴ ὕπαιθρο. οἱ κάτοικοι τῆς Εὐρυτανίας καὶ ὀρεινῆς Ναυπακτίας ἐγκαταλείπουν τὰ χωριά τους καὶ προσφεύγουν γιὰ ἀσφάλεια σὲ ἄλλα μέρη τῆς Ἑλλάδος. Μαζί τους προσφεύγει καὶ ἡ θαυματουργὴ εἰκόνα τῆς Παναγίας. Ἀκολουθεῖ κι αὐτὴ τὴν τύχη τῶν παιδιῶν της καὶ μεταφέρεται ἀπὸ τοὺς μοναχούς του Προυσοῦ στὴ ἀκρόπολη τῆς Ναυπάκτου. Τὸ μοναστήρι παραμένει τελείως ἔρημο.
Ὕστερα ἀπὸ καιρὸ ἀρχίζουν οἱ ἐπιχειρήσεις τοῦ στρατοῦ. Ἡ ἐνάτη μεραρχία ἀναλαμβάνει ἐκκαθαριστικὲς ἐπιχειρήσεις στὴν Εὐρυτανία. Μερικὰ τμήματα περνοῦν ἀπὸ τὸν Προυσό. Ὁρισμένοι ἀξιωματικοὶ καὶ στρατιῶτες πλησιάζουν στὴ σκοτεινὴ ἐκκλησούλα τῆς σπηλιᾶς καὶ μπαίνουν γιὰ νὰ προσκυνήσουν.
Ἐκεῖ μέσα ἀντικρίζουν ἕνα παράδοξο θέαμα: Μπροστὰ τὸ τέμπλο, στ᾿ ἀριστερά της ὡραίας πύλης, νὰ ἀναμμένο καντήλι καὶ μία καλόγρια γονατιστή.
Οἱ στρατιῶτες ἀποροῦν. Πῶς ζεῖ αὐτὴ ἡ μοναχὴ ἐδῶ, τὴ στιγμὴ ποὺ ἡ Εὐρυτανία εἶναι τελείως ἔρημη ἀπὸ κατοίκους; Πῶς συντηρεῖται, τί τρώει, ποῦ βρίσκει λάδι γιὰ τὸ καντήλι; Τὴν ἐρωτοῦν λοιπόν, κι ἐκείνη σεμνὰ καὶ πονεμένα τοὺς ἁπαντά:
- Παιδιά μου, ζῶ ἐδῶ μοναχή μου δυόμισι τώρα χρόνια. Γιὰ τὴ δική μου ζωὴ δὲν χρειάζονται φαγητὸ καὶ ψωμί. Μοῦ ἀρκεῖ ὅτι ἔχω τὸ καντήλι μου ἀναμμένο.
Οἱ στρατιῶτες, κουρασμένοι ἀπὸ τὶς ἐπιχειρήσεις καὶ βιαστικοὶ νὰ φύγουν, δὲν ἔδωσαν προσοχὴ στὰ λόγια της. Τὴν ἑπομένη ὅμως, ὅταν τὰ ἔφεραν πάλι στὴ μνήμη τους, κατάλαβαν πὼς ἐπρόκειτο γιὰ κάτι θαυμαστό. Κι ὅταν ἀργότερα περνοῦσαν ἀπὸ τὴ Ναύπακτο, ζήτησαν μὲ ἐπιμονὴ ἄδεια ἀπὸ τὸν διοικητὴ τοὺς γιὰ νὰ ἐπισκεφθοῦν τὸν μητροπολίτη.
Ὁ ἐπίσκοπος Ναυπακτίας καὶ Εὐρυτανίας Χριστόφορος τοὺς ὑποδέχθηκε μὲ ἀγάπη, κι ἀφοῦ τοὺς ἄκουσε συγκινημένος, ἔριξε φῶς στὸ μυστήριο.
- Ὁ ναός, τοὺς εἶπε, ποὺ ἐπισκεφθήκατε, ἀνήκει στὴν ἔρημη τώρα ἱερὰ μονὴ Προυσιώτισσας, τῆς ὁποίας ἡ θαυματουργὴ εἰκόνα βρίσκεται πάνω ἀπὸ δυὸ χρόνια ἐδῶ, στὸ παρεκκλήσι τῆς μητροπόλεώς μας, στὸν ἅγιο Διονύσιο. Πηγαίνετε νὰ τὴν προσκυνήσετε, καὶ θὰ καταλάβετε...
Πῆγαν πράγματι καὶ προσκύνησαν. Τότε αὐθόρμητα στὸν καθένα δόθηκε ἡ ἐξήγηση στὴν ἀπορία του: Στὴν εἰκόνα τῆς Θεομήτορος ἀναγνώρισαν τὴ μοναχὴ ἐκείνη ποὺ συνάντησαν στὸ ἐκκλησάκι τῆς σπηλιᾶς, ψηλὰ στὸν Προυσό!

