Παρασκευή, 21 Φεβρουαρίου 2014

Η Κυρία Θεοτόκος και οι Παρακλητικοί Κανόνες προς τιμήν της

Η Κυρία Θεοτόκος και οι Παρακλητικοί Κανόνες προς τιμήν της










Η Υπεραγία Θεοτόκος και Αειπάρθενος Μαρία είναι θαύμα και μυστήριο που ούτε οι άγγελοι δεν μπορούν να κατανοήσουν· «εξέστη επί τούτο ο ουρανός, και τη γης κατεπλάγη τα πέρατα, ότι Θεός, ώφθη τοις ανθρώποις σωματικώς, και η γαστήρ σου γέγονεν, ευρυχωροτέρα των ουρανών· διό σε Θεοτόκε Αγγέλων και ανθρώπων ταξιαρχίαι μεγαλύνουσιν», γράφει ο ποιητής του Παρακλητικού Κανόνα. Είναι «η μετὰ Θεὸν Θεός», αναφέρει ο Άγιος Γρηγόριος ο Θεολόγος. Βέβαια, αλλού οι Πατέρες εκφράζονται με σαφήνεια, ως προς τη θέση της Παναγίας. Ο Άγιος Επιφάνιος υπογραμμίζει: "Εν τιμή έστω Μαρία, ο δε Πατήρ και Υιός και Άγιον Πνεύμα προσκυνείσθω, την Μαρίαν μηδείς προσκυνείτω".
Για το γενεαλογικό δέντρο της Κυρίας Θεοτόκου πληροφορούμαστε μέσα από το Ευαγγέλιο του Αποστόλου Λουκά πως ήταν «εξ οίκου Δαυίδ». Το λεγόμενο πρωτευαγγέλιο του Ιακώβου του Αδελφοθέου αναφέρει ότι ο ιερέας Ματθάν νυμφεύθηκε τη Μαρία και γέννησαν τέσσερα παιδιά τον Ιακώβ, ο οποίος γέννησε τον Ιωσήφ, τον μνήστορα της Παναγίας, τη Μαρία, η οποία γέννησε τη Σαλώμη τη μαία, τη Σοβή, η οποία γέννησε την Ελισάβετ, τη μητέρα του Τιμίου Προδρόμου, την Άννα, η οποία γέννησε τη Μαριάμ, τη Μητέρα του Θεανθρώπου Ιησού Χριστού.
Το όνομα Μαριάμ που της έδωσαν οι γονείς της, Ιωακείμ και Άννα, παράγεται από το εβραϊκό «Αϊός», που σημαίνει Κύριος. Επομένως, το όνομα Μαριάμ διερμηνεύεται Κυρία. Το κατ\' εξοχήν, όμως, όνομά της, είναι Θεοτόκος, γιατί είναι η Μητέρα του Θεού. Τον όρο αυτό επικύρωσε η Γ’ Οικουμενική Σύνοδος της Εκκλησίας το 431. Ωστόσο, η Εκκλησία, για να εκφράσει την περισσή της αγάπη και τον μεγάλο σεβασμό που τρέφει προς την Αειπάρθενο, τής έχει προσδώσει πλήθος τιμητικών ονομάτων και επιθέτων. Πολύ χαρακτηριστικό παράδειγμα είναι ο Άγιος Νεκτάριος, ο οποίος αφιέρωσε προς τιμή της Παναγίας πέντε χιλιάδες ποιητικούς στίχους, που αποτέλεσαν το «Θεοτοκάριό» του.
Από τα Ευαγγέλια της Κ.Δ. πληροφορούμαστε ότι η Κόρη της Ναζαρέτ, δέχθηκε τον Ευαγγελισμό της από τον Αρχάγγελο Γαβριήλ, επισκέφθηκε την εξαδέλφη της Ελισάβετ, η οποία ήδη κυοφορούσε τον Τίμιο Ιωάννη τον Πρόδρομο, Γέννησε τον Σωτήρα του Κόσμου στη Βηθλεέμ, κατέφυγε στην Αίγυπτο, για να προστατέψει το Παιδί της από τους επίδοξους δολοφόνους, αναζητούσε τον δωδεκαετή Υιό της στα Ιεροσόλυμα, ενώ Αυτός βρισκόταν μέσα στο Ναό και διαλεγόταν με τους διδακάλους, ήταν παρούσα στο Γάμο της Κανά, όπου και μεσίτευσε προς τον Υιό της, συμπορεύτηκε με τον Κύριο έως τον Γολγοθά, και έζησε τα θεία γεγονότα της Σταύρωσης, της θεοσώμου ταφής και της ένδοξης Ανάστασης του Κυρίου, και κατόπιν την επιφοίτηση του Αγίου Πνεύματος που έγινε στο Υπερώον κατά την ημέρα της Πεντηκοστής.
Για τη ζωή της Παναγίας μας μαθαίνουμε και από την Πατερική Παράδοση, η οποία είναι τό ίδιο έγκυρη πηγή με την Αποστολική Παράδοση, της οποίας αποτελεί τη φυσική συνέχεια, βασιζόμενη στην αγιοπνευματική εμπειρία και καθοδήγηση. Το σύγγραμμα Περί Θείων Ονομάτων του Αγίου Διονυσίου του Αρεοπαγίτη, τα Εγκώμια της Κοιμήσεως της Παναγίας που έγραψαν διάφοροι Άγιοι της Εκκλησίας, όπως ο Ιωάννης ο Δαμασκηνός και ο Ανδρέας Κρήτης, η Υμνολογία και η Εικονογραφία της Εκκλησίας είναι οι βασικές πηγές. Πληροφορίες βρίσκουμε, επίσης, στην Απόκρυφη διήγηση του αγίου Ιωάννου του Θεολόγου περί της Κοιμήσεως της Θεοτόκου Μαρίας.
Η μακαρία Κοίμηση της Θεοτόκου, λοιπόν, έγινε το 47 μ.Χ. σε ηλικία 59 ετών ή σε ηλικία 70 περίπου ετών, δηλαδή 24 χρόνια μετά την Ανάληψη του Κυρίου. Όπως ο Αρχάγγελος Γαβριήλ τη διακόνησε καθ’ όλα τα προηγούμενα χρόνια, έτσι, και τότε, της έφερε το μήνυμα ότι σε τρεις ημέρες ο Υιός της πρόκειται να παραλάβει την πάναγνη ψυχή της. Μετά το θείο μήνυμα, η Κυρία Θεοτόκος, ανέβηκε στο Όρος των Ελαιών, όπου προσευχήθηκε προς τον Υιό και Θεό της. Κατόπιν κοινοποίησε στην Εκκλησία το αναμενόμενο γεγονός και άρχισε τις σχετικές προετοιμασίες. Την ημέρα της Κοιμήσεώς της η Χάρη του Κυρίου, υπό μορφή νεφέλης, μετέφερε τους Αποστόλους, που βρίσκονταν μακριά, στην οικία του Ευαγγελιστού Ιωάννου, στη Γεθσημανή, προκειμένου να λάβουν την ευλογία της και να ζήσουν την μακαρία Κοίμησή της. Ο Απόστολος Παύλος, ο Απόστολος Τιμόθεος, ο Άγιος Διονύσιος ο Αρεοπαγίτης, καθώς και άλλοι Άγιοι και Αγίες, ήσαν επίσης παρόντες. Η Παναγία παρηγορούσε και συμβούλευε τους Αποστόλους και προσευχόταν για την σωτηρία του σύμπαντος κόσμου, έως και το πρωὶ, οπότε ο ίδιος ο Υιός της παρέλαβε το πνεύμα της.
Τότε, «το θεοδόχον αυτής σώμα, μετά αγγελικής και αποστολικής υμνωδίας εκκομισθέν και κηδευθέν, εν σορώ τη εν Γεθσημανή κατετέθη», παρόλο που οι Ιουδαίοι παρεμπόδιζαν την αγία τελετή. Αναφέρεται δε ότι κάποιος Ιουδαίος, ο Ιεφονίας, προσπάθησε να ανακόψει τον ενταφιασμό της, με αποτέλεσμα να αποκοπούν τα χέρια του από αόρατη δύναμη. Ευτυχώς δε, ο Ιεφονίας μετανόησε και αμέσως θεραπεύτηκε. Παρόμοια τύχη είχαν όσοι προσέγγιζαν με ασέβεια την Παναγία· τυφλώνονταν, αλλά όταν μετανοούσαν ξαναέβρισκαν το φως τους.
Οι Άγιοι Απόστολοι ενταφίασαν, τελικά, το πανάγιο σκήνωμα της Θεοτόκου και παρέμειναν εκεί για τρεις μέρες, ενώ «η των αγγέλων χοροστασία και υμνωδία διέμεινεν άπαυστος». «Μετά δε την τρίτην ημέραν της αγγελικής υμνωδίας παυσαμένης, παρόντες οι απόστολοι, ενός αυτοίς απολειφθέντος και μετά την τρίτην ελθόντος και το θεοδόχον σώμα προσκυνήσαι βουληθέντος, ήνοιξαν την σορόν. Και το μεν σώμα αυτής το πανύμνητον ουδαμώς ευρείν ηδυνήθησαν, μόνα δε αυτής τα εντάφια κείμενα ευρόντες και της εξ αυτών αφάτου ευωδίας εμφορηθέντες», αναφέρει ο Άγιος Ιωάννης ο Δαμασκηνός στο Εγκώμιόν του εις την πάνσεπτη Κοίμηση της Θεομήτορος.
Ο Απόστολος που απουσίαζε ανήμερα της Κοιμήσεως ήταν, κατά την Παράδοση, ο Θωμάς. Έτσι, την τρίτη ημέρα απὸ την Κοίμησή της Θεοτόκου, κατά την οποία η Παναγία έμελλε να μεταστεί σωματικώς προς τον Υιό της, ο Απόστολος Θωμάς μεταφέρθηκε από τη Χάρη του Αγίου Πνεύματος στη Γεθσημανή, όπου είδε την Θεοτόκο να αναλαμβάνεται στους ουρανοὺς. Τότε, η Παναγία τού παρέδωσε την Αγία Ζώνη της, η οποία φυλάσσεται ως κόρη οφθαλμού στην Ιερὰ Μονὴ Βατοπαιδίου.

Οι παρακλητικοί Κανόνες της Θεοτόκου

Η ημέρα της εορτής της Κοιμήσεως της Θεοτόκου είναι λαμπρότατη. Στη λειτουργική ζωή της Εκκλησίας το Απολυτίκιον της εορτής και το Κοντάκιον διερμηνεύουν το γιατί. «Ἐν τῇ Γεννήσει τὴν παρθενίαν ἐφύλαξας, ἓν τὴ Κοιμήσει τὸν κόσμον οὗ κατέλιπες Θεοτόκε, Μετέστης πρὸς τὴν ζωήν, μήτηρ ὑπάρχουσα τῆς ζωῆς, καὶ ταὶς πρεσβείαις ταὶς σαὶς λυτρουμένη, ἐκ θανάτου τὰς ψυχὰς ἡμῶν». «Τὴν ἐν πρεσβείαις ἀκοίμητον Θεοτόκον, καὶ προστασίαις ἀμετάθετον ἐλπίδα, τάφος καὶ νέκρωσις οὐκ ἐκράτησεν, ὡς γὰρ ζωῆς Μητέρα, πρὸς τὴν ζωὴν μετέστησεν, ὁ μήτραν οἰκήσας ἀειπάρθενον».
Η εορτή αυτή της Παναγίας στην αρχή ήταν κινητή, αλλά στη συνέχεια, με εντολή του Αυτοκράτορα Μαυρίκιου καθιερώθηκε να τελείται στις 15 Αυγούστου.
Σήμερα, της εορτής προηγείται κατανυκτική περίοδος δύο εβδομάδων, κατά τις οποίες τα απογεύματα εμείς οι Χριστιανοί συναγόμαστε στις εκκλησίες, προκειμένου να ψάλλουμε τον Παρακλητικό Κανόνα προς την Υπεραγία Θεοτόκο.
Προστρέχουμε στην Παναγία, και ψάλλουμε τις Παρακλήσεις, γιατί πιστεύουμε ακράδαντα, μαζί με τον ποιητή της Παρακλήσεως, ότι «ουδείς προστρέχων επι σοι κατησχημένος από σου εκπορεύεται Παρθένε Θεοτόκε, αλλά αιτείται τη χάριν και λαμβάνει το δώρημα προς το συμφέρον της αιτήσεως». Η εμπειρία μας από τις απειράριθμες ευεργεσίες που δεχτήκαμε από την Κυρία των Ουρανών δεν μας επιτρέπει να σιωπήσουμε «ου σιωπήσωμέν ποτε, Θεοτόκε, τα δυναστείας σου λαλείν οι ανάξιοι ειμή γαρ συ προΐστασο πρεσβεύουσα, τις ημάς ερρύσατο εκ τοσούτων κινδύνων; Ουκ αποστώμεν, Δέσποινα, εκ σου σους γαρ δούλους σώζεις αεί, εκ παντοίων δεινών». «Ου κρύπτω σου τον βυθόν του ελέους και την βρύσιν των απείρων θαυμάτων...αλλά απάσιν ομολογώ και βοώ και κηρύττω και φθέγγομαι».
Ομολογούμε έμπροσθεν της Κυρίας Θεοτόκου την αμαρτωλότητά μας, εκφράζουμε προς Αυτήν την κραυγή αγωνίας, τον ψυχικό και σωματικό μας πόνο και τη θλίψη, που μας κάνουν να αισθανόμαστε πως «η ζωή μας τω Άδη προσήγγισε». Βεβαίως, όμως, δεν απελπιζόμαστε και δεν μοιρολογούμε, ως οι μη έχοντες ελπίδα, αλλά εκ βάθους καρδίας ψάλλουμε «χαράς μου την καρδίαν πλήρωσον Παρθένε... της αμαρτίας την λύπη εξαφανίσασα». Εναποθέτουμε όλες μας τις ελπίδες σε Αυτή, γιατί γνωρίζουμε, εκ πείρας, ότι πραγματικά είναι φιλεύσπλαχνη και ότι ως Μητέρα του Θεού είναι πηγή ελέους, το μόνο καταφύγιο του κόσμου και «μεσιτεία προς τον Ποιητή αμετάθετος». Επιπλέον, την παρακαλούμε να κυβερνήσει τη ζωή μας, και ως «άρρηκτον τείχος και προστασία» και «φρουρά ασφαλεστάτη» που είναι να μας διαφυλάξει από «των δαιμόνων τα τοξεύματα», που μας περικυκλώνουν, και τα οποία δεν μπορούμε από μόνοι μας να αντιμετωπίσουμε. Έτσι εμείς οι Χριστιανοί ζούμε αληθινά το Πάσχα του καλοκαιριού.
Τις μέρες αυτές, λοιπόν, ψάλλονται εναλλάξ μέχρι και το απόγευμα της 13ης Αυγούστου, εκτός των Εσπερινών των Σαββάτων και της Εορτής της Μεταμορφώσεως του Κυρίου, ο Μικρός Παρακλητικός Κανόνας, που είναι έργο-ποίημα ενός υμνογράφου με το όνομα Θεοστήρικτος Μοναχός, κατά κόσμο Θεοφάνης, και ο Μεγάλος Παρακλητικός Κανόνας, που είναι ποίημα του Θεοδώρου Β΄ του Λασκάρεως, Αυτοκράτορα της Νικαίας, ο οποίος έζησε τον 13ο αιώνα.
Για τον υμνογράφο του Μικρού Παρακλητικού, μοναχό Θεοστήρικτο, δεν έχουμε άλλα στοιχεία ταυτότητας. Για τον ποιητή του Μεγάλου Παρακλητικού Κανόνα, Θεόδωρο Β΄ γνωρίζουμε πως ήταν παιδί του Αγίου Ιωάννη Βατάτζη και της Ειρήνης Λάσκαρη. Αναφέρεται ότι ο Αυτοκράτορας Θεόδωρος είχε μία πάθηση, η οποία του προκαλούσε βαριά κατάθλιψη, και από την οποία προσευχόταν να απαλλαγεί. Μάλιστα, φαίνεται ότι κάποτε είχε παραμελήσει τον πνευματικό του αγώνα, γι\' αυτό και επαναλάμβανε συνεχώς τη φράση «εγκατέλιπόν σε Χριστέ». Οι προσευχές του, λοιπόν, έλαβαν τη μορφή Παρακλήσεως προς την Παναγία όταν γνώρισε τη Βασίλισσα της Ηπείρου, Αγία Θεοδώρα, η οποία ευλαβείτο πολύ την Θεοτόκο. Απ’ αυτήν έμαθε στις δύσκολες στιγμές, και ιδίως όταν τον κατέβαλλε η θλίψη, να απευθύνεται προς την Παναγία και να την παρακαλεί να του καταπραϋνει το άλγος και να του μεταδώσει τη θεία χαρά και παρηγοριά. Στον Παρακλητικό αυτό Κανόνα «διεκτραγωδούνται τα παθήματα και τα βάσανα μιας ψυχής..., όπου εις βασιλεύς Έλλην, διωγμένος, πολεμημένος, στενοχωρημένος, από Λατίνους και Άραβας και τους ιδικούς του, διεκτραγωδεί προς την Παναγίαν τους ιδίους πόνους του, και τους διωγμούς, όσους υπέφερεν από τα στίφη των βαρβάρων, τα οποία ονομάζει ΄΄νέφη΄΄», σημειώνει ο Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης. Η Παράκληση του Θεοδώρου Β’ διαδόθηκε στις Ιερές Μονές της περιοχής, όπου καταρτίστηκε ως ακολουθία, και από εκεί εξαπλώθηκε σε όλο το Βυζάντιο ως ο Μέγας Παρακλητικός Κανόνας.
Η εναλλακτική τέλεση των δύο ιερών Παρακλήσεων οφείλεται, μάλλον, στις ιστορικές συγκυρίες που σημάδεψαν το Βυζάντιο το έτος 1261. Εκείνη τη χρονιά, λοιπόν, επί Αυτοκρατορίας του Μιχαήλ Η’ Παλαιολόγου, έγινε ανακατάληψη της Βασιλεύουσας χωρίς αιματοχυσίες και το γεγονός αυτό αποδόθηκε στην θαυματουργική παρέμβαση της Θεοτόκου. Τότε, ο Μιχαήλ θέλησε να εισέλθει στην Πόλη εν πομπή και να αναπέμψει ευχαριστίες προς την Παναγία. Ωστόσο, επειδή εκείνη την περίοδο ψαλλόταν στις εκκλησίες ο Μεγάλος Παρακλητικός Κανόνας του Θεοδώρου Β΄, έπρεπε να εξεβρεθεί μία ενδιάμεση λύση. Τότε προτάθηκε να χρησιμοποιείται και ο αρχαιότερος Μικρός Παρακλητικός Κανόνας προς την Υπεραγία Θεοτόκο. Από τότε, λοιπόν, η χρήση του Μεγάλου Παρακλητικού Κανόνα γίνεται μόνο κατά την Νηστεία του Δεκαπενταυγούστου.
Η τέλεση, λοιπόν, των Παρακλητικών Κανόνων, που, σημειωτέον, εντάσσεται μεταξύ των δύο μεγάλων εορτών της Εκκλησίας, της Αναστάσεως και των Χριστουγέννων, γίνεται προκειμένου να αναπέμψουμε δεήσεις και ικεσίες προς την Παναγία, την μόνη μας μεσίτρια προς τον Φιλάνθρωπο Θεό, ώστε να μας δοθεί έλεος και δύναμη να ανεβούμε το Γολγοθά μας, όπου και βιώνεται η ανείπωτη Χαρά της Αναστάσεως. Γιατί η Ανάσταση δεν υπάρχει πέρα από τον Σταυρό, αλλά χαρίζεται εκεί πάνω, στον Σταυρό.
Ας αποδώσουμε τις πρέπουσες τιμές και ας παρακαλέσουμε, λοιπόν, και εμείς, όπως ο σπουδαιότατος κήρυκας Ηλίας Μηνιάτης (1669-1714) την Κυρία Θεοτόκο: «Κεχαριτωμένη, Δεδοξασμένη, Παντάνασσα, από την άφθονον εκείνην ηλιοβολίαν του θείου φωτός οπού χαίρεσαι, παρισταμένη εκ δεξιών του μονογενούς σου Υιού, πέμψον εδώ κάτω και εις ημάς τους ευλαβείς δούλους σου μίαν μακαρίαν ακτίνα, οπού να είναι και φως εις τον εσκοτισμένον μας νουν και φλόγα εις την ψυχραμένην μας θέλησιν, διά να βλέπωμεν να περιπατούμεν σπουδαίοι εις την οδόν των θείων δικαιωμάτων. Ημείς, μετά Θεόν, εις εσέ του Θεού την Μητέρα και Μητέρα ημών έχομεν την ελπίδα της σωτηρίας μας από σε ελπίζομεν τας νίκας της γαληνοτάτης Αυθεντίας, τα τρόπαια των Ευσεβών Βασιλέων την στερέωσιν της Εκκλησίας την αντίληψιν του Ορθοδόξου γένους την σκέπην της ευλαβούς του ταύτης πολιτείας, οπού είναι αφιερωμένη εις την άμαχόν σου βοήθειαν. Ναι, Παναγία Παρθένε, ναι, Μαρία, όνομα οπού είναι η χαρά, η παρηγορία, το καύχημα των Χριστιανών δέξου την νηστείαν και παράκλησιν των αγίων τούτων ημερών, οπού εκάμαμε εις τιμήν σου, ως θυμίαμα ευπρόσδεκτον και αξίωσόν μας, καθώς εδώ εις την Εκκλησίαν ευλαβώς ασπαζόμεθα την αγίαν και θαυματουργόν ταύτην εικόνα, έτζι και εκεί εις τον Παράδεισον να ιδούμεν αυτό το μακάριόν σου πρόσωπον, το οποίον να προσκυνούμεν συν τω Πατρί και τω Υιώ και τω αγίω Πνεύματι, εις τους απεράντους αιώνας. Αμήν».

Να κάνουμε μία “Παράκληση” στην Παναγία τη Σιτοδότρια

ΠΑΡΑΚΛΗΤΙΚΟΣ ΚΑΝΩΝ

ἐπί τῆς δυσπραγίας καί κρίσεως τῆς Ἑλλάδος

ΕΙΣ ΤΗΝ ΠΑΝΑΓΙΑΝ ΤΗΝ ΣΙΤΟΔΟΤΡΙΑΝ

Ποίημα ‘Αντωνίου  Μάρκου

ΠΡΟΛΟΓΟΣ
Ὁ παρών Παρακλητικός Κανών πρός τήν Παναγίαν τήν Σιτοδότριαν, ἐποιήθη ὡς αἴτημα προσευχῆς πρός τήν τροφόν τῶν Ὀρθοδόξων Χριστιανῶν καί σύμπαντος τοῦ κόσμου Ὑπεραγίαν Θεοτόκον, λόγῳ τῆς κρίσεως τήν ὁποίαν ἀντιμετωπίζει ἡ πατρίς μας Ἑλλάς καί ὁ δεινός βασανιζόμενος Ἑλληνικός λαός.
Ἡ ἱερά Εἰκών τῆς Παναγίας τῆς Σιτοδοτρίας σχετίζεται μετά τοῦ ἁγ. Ἀμβροσίου, Στάρετς τῆς Ὄπτινα Ρωσίας (+ 1891). Ὁ Ὅσιος αὐτός εἶναι ὁ πλέον γνωστός οἰκομενικῶς Στάρετς τῆς Ρωσικῆς Ὀρθοδοξίας, μετά τόν ὅσ. Σεραφείμ τοῦ Σάρωφ (+ 1833). Τήν Σιτοδότριαν τήν ἐσχεδίασεν ὁ ἴδιος καί εἰς τήν συνέχειαν ἁγιογραφήθηκε κατόπιν ἐντολῆς του, μάλιστα ἐνταφιάσθηκε κατά τήν ἡμέραν τιμῆς τῆς ἱερᾶς αὐτῆς Εἰκόνος (15ην Ὀκτωβρίου).
Εἰς τήν Εἰκόνα ἡ Θεοτόκος εἰκονίζεται ἐντός δόξης καί ἐπί λευκῆς νεφέλης, νά εὐλογῇ ἀγρόν καί δεμάτια σίτου. Ὁ Ὅσιος Στάρετς Ἀμβρόσιος διά τῆς εἰκόνος αὐτῆς, ήθελε νά ὑπενθυμίσῃ εἰς τόν Ρωσικόν λαόν (ὁ ὁποῖος κατά τόν 19ον αἰ. ἀντιμετώπιζε πολλά καί ποικίλα προβλήματα καί εὑρίσκετο εἰς κατάστασιν διαρκούς κρίσεως, ἡ ὁποία τελικῶς ὁδήγησεν εἰς τήν Ἐπανάστασιν τοῦ 1917), ὅτι ἡ Θεοτόκος ὡς κατά χάριν μητέρα τῶν Ὀρθοδόξων, εἶναι ἡ μόνη τροφός καί ἐλπίς καί παραμυθία καί λύσις πάσης κρίσεως. «Ἐν Ὄπτίