Δευτέρα, 28 Απριλίου 2014

Αρχ. Αρσένιος Κατερέλος - Παναγία η Παραμυθία η Ευλαλοενθρονισθείσα

Αρχ. Αρσένιος Κατερέλος - Παναγία η Παραμυθία η Ευλαλοενθρονισθείσα


Αρχ. Αρσένιος Κατερέλος - Παναγία η Παραμυθία η Ευλαλοενθρονισθείσα
ΠΑΝΑΓΙΑ  Η  ΠΑΡΑΜΥΘΙΑ  Η  ΕΥΛΑΛΟΕΝΘΡΟΝΙΣΘΕΙΣΑ
(112Ν-2)


(Ἑσπερινή ὁμιλία εἰς τό Ἱερόν Ἡσυχαστήριον Μοναζουσῶν Ἁγ. Γεωργίου & Παναγίας Παραμυθίας Ἀνύδρου Γιαννιτσῶν - 20/1/2014)
Σεβαστοί πατέρες, ὁσιολογιωτάτη Γερόντισσα Ἰωάννα μετά τῆς θεοφιλοῦς ἐν Χριστῷ συνοδείας σας, ἀγαπητοί μου προσκυνηταί,  
Σήμερα ἑορτάζομε τήν ἀνάμνησι τοῦ θαύματος τῆς Παναγίας Παραμυθίας. Δέν ὑπάρχει μεγαλυτέρα χαρά σέ ὅλο τό εἶναι τοῦ πιστοῦ Χριστιανοῦ καί δέν ἀπολαμβάνει μεγαλυτέρα εὐλογία ἡ ὕπαρξις πού ἔχει ἀξιωθῆ νά ἐνδυθῆ καί ἐσωτερικῶς, πρῶτα, καί ἐξωτερικῶς, τό ἀγγελικό Σχῆμα, ἀπό τό νά μελετᾶ καί νά βιώνη φερεπόνως καί θεαρέστως τήν πλήρη ὑπακοή εἰς τίς θεῖες ἐντολές. Αὐτήν τήν ζωή, ὅπως ἀκριβῶς τήν πρωτοϋπέδειξε στούς ἀνθρώπους διαχρονικά στόν γνωστό γάμο στήν Κανᾶ ἡ ἰδία ἡ Ὑπεραγία Θεοτόκος λέγοντας «ὅ,τι ἄν λέγῃ ὑμῖν ποιήσατε» (Ἰωάν. Β´, 5). Ὅ,τι σᾶς λέγει ὁ Χριστός νά τό κάνετε. Ἄλλωστε, ἀργότερα, αὐτήν ἀκριβῶς τήν θεομητορική προτροπή ἐπεσφράγισε στό ὑπερφυές γεγονός τῆς Μεταμορφώσεως τοῦ Σωτῆρος Χριστοῦ ἡ ἴδια ἡ φωνή τοῦ οὐρανίου Πατρός, λέγουσα: «Αὐτοῦ ἀκούετε» (Ματθ. ΙΖ´, 5). Τόν Χριστό δηλαδή νά ἀκούετε.  
Πράγματι, ὅσοι ὑφαίνουν τήν ζωή τους στό στημόνι τοῦ λευκοῦ χαροποιοῦ μαρτυρίου τῆς ὑπακοῆς στίς θεῖες ἐντολές καί στό ὑφάδι τῆς ἀποκοπῆς τοῦ ἰδίου θελήματος, ὄχι μόνο τοῦ ἁμαρτωλοῦ, ἀλλά ἀκόμη καί αὐτοῦ τοῦ φυσικοῦ θελήματος, ὅταν κυρίως βέβαια πρόκειται ἰδιαίτερα γιά τό μοναχικό τάγμα, ὅλοι αὐτοί γενικῶς οἱ ἀγωνιστές πού εὑρίσκονται στόν δρόμο τῆς καθάρσεως, τοῦ φωτισμοῦ καί τῆς θεώσεως καί, ἑπομένως βῆμα-βῆμα, σκαλί-σκαλί, μετά διακρίσεως βέβαια πάντα, ἀργά-γρήγορα, ὁλοένα καί περισσότερο, αἰσθάνονται ὑπαρξιακά τήν Χάρι, ἀλλά καί τήν παραμυθία στούς ποικίλους πειρασμούς, πού εἴθε πάντα νά εἶναι γιά ἐμᾶς, αὐτοί οἱ πειρασμοί, ὄχι ὀπισθοδρομικοί, ἀλλά προαγωγικοί.                    
Ὅλοι αὐτοί αἰσθάνονται τήν παραμυθία λοιπόν ἀπό Ἐκείνην τήν Πάναγνο Κόρη, πού πρώτη ἀπό ὅλους, κατά τόν κήρυκα τῆς Χάριτος, τόν ἅγιο Γρηγόριο Παλαμᾶ, ἔζησε τήν ἐν Θεῷ ἡσυχαστικωτέρα ζωή μέσα εἰς τά Ἅγια τῶν Ἁγίων τρεφομένη ξενοπρεπῶς καί δίνοντας μάλιστα, ἡ Ὑπεραγία Θεοτόκος, τιμή καί εὐλογία ἀκόμη καί σέ αὐτά τοῦτα τά Ἅγια τῶν Ἁγίων καί ὄχι παίρνοντας ἀπό αὐτά, ἡ Παναγία μας, εὐλογία.
Ἐάν λοιπόν ἡ Κυρία Θεοτόκος εἶναι ἕτοιμη ἀνά πᾶσα στιγμή καί ἐν παντί τόπῳ τῆς δεσποτείας τοῦ Υἱοῦ της νά συνδράμη καί νά προσφέρη τήν μητρική Της παραμυθία, πόσῳ μᾶλλον τοῦτο συμβαίνει σέ ἱερούς χώρους ὅπου ἐν εὐλαβείᾳ φυλάσσεται καί δεόντως τιμᾶται ἡ περίπυστος εἰκόνα ἡ ἐπονομαζομένη Παναγία Παραμυθία.
Ἕνας τέτοιος τόπος, ἀναμφισβήτητα, μέ ὀρθόδοξο φρόνημα καί ἦθος, εἶναι πράγματι τό ἱερόν τοῦτον Ἡσυχαστήριον μοναζουσῶν, γι᾽ αὐτό καί εἶναι ὄντως παναγιοσκέπαστον.
Ἔχετε, σεβαστή Γερόντισσα, μετά τῆς συνοδείας σας, τήν ἰδιαιτέρα εὐλογία νά εὑρίσκεσθε κάτω ἀπό τήν κραταιά καί ἀπόρθητη σκέπη τῆς Παναγίας Παραμυθίας. Καί αὐτό δίνει θάρρος καί προσθέτει δύναμι εἰς τόν ἀγῶνα τῆς μοναχικῆς ζωῆς, πού τά ὠφέλη του τά καρποῦνται ἐπί πλέον, ὄχι μόνον οἱ κατά καιρούς εὐλαβεῖς προσκυνηταί, ἀλλά καί ὁλόκληρος ἡ ἀνθρωπότης διαχρονικά. Καί αὐτό διότι εἰς τήν ὑπαρξιακή ἐρώτησι «τί ἐστί μοναχός;» ὁ ἅγιος Σιλουανός ὁ Ἀθωνίτης ἀπαντᾶ: «Μοναχός ἐστί ἱκέτης ὅλου τοῦ κόσμου». Καί αὐτό, ἐννοεῖται, ἰσχύει διαχρονικά.
Ἐπί πλέον, ἀγαπητοί μου προσκυνηταί, ὁ ἱερός τοῦτος χῶρος ἔχει ὡς ἰδιαίτερο προστάτη τόν ταχύν εἰς ἀντίληψιν Ἅγιο Μεγαλομάρτυρα Γεώργιο τόν Τροπαιοφόρο. Φυσικά θεωρεῖται πασίγνωστο, ἄν καί στρατιωτικός Ἅγιος, πόσο πολύ ἔχει βοηθήσει κατά καιρούς τό τάγμα τῶν μοναχῶν.
Τώρα, τό ἱστορικό τῆς εἰκόνας τῆς Παναγίας Παραμυθίας εἶναι ὅτι διά μέσου αὐτῆς τῆς εἰκόνας τό 807 ἡ Παναγία εἰδοποίησε τόν ἡγούμενο τῆς Μονῆς Βατοπαιδίου Ἁγίου Ὄρους νά μήν ἀνοίξουν τίς πύλες τῆς Μονῆς, γιατί θά ἤρχοντο πειρατές. Ὁ ἡγούμενος, πού μετά τήν ἀκολουθία τοῦ ὄρθρου εἶχε τέτοια συνήθεια, παρέμενε μέσα στόν ναό δηλαδή, ἐξεπλάγη ἀπό τό συμβάν. Κοιτάζει ἀμέσως τήν εἰκόνα τῆς Παναγίας, ἀπ᾽ ὅπου ἔβγαινε ὑπερφυῶς ἡ γλυκυτάτη θεομητορική προστατευτική φωνή καί, εὐθύς ἀμέσως, βιώνει ἄλλο θαῦμα, ἀκόμη πιό ἐκπληκτικό. Τά πρόσωπα τῆς Κυρίας Θεοτόκου καί τοῦ Χριστοῦ εἶχαν τρόπον τινά ζωντανεύσει καί ὁ εἰκονιζόμενος Χριστός ἀντέδρασε καί μέ τό χέρι Του προσπάθησε νά κλείση τό στόμα τῆς Παναγίας, λέγοντάς Της: «Μή, μητέρα, μή τό λές αὐτό. Ἄφησέ τους νά τιμωρηθοῦν ὅπως τούς πρέπει». Ἀναμφισβήτητα καί προφανῶς τά λόγια τοῦ εἰκονιζομένου Χριστοῦ ὑπονοοῦν ἀμέλεια μοναχικῶν ὑποσχέσεων καί πολλά ἄλλα, ὄχι βέβαια εὐχάριστα αὐτά τά πολλά ἄλλα πράγματα γιά τούς τότε ἐκεῖ μοναχούς.
Αὐτόματα ὅμως καί ταυτοχρόνως, τό χέρι τῆς εἰκονιζομένης Παναγίας ἄλλαξε θέσι καί ἔπιασε «δυναμικά» τό χέρι τοῦ Χριστοῦ καί τό ἐμπόδιζε ἀπό τοῦ νά Τῆς κλείση τό στόμα ὁ Χριστός. Ἐπί πλέον δέ, ἔστρεψε λίγο τό πρόσωπό Της δεξιά, ἡ Ὑπεραγία Θεοτόκος, καί ἐπανέλαβε εἰς τόν ἡγούμενο: «Νά μήν ἀνοίξετε σήμερα τίς πύλες τῆς Μονῆς».
Νομίζομε, τά πολλά σχόλια, ἀγαπητοί μου ἀδελφοί, ἐν προκειμένῳ περιττεύουν. Τά πράγματα ὁμιλοῦν ἀπό μόνα τους. Τήν εἰκόνα αὐτή, πού ἀλλιῶς τήν ὑπελόγιζε καί κουράσθηκε καί σκεπτόταν τότε ὁ ἁγιογράφος της, πῶς ἀκριβῶς θά τήν σχεδίαζε ὅταν τήν πρωτοέφτιαχνε, καί, τελικά, διαφορετικά, λόγῳ αὐτοῦ τοῦ παμμεγίστου θαύματος ἐξελίχθηκε σχεδιαστικά. Ἀπό τότε ὠνομάσθη «Παραμυθία», δηλαδή παρηγορία.
Τά πνευματικά μηνύματα πού ἀπορρέουν αὐτομάτως εἶναι ἀναρίθμητα. Ἐν πρώτοις, καταδεικνύεται τό μέγεθος τῆς μητρικῆς παρρησίας ἐνώπιον τοῦ ἁγίου ἐνδόξου Τριαδικοῦ Θρόνου, ἀλλά καί ἡ ἀγάπη τῆς Πανάγνου πρός αὐτό τοῦτο τό μοναχικό μας Σχῆμα, πού ὁ ἔρως τοῦ Ἀγαπητοῦ ὡδήγησε τήν ὕπαρξί μας εἰς τό νά  τυλιχθῶμεν τό μέλαν μοναχικό ἔνδυμα, τό ὄντως ὑψηλότερον χλαμύδων καί πορφύρων βασιλικῶν.
Φαίνεται ἑπομένως ἡ ἐπί πλέον συμπάθεια τῆς Παναγίας μας πρός τούς μοναχούς παρά τήν περικειμένη ἀνθρωπίνη ἀσθένεια.
Βέβαια, τό πιό ὠφέλιμο ἀπ᾽ ὅλα ἦτο προφανῶς τό βαθύτατο καί εἰλικρινές αἴσθημα τῆς μετανοίας, πού ἔνοιωσαν καρδιακῶς τότε οἱ πατέρες τῆς Ἱερᾶς Μονῆς Βατοπαιδίου, τόσο μέ τόν ἐλεγκτικό λόγο τοῦ Ἀρχηγοῦ τῆς σωτηρίας, ὅσο καί μέ τήν προστασία τῆς Θεοτόκου, πού ἀπέβη παραμυθία, καί γι᾽ αὐτούς βέβαια τούς ἰδίους, ἀλλά καί γιά κάθε Χριστιανό, μοναχό ἤ λαϊκό, πού οἰκειοποιεῖται στήν πρᾶξι τό πνευματικό φρόνημα, πού διαχρονικά ἐκπέμπεται ἀπό τήν εἰκόνα τῆς Παναγίας Παραμυθίας πρός ὅλες τίς κατευθύνσεις.
Εἰς τό σημεῖο ὅμως αὐτό, μέ τήν εὐκαιρία τοῦ θαύματος τούτου, ἄς προσπαθήσωμε νά προσεγγίσωμε, ἑπόμενοι τοῖς ἁγίοις Πατρᾶσι, καί ἄς διακηρύξωμε γενικώτερα τήν ἀπροσπέλαστη δόξα καί τό μεγαλεῖο τῆς μοναδικῆς Της προσφορᾶς, οὕτως ὥστε νά ὑπερανταναπληρωθῶμε ἔτι καί ἔτι μέ τήν ἀστείρευτη χάρι Της καί τήν εὔνοιά Της.
Μέ μία λέξι, ἡ Κυρα-Παναγιά μας εἶναι, ὅπως ψάλλομε εἰς τόν Κανόνα τῶν Χαιρετισμῶν, «ἡ αἰτία τῆς τῶν πάντων θεώσεως». Διότι, ἐκτός τοῦ ἀνθρωπίνου γένους ἀποτελεῖ τήν παγίωσι τῆς σωτηρίας ὁλοκλήρου αὐτοῦ τούτου τοῦ ἀγγελικοῦ κόσμου. Οἱ ἄγγελοι μόνον μετά τήν Ἐνανθρώπισι καί τήν Ἀνάστασι τοῦ Χριστοῦ δέν κινδυνεύουν πλέον εἰς τόν αἰῶνα τόν ἅπαντα νά πέσουν ἀπό τό ἀγαθό εἰς τό κακό. Πρᾶγμα πού, ὅπως ἀσφαλῶς θά γνωρίζετε, συνέβη πολύ παλαιότερα μέ τούς δαίμονες, πού ἐννοεῖται ὅτι ἦσαν ὅσοι πρώην ἄγγελοι - ὁ Θεός δέν δημιουργεῖ ποτέ κακά πλάσματα - πού λόγῳ ὑπερηφανείας κατήντησαν κάκιστοι δαίμονες καί ἐχθροί τῆς δικῆς μας σωτηρίας.
Κάτι ἀνάλογο βέβαια συμβαίνει καί μέ τίς ἀνθρώπινες σεσωσμένες ψυχές, πού μέχρι τήν Κοινή Ἀνάστασι τῶν νεκρῶν δέν κινδυνεύουν πλέον νά πέσουν ἕως ὅτου βέβαια εἰσέλθουν, ἀπό τόν Παράδεισο, πού τώρα εὑρίσκονται μόνον ὡς ψυχές, εἰς τήν Βασιλεία τῶν Οὐρανῶν - τί λέμε; «Προσδοκῶ ἀνάστασι νεκρῶν». Ἐκεῖ οἱ ψυχές μέ τά ἄφθαρτα τελικά ἀλλά ὑλικά παρά ταῦτα σώματά τους, μή ὑποκείμενα σέ βιολογικές ἀνάγκες, ἀλλά διεπόμενα ἐξ ὁλοκλήρου ἀπό τίς ἐνέργειες τοῦ Ἁγίου Πνεύματος θά εἶναι ὅπως τό σῶμα τοῦ ἀναστημένου Χριστοῦ, τοῦ πρωτοτόκου Ἀδελφοῦ μας.
Ἐπί πλέον ὅμως, ἡ Παναγία εἶναι καί ἡ σωτηρία ὁλοκλήρου τῆς κτίσεως, ἡ ὁποία, παρά τίς ὀμορφιές της, εἶναι τελικά ἕνας κόσμος μεταπτωτικός, πού συστενάζει μαζί μας καί μόνο ἐξ αἰτίας μας καί περιμένει τόν ἀνακαινισμό του, ὁπότε τότε καί ἐμεῖς οἱ ἄνθρωποι θά ἀπαλλαχθοῦμε ἀπό τό λεγόμενο ''φυσικό κακό'' καί τούς ποικίλους φυσικούς κινδύνους.
Ἡ Ὑπεραγία Θεοτόκος εἶναι τό μεθόριο μεταξύ τοῦ ἀκτίστου καί ἀπροσίτου Θεοῦ καί ὅλων τῶν κτισμάτων. Εἶναι ἡ μοναδικἠ γέφυρα πού ἑνώνει τόν ἄπειρο καί ἀκατάληπτο Θεό μέ ὅλα τά δημιουργήματα. Ἀρκεῖ νά σκεφθοῦμε ὅτι σύμφωνα μέ τήν προφητική καί ἱστορική κατοχύρωσι, ἀλλά καί μέ τήν διδασκαλία καί ἀνάλυσι τῶν θεοπτῶν ἁγίων Πατέρων τῆς Ἐκκλησίας μας, ἀπό τούς παλαιοτέρους μέχρι καί τούς τελευταίους, εἶναι τό μόνο λογικό δημιούργημα, πού τιμῆς ἕνεκεν καί κατ᾽ ἐξαίρεσιν βέβαια - εἰς τόν Θεό τίποτε δέν ἀδυνατεῖ - ἀπό τώρα εὑρίσκεται, ὄχι ἁπλῶς εἰς τόν Παράδεισο, ἀλλά μέ τελικό ἄφθαρτο ἀναστημένο καί ἀναληφθέν σῶμα, εὑρίσκεται εἰς τήν Βασιλείαν τῶν Οὐρανῶν.
Ἐπί παραδείγματι, ὅλοι ἀνεξαιρέτως οἱ Ἅγιοι καί οἱ σεσωσμένοι δέν εὑρίσκονται ἀπό τώρα εἰς τήν Βασιλεία τῶν Οὐρανῶν, ἀλλά εἰς τόν Παράδεισο, γιά τόν ἁπλούστατο λόγο ὅτι ὀντολογικά, ὑπαρξιακά, ὑπάρχουν μόνον ὡς ψυχές. Δέν ἔχουν πάρει δηλαδή τά τελικά ἄφθαρτα σώματά τους. Ἄλλο θέμα τώρα εἶναι ὅτι, ὅταν θελήση ὁ Θεός, μετασχηματίζονται καί ἐμφανίζονται σέ ἄλλες μορφές, φυσικές καί ὑπερφυσικές, μέ σῶμα κλπ., ὅπως ἄλλωστε τό ἴδιο γίνεται πολλές φορές καί μέ τούς ἁγίους ἀγγέλους, οἱ ὁποῖοι εἶναι ὡς πρός τήν φύσι τους ἀσώματοι καί ἄϋλοι ὡς πρός ἡμᾶς, γιατί στήν οὐσία καί οἱ ἄγγελοι δέν εἶναι ἄϋλοι ὡς πρός τόν Θεό, ὡς πρός τόν Ὁποῖο εἶναι ὑλικώτατοι καί αὐτοί.
Οἱ λοιποί Ἅγιοι ὅμως, ὑπαρξιακά, δέν ἔχουν ἀναστηθῆ ἀκόμη, ἐνῶ ἡ Παναγία κατ᾽ ἐξαίρεσιν ἔχη ὁλοσώμως μεταστῆ - τώρα βέβαια δέν εἶναι τό θέμα αὐτό γιά νά τό κατοχυρώσωμε, ἁπλῶς τό ἀναφέρομε - ἔχει ὁλοσώμως μεταστῆ, πού ἐν προκειμένῳ σημαίνει ὅτι ἔχει ἀναστηθῆ καί ταυτοχρόνως ἀναληφθῆ πρό τῆς Κοινῆς Ἀναστάσεως τῶν νεκρῶν. Μάλιστα δέ, ἡ ἰδική Της ἀνάστασις πρέπει, ἄς μή σᾶς φανῆ ὑπερβολικό, θά τό ἐξηγήσωμε, κάνετε λίγο ὑπομονή, «νά μᾶς χαροποιῆ πιό πολύ κι ἀπ᾽ αὐτήν τήν Ἀνάστασι τοῦ Χριστοῦ». Θά μοῦ πῆτε: ''Πῶς εἶναι αὐτό ποτέ δυνατόν, πάτερ;'' Καί ὅμως ναί, καί θά ἐξηγηθῶμεν, διότι ναί μέν ἀναμφισβήτητα ὁ Χριστός ἀνεστήθη ὅπως λέμε «αὐτεξουσίως», ἐνῶ ἡ Παναγία φυσικά ἀνεστήθη δυνάμει τοῦ Χριστοῦ, ἐννοεῖται. Δυνάμει τῆς Ἁγίας Τριάδος. Ἄλλωστε, πάντα ὑπάρχει κοινή βούλησις καί ἐνέργεια καί θέλησις εἰς τά τρία Πρόσωπα τῆς μίας Θεότητος.
Ἀλλά πρακτικά γιά μᾶς, τελικά σημασία ἔχει ὅτι ἀνεστήθη καί ἦτο ἁπλός ἄνθρωπος, ὄχι δηλαδή θεάνθρωπος. Τό πρόσωπο τῆς Παναγίας ἦτο ἐντελῶς ἀνθρώπινο, ἐνῶ τό πρόσωπο τοῦ Χριστοῦ ἦτο μόνον θεῖο. Ἡ φορεσιά Του ἦτο ἀνθρωπίνη. Ἑπομένως, ἡ ἰδική Της ἀνάστασις, ἄς τό ποῦμε ἔτσι, ἦτο πιό κοντά σέ ἐμᾶς τούς ἀνθρώπους. Ἤ μᾶλλον πιό ὀρθά, ἦτο ἡ πρώτη ἐκπλήρωσις τῆς ὑποσχέσεως τοῦ Θεανθρώπου Χριστοῦ. Ἦτο ἡ ''προκαταβολή'', ἡ ''ἐγγύησις'' γιά τήν Κοινή Ἀνάστασι τῶν νεκρῶν, ἄρα καί γιά τήν ἰδική μας προσωπική τελική ἀνάστασι. 
Αἰτία τῆς ἀσυλλήπτου δόξης τῆς Ὑπεραγίας Θεοτόκου ἦτο ἡ τελεία καθαρότης Της, ἐνῶ, ἀντίστροφα, ἀποτέλεσμα τῆς ἐνθέου δόξης Της εἶναι ἡ ὑψίστη μοναδική Της παρρησία. Γι᾽ αὐτό καί κατ᾽ ἐξαίρεσιν λέμε «Ὑπεραγία Θεοτόκε, σῶσον ἡμᾶς» καί ὄχι ἁπλᾶ «πρέσβευε ὑπέρ ἡμῶν».
Ἡ προσωπική ἀναμαρτησία τῆς Ὑπεραγίας Θεοτόκου εἶναι ἀσύλληπτη ἀκόμη καί γι᾽ αὐτόν τοῦτον τόν ἀγγελικό κόσμο. Πόσο μᾶλλον ἀπο τήν ἰδική μας ἀνθρωπίνη ἁμαρτωλή διάνοια.
Παρά ταῦτα, μποροῦμε κάπως νά φαντασθοῦμε, ὄχι βέβαια τήν καθαρότητά Της, ἀλλά τίς συνέπειες ἔστω αὐτοῦ τοῦ ἀνερμηνεύτου πνευματικοῦ Της μοναδικοῦ πλούτου. Ποιές εἶναι αὐτές, μέ δύο λόγια; Ὁ,τιδήποτε ἀκάθαρτο καί νά Τῆς προσεφέρετο, τῆς Ὑπεραγίας Θεοτόκου, ἀπό τό περιβάλλον κλπ., τό ἐπέστρεφε αὐτομάτως σέ μηδέν χρόνο κεκαθαρμένο, ὄμορφο, πανάγιο, εὐλογημένο, χωρίς ἐννοεῖται ἡ ἰδία νά ἔχη ὑποστῆ τήν παραμικρή προσωπική πνευματική ἀλλοίωσι. Συνέβαινε δηλαδή ἕνας αὐτόματος ἐνυπόστατος τέλειος πνευματικός καθαρισμός-μετεκεντρισμός. Καί μάλιστα, τολμοῦμε νά ποῦμε, ὅτι ὅσο πιό βρώμικο τυχόν ἦτο τό ἐξωτερικό περιβαλλοντολογικό ἐρέθισμα, τόσο πιό χαριτωμένο καί ἅγιο τό ἰδικό Της πνευματικό μπόλιασμα.
Ἡ παρρησία Της καί ἡ φροντίδα Της, ἐκτός ἀπό τό σημερινό θαῦμα, φαίνεται ποικιλόμορφα ἀτελείωτες φορές στήν ἐκκλησιαστική ἱστορία.
Γιά παράδειγμα, ἄκουσε τήν γλυκειά, μοναδική, ἀσυνήθιστη καί ὡραία φωνή Της, χωρίς νά τήν ἰδῆ τότε, ὁ ἅγιος Σιλουανός ὁ Ἀθωνίτης - ἐκοιμήθη τό 1938 -, ὅταν γιά κάποιο διάστημα ὡς νεαρός, ὀνόματι τότε Συμεών, ἔκανε ἀπρόσεκτη πνευματική ζωή, καί τοῦ εἶπε ἡ Παναγία: «Δέν μοῦ ἀρέσει νά βλέπω τά ἔργα σου». Λέξεις πού ἔπαιξαν καθοριστικώτατο ρόλο εἰς τήν μετέπειτα λαμπρή πνευματική προσωπική του πορεία καί συνέχεια τῆς ζωῆς του. Μάλιστα, μετά ἀπό τρεῖς ἑβδομάδες ἔντονης καί εἰλικρινοῦς προσευχητικῆς προσπαθείας του, ἕνα βράδυ, καθώς προσευχόταν ὡς δόκιμος μοναχός μπροστά στήν εἰκόνα τῆς Θεοτόκου, ἐνῶ ἠγωνίζετο λέγοντας τήν εὐχή τοῦ Ἰησοῦ, τό «Κύριε Ἰησοῦ Χριστέ ἐλέησόν με», ἡ προσευχή τοῦ Ἰησοῦ ἄρχισε πλέον νά ἐνεργῆ στήν πνευματική του καρδία, στό κέντρο τῆς ψυχῆς του, στό πιό καθαρό μέρος τῆς ψυχῆς του, νύχτα-μέρα, ἀβίαστα, χωρίς πλέον καμμία προσπάθεια. Ἀπέκτησε δηλαδή τήν νοερά προσευχή ὡς θεομητορικό δῶρο, τό ὁποῖο βέβαια συντήρησε διά βίου. Καί μέ τό ''συντήρησε'' καταλαβαίνετε τί ἐννοοῦμε. Μέ τόν ἀγῶνα του δηλαδή.
Ἐπίσης, μία ἄλλη ἐπέμβασις τῆς Θεοτόκου, πού ὁμοιάζει μέ ἐκείνην τῆς Παναγίας Παραμυθίας, συνέβη διά μέσου τῆς Παναγίας τοῦ Χέροβο, πού φυλάσσεται εἰς τήν Ἱερά Μονή Ζωγράφου τοῦ Ἁγίου Ὄρους. Τότε, ἕνας καθαρός καί σέ ὑψηλά μέτρα ἀσκητής ἄκουσε ἀκριβῶς τήν φωνή τῆς Θεοτόκου νά τοῦ λέγη: «Ἔρχονται οἱ ἐχθροί τοῦ Υἱοῦ μου». Φοβερός λόγος, θεομητορικός λόγος, ἄρα μποροῦμε νά ποῦμε ''τριαδολογικός'' λόγος, λόγος δηλαδή τοῦ Θεοῦ. «Ἔρχονται οἱ ἐχθροί τοῦ Υἱοῦ μου». Καί ἔδωσε ὁδηγίες, ἡ ἴδια ἡ Παναγία παρακαλῶ, ὅσοι μοναχοί ἀντέχουν τό μαρτύριο νά κλεισθοῦν στόν πύργο τῆς Μονῆς Ζωγράφου καί νά ὁμολογήσουν Ὀρθοδοξία. Ὅσοι δέν ἀντέχουν, ἡ ἴδια ἡ Παναγία - καί ὅταν ἐπεμβαίνη ἡ Παναγία οἱ πάντες σιωποῦν -, ἡ ἴδια ἡ Παναγία τούς οἰκονόμησε καί τούς προέτρεψε, διά μέσου αὐτοῦ τοῦ ἀσκητοῦ, ὡς ἀγγελιοφόρου, νά κρυφθοῦν στό δάσος καί νά γλυτώσουν ἕως ὅτου περάση ὁ κίνδυνος.
Ποιός φαντάζεσθε ὅτι ἦταν ὁ κίνδυνος; Ἡ παπική λαίλαπα! Ποιοί ἦσαν οἱ ἐχθροί τοῦ Υἱοῦ Της καί Θεοῦ μας; Οἱ λατινόφρονες. Τό 1274 στήν Σύνοδο τῆς Λυών, πού ἐπιτραπήτω νά τήν ὀνομάσωμε ''Ληστρική Σύνοδο τῆς Λυών'', ὅπου προήδρευε ὁ αἱρετικός, μετά τό Σχίσμα δηλαδή, πάπας Γρηγόριος ὁ Ι´, ἀπεφασίσθη ἡ ἕνωσις-ὑποταγή τῆς Ὀρθοδοξίας εἰς τόν Παπισμό.
Τότε, ὁ Πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως Ἰωάννης Βέκκος (1275-1282), μαζί μέ τόν αὐτοκράτορα Μιχαήλ τόν Η´ τόν Παλαιολόγο, προσπαθῶντας, ματαίως βέβαια,  νά ἐπιβάλλουν διά τῆς βίας τίς σατανικές ἀποφάσεις, ἦλθαν καί στό Ἅγιον Ὄρος, εἰς τήν Ἱερά Μονή Ζωγράφου, ἐννοεῖται μέ ἄγριες καί ἀπάνθρωπες διαθέσεις. Καί ὅμως, ὅπως ἤδη ἐπιγραμματικά ἀνεφέραμε εἰς τήν ἀγάπη σας, ἀγαπητοί μου ἀδελφοί, ἡ ἴδια ἡ Παναγία ἔδωσε, διά μέσου τῆς εἰκόνας Της, δύο εἰδῶν ὁδηγίες, τίς κατ᾽ ἀκρίβειαν καί τίς κατ᾽ οἰκονομίαν. Ὧδε ἡ θεομητορική διάκρισις! Εἴκοσι ἕξ πατέρες πού ἠκολούθησαν τήν ἀκρίβεια, εἶχε ὡς ἀποτέλεσμα νά καοῦν μέσα εἰς τόν πύργο τῆς Μονῆς. Ἔτσι, ἐκτός τοῦ ὅτι ἁγίασαν οἱ ἴδιοι, ἔγιναν ἀπόρθητο πνευματικό ἀνάχωμα στήν πλήμμυρα τῆς κακοδοξίας τοῦ Παπισμοῦ, ἀλλά καί στόν χωρίς ὑπερβολή γενιτσαρισμό τῶν ἰδικῶν μας λατινοφρόνων προδοτῶν τῆς Ὀρθοδοξίας. Οἱ ὑπόλοιποι μοναχοί, ἐννοεῖται, συνέχισαν τήν μοναχική ζωή τῆς μετανοίας μετά τό πέρας τοῦ κινδύνου.
Σεβαστή Γερόντισσα, διαφυλάσσεται εἰς τήν Μονή σας τό πνευματικό ἀλεξικέραυνο πού λέγεται Παναγία Παραμυθία. Ἤδη, τό ἀξιοποιεῖτε ἀναμφισβήτητα πρός δόξαν Θεοῦ καί ὠφέλεια ψυχῶν.
Μπροστά λοιπόν σέ αὐτήν τήν πραγματικότητα, ἀλληλοπλέκονται καί ἀλληλοπεριχωροῦνται ἡ θεομητορική εὐλογία καί ἡ ἀνθρωπίνη προσπάθεια γιά τήν κατάκτησι τοῦ ὄντως ἐφετοῦ. Ἐμεῖς οἱ χοϊκοί, τί εἴπωμεν καί τί λαλήσωμεν; Μᾶλλον ἁρμόζει ἡ εὔλαλος σιωπή. Ναί, σιωποῦμε ἐμεῖς οἱ ἀδύναμοι ἄνθρωποι, διότι ἰλιγγιοῦμε μπροστά εἰς τό μέγεθος τῶν βασιλικῶν Της δωρεῶν.
Ὅμως, ἐάν ἐμεῖς σιωπήσωμε, οἱ λίθοι κεκράξονται. Καί ἐν προκειμένῳ, τόν «λόγον» λαμβάνουν, ὄχι μόνον οἱ πέτρες, πού ἐλαξεύθησαν καί ᾠκοδομήθησαν ἐν προσευχῇ. Οἱ λίθοι οἱ ὁποῖοι ἐκ τοῦ ἀρχικοῦ αὐτοῦ θεμελίου κραυγάζουν στεντορείᾳ τῇ φωνῇ ὅτι ἐφεξῆς εἰς τόν τόπον αὐτόν θά τρυγῆται τό γλυκύτατον μέλι τῆς ἡσυχίας, μά καί θά διασφαλίζεται ἀκεραίως τό  ἄδολον γάλα τῆς ὁμολογίας. Τόν λόγον λοιπόν τώρα λαμβάνουν - ὦ θαῦμα παράδοξον καί πρωτοφανές! -, καί μάλιστα ὄχι τῷ καιρῷ ἐκείνῳ, ἀλλά ἐν τῷ παρελθόντι ἔτει 2013, πέρυσι δηλαδή, τά πετεινά τοῦ οὐρανοῦ!
Ἔφθασε λοιπόν ἐδῶ, πρός εὐλογίαν καί διά ὀλιγοήμερον παραμονήν, ἡ ἱερά εἰκών τῆς Μητέρας μας ἐκ τῶν Ἁγίων Τόπων. Ὅμως, τόσον ἀνεπαύθη ἡ πανάχραντος παρουσία Της, εἰς τήν βίγλα αὐτή τοῦ οὐρανοῦ, ὥστε δέν ἠθέλησε πλέον νά ἐπανακάμψη. Καί γιά νά μή φανῆ εἰς τούς θνητούς ὅτι ὑποκρύπτεται ἀνθρωπίνη τις ἐνέργεια, ὅτι δηλαδή αἷμα καί σάρξ ἐμποδίζει τήν ἐπιστροφή τοῦ πρωτοτύπου, ἡ παραμυθητική Της θέλησι ηὐδόκησεν ὥστε αὐτή αὕτη ἡ ἄλογος φύσις τῶν πτηνῶν νά σχηματίση οὐρανία καί ἀναρίθμητη ἐπιδημία. Ἠθέλησε νά μελωδήσουν ἰσάγγελον μελωδίαν ψάλλουσαν τό πρῶτον, γιά πρώτη φορά, μέσα ἀπό τά εὔλαλα τιτιβίσματα τήν ἱεράν ἀκολουθίαν. Ποίαν ἱεράν ἀκολουθίαν; Τήν ἀκολουθίαν τῆς ἐνθρονίσεώς Της. Ναί, χωρίς ὑπερβολή, τῆς ἐνθρονίσεώς Της εἰς τόν μαρμαρυγῆ θρόνον τοῦ Καθολικοῦ τοῦ ἱεροῦ Της Ναοῦ.
Τῷ ὄντι θέαμα ξενοπρεπές καί ἄκουσμα μεθόριον φερόμενον ἀντιφωνικῶς καί ἀσιγήτως μεταξύ οὐρανοῦ καί γῆς! Θά ἠμποροῦσε προφανῶς κανείς, ἐάν ἦτο γνώστης τῆς ἑλληνικῆς ὀρνιθοπανίδος, γνώστης τῶν πτηνῶν τῆς Ἑλλάδος δηλαδή, νά γνωρίση πλεῖστα ὅσα, ἐκ ''τῶν ὧν οὔκ ἔστιν ὄντως ἀριθμός'', εὔλαλα πετούμενα καί εἰς τίς αὐλές τούτου τοῦ Ἡσυχαστηρίου ἐπαναπαυόμενα.
Καί ἐν παρενθέσει, ἄς ἀναρωτηθῶμεν: Πόσον ἄραγε θά ἐζημιώθησαν καί κατόπιν ἴσως μέ κρωγμούς θά ἐθρήνησαν τήν ἀπουσία τους ὅσα εὐλογημένα ἐκ τῶν 436 εἰδῶν πτηνῶν, πού ὑπάρχουν εἰς τήν πατρίδα μας κατά τούς εἰδικούς, ἀπουσίαζαν κατά τίς ὑπερκόσμιες ἐκεῖνες στιγμές ἀπό τήν πρωτόγνωρη σύναξί τους; Ὄντως θέαμα ἔκπαγλον (πολύ ὄμορφον) καί ἀποκαλυπτικόν! Ἀπό τήν μία, ἄνθρωποι συνόμιλοι τῶν ἀσωμάτων ταγμάτων (οἱ μοναχές) καί ἅγιοι ἄγγελοι, ἀοράτως παρόντες, ἀναμέλπουν δοξολογίαν πρός τήν τιμιωτέραν τῶν Χερουβείμ, ὥστε νά ἀποδώσουν, ὅσον τό δυνατόν τά εὐχαριστήρια γιά τήν παρ᾽ ἐλπίδα ἐπίσκεψι. Καί, ἀπό τήν ἄλλη πλευρά, τά σμήνη τῶν πτερωτῶν ἀγγελιοφόρων μεταφέρουν ἐπί πτερύγων ἀνέμων τό παρθενικό μήνυμα τῆς πανυπερευλογημένης παρουσίας Της. «Αὕτη ἡ κατάπαυσίς μου εἰς αἰῶνα αἰῶνος...!» «Ὧδε κατοικήσω ὅτι ᾑρετισάμην αὐτήν ταύτην τήν ἱεράν μου Μονήν». Γεγονότα δηλαδή πού ἀναμφισβήτητα συγκλονίζουν τήν ψυχή καί ἀντικειμενικῶς καταγράφουν τήν ἱστορία.
Ἀλλ᾽ ὑφίσταται τρανώτερον θαῦμα, μά καί ἐκτυπώτερον σημεῖον ἀπό τό ὅτι ἐξελέξατο ἡ ἰδία ἡ Παραμυθία τό ἱερόν τοῦτο Ἡσυχαστήριον; Ὅτι ᾑρετίσατο αὐτό, ἐπροτίμησε δηλαδή αὐτό, εἰς κατοικίαν τοῦ ἐκτυπώματος Ἑαυτῆς, τῆς ἱερᾶς Της δηλαδή εἰκόνος; Ὑπάρχει ψυχή λογική πού θά ἀρνηθῆ ποτέ, ὅτι εἰς τήν τορνευθεῖσαν διά Πνεύματος κυψέλην αὐτήν τῆς Χάριτος «πᾶν γόνυ κάμψει καί πᾶσα γλῶσσα ὁμολογήσει» ὅτι ἡ κυρία Θεοτόκος, ἡ ἐπονομαζομένη Παραμυθία, θέλει προστατεύει ἀκαταπαύστως καί διηνεκῶς ταύτην τήν ἐν Χριστῷ ἀδελφότητα, ἀλλά καί κάθε εὐλαβῆ προσκυνητή, ὁ ὁποῖος υἱκῶς θά προστρέχη εἰς τήν Χάριν τῶν δύο πλέον αὐτῶν εἰκόνων πού εὑρίσκονται ἐδῶ;
Ἐν κατακλεῖδι δέ, ἄς θέσωμε ἁπλῶς τό ἐρώτημα: Μήπως ὁ τρόπος τῆς ἀφίξεως καί κυρίως τῆς παραμονῆς τῆς Παναγίας μᾶς ἀνάγη ἄραγε εἰς τό θαυμάσιο καί ὑπερφυές ἱστορικό τῆς θαυματουργοῦ εἰκόνος τῆς Παναγίας τῆς Ὁδηγητρίας (τῆς Ἱερᾶς Μονῆς Ξενοφῶντος); Δέν θά τό ἀναλύσωμε. Ἄς ἀναρωτηθῶμεν. Ἀλλά, τί ἔτι λαλήσωμεν ἐνώπιον τοῦ θάμβους τῆς θεομητορικῆς Της μορφῆς; Τοῦτο μόνον ἐν κατακλεῖδι υἱκῶς ἄς ψελλίσωμε, ὄντες βέβαιοι ὅτι ἡ Παναγία Παραμυθία, ἡ πολυφθόγγως εὐλαλοενθρονισθεῖσα, δέν προσμετρᾶ τό ἀποτέλεσμα, ἀλλά μητρικῶς ἀποδέχεται τήν καρδιακή τῶν τέκνων Της διάθεσι.

Χαῖρε Παραμυθία, ἡ πολυγλώττως ἐνθρονισθεῖσα,
Χαῖρε ὑπερκοσμίως ἡ δεχθεῖσα ὑπολαΐδαν
Χαῖρε βιοτῆς ἀργαλέου ἀνάψυξις,
Χαῖρε ἱερῶς τρανωθεῖσα τοῖς πέρασι,
Χαῖρε ἡδυμόλπων πτερωτῶν ἡ προσέλκυσις
Χαῖρε τοῦ νοός γλυκασμός καί μετάβασις,
Χαῖρε Σόν ἐκτύπωμα κατηρτίσθη ἐν Σιών,
Χαῖρε νῦν τό ἔθνος ἐπευλογοῦσα τῶν Ρωμηῶν,
Χαῖρε Θεοτόκε Παραμυθία.

Ἀμήν.

Ἀρχιμανδρίτης Ἀρσένιος Κατερέλος, Ἡγούμενος Ἱ. Μονῆς Ἁγίου Νικολάου Δίβρης Φθιώτιδος
Ἑσπερινή ὁμιλία εἰς τό Ἱερόν Ἡσυχαστήριον Μοναζουσῶν Ἁγ. Γεωργίου & Παναγίας Παραμυθίας Ἀνύδρου Γιαννιτσῶν - 20/1/2014

Πέμπτη, 24 Απριλίου 2014

ΠΑΝΑΓΙΑ ΤΩΝ ΒΛΑΧΕΡΝΩΝ

O Nαός της Παναγίας των Βλαχερνών της Πόλης και οι Βλαχέρνες της Ελλάδος.

01 Ιουλ
Ο Ναός της Παναγίας των Βλαχερνών στην Πόλη.
Ο Ιερός Ναός της Παναγίας των Βλαχερνών ή Βλαχερνίτισσας είναι από τα γνωστότερα ιερά της Παναγίας και ένα από τα σημαντικότερα Ορθόδοξα προσκυνήματα της Πόλης. Βρίσκεται στις Βλαχέρνες, στην περίφημη αυτή συνοικία της Κωνσταντινούπολης, όπου εκτός του ναού υπήρχε και βασιλικό παλάτι.
Ο Ναός έγινε γνωστός από την παλαιότατη και θαυματουργή εικόνα της Παναγίας των Βλαχερνών που παριστάνει την Θεοτόκο όρθια δεομένη με τα χέρια υψωμένα στον ουρανό, έχοντας στο στήθος της εγκόλπιο με τον Ιησού. Είναι η υπέρμαχος Στρατηγός, που σε ανάμνηση της βοηθείας της Θεοτόκου προς τους υπερασπιστές του Βυζαντίου εναντίον των Περσών και Ρώσων, γράφηκε ο γνωστός σε όλους Ακάθιστος Ύμνος. Από Βυζαντινούς συγγραφείς μαθαίνουμε για το απαράμιλλο κάλλος του Ναού, καθώς και τα άπειρα θαύματα της Παναγίας.

Το ιερό των Βλαχερνών το αποτελούσαν τρία κτίρια: Η κεντρική εκκλησία, το παρεκκλήσιο των λειψάνων και το «λοῦσμα». Η εκκλησία είχε το σχήμα της ξυλόστεγης τρίκλιτης βασιλικής.
Το παρεκκλήσιο των λειψάνων ή παρεκκλήσιο της Αγίας σορού ήταν κυκλικό κτίσμα με νάρθηκα, που βρισκόταν στα νότια του ιερού του ναού. Φιλοξενούσε, εκτός από τα λείψανα, το ωμοφόριο της Θεοτόκου, το πέπλο της και την Τιμία Ζώνη.

Τὸ «λοῦσμα» επικοινωνούσε με το παρεκκλήσιο. Τὸ λοῦσμα στεγαζόταν με θόλο και οι τοίχοι ήταν διακοσμημένοι με εικόνες. Σε ειδική κόγχη βρισκόταν η εικόνα της Παναγίας. Στη δεξαμενή κατέβαινε κάθε Παρασκευή ο αυτοκράτωρ και λουζόταν.

Ιστορία της Εκκλησίας
Ο Ναός της Παναγίας των Βλαχερνών ιδρύθηκε από την αυτοκράτειρα Πουλχερία και το σύζυγό της Μαρκιανό μεταξύ 450-453. Επί Λέοντος Α’ του Θρακός (457-474) ο ναός ολοκληρώθηκε και απέκτησε λάμψηιδιαίτερα με τη δημιουργία του «αγίου λούσματος» και του αγιάσματος. Τότε χτίστηκε κα το παρεκκλήσιο της Αγίας σορού για να δεχτεί το ωμοφόριο και την Τίμια Ζώνη της Θεοτόκου, που μεταφέρθηκαν από την Παλαιστίνη το 473,  με αποτέλεσμα ο ναός να γίνει το κυριότερο προσκυνηματικό κέντρο της Θεοτόκου στην Πόλη. Το ίδιο συνέβη και με την Αχειροποίητο εικόνα του Σωτήρος (το γνωστό Άγιο Μανδήλιο), το οποίο μετεφέρθη στην Κωνσταντινούπολη από τον Ρωμανό τον Πρεσβύτερο από την Έδεσσα της Συρίας. Την ίδια περίοδο αφιερώθηκαν στο ναό σημαντικά περιουσιακά στοιχεία, κυρίως κτήματα.
Ο Ιουστινιανός επί της βασιλείας του θείου του Ιουστίνου Α’ (518-527) τροποποίησε και τελειοποίησε το αρχικό οικοδόμημα. Στον τύπο της βασιλικής υψώθηκε τρούλος, στηριγμένος σε ημικύκλιο που σχημάτιζαν οι κίονες. Στα υπόγεια του Ναού υπήρχε το Άγιο Λούμα, σημερινό Αγίασμα. Κατά μία παλιά συνήθεια πήγαιναν οι Αυτοκράτορες την Παρασκευή της Γ’ των Νηστειών και λούζονταν στο Άγιο Λούμα. Ο Ιουστίνος ο Β’ (565-578) είχε προσθέσει δύο αψίδας, ενισχύοντας το σχήμα του σταυρού.
Πολλοί αυτοκράτορες, κατά καιρούς, από προσωπικό ενδιαφέρον βοήθησαν στην αναδιοργάνωση των Βλαχερνών με διάφορες δωρεές. Το μέγεθος των λειτουργικών αναγκών του ναού αποκαλύπτεται από Νεαρά του Ηρακλείου, η οποία ορίζει το ιερατείο και το προσωπικό το οποίο ανερχόταν 
συνολικά σε 74 άτομα, 12 πρεσβύτεροι, 18 διάκονοι, 6 διακόνισσες, 8 υποδιάκονοι, 20 αναγνώστες, 4 ψάλτες και 6 θυρωροί.
Το γνωστότερο και σπουδαιότερο γεγονός είναι η σωτηρία της Πόλης κατά το 626 όταν πολιορκήθηκε από τα στρατεύματα των Αβάρων. Η εικόνα της Βλαχερνίτισσας λιτανεύτηκε στις επάλξεις από το γιο του απουσιάζοντος Ηρακλείου, τον πατριάρχη Σέργιο (610-638) και το λαό. Η πολιορκία λύθηκε, η Πόλη σώθηκε και η σωτηρία αποδόθηκε στην Παναγία. Σύσσωμος ο λαός οδηγήθηκε με την εικόνα στον ιστορικό ναό όπου αγρύπνησε ψάλλοντας τον Ακάθιστο Ύμνο.
Στη διάρκεια της Εικονομαχίας επί Κωνσταντίνου Ε’ επειδή ήταν το λατρευτικό κέντρο των Ορθοδόξων, παράλληλο με την Αγία Σοφία (π.χ. κάθε Παρασκευή γινόταν ολονύχτιες αγρυπνίες των πιστών αφιερωμένες στη θαυματουργή εικόνα της Παναγίας) το εικονογραφικό πρόγραμμα καταστράφηκε. Όπως μας πληροφορεί «ο Βίος του Αγίου Στεφάνου του Νέου», που γράφτηκε το 808, οι εικονομάχοι αντικατέστησαν τις εικόνες του Χριστού, της Παναγίας και των αγίων με παραστάσεις δέντρων, πτηνών και θηρίων. Τότε εξαφανίστηκε και η ξύλινη, αργυρόχρυση και ιστορική εικόνα της Παναγίας, η οποία ξαναβρέθηκε, σύμφωνα με την παράδοση, το 1030 κρυμμένη στον τοίχο κατά τις εργασίες ανακαίνισης που έγιναν επί Ρωμανού Γ’ Αργυρού.
Το 843, με τη λήξη της Εικονομαχίας, από το ναό των Βλαχερνών ξεκίνησε η γιορτή της Ορθοδοξίας, που καθιερώθηκε για το θρίαμβο των εικόνων. Κατά την παράδοση εξάλλου το 944 τοποθετήθηκαν στο παρεκκλήσιο του ναού η εικόνα του Χριστού και η επιστολή του βασιλέα Αβγάρου, που έφεραν από την Έδεσσα.

Σε κάποια νεώτερη φάση ο Ρωμανός Γ’ Αργυρός (1028-1034) διακόσμησε με χρυσό και ασήμι τα εσωράχια των τοξοστοιχιών. Το 1070 η εκκλησία καταστράφηκε από πυρκαγιά και ανακαινίστηκε από τους αυτοκράτορες Ρωμανό Δ’Διογένη (1067-1071) και Μιχαήλ Ζ’ Δούκα (1071-1078). Ξανακαταστάφηκε και ανοικοδομήθηκε από τον Ανδρόνικο Κομνηνό το 1184. Μετά το 1204 καταλαμβάνουν το ναό των Βλαχερνών οι Λατίνοι μέχρις ότου ο Ιωάννης Γ’ Δούκας Βατάτζης (1222-1254) τον εξαγόρασε από τους Καθολικούς, όπως και πολλά μοναστήρια της Πόλης. Το 1348 Γενουάτες πειρατές με τις πολιορκητικές τους μηχανές προκάλεσαν ζημιές στο ιερό.
Από τις μαρτυρίες που σώθηκαν ο ναός των Βλαχερνών ήταν δίπλα στον Κεράτιο, έξω από τα τείχη. Για να προστατευτεί ο Ηράκλειος περιτείχισε το χώρο. Όταν αργότερα ιδρύθηκε το Παλάτι των Βλαχερνών, πιο πάνω από το ναό στη πλαγιά του λόφου, Παλάτι και ναός επικοινωνούσαν με σκάλα και εδική θύρα. Οι αυτοκράτορες συχνά παρακολουθούσαν τις λειτουργίες και ανάλογο ήταν και το ενδιαφέρον τους για το ναό της Παναγίας για τον οποίο εξεδήλωναν με κάθε τρόπο το σεβασμό και την πίστη τους. Είναι γνωστό πως στις εκστρατείες έφεραν μαζί τους μία εικόνα της Βλαχερνίτισσας.

Κατά τον Φραντζή ο Ιερός Ναός κάηκε από κάποια αρχοντόπουλα που προσπαθούσαν να πιάσουν περιστέρια το 1434, λίγο πριν την άλωση, ενώ σώθηκε μόνο ο χώρος του αγιάσματος.
Ύστερα από την πυρκαγιά του 1434 και την Άλωση, τα πάντα ερειπώθηκαν και ερημώθηκαν. Η φήμη και ο πλούτος του ιερού εξαφανίστηκαν. Η περιοχή περιήλθε με την Άλωση στους Οθωμανούς μέχρι το 1858. Τη χρονιά αυτή η περιοχή του αγιάσματος αγοράστηκε από την Ορθόδοξη συντεχνία των γουναράδων. Ακόμη η συντεχνία αγόρασε διάφορα οικόπεδα γύρω από το αγίασμα, προκειμένου να είναι εύκολη η επέκταση του ναϊδρίου που υπήρχε πάνω από το αγίασμα. Παράλληλα από το 1856 μέχρι το 1866 το ναΐδριο σταδιακά επεκτάθηκε, με ευθύνη της συντεχνίας. Το έτος αυτό (1866) ο Πατριάρχης Σωφρόνιος αποφάσισε να κατασχέσει το αγίασμα με το ναό και να τα θέσει υπό την ευθύνη του Πατριαρχείου.
Κατά τη διάρκεια των Σεπτεμβριανών ο τουρκικός όχλος κατέστρεψε το νάρθηκα και όλα τα ξύλινα μέρη του ναού. Υπό την ευθύνη του τότε πατριάρχη Αθηναγόρα ο ναός ανοικοδομήθηκε στη σημερινή του μορφή και εγκαινιάστηκε στις 26 Ιουνίου 1960. Η εκκλησία αγιογραφήθηκε το 1964, με θέματα από την ιστορία του ναού. Μελλοντικές ανασκαφές στον ευρύτερο χώρο της Παναγίας των Βλαχερνών πιθανόν να αποκαλύψουν τα ερείπια του μεγάλου βυζαντινού ναού.

Η εικόνα
Παναγία η Βλαχερνίτισσα είναι ο χαρακτηρισμός της παλαιοτάτης και θαυματουργής εικόνας της Θεοτόκου στον ναό της Παναγίας των Βλαχερνών στην Κωνσταντινούπολη. Η εικόνα παριστάνει την Θεοτόκο όρθια, μετωπική, σε στάση δεομένης, με τα χέρια υψωμένα στον ουρανό, φέροντας στο στήθος της εγκόλπιο με τον Ιησού. Είναι η υπέρμαχος Στρατηγός, που κατά την πολιορκία της Κωνσταντινουπόλεως από τους Αβάρους το 626 η εικόνα της Θεοτόκου της Βλαχερνίτισσας, έσωσε την πόλη από τον κίνδυνο και κατόπιν εψάλη στο ναό ο Ακάθιστος Ύμνος.
Σύμφωνα με την παράδοση, κατά την περίοδο της Εικονομαχίας καλύφτηκε η εικόνα μέσα στον νότιο τοίχο του ναού της Παναγίας των Βλαχερνών από τον αυτοκράτορα Κωνσταντίνο Ε’ (741-775) για να εξουδετερωθεί η προς εκείνη αποδιδόμενη τιμή από τους Βυζαντινούς, όμως αποκαλύφθηκε με θαυμαστό τρόπο κατά την περίοδο της βασιλείας του Ρωμανού Γ’ Αργυρού (11ος αιώνας).
Με την εικόνα της Βλαχερνίτισσας συνδέεται και το θαύμα του πέπλου που ανασηκωνόταν από το πρόσωπο της Θεοτόκου ανάλογα με την περίπτωση, όπως μαρτυρεί η Άννα η Κομνηνή.

Α.Παναγία η Βλαχέρνα της Αρτας

Ιδρύθηκε στο τέλος του 11ου αιώνα ως τρίκλιτη θολωτή βασιλική και μετασκευάστηκε σε τρουλλαίο στα μέσα του 13ου αιώνα από τον Μιχαήλ Β΄ Δούκα Κομνηνό. Πήρε το όνομά της από την Παναγία των Βλαχερνών στην Κωνσταντινούπολη .
Βορειοανατολικά της Άρτας στην απέναντι όχθη του Αράχθου ποταμού και σε μικρή απόσταση από αυτή, βρίσκεται το μικρό γραφικό χωριό Βλαχέρνα, χτισμένο στους πρόποδες της λοφοσειράς της Κουκουναριάς και οφείλει την ονομασία του στον περίφημο βυζαντινό ναό της Παναγίας των Βλαχερνών στην Κωνσταντινούπολη.
Το ναό της Παναγίας των Βλαχερνών ιδρύθηκε στο τέλος του 11ου αιώνα ως τρίκλιτη θολωτή βασιλική και μετασκευάστηκε σε τρουλλαίο στα μέσα του 13ου αιώνα από τον Μιχαήλ Β΄ Δούκα Κομνηνό. Συμερα παρά τις φθορές και τις αλλοιώσεις που του έχει προκαλέσει ο χρόνος ασκεί μια ξεχωριστή γοητεία, όχι τόσο για την πρωτότυπη αρχιτεκτονική του, όσο για το μεγάλο όνομα και την ιστορία που κουβαλάει
Ο χρόνος μα και οι ατυχείς επεμβάσεις των ανθρώπων άφησαν παντού τα σημάδια τους, με αποτέλεσμα να έχει χάσει ο ναός σημαντικό μέρος απ’ την παλιά εσωτερική του λαμπρότητα..Το τέμπλο του ναού είναι ξύλινο και αντικατέστησε το μαρμάρινο, που καταστράφηκε επί Τουρκοκρατίας., αποτελείται από πολλά κομμάτια διαφορετικά μεταξύ τους και χωρίς συνοχή, το μεγάλο ύψος του εμποδίζει τη θέα της Πλατυτέρας και των άλλων τοιχογραφιών στην κόγχη του Ιερού.

Ο φωτισμός του ναού γίνεται κυρίως από τα παράθυρα του τρούλλου στο μεσαίο κλίτος και από αυτά των περιμετρικών πλευρών. Έτσι δημιουργείται ένας ήπιος φωτισμός, όπως αρμόζει σε καθολικό μονής.
Ο Κεντρικός Τρούλλος του ναού

Ο Σταυρός πάνω από την Ωραία Πύλη
Απ’ το παλιό μαρμάρινο δάπεδο σώθηκαν ακέραια μερικά ορθογώνια ή τετράγωνα πλαίσια γεμισμένα με μικρά ποικιλόχρωμα φυτευτά μάρμαρα. Το εντυπωσιακότερο απ’ αυτά είναι το ψηφιδωτό ομφάλιο στο μεσαίο κλίτος: Είναι στολισμένο με πέντε συμπλεκόμενους κύκλους (συμβολική απεικόνιση των πέντε άρτων) απ’ τους οποίους οι τέσσερις ακραίοι περιέχουν ψηφιδωτή διακόσμηση με διάφορα θέματα (φυτικά, γεωμετρικά) ο δε κεντρικός περιέχει δικέφαλο αετό, του οποίου μόνο τα πόδια και η ουρά είναι απ’ την αρχική σύνθεση, ενώ τα υπόλοιπα μέρη συμπληρώθηκαν αργότερα και μάλιστα κακότεχνα.
Στη δυτική πλευρά του κυρίως ναού στο βόρειο και νότιο τοίχο υπάρχουν δύο ορθογώνιοι τάφοι, οι οποίοι ανήκουν σε μέλη της οικογένειας των Κομνηνοδουκάδων. Δυστυχώς οι τυμβωρύχοι κατέστρεψαν την αρχική γλυπτική διακόσμηση των τάφων. Διασώθηκε μόνο η οριζόντια ενεπίγραφη μαρμάρινη πλάκα του βορείου τάφου και σκόρπια κομμάτια που φυλάσσονται στο μουσείο. Ο νότιος τάφος, που είναι περισσότερο ογκώδης, διατηρούσε ανάγλυφη διακόσμηση σ’ όλες τις πλευρές του. Δυστυχώς έχουν αποκολληθεί οι μαρμάρινες αυτές γλυπτές παραστάσεις και έχουν αντικατασταθεί με τσιμεντένια επένδυση.
Ο Τάφος του Μιχαήλ Άγγελου Δούκα Κομνηνού
Απ’ το παλιό μοναστήρι μόνο ο ναός σώζεται ακέραιος, ενώ τα γύρω εγκαταλειμμένα κελλιά, ο περιβολότοιχος και ο πυλώνας είναι κτίσματα του περασμένου αιώνα (συγκεκριμένα ο ωραίος τοξωτός πυλώνας κτίστηκε το 1833). Μέχρι το 1814 ο ναός τιμόνταν στη μνήμη της Κοίμησης της Θεοτόκου, από τότε όμως τιμάται στη μνήμη της κατάθεσης της Τίμιας Εσθήτας της Παρθένου και πανηγυρίζει στις 2 Ιουλίου. Σήμερα λειτουργεί ως ενοριακός ναός του χωριού, στο οποίο έδωσε και την επωνυμία του. Τα κελιά της Παναγίας των Βλαχερνών
.
Η είσοδος στον κυρίως ναό γίνεται από μια χαμηλή πόρτα στη δυτική πλευρά δια μέσου του νάρθηκα. Πάνω από τη είσοδο υπάρχει μία μαρμάρινη πλάκα που αναπαριστάνει τον άγγελο Γαβριήλ.
Οι τάφοι

Κοντά στις δυτικές γωνίες του κυρίως ναού υπάρχουν δύο απέριττοι κιβωτιόσχημοι τάφοι, που αποτελούν το ιδιαίτερο γνώρισμα του μνημείου και που παλιά λάμπρυναν το εσωτερικό του. Δυστυχώς η αρπακτικότητα των κατά καιρούς τυμβωρύχων κατέστρεψε την αρχική γλυπτή διακόσμηση των τάφων. μόνο η οριζόντια ενεπίγραφη μαρμάρινη πλάκα του βόρειου τάφου σώθηκε στη θέση της και σκόρπια κομμάτια τα οποία φυλάσσονται στο μουσείο. Ο νότιος τάφος διατηρούσε μέχρι το 1936 εντειχισμένη ανάγλυφη διακόσμηση σ’ όλες τις πλευρές του, όμως τα κομμάτια που την αποτελούσαν ήταν τόσο ανόργανα τοποθετημένα, ώστε εύκολα καταλάβαινε κανείς ότι δεν ήταν η αρχική,  αλλά προερχόταν από κάποια μεταγενέστερη ανασύνθεση του τάφου. Τέτοια ανασύνθεση έγινε το 1896, όταν ο μητροπολίτης Πρέβεζας άνοιξε τον τάφο για έρευνα. Το 1936 ο Ορλάνδος ξανάνοιξε τον τάφο και βρήκε μέσα πολλά σπασμένα κομμάτια της παλιάς διακόσμησης, απ’ τα οποία σημαντικότερο είναι ένα που φέρει παράσταση δικέφαλου αετού -ένδειξη ότι πρόκειται για βασιλικό τάφο, αφού γνωρίζουμε ότι ο δικέφαλος αετός ήταν το έμβλημα των δεσποτών της Ηπείρου. Κατά τη διάλυση του τάφου βρέθηκαν κτισμένα και ενεπίγραφα κομμάτια (θραύσματα), γεγονός που οδήγησε τον ερευνητή στην υπόθεση ότι αρχικά και αυτός ο τάφος καλυπτόταν από ενεπίγραφη πλάκα, η οποία αντικαταστάθηκε το 1896 απ’ την επίσης παλιά ανάγλυφη πλάκα που βλέπουμε και σήμερα. Απ’ το κείμενο των σωσμένων κομματιών δεν βγαίνει ολοκληρωμένο νόημα.
Η επιγραφή του βόρειου τάφου είναι ένα έμμετρο ελεγειακό επίγραμμα, χαραγμένο σε δύο στήλες, απ’ τις οποίες μόνο η μία σώζεται ακέραιη, και οι 32 στίχοι τους δε διαβάζονται κανονικά αλλά εναλλάξ (δηλαδή ένας στίχος απ’ την αριστερή και ένας απ’ τη δεξιά στήλη, στο σχήμα α.β )  Το κείμενο έχει ως εξής:
γ.δ
“Αδελφεόν το χρήμα τούτο του τάφου
……………..53
η ψαλμική κέκραγε του ΔΑΔ (=Δαυίδ) λύρα
…………….
5.   πλην ουκ απεικός ου [δε] τη φύσει ξένον
……………..
καν πικροδακρύφυρτος εστίν αιτία
………………
μήτηρ γαρ ημίν μία και νηδύς μία
10. εις φως πα[ρήξε]…..
η βασίλισσα Δούκαινα Θεοδώρα
……………..
εν φιλότητι γνησιοστοργουμένη.
………………
15. Γη και τάφος χωρεί με διπλώ τω μόρω
……………..
αρχαίς αναλογούντος ημίν του τέλους
…………….
και κατάλληλον του Θεανθρώπου φέρω
20. σ……………
ενός γένους δήλωσις, αγνείας μίας
η…………….
το ψαλμικόν πρόασμα του Δα(υί)δ μέλος
ως……………..
25. ως ταυτοκοιτάσαιμι τη τάφου κλίνη
ζω……………..
κατά μόνας οικήσομεν των πνευμάτων
σω…………….
ανεσπέρου, γης κοιλία της πανδόχου
30. Εω……………
φαεινόμορφος τω προς αέρα δρόμω
ηξ…………….
Απ’ την ανάγνωση της επιγραφής συμπεραίνεται ότι στο βόρειο τάφο θάφτηκαν οι δύο γνήσιοι γιοι του δεσπότη Μιχαήλ Β΄ και της βασίλισσας Θεοδώρας, Ιωάννης και Μιχαήλ, οι οποίοι εικάζεται ότι αλληλοσκοτώθηκαν για προσωπικούς λόγους.
Απ’ τα κείμενα των 11 σωσμένων μικρών κομματιών του νότιου τάφου και την ανάγλυφη παράσταση δικέφαλου αετού που βρέθηκε στο εσωτερικό του, εικάζεται ότι εκεί ήταν θαμμένος ο ίδιος ο δεσπότης Μιχαήλ Β΄ Δούκας Κομνηνός. Έτσι η μονή της Βλαχέρνας αναδεικνύεται σε μαυσωλείο των δεσποτών της Ηπείρου του 13ου αιώνα. Μέσα στους κόλπους της παίχθηκε η τελευταία πράξη μιας μακράς και λαμπρής δεσποτείας που έδωσε στη βυζαντινή Άρτα την πολιτιστική της φυσιογνωμία, αν κρίνουμε απ’ τα τόσα αξιόλογα μνημεία που μας κληροδότησε.
Σήμερα ο ναός, παρά τις φθορές και τις αλλοιώσεις που του έχει προκαλέσει ο χρόνος, κρατά τον επισκέπτη σε μια ευλαβική προσήλωση και τον κάνει να αναρριγά όταν βρίσκεται μπροστά στις σαρκοφάγους των εργατών της δόξας του Δεσποτάτου, της οποίας εξαίρετο δείγμα αποτελεί και ο περικαλλής ναός της Παναγίας της Βλαχερνιτίσσης, ή της Παναγίας της Βλαχιόρινας, όπως επικράτησε να τον λένε οι Αρτινοί.
(Κείμενα και εικόνες από το βιβλίο του Κων/νου Θ. Γιαννέλου «Τα Βυζαντινά Μνημεία της Άρτας»)
Β.Ιερά Μονή Βλαχερνών Καστανιάς Αρκαδίας.


(Απόσπασμα από το βιβλίο ΤΟ «ΜΟΝΑΣΤΗΡΑΚΙ» ΤΗΣ ΚΑΣΤΑΝΙΑΣ, «ΠΑΝΑΓΙΑ Η ΒΛΑΧΕΡΝΑ» του Δημητρίου Β. Δρακόπουλου-1994)
ΠΑΛΑΙΑ ΜΟΝΗ
Εις το «Μοναστηράκι» αυτό της Καστανιάς, εντός κοίλου σπηλαίου εις υψόμετρον 1200μ. ασκήτευσεν ο ιδρυτής του, ιερομόναχος Λεόντιος το όνομα, από την Στεμνίτσαν της Γορτυνίας, της οικογένειας των Πασομεναίων. Πότε ακριβώς ασκήτευσε δεν είναι γνωστόν. Ουδέν λείψανον και σχετικόν στοιχείον της παλαιάς Μονής υπάρχει, πλην του τάφου του, που ευρίσκεται εις το μέσο του σημερινού Ναού και της Αγίας Εικόνος.
ΝΕΑ ΜΟΝΗ

Το έτος 1902 εκτίσθη ο Ναός της Νέας Μονής, επ΄ ονόματι της «Καταθέσεως της τιμίας Εσθήτος της Θεοτόκου εν Βλαχέρνοις», ως «Παναγία η Βλαχέρνα» και της «Ζωοδόχου Πηγής». Άνω της εισόδου του Ναού είναι εντοιχισμένη από της κτίσεως μαρμάρινη πλάκα, που φέρει χαραγμένον σταυρόν, την χρονολογία 1902-έτος κτήσεως- και τα γράμματα Β.Δ., αρχικά του ονοματεπώνυμου του κτίτορος Βασιλείου Δρακοπούλου του Αναστασίου. Ούτως εγεννήθη το 1866 εν Μπεζενίκω (Βλαχέρνα σήμερον) από γονείς γεωργοποιμένας, των οποίων ακολούθησε το επάγγελμα. Από την νεότητα του ασχολείτο εις το όρος Καστανιά με το ποίμνιό του και με την καλλιέργειαν και βελτίωσιν των αγρών του, που είχεν εις το όρος και άλλας περιοχάς του χωρίου του.
Η Μοναχή Μαγδαληνή.
Το έτος 1933 εκτίσθη το κελλί με προσωπικήν εργασίαν του Βασιλείου Αν. Δρακοπούλου, του Παναγιώτου Γ. Δρακοπούλου και μελών των οικογενειών των και με χρηματικήν συνδρομήν από έρανον, τον οποίον έκαμεν η τότε μονάζουσα Μαγδαληνή, με την βοήθειαν της Αικατερίνης χήρας Βασ. Καρούντζου. Η μοναχή Μαγδαληνή, κατά κόσμον Κατίνα Λαμπρινοπούλου, κατήγετο από την Βυτίναν και έμεινεν εις την Μονήν επί δύο περίπου έτη.


 Γ.Παναγία η Βλαχέραινα στα Κορνάτα της Κέρκυρας.

Μία μικρή αλλά γραφική εκκλησία, στα όμορφα Κορνάτα στην Κέρκυρα. Το όνομα «Βλαχέραινα» κατάγεται από την Κωνσταντινούπολη όπου εκεί υπήρχε μεγάλο ονομαστό μοναστήρι. Ο τύπος της εικόνας αυτής φέρνει το προσωνύμιο «Παναγιά Βλαχέραινα» γιατί αντιγράφει παλιότερο πρότυπο εικόνας, που υπήρχε στην εκεί Μονή.
Η  τιμή της «Παναγίας της Βλαχέραινας» είναι αρκετά διαδομένη στην Κέρκυρα. Η ύπαρξη πληθώρας ναών αφιερωμένων στην Παναγία τη Βλαχέραινα σημασιοδοτεί μία παλαιότατη παράδοση για το νησί που ανάγεται στους βυζαντινούς χρόνους!

Στις 2 Ιουλίου γιορτάζει πάντα, η Παναγιά η Βλαχέραινα που βρίσκεται στα όμορφα Κορνάτα, στο παλιό χωριό Σταυρός, που η ίδρυση του ανάγεται πριν τον 15ο αιώνα, ενώ οι πρώτοι οικιστές του, πιστεύεται ότι κατάγονται από τους ακόμα παλαιότερους Βυζαντινούς χρόνους των Kομνηνών όπου και εγκατέστησαν στρατιώτες στην περιοχή. Έτσι δικαιολογείται και η διάσωση της παλιάς «Aυτοκρατορικής» λατρείας, της «Βυζαντινής Παναγιάς των Βλαχερνών» στα Κορνάτα.
 
Αν και δεν είναι σίγουρο ότι η Παναγιά η Βλαχέραινα εικονίζονταν με ένα συγκεκριμένο εικονογραφικό τύπο διασώζονται κάποιες εικόνες που παρουσιάζουν την Παναγία να φέρει στο κέντρο στην αγκαλιά της (ή σαν σε «μετάλλιο») το βρέφος Ιησού (Σινά 600 μ.Χ.). Άλλοι πάλι μελετητές θεωρούν ότι η «Βλαχερνιώτισσα» μάλλον ήταν μία «Oδηγήτρια». Στα μετά βυζαντινά χρόνια, ως «Βλαχερνιώτισσα», εκτός από «Οδηγήτριες» βρίσκουμε και άλλου τύπου εικονογραφικού τύπου εικόνες, όπως… «Καρδιώτισσες», «Γλυκοφιλούσες» κλπ. Προφανώς η προσωνυμία «Βλαχερνιώτισσα», από τα βυζαντινά χρόνια, χαρακτηρίζει περισσότερο «τόπο προέλευσης και λατρείας»… παρά εικονογραφικό τύπο εικόνας.

ΠΑΝΑΓΙΑ Η ΖΩΟΔΟΧΟΣ ΠΗΓΗ ΤΟ ΙΣΤΟΡΙΚΟ ΤΗΣ ΠΑΝΑΓΙΑΣ ΩΣ ΖΩΟΔΟΧΟΥ ΠΗΓΗΣ

 

 ΠΑΝΑΓΙΑ Η ΖΩΟΔΟΧΟΣ ΠΗΓΗ

  

ΤΟ ΙΣΤΟΡΙΚΟ ΤΗΣ ΠΑΝΑΓΙΑΣ ΩΣ ΖΩΟΔΟΧΟΥ ΠΗΓΗΣ




Ήταν  γύρω στα 450 μΧ,  όταν  ένας  βυζαντινός  στρατιώτης,  Λέοντας  στο  όνομα,  έκοβε  βόλτες  σ' ένα  δασάκι  στα  μέρη  της βασιλεύουσας,  όταν  ξάφνου  βλέπει  μπροστά  του  έναν  τυφλό  άνθρωπο  να  του  ζητάει  λίγο  νερό  για  να  σβήσει  τη  δίψα  του. Ο  Λέοντας  προθυμοποιήθηκε  να  του  βρει  και  να  του  φέρει  νερό. Έψαξε  λοιπόν,  στο  δάσος  για  να  βρει  νερό  αλλά  μάταια  και  έτσι,  επέστρεφε  λυπημένος.
Τότε  όμως,  άκουσε  μια  γυναικεία  φωνή  να  του  λέει: «Ου  χρεών  σε,  Λέων,  αγωνιάν,  το  γαρ  ύδωρ  εγγύς»,  δηλαδή,  «Δεν  χρειάζεται  Λέων  να  αγωνιάς,  να  άγχεσαι,  να  στεναχωριέσαι,  το  νερό  είναι  δίπλα  σου». Και  πάλι  ακούει  τη  φωνή  την άγνωστη  να  τον   προστάζει: «Λέων  βασιλιά,  πάρε  απ' το  νερό  αυτό  και  δώσε  να  πιει  να  ξεδιψάσει  ο  τυφλός  άνθρωπος  και  κάτι  ακόμα,  άλειψε  μ' αυτό  τα  μάτια  του  και  αμέσως  θα  καταλάβεις  ποια  είμαι  εγώ  που  σου  μιλώ».

Έτσι  πράγματι  έπραξε  ο  Λέοντας  και  παρευθύς  ο  τυφλός  ανέβλεψε.  Αλλά  ταυτόχρονα  άνοιξαν  και  τα  μάτια  του  Λέοντα  ο  οποίος  τώρα, κατάλαβε  πως  εκείνη  η  φωνή  που  του  μιλούσε  ήταν  της  Παναγίας  που  έκανε  αυτό  το  θαύμα  και  του  μίλησε  και  πως  επίσης,  σ' Εκείνην  τη  Μεγαλόχαρη,  οφείλεται  και  το  μεγάλο  θαύμα  της  θεραπείας  του  τυφλού.
Ακόμη,  θαύμα  αξιοθαύμαστο  ήταν  και  η  εύρεση  της  πηγής  του  σωτήριου  αυτού  νερού. Αλλά  θαύμα  ήταν  και  η    επαλήθευση  της  προσφώνησης  από  την Παναγία,  του  Λέοντα , ως  βασιλιά. Διότι  πράγματι  ο  Λέων,   το 486 μ.Χ,  ανέβηκε  στον  θρόνο  της  Βυζαντινής  αυτοκρατορίας  ως  Λέων  ο  Α΄ ο  Θράξ,  ο  επονομαζόμενος  και  Μακέλλης (457-474),  και  τον οποίο  η  Αγία  Εκκλησία  μας  ως  Άγιο  τον τιμά  στις  20  του  Ιανουρίου. Αμέτρητα  τα  θαυμάσια  σου  Παναγία  μας.

Ο  Λέων,  ως  αυτοκράτορας  πλέον,  θα  αναγείρει  επί  της  θαυματουργής  πηγής,  θαυμάσιο  Ναό  αφιερωμένο  στην  Παναγία  τη  Ζωοδόχου  Πηγή  για  να  θυμίζει  τις  δωρεές  της  Θεοτόκου  προς  εκείνον  αλλά  και  όλες  τις  μεγάλες  ευεργεσίες  της προς  το  γένος  των  ανθρώπων. 
Στην  θαυματουργή  πηγή   αυτού  του  ιερού  Ναού,  βρήκε  τη  γιατρειά   και  ο  αυτοκράτορας  Ιουστινιανός  ο  Α',  ο  Λέοντας  ο  ΣΤ' ο  Σοφός,  η  γυναίκα  του,  Αγία  βασίλισσα  Θεοφανώ,  ο  Ρωμανός  Α' ο  Λεκαπηνός  και  η  γυναίκα  του,  ο Πατριάρχης  Στέφανος (886-912),  ο  Πατριάρχης  Ιεροσολύμων  Ιωάννης (964-966),  αλλά  και  πλήθος  ακόμη,  άρχοντες  και  απλοί  άνθρωποι  εκεί  γιατρεύτηκαν. Μέχρι  και  νεκρό  ανέστησε  το  αγιασμένο  νερό  της  Ζωοδόχου  Πηγής.

 Το  Ναό  της  Ζωοδόχου  Πηγής,  γκρέμισαν  οι  Τούρκοι  για  να  φτιάξουν   με  τα  υλικά  του  το  τέμενος  του   Σουλτάνου  Βαγιαζήτ. Οι  χριστιανοί  στη  θέση  αυτή  έχτισαν  ένα  παρεκκλήσι  και  αργότερα  ένα  πιο  μεγάλο  Ναό (1835).
Αυτού  του  ιερού  Ναού  της  Υπεραγίας  Θεοτόκου  της  Ζωοδόχου  Πηγής,  τα  εγκαίνια  εορτάζει  η  Εκκλησία  μας  την  Παρασκευή  της  Διακαινησίμου (Λαμπροβδομάδα).
Ο  Ναός  αυτός  έμεινε  γνωστός  στην  ιστορία  ως  το  αγίασμα  του   «Μπαλουκλί». «Μπαλούκ»  στα  τουρκικά  σημαίνει  ψάρι  και  η  παράδοση  μας  λέει  πως  εκεί  δίπλα  στο  αγίασμα,  στις  23  Μαΐου  1453  ένας  καλόγερος  τηγάνιζε  ψάρια,  όταν  κάποιος  του  έφερε  την  είδηση  πως  πήραν  την  Πόλη  οι  Τούρκοι. Ο  καλόγερος  απάντησε  πως  μόνο  αν  τα  ψάρια  που  τηγάνιζε  έφευγαν  απ' το  τηγάνι  και  έπεφταν  μέσα  στο  αγίασμα  θα  πίστευε  ότι  έγινε  κάτι  τέτοιο. Και  πραγματικά  τα  ψάρια  ζωντάνεψαν  και  έπεσαν  μέσα  στην   πηγή  του  αγιάσματος. Μέχρι  σήμερα  δε,  μέσα στην  δεξαμενή  της  Ζωοδόχου  Πηγής  διατηρούνται επτά  ψάρια  και  μάλιστα  σαν  να  είναι μισοτηγανισμένα  απ' την  μια  πλευρά.
Πέρα  όμως  από θρύλους  και  παραδόσεις,  η  Παναγία  μητέρα  του  Χριστού  και  μητέρα  πάντων  των  χριστιανών,  παραμένει  για  όλους  μας  η  Πηγή  της  Ζωής,  καθότι  Εκείνη  έφερε  τη  Ζωή,  το  Χριστό  στον  κόσμο,  ελπίδα  και  προστασία  μας,  «καταφυγή  τε  σκέπη  και  αγαλλίαμα.

Η Ζωοδόχος πηγή, ως  Πηγή Ζωής, είναι κινητή εορτή και εορτάζει την Παρασκευή της Διακαινησίμου εβδομάδος, δηλαδή 5 μέρες μετά το Πάσχα.

Θαύματα της Ζωοδόχου Πηγής.


(Απόσπασμα από Λόγο του π.Φιλοθέου Ζερβάκου)
Θαύματα λοιπὸν πολλὰ καὶ μεγάλα ἐγίνοντο, ὄχι μόνον εἰς τὸν καιρὸν τοῦ Βασιλέως Λέοντος, τοῦ κτήτορος τοῦ ναοῦ Αὐτῆς τῆς Ζωηφόρου Πηγῆς, ἀλλὰ καὶ μετὰ ταῦτα ἐτελοῦντο ἔτι περισσότερα
Ὁ μέγας Ἰουστινιανός, ὁ εὐσεβέστατος Βασιλεὺς Ῥωμαίων, ἔπεσε ποτε εἰς πάθος δυσουρίας δεινὸν καὶ ἀνίατον, καὶ ἀπελπισθεὶς ἀπὸ τοὺς ἰατρούς, καὶ ἀπὸ πᾶσαν ἄλλην ἀνθρωπίνην βοήθειαν, προσέδραμεν εἰς τὴν Ζωοδόχον Πηγὴν καὶ Πανάχραντον· καὶ προσπεσὼν εἰς τὴν Ἱερὰν καὶ σεβασμίαν εἰκόνα Της, ἐδέετο θερμῶς περὶ τοῦ πάθους του. Ἔπειτα ἀπελθὼν εἰς τὴν Πηγὴν τοῦ ἁγιάσματος, καὶ μετὰ πίστεως λαβὼν ὕδωρ ἐκ τοῦ ἁγιάσματος, ἔπιε, καὶ παρευθὺς (ὤ, τῶν θαυμασίων σου, Δέσποινα!) ἰατρεύθη τελείως, καὶ τόσον ἔγινεν ὑγιής, καὶ δύναμιν τοσαύτην ἀνέλαβεν, ὡσὰν νὰ μὴν εἶχε τελείως ἀσθένειαν. Ὅθεν καὶ αὐτὸς θέλωντας ν’ ἀποδώσῃ τὴν ευχαριστίαν τῇ Εὐεργέτιδι Θεοτόκῳ, ἐμεγάλωσε τὸν Ναόν της. Τοῦτο δὲ ποιήσας ἐφάνη ἡ Θεοτόκος αὐτῷ κατ’ ὄναρ, καὶ εἶπέ του· Βασιλεῦ, δὲν εἶναι δίκαιον καὶ πρέπον νὰ χαλάσῃς ἄλλου ἀνθρώπου μνημόσυνον, ἀμὴ ἐὰν θέλῃς ν’ ἀποδώσῃς πρὸς τὸν Υἱόν μου καὶ Κτίστην πάσης κτίσεως πρέπουσαν τὴν εὐχαριστίαν, ἔγειρε ναὸν ἐπ’ ὀνόματι τῆς τοῦ Θεοῦ Σοφίας, καὶ κάμε τον ὅσον δύνασαι μεγάλον, διὰ νὰ συνάζεται ἐκεῖ λαὸς πολύς· καὶ ἀφιέρωσέ τον εἰς τὸ Πατριαρχεῖον, διὰ νὰ ἀκούῃ τὸ συναθροιζόμενο πλῆθος τὰ θεῖα λόγια ἀπὸ τὸν Πατριάρχην νὰ ὠφελῆται· καὶ νὰ εἶναι καὶ εἰς ἰδικόν σου ἀκατάπαυστον μνημόσυνον. Διὰ δὲ τὸν Ναὸν ὁποὺ ἐμεγάλωσες, ὄχι μόνο ὀλίγον μισθὸν θέλεις ἔχει, διὰ τὸ ἀλλότριον μημόσυνον, ἀλλὰ καὶ μετ’ οὐ πολὺ θέλει κατεδαφισθῇ ὑπὸ σεισμοῦ οὗτος διὰ τὰς ἁμαρτίας τοῦ λαοῦ καὶ τῶν ἐν αὐτῷ προσεδρευόντων πνευματοκαπήλων καὶ αἰσχρουργῶν ἀνθρώπων. Ὅθεν καὶ ὁ πιστότατος Βασιλεύς, εὐεπειθὴς γενόμενος εἰς τὴν προσταγὴν τῆς Θεοτόκου, ἤγειρεν ἐκεῖνον τὸν παμμεγέθη, περιβόητον καὶ περικαλλέστατον Ναὸν τῆς τοῦ Θεοῦ Σοφίας, τοῦ ὁποίου τὸ κάλλος καὶ τὸ μέγεθος κηρύττονται εἰς ὅλον τὸν κόσμον, ὡσὰν ὁποὺ κατὰ πολὺ αὐτὸς ὑπερβαίνει ἐκεῖνο τὸν ἐν Ἱερουσαλήμ θαυμαστὸν Ἱερόν, τὸ ὑπὸ τοῦ Σολομῶντος οἰκοδομηθέν. Διὰ τοῦτο καὶ ὁ Βασιλεὺς Ἰουστινιανός, ἀφοῦ τὸν εἶδε τελειωμένον, καὶ εἰς τόσον κάλλος καὶ ὡραιότητα τετειχισμένον, ἐκραύγασεν ἐν ἀγαλλιάσει· «Νενίκηκά σε, Σολομών!» Ὁ Ναὸς λοιπὸν ἐκεῖνος τῆς Ζωδόχου Πηγῆς ὁπού, ὡς εἴπομεν, ἐμεγάλωσεν ὁ Ἰουστινιανός, μετὰ παρέλευσιν καιροῦ, σεισμοῦ γενομένου, κατέπεσε· διότι ἀφήσαντες οἱ ἄνθρωποι νὰ πανηγυρίζουν εἰς αὐτὸν μὲ ὕμνους καὶ δοξολογίας, ἄρχισαν (καθὼς καὶ σήμερον κάμνουν) νὰ ἑορτάζουν μὲ χοροὺς καὶ παιγνίδια, μὲ τραγούδια καὶ μέθαις, μὲ αἰσχρουργίαις καὶ ἀσελγίαις. Ὁμοίως καὶ οἱ παραμένοντες εἰς τὸν ἅγιον ἐκεῖνον Ναὸν ἀφήσαντες νὰ διδάσκουν τὸν λαὸν τὰς ἐντολὰς τοῦ Χριστοῦ, καὶ νὰ τοὺς ἐμποδίζουν νὰ ἀπέχουν ἐκ τούτων τῶν ματαίων, ἐξεδόθησαν ὅλως δι’ ὅλου εἰς τὸν χρηματισμόν, συγκοινωνοῦντες ἀλλοτρίοις ἁμαρτήμασι διὰ τοῦτο καὶ ἀγανακτήσασα ἡ Θεοτόκος, οὐ μόνον ἐσήκωσε τὴν χάριν της ἐκεῖθεν πρὸς καιρόν, ἀλλὰ καὶ τὸν Ναὸν τελείως κατέσεισε καὶ κατηδάφισε. Μετὰ δὲ παρέλευσιν καιροῦ ἱκανοῦ, βασιλεύσας ὁ ἀοίδιμος Βασίλειος ὁ Μακεδὼν καὶ ἀκούσας τὰ θαύματα ὁποὺ ἐγίνοντο παρὰ τῆς Ζωοδόχου Πηγής, καὶ μαθὼν τὴν αἰτίαν τοῦ χαλασμοῦ, βουλὴν βουλεύεται ἀγαθὴν καὶ θεάρεστον, διὰ νὰ φέρῃ τὸ τοιοῦτον προσκύνημα τῶν εὐσεβῶν εἰς τὴν προτέραν πνευματικὴν κατάστασιν. Ὅθεν ἀνήγειρε τὸν Ναὸν εἰς τὸ πρῶτον μέγεθος καὶ κάλλος, κοσμήσας αὐτὸν καὶ μὲ διάφορα ἀφιερώματα, καθὼς καὶ ὁ πρῶτος κτήτωρ αὐτοῦ· καὶ ἐκλέξας ἄνδρας σοφοὺς καὶ ἐπιστήμονας, καὶ πρὸς τὰ θεῖα εὐλαβεῖς, καὶ ἀρετῶν ἐργάτας, Ἱερεῖς δηλαδή, Ἱεροδιακόνους, Ἀναγνώστας, καὶ Ψάλτας, καὶ Νεωκόρους, τοὺς ἔβαλεν εἰς αὐτόν· οἱ ὁποῖοι ὄντες δοῦλοι Θεοῦ, ἠσχολοῦντο ὅλως διόλου εἰς τὸ ἔργον τοῦ Κυρίου, οὐ μόνον διὰ λόγου διδάσκοντες τὸν λαὸν τὰ ἱερὰ λόγια τοῦ Εὐαγγελίου, ἀλλὰ καὶ ἐμπράκτως δείχνοντες αὐτά, γενόμενοι τύπος καὶ καλὸν παράδειγμα εἰς ὅλους. Διὰ τοῦτο καὶ πάλιν ἐπέβλεψεν ἡ Θεοτόκος ἐπὶ τὸν ἅγιόν της Ναόν, καὶ εἰς τὸ ἱερόν της ἁγίασμα, καὶ ἤρξαντο νὰ τελοῦνται θαυμάσια ἄπειρα, καὶ οἱ ἄνθρωποι νὰ τελοῦν καθημερινὰς πανηγύρεις καὶ ἑορτάς, μὲ ὕμνους, μὲ δοξολογίας, μὲ ὁλονυκτίους δεήσεις καὶ ἀγρυπνίας, μὲ χαρὰν ψυχῆς καὶ πνεύματος ἀγαλλίασιν, παρακινούμενοι ἀπό τε τὰς διὰ λόγου καὶ δι’ ἔργου διδασκαλίας τῶν ἱερῶν ἐκείνων ἀνδρῶν, τῶν παραμενόντων ἐν τῷ σεβασμίω Ναῶ. Οὕτω λοιπὸν ὁ βασιλεὺς Βασίλειος, εὐλαβὴς ὢν πρὸς τὰ θεῖα, ἔχαιρεν εὐφραινόμενος μὲ τὴν καλὴν κατάστασιν τοῦ μνημοσύνου του. Βλέπων δὲ τὰ ἄπειρα καὶ ὑπερφυᾶ θαύματα τῆς Παντανάσσης Θεοτόκου, ἐζήτησε μὲ τὸ μέσον τῶν ἁγίων ἐκείνων ἀνδρῶν, νὰ τοῦ χαρίσῃ ἡ Πολυεύσπλαγχνος παιδίον ἀρσενικόν· τὸ ὁποῖον τοῦ ἐδόθη διὰ τὴν πίστιν του· καὶ γεννήσας ἄῤῥεν, τὸ ὠνόμασε Λέοντα, εἰς τὸ ὄνομα τοῦ πρώτου κτήτορος τῆς Ζωοδόχου Πηγῆς. Λέγω, δηλαδή, ἐγέννησε τὸν Σοφὸν Λέοντα, τὸν ποιητὴν τῶν Ἑωθινῶν, ὁ ὁποῖος ἀναλαβὼν τὴν βασιλείαν, μετὰ τὸν θάνατον τοῦ πατρός του, ἔδειξε μεγάλην εὐλάβειαν εἰς τὴν Ζωοδόχον Πηγήν· διὰ τοῦτο καὶ τὰ θαύματα ἐπερίσσευσαν εἰς τὸν καιρόν του. Δαιμόνια ἐξαβάλλοντο, νόσοι ἐδιώκοντο, τυφλοὶ ἀνέβλεπον, χωλοὶ περιεπάτουν, πτωχοὶ εὐηγγελίζοντο καὶ ἄλλα μυρία ἐγίνοντο καθ’ ἑκάστην· ἕκαστος δηλαδὴ τῶν εὐσεβῶν ἐλάμβανε τὴν χάριν κατὰ τὴν πίστιν του· καὶ ἡ πρώτη γυνὴ τούτου τοῦ σοφοῦ Λέοντος, ἡ ἁγία, λέγω, Θεοφανώ, πεσοῦσα εἰς ἀσθένειαν πυρετοῦ λαύρου, εὐθὺς ὁποὺ ἔπιε μὲ τὴν καλὴν της πίστιν ἀπὸ τὸ ἰαματικὸν ἐκεῖνο ἁγίασμα τῆς Ζωοδόχου Πηγῆς, ἠλευθερώθη τῆς δεινῆς ἀσθενείας καὶ τελείως ὑγίανεν. Ἀλλὰ δὴ καὶ αὐτὸς ὁ Βασιλεὺς Λέων, περιπεσὼν εἰς τὴν ἀφόρητον νόσον τῆς λιθιάσεως, ἤτοι τοῦ φιάγγου, ἀπὸ τὴν ὁποίαν εἰς κίνδυνον ἦλθε μεγάλον, ὁποὺ καὶ ἀπὸ τοὺς ἰατροὺς ἀπελπίσθη, καὶ εἰς θάνατον ἀπεφασίσθη, κατὰ τὴν Διακαινήσιμον ἑβδομάδα. Τότε λοιπὸν ἡ Θεοσεβεστάτη Βασίλισσα τὴν παρὰ τῶν ἰατρῶν ἀκούσασα ἀπόφασιν, καὶ τὸν καλόν της σύζυγον καὶ Βασιλέα βλέπουσα τὰ λίσθια πνέοντα, πιστεύουσα δὲ ὅτι τὰ παρὰ τοῖς ἀνθρώποις ἀδύνατα, νὰ εἶναι δυνατὰ παρὰ τῇ Μητρὶ τοῦ Παντοδυνάμου Θεοῦ, προσέπεσεν εἰς τὴν ἄχραντον Εἰκόνα της, καὶ μετὰ δακρύων καὶ σταγμῶν καρδίας ἐπεκαλεῖτο τὴν Βασίλισσαν πάσης κτίσεως, νὰ χαρίσῃ τὴν ζωὴν τοῦ ἐπιγείου Βασιλέως· καὶ ταῦτα μὲν ἡ καλὴ σύζυγος καὶ Βασίλισσα. Ἡ δὲ φιλεύσπλαγχνος Μήτηρ τοῦ Φιλανθρώπου Θεοῦ, δυσωπηθεῖσα ἀπὸ τὰ ἄμετρα δάκρυα καὶ τὴν θερμὴν δέησιν τῆς Βασιλίσσης, πέμπει τὴν ἴασιν παρ’ ἐλπίδα· καὶ ἐκεῖ ὁποὺ προσηύχετο ἡ Θεοφανώ, ἤκουσε φωνὴν λέγουσα· «Μὴ λυπῆσαι, Θεοφανώ, διὰ τὴν ἀσθένειαν τοῦ Βασιλέως καὶ συζύγου σου, καὶ σήμερον ἔρχεται τὸ ἰατρικόν του βότανον». Ὅθεν περιχαρὴς γενομένη, καὶ πιστεύσασα ἔδραμε πρὸς τὸν ἀσθενῆ, καὶ εὑρίσκει τοὺς ἰατροὺς ὁποὺ ἐσυμβουλεύοντο νὰ τὸν σχίσουν, ὡσὰν ὁποὺ εἶδον πῶς πλέον δὲν ἔμεινεν ἄλλο, παρὰ αὐτὴ ἡ ἐπικίνδυνος θεραπεία. Ταῦτα δὲ ἀκούσασα ἡ Βασίλισσα, τοὺς ἐμπόδισε λέγουσα· Ἔχετε ὀλίγην ὑπομονήν, καὶ ἰδοὺ στέλνει ἡ Κυρία μου Θεοτόκος ἄλλο θαυμαστὸν ἰατρικόν, καὶ θέλει τὸν ἰατρεύσει· καὶ μετ’ ὀλίγον ἐκεῖ ὁποὺ ἐπρόσμεναν τὸν θάνατον τοῦ Βασιλέως, φθάνει ἡ Νεωκόρος τῆς Ζωοδόχου Πηγῆς, Ἀγάθη ὀνομαζομένη, βαστάζουσα κεράμιον γεμᾶτον ἀπὸ τὸ ἁγίασμα τῆς Ζωοδόχου Πηγῆς, καὶ λέγει πρὸς τὴν Βασίλισσαν· Σήμερον ἐκεῖ ὁποὺ ἐσκούπιζα τὸν Ναὸν τῆς Θεοτόκου, ἤκουσα φωνὴν ἀοράτως λέγουσάν μοι· Ἀγάθη, λάβε εἰς ἀγγεῖον ὕδωρ ἀπὸ τὴν Πηγὴν μου, καὶ δράμε ταχέως πρὸς τὸν Βασιλέα Λέοντα ὁποὺ κινδυνεύει εἰς θάνατον, καὶ δός του νὰ πίῃ καὶ θέλει ἰατρευθῇ· ὅτι βοᾷ πρὸς με μετὰ δακρύων πολλῶν ἡ ἀγαπημένη μου Θεοφανώ. Ταῦτα ἀκούσασα ἡ Βασίλισσα, καὶ πιστεύσασα ἔλαβε τὸ ἁγίασμα μετὰ χαρᾶς καὶ ποτίσασα τὸν Βασιλέα, εὐθὺς (ὤ τῶν ὑπερφυῶν σου Θαυμάτων Παντάνασσα!) ἐθεραπεύθη, καὶ τῆς κλίνης ἠγέρθη ὅλος ὑγιής, μὴ ἔχων οὐδὲν λείψανον τῆς ἀσθενείας ἐκείνης τῆς ἀνιάτου. Τοῦτο πάντας ἐξέπληξε, καὶ πάντας εἰς ὑμνωδίαν καὶ εἰς εὐχαριστίαν τῆς κοινῆς Εὐεργέτιδος παρεκίνησε. Τότε δὲ τῇ προστάξει τοῦ Βασιλέως, ἐτελέσθη ἑορτὴ χαρμόσυνος κατὰ τὴν Παρασκευὴν τῆς Διακαινησίμου, καθ’ ἥν ἐγένοντο καὶ τὰ ἐγκαίνια τοῦ Ναοῦ τούτου· καὶ ἔκτοτε ἐπεκράτησε νὰ τελῆται ἡ ἑορτὴ αὕτη κατὰ τὴν Διακαινήσιμον Παρασκευήν, μὲ μόνην ἴσως τὴν Ἀναστάσιμον ἀκολουθίαν. Ὕστερον, δὲ ὡς φαίνεται, κελεύσει Συνοδικῇ, προσετέθη καὶ ἡ ἀκολουθία τῆς Ζωοδόχου Πηγῆς, ποιηθεῖσα παρὰ τοῦ Νικηφόρου Καλλίστου τοῦ Ξανθοπούλου.
Μετὰ δὲ τὸν θάνατον τῆς ἁγίας Θεοφανοῦς, ἀτέκνου ἀποθανούσης, ἔλαβεν ὁ Βασιλεὺς ἄλλην γυναῖκα νόμιμον, Ζωὴν ὀνομαζομένην. Μὴ τεκνογονῶν δὲ καὶ μὲ αὐτήν, ἐφάνη καλὸν νὰ προσπέσουν ἀμφότεροι εἰς τὴν βοήθειαν τῆς ταχείας ἀντιλήψεως τῆς Θεοτόκου καὶ Ἀειπαρθένου Μαρίας· καὶ δή, ἀπελθόντες εἰς τὸν Ναὸν τῆς Ζωοδόχου Πηγῆς, καὶ λειτουργηθέντες, καὶ τῶν Ἀχράντων Μυστηρίων μεταλαβόντες, καὶ φιλοτιμίαν καὶ δωρεὰν μεγάλην ποιήσαντες εἰς τὸν Ναὸν τῆς Θεοτόκου καὶ εἰς τοὺς παρευρεθέντες ἐκεῖσε πτωχοὺς καὶ ἀσθενεῖς, ἔπιον καὶ ἐκ τοῦ σεπτοῦ ἁγιάσματος, καὶ οὕτως ἐπέστρεψαν εἰς τὰ βασίλεια· καὶ ἐκεῖ δὲ ἔκαμαν ἡμέρας τεσσαράκοντα νηστεύοντες καὶ προσευχόμενοι, παρακαλοῦντες τὴν Θεοτόκον νὰ τοὺς χαρίσῃ τέκνον, καὶ τῆς Βασιλείας διάδοχον. Ὁ δὲ ποιῶν τὸ θέλημα τῶν φοβουμένων αὐτὸν Θεός, βλέπων τὴν πίστιν καὶ τὴν ταπείνωσίν τους, καὶ ἐπικαμφθεὶς εἰς τὴν μεσιτείαν τῆς Παναχράντου ἁγίας Αὐτοῦ Μητρός, ἐπλήρωσε τὴν καλήν τους αἴτησιν, καὶ συλλαβοῦσα ἡ Ζωή, ἔτεκε Κωνσταντῖνον τὸν Πορφυρογέννητον, τὸν καὶ ποιητὴν τῶν Ἀναστασίμων Ἐξαποστειλαρίων. Ὁ ὁποῖος βασιλεύσας μετὰ τὸν θάνατον τοῦ Πατρός του Λέοντος, εὐσεβὴς ὢν καὶ εὐλαβής, ἐπεμελεῖτο πάντας τοὺς Ἱεροὺς Ναούς, καὶ μάλιστα τοῦτον τῆς Ζωοδόχου Πηγῆς, ὡς προγονικόν του μνημόσυνον. Εἰς τούτου τοῦ Κωνσταντίνου τοῦ Πορφυρογεννήτου τὸν καιρόν, ἐπερίσσευσαν τὰ θαύματα τῆς Παναχράντου Ζωοδόχου Πηγῆς, καὶ ἐθεραπεύοντο καθ’ ἑκάστην διὰ τῆς χάριτος τοῦ Ἁγιάσματος πάθη ἀνίατα· καρκῖνοι δηλαδή, φύστολοι, ὑδρωπικοί, ἐκτικίαι, αἱμόῤῥοιαι, γάγραιναι, καὶ ἄλλα τοιαῦτα, καὶ χείρονα τούτων πάθη· καὶ ἔβλεπε κανεὶς τότε νὰ τελῆται ἐκεῖ καθ’ ἡμέραν πανήγυρις, καὶ ἀνθρώπους διαφόρους παντὸς ἀξιώματος θεραπευομένους· Βασιλοπούλαις, Ἄρχοντας, Ἀρχόντισσας, Ἀρχιερεῖς, Ἱερεῖς, Μοναχούς, καὶ ἐν γένει κάθε ἄλλος ἄνθρωπος ἀσθενής, ὁποὺ ἤθελε προσέλθῃ εἰς τὸν Ναὸν τῆς Θεοτόκου καὶ ἤθελε πίει μετὰ πίστεως ἀπὸ τὸ ἁγίασμα τῆς Ζωοδόχου Πηγῆς, δὲν ἐγύριζε λυπημένος· ἀλλ’ ἔχων μισθὸν τῆς εὐλαβείας καὶ πίστεώς του τὴν θεραπείαν τῆς ἀσθενείας του, ἐπανέκαμπτε χαίρων καὶ ἀγαλλόμενος.
Πλούσιος δέ τις Θεσσαλονικεύς, πολλὰ εὐλαβὴς καὶ Θεοφοβούμενος, νοσήσας νόσον τινὰ ἀνίατον καὶ ὑπὸ τῶν ἰατρῶν ἀπελπισθείς, ἀκούων δὲ περὶ τῶν ἀπείρων θαυμάτων τῆς Ζωηῤῥύτου Θείας Πηγῆς, ἐπεθύμησε νὰ ὑπάγῃ ἐκεῖ πιστεύων, πῶς θέλει τύχει καὶ αὐτὸς τῆς θεραπείας του· καὶ λοιπὸν ἐμβὰς εἰς πλοῖον, ἔπλεε πρὸς τὴν Κωνσταντινούπολιν. Ἀλλ’ οὖν καθ’ ὁδὸν (ἴσως καὶ νὰ ἦτο Θεοῦ οἰκονομία, πρὸς πίστωσιν τῶν ἀπίστων) πολὺ ἐβάρυνε καὶ εἰς θάνατον ἤγγισε. Βλέπων δὲ ὁ πιστὸς καὶ καλὸς Χριστιανὸς πὼς θέλει ἀποθάνει, καὶ δὲν θέλει ἀξιωθῇ νὰ προσκυνήσῃ εἰς τὸν πάνσεπτον Ναὸν τῆς Θεοτόκου, οὔτε θέλει πίει ἐκ τοῦ ἁγιάσματος τῆς Ζωοδόχου Πηγῆς, ἐπροσκάλεσε τοὺς συγγενεῖς του ὁμοῦ καὶ τὸν καραβοκύρην, καὶ τοὺς ὥρκισεν εἰς τὸν Θεὸν καὶ εἰς τὴν Θεοτόκον, ἐὰν ἀποθάνη, νὰ μὴν τὸν ῥίψουν εἰς τὴν θάλασσαν, ἀλλὰ νὰ τὸν φυλάξουν, καὶ νὰ τὸν ὑπάγουν νεκρὸν εἰς τὴν Ζωηφόρον Πηγήν· καὶ τοὺς ἔλεγεν· Ἐπειδὴ ἐγὼ δὲν εἶμαι ἄξιος διὰ τὰς πολλάς μου ἁμαρτίας νὰ πίω ζωντανὸς ἐκ τοῦ ἰαματικοῦ ἐκείνου ἁγιάσματος, οὔτε νὰ προσκυνήσω τὴν Κυρίαν μου Θεοτόκου εἰς τὸν χαριτωμένον Ναόν Της, κἂν ἂς ὑπάγω νεκρός· καὶ ἀφοῦ μὲ θάψητε ἐκεῖ πλησίον εἰς τὸν Ἅγιον Ναόν, νὰ λάβετε τρεῖς κάδους ἀπὸ τὸ ἁγίασμα ἐκεῖνο τὸ ζωήῤῥυτον, καὶ νὰ τὸ χύσητε ἐπάνω εἰς τὸ νεκρόν μου σῶμα, καὶ οὕτως νὰ μὲ ἐνταφιάσητε. Ὑπεσχέθησαν λοιπὸν οὕτω νὰ κάμουν· καὶ ἀφοῦ ἀπέθανε, τὸν ἐπῆγαν ἐκεῖ, καὶ θέλοντες νὰ τὸν θάψουν, ἐπῆραν κατὰ τὴν παραγγελίαν του τρεῖς κάδους ἀπὸ τὸ ἁγίασμα, καὶ περιχύσαντές τον, ἀνέστη (ὤ, θαύματος παραδόξου!) ὡς ἐξ ὕπνου ὁ ἤδη νεκρὸς τετραήμερος. Εἰς τὸ τοιοῦτον θεῖον θαῦμα ἐθαύμασαν ἅπαντες, ἐξέστησαν οἱ ναῦται, οἱ ἰδόντες αὐτὸν νεκρὸν τεσσάρων ἡμερῶν, καὶ εἰς δόξαν καὶ εὐχαριστίαν ἐτράπησαν. Ὁ δὲ νεκρέγερτος ἀποδίδοντας τὴν εὐχαριστίαν τῇ Θεομήτορι, διένειμε πτωχοῖς πάντα τὰ ὑπάρχοντα αὐτοῦ καὶ κουρευθεὶς Μοναχός, ἔμεινεν ἐκεῖσε, ὑπηρετῶν εἰς τὸν Ναὸν τῆς Θεοτόκου μέχρι τέλους τῆς ζωῆς του. Ἐπιζήσας δὲ μετὰ τὴν ἀναβίωσίν του χρόνους εἴκοσιν, ἀνεπαύσατο ἐν Κυρίῳ, πολιτευθεὶς θεαρέστως καὶ κοσμήσας τὸν ἑαυτόν του μὲ παντοίας ἀρετάς.
Στέφανος δὲ ὁ Κωνσταντινουπόλεως Πατριάρχης, ὁ υἱὸς Βασιλείου τοῦ Μακεδόνος, καὶ ἀδελφὸς Λέοντος τοῦ σοφοῦ, ἐκτικιάσας καὶ μὴ δυνάμενος εὑρεῖν θεραπείαν, διὰ τὸ ἀνίατον τοῦ πάθους, προσέδραμεν εἰς τὴν πάντων εὐεργέτιδα Δέσποιναν Θεοτόκον, καὶ ἀπελθὼν εἰς τὸν Ἅγιον Ναόν της, καὶ δεηθεὶς μετὰ πίστεως καὶ θερμῶν δακρύων, καὶ ἐκ τοῦ ἁγιάσματος πίνων, ἰατρεύθη. Ἀλλὰ καὶ ὁ τῶν Ἱεροσολύμων Πατριάρχης, Ἰωάννης καλούμενος, ἔκ τινος ἀσθενείας, τὴν ἀκοὴν ἀπολέσας, καθὼς μετὰ πίστεως ἔπιεν, καὶ τὰ αὐτία του ἐῤῥάντισε μὲ τὸ ἰαματικὸν ἐκεῖνο ἁγίασμα, εὐθὺς ἰατρεύθη. Ὁμοίως καὶ ὁ Πατρίκιος Ταράσιος, καὶ ἡ μήτηρ αὐτοῦ Μαγίστρισσα, καθ’ ὑπερβολὴν φιλάργυροι ὄντες καὶ ἀνελεήμονες, καὶ διὰ τοῦτο, Θεοῦ παραχωρήσει, πεσόντες εἰς πυρετὸν ἄμετρον καὶ δεινόν, καὶ τῇ Ζωοδόχῳ Πηγῇ προσδραμόντες, καὶ τὴν δαιμονικὴν φιλαργυρίαν, καὶ τὴν τυραννικὴν ἀσπλαγχνίαν μὲ ὑπόσχεσιν ἀφέντες, καὶ ἐλεήμονες καὶ συμπαθεῖς γενόμενοι, καὶ ἐκ τοῦ θαυματουργοῦ ἁγιάσματος πιόντες ἐθεραπεύθησαν. Καί τινος ἄρχοντος υἱός, Στυλιανοῦ ὀνομαζομένου, περιπεσὼν εἰς τὸ δυσίατον πάθος τῆς δυσουρίας, καὶ ἐξ ἀνθρωπίνης βοήθείας, καὶ ἰατρῶν θεραπείας ἀπελπισθείς, προσέδραμε καὶ αὐτὸς εἰς τὴν ἑτοίμην καὶ ἄμισθον βοηθόν, καὶ εὐλαβῶς τε, καὶ μετὰ πίστεως ἐκ τοῦ ἁγιάσματος πιών, ἰατρεύθη.
ΠΗΓΗ.Βιβλίο-Η ΠΑΝΤΩΝ ΑΝΑΣΣΑ -ΦΑΝΕΡΏΣΕΙΣ ΚΑΙ ΘΑΥΜΑΤΑ ΤΗΣ ΘΕΟΤΟΚΟΥ.