Η ΠΑΝΑΓΙΑ ΕΔΙΩΞΕ ΤΗ ΓΡΙΠΠΗ
Οκτώβριος του 1918.
Το Αγρίνιο δεν απαριθμεί περισσοτέρους από 15.000 κατοίκους. Μία επάρατος νόσος, Η ΓΡΙΠΗ, έχει ενσκήψει και θερίζει, κυριολεκτικώς, την πόλη και την γύρω περιοχή της. Δεν υπάρχει οικογένεια που να μη θρηνεί τα θύματά της. Φόβος συνέχει τους κατοίκους όλης της περιοχής, γιατί η κατάσταση δεν είναι καλύτερη στο Μεσολόγγι και στο Αιτωλικό.
Η επιστήμη φαίνεται ανίκανη να ανακόψει τη θανατερή πορεία της νόσου. Ο αριθμός των θανάτων μόνο μέσα στο Αγρίνιο φτάνει τον αριθμό των 40 έως 50 ημερησίως. Κανείς δεν συνοδεύει πια τους νεκρούς, οι οποίοι μεταφέρονται με δίτροχα κάρα από αχθοφόρους στο νεκροταφείο, όπου μετά από μια σύντομη ευχή τους ιερέως, πολλές φορές και χωρίς αυτήν, θάπτονται.
Οι κάτοικοι όχι μόνον δεν επιμελούνται τους νεκρούς τους, αλλά και τους αποφεύγουν από τον φόβο της μεταδόσεως της ασθένειας. Όλοι αποκαμωμένοι ψυχικά λες και περιμένουν με σταυρωμένα χέρια το μοιραίο. Καμιά ελπίδα από πουθενά δεν φαίνεται.

Δεν μένει άλλο καταφύγιο από την πίστη. Αλλά και αυτή κάποτε μπρος στο αδιάκοπο θανατικό κλονίζεται σε πολλούς. Μα μέσα σ’ αυτήν την παραζάλη της απελπισίας, που συνέχει όλους, υπάρχουν και μερικοί γέροντες που θυμούνται. Η μνήμη τους ξαναγυρίζει 64 χρόνια πίσω, στο 1854.
Θυμούνται ότι και τότε μια άλλη επάρατος νόσος, η χολέρα, είχε ενσκήψει στην πόλη του Αγρινίου και είχε αποδεκατίσει τον πληθυσμό της. Και θυμούνται τότε το θαύμα της Παναγίας της Προυσιώτισσας.
 
Όταν οι γέροντες το είπαν, όλοι ζήτησαν να μεταφερθεί η εικόνα της. Όλοι αυτομάτως πια ήταν βέβαιοι ότι, όταν η εικόνα της Προυσιώτισσας θα ερχόταν στο Αγρίνιο, η πόλη θα απαλλασσόταν από την τραγική δοκιμασία. Μα κανένας δεν αποφασίζει, δεν τολμάει να πάει στο Μοναστήρι, στον Προυσσό, για να μεταφέρει την παράκληση της πόλης στον Ηγούμενο. Ένας φόβος για την περίπτωση αυτή συνέχει όλους. Πιστεύουν ότι το θανατικό της γρίπης ήταν μια δοκιμασία εξαγνισμού που την έστειλε η Θεία Βουλή στον «παραστρατημένο» λαό. Γι’ αυτό και φοβούνται να πάνε στο Μοναστήρι, μήπως η Θεία «οργή» ξεσπάσει στους απεσταλμένους.
Ολόκληρη κίνηση έγινε τότε για να συγκροτηθεί μια αντιπροσωπευτική επιτροπή, που θα μετέβαινε στην Ναύπακτο, για να ζητήσει από τον τότε Μητροπολίτη Αμβρόσιο την άδεια μεταφοράς της Εικόνας και εν συνεχεία θα ανέβαινε στο Μοναστήρι, για να συνοδεύσει την θαυματουργό Προυσιώτισσα στην πόλη.
Τελικώς έγινε μια τριμελής επιτροπή, αλλά εντός της ίδιας ημέρας τα μέλη της παραιτήθηκαν, για να γίνει άλλη την επομένη και να παρουσιασθεί εμπρός στην ασκητική μορφή του Μητροπολίτου Ναυπάκτου Αμβροσίου, μεταφέροντας την παράκληση της πόλης.
Με την ευλογία του Αμβροσίου και με το σχετικό έγγραφο της άδειας στα χέρια η επιτροπή αφήνει την Μητρόπολη. Η άδεια έχει δοθεί. Μα τα λόγια του Δεσπότη, παρά την τελική ευλογία του, στριφογυρίζουν καυτερά στην ψυχή και στην σκέψη. Τα βήματά τους σέρνονται όχι προς το Αγρίνιο, αλλά προς την παραλία της Ναυπάκτου. Εκεί καθισμένοι στο μουράγιο, αμίλητοι, κάνουν αυτοκριτική. Είναι, άραγε, άξιοι να παρουσιαστούν μπροστά στην θαυματουργό Εικόνα; Αμαρτωλοί αυτοί, πρεσβεία αμαρτωλών; Ο Μητροπολίτης επέτρεψε, αλλά θα ευδοκήσει, θα δώσει συγχώρεση και η Παναγία; Αυτές οι σκέψεις τους βασανίζουν στις ώρες της σιωπής...

Ύστερα από μια κοπιώδη πορεία η επιτροπή-πρεσβεία, κατά το δειλινό της 22ας Οκτωβρίου, έφτανε στο Μοναστήρι, στον Προυσσό. Γονατιστοί μπροστά στην Θαυματουργό Εικόνα οι τρεις πρεσβύτες ευχαριστούν που τους αξίωσε να φτάσουν ως εκεί και προσεύχονται. Σε λίγο το Μοναστήρι παρουσιάζει εικόνα συναγερμού ικεσίας. Οι Πατέρες μαζεμένοι όλοι στην εκκλησία, με τον Κωνσταντίνο Καθηγούμενο, αναπέμπουν Παράκληση στην Θεομήτορα, ενώ τα πρόσωπα των Αγρινιωτών, που εξακολουθούν να είναι γονατιστοί μπροστά στην Εικόνα, τα αυλακώνουν τα δάκρυα. Είναι τα δάκρυα της μετανοίας.
Το άλλο πρωί γίνεται Δοξολογία και το βράδυ ολονύκτια Παράκληση. Η προετοιμασία για την μεταφορά της Εικόνας έχει αρχίσει το πρωί της 24ης Οκτωβρίου, μετά τον Όρθρο σχηματίζεται η πομπή και η Ιερά Θεωρία ξεκινάει… Εν τω μεταξύ στο Αγρίνιο έχουν ειδοποιηθεί. Από την πόλη και τα γύρω χιλιάδες οι πιστοί μετά την Παράκληση στην Μητρόπολη ξεκινάνε σε μια ολονύκτια πορεία μέσα στα βουνά. Τραβάνε όλοι με συντριβή και μετάνοια τόση που μεταρσιώνει προς τα Αραποκέφαλα, για να προϋπαντήσουν την Μεγαλόχαρη, την μόνη ελπίδα της σωτηρίας που τους απέμενε. Λιτανεία ψυχών είναι η πορεία τούτη με την ολονύκτια προσευχή. Το ίδιο πρωί οι χιλιάδες αυτές των πιστών συναντώνται με την θρησκευτική πομπή που φέρνει την Θαυματουργό Εικόνα πάνω σε μια από τις ψηλότερες κορφές των Αραποκέφαλων. Οι στιγμές αυτές, όπως τις περιγράφουν οι επιζώντες ακόμα γέροντες, είναι ασύλληπτες από την φαντασία σε κατάνυξη. Εκεί γίνεται η πρώτη μεγάλη Δέηση. Δέησις εις το όρος. Σε πέντε χιλιάδες υπολογίσθηκαν οι Χριστιανοί, που γονυπετείς γέμισαν τα γύρω φαράγγια και με δάκρυα μετανοίας πραγματικής παρακολούθησαν την Δέηση στην Παναγία. Και μετά από αυτήν ξαναρχίζει η πορεία. Η Θεία Εικόνα ακολουθούμενη από τις χιλιάδες των ευλαβουμένων προχωρεί να φτάσει το πρωί της επομένης στο χωριό Προστοβά, όπου ψέλνεται κατανυκτική Παράκληση και τις νυχτερινές ώρες φτάνει στα προάστια του Αγρινίου. Όταν η ιερή πομπή έφθασε στα πρόθυρα της πόλης, το Αγρίνιο μέσα είχε ερημωθή. Δεν είχαν μείνει παρά μόνον μερικά παιδιά στα καμπαναριά των εκκλησιών που χτυπούσαν χαρμόσυνα τις καμπάνες. Η πομπή τώρα προχωρεί προς την πόλη και κατευθύνεται στο Ναό της Αγίας Τριάδος, όπου αναπέμπεται ευχαριστήρια Δέηση και ακολουθεί Μεγάλη Παράκληση για την απαλλαγή του δοκιμαζόμενου λαού από την μάστιγα της τρομερής αρρώστιας. Και μετά όταν μπήκε η Εικόνα της Θεομήτορος στο Ναό, επί ένα εικοσιτετράωρο συνεχώς οι παπάδες δεν σταμάτησαν να ψέλνουν ομαδικές Παρακλήσεις των πιστών, ενώ άλλοι μεταλάμβαναν των Αχράντων Μυστηρίων.

Μετά τις πρώτες ώρες από την άφιξη της Προυσιώτισσας στην πόλη, το κακό είχε σταματήσει.
Οι άρρωστοι, και οι κατάκοιτοι ακόμα που δεν μπορούσαν να σηκωθούν από το κρεβάτι, τώρα κατά δεκάδες, τελείως υγιείς, έσπευδαν στην Αγία Τριάδα για να ευχαριστήσουν την Μεγαλόχαρη. Το θαύμα είχε συντελεσθεί ομαδικά. Η ζωή στο Αγρίνιο ξανάρχιζε να παίρνει το ρυθμό της.

Αλλά μόνον η πόλη του Αγρινίου είχε απαλλαγή από το κακό. Όλη η γύρω περιοχή από όπου δεν πέρασε η προς το Αγρίνιο πορεία, το Αιτωλικό, το Μεσολόγγι, θερίζονταν ακόμα από την αρρώστια με ρυθμό συνεχώς αυξανόμενο. Το θανατικό ήταν τόσο που οι παπάδες δεν προλάβαιναν ούτε καν μια ευχή να διαβάσουν στους νεκρούς.
Οι επιτροπές που φτάνουν από τα γειτονικά χωριά και από τις δύο πόλεις, το Μεσολόγγι και το Αιτωλικό, αντιδρούν. Αλληλομάχονται για την προτεραιότητα της μεταφοράς της Εικόνας. Αλλά και οι Αγρινιώτες δεν εννοούν να επιτρέψουν να απομακρυνθεί η Εικόνα της Παναγίας από την διασωθείσα πόλη πριν προσκυνήσει όλος ο λαός και πριν ψάλλει την μεγάλη ευχαριστήρια Δοξολογία. Κάποιοι, οι ψυχραιμότεροι από το πλήθος των κατοίκων, με επικεφαλής τον Ηγούμενο, πρωτοστατούν σε μια προσπάθεια συμβιβασμού και αποφυγής του κακού που απειλείται από μια σύγκρουση των κατοίκων. Η προσπάθεια αυτή και οι σχετικές διαπραγματεύσεις κράτησαν για αρκετές ημέρες, ώστε δόθηκε ο καιρός στους Αγρινιώτες να ικανοποιήσουν τις απαιτήσεις τους, που εν τω μεταξύ είχαν αυξηθεί. Ήθελαν τώρα η Εικόνα να λειτουργηθεί σε όλες τις εκκλησίες της πόλης. Έτσι, στις 27 Οκτωβρίου, στο Ναό της Αγίας Τριάδος ψέλνεται κατανυκτικώτατα η ειδική ακολουθία με την οποία λιτανεύεται η πάνσεπτη Εικόνα της Προυσιώτισσας και κατόπιν σχηματίζεται ιερή πομπή η οποία δια μέσου των κεντρικότερων οδών της πόλης μεταφέρει την Εικόνα στον παλαιό Ναό του Αγίου Χριστοφόρου, που βρίσκεται έξω από το Αγρίνιο επάνω σε έναν λόφο. Εκεί εψάλη η Μεγάλη Παράκληση μετά από την οποία ο Ηγούμενος έδωσε την εξήγηση ότι η φοβερή αρρώστια δεν ήταν παρά μια δοκιμασία του πληθυσμού της πόλης για την εκτροπή από τον δρόμο της πίστεως και ανέλυσε τις υποχρεώσεις που δημιουργεί πια για τους Αγρινιώτες η δοθείσα Χάρις της Θεομήτορος. Ακολούθησε 24ωρο προσκύνημα μετά το οποίο, κατά τα πέντε εικοσιτετράωρα που ακολούθησαν, η Εικόνα μεταφέρθηκε διαδοχικά και λιτανεύθηκε στους Ναούς της Ζωοδόχου Πηγής και του Αγίου Δημητρίου. Στο διάστημα αυτό του προσκυνήματος ολόκληρος ο πληθυσμός εξομολογείται και μεταλαβαίνει των Αχράντων Μυστηρίων. Η ζωή και η κίνηση στην πόλη αποκαθίστανται, κανένας άρρωστος δεν υπάρχει, κανένας θάνατος δεν σημειώνεται. 

Στο Μεσολόγγι η επάρατη νόσος συνεχίζει να αποδεκατίζει τους κατοίκους. Καθημερινά πεθαίνουν από την γρίπη 25-30 άτομα, τα οποία μεταφέρονται με κάρα και θάβονται κατά το πλείστον χωρίς την συνοδεία ούτε ιερέως καν. Μια επιτροπή κατευθύνεται στην Ναύπακτο και αμέσως λαμβάνει την άδεια του Μητροπολίτου για την μεταφορά της Εικόνας στην πόλη. Πράγματι, την 1η Νοεμβρίου 1918, η Εικόνα φτάνει με τον σιδηρόδρομο στον σταθμό του Μεσολογγίου, όπου οι κάτοικοι αναμένουν από τη βαθιά νύκτα παρά το γεγονός ότι έριχνε καταρρακτώδη βροχή. Πολλοί από τους επιστήμονες και τους προκρίτους της πόλης προέτρεπαν το πλήθος να επανέλθει στα σπίτια του και εξέφραζαν την πεποίθηση ότι οι θάνατοι από την γρίπη τουλάχιστο θα τριπλασιασθούν. Ο λαός όμως ανέμενε καρτερικώτατα. Με την άφιξη της Εικόνας της Παναγίας της Προυσιώτισσας εψάλη στον σιδηροδρομικό σταθμό κατανυκτική Παράκληση και στην συνέχεια έγινε η είσοδος της Εικόνας στην πόλη.

Το μέγα θαύμα συντελείται. Μάρτυρες παρίστανται όλοι οι κάτοικοι.
Κατά το Μεσονύκτιο, ενώ όλοι προσεύχονταν αρχίζει να πνέει σφοδρότατος άνεμος που ξερίζωσε πολλές δεκάδες δένδρων της πόλης.
Από το πρωΐ της 2ας Νοεμβρίου 1918 κανένας θάνατος δεν σημειώθηκε στο Μεσολόγγι.
Οι κάτοικοι με πρωτοφανή ευλάβεια προσέρχονταν μπροστά στην Αγία Εικόνα ψάλλοντας την Παράκληση, προσφέροντας διάφορα αφιερώματα, χρυσό, άργυρο κλπ, σε ένδειξη ευγνωμοσύνης προς την Παντοδύναμο Μητέρα του Θεού.

Στο Αιτωλικό επικρατεί η ίδια κατάσταση.
Οι κάτοικοι πεθαίνουν κατά δεκάδες. Η μεταφορά της Εικόνας πραγματοποιείται από την πόλη του Μεσολογγίου. Στον σιδηροδρομικό σταθμό έχουν προσέλθει όλοι, πλην ελαχίστων, οι οποίοι ανέμεναν την ιερή πομπή στο τέρμα της μεγάλης ανατολικής γέφυρας.
Διαπρύσιοι κήρυκες του συντελεσθέντος θαύματος της καταπαύσεως της νόσου μεταξύ των άλλων και ο δήμαρχος Κων. Σταράμος, καθώς και οι Παντ. Μόσχος, Χρ. Γαζώτης, Παντ. Σκόνδρας, Χρ. Μπογιατζής, Ανδρ. Λιαπίκος κα.
Απειράριθμα θαύματα διηγούνται πολλοί των κατοίκων….

Το παραπάνω κείμενο, προέρχεται από το αρχείο του αειμνήστου Γυμνασιάρχου τής πόλεως του Αγρινίου, Γεωργίου Πάστρα. Πρόκειται, για ένα μεγάλο αρχειακό κείμενο πού επιγράφεται: «εκτάκτου ενδιαφέροντος ρεπορτάζ του ανταποκριτού μας κ. Θ. Λιαπίκου» και αναφέρεται σε θαύματα της Παναγίας Προυσιώτισσας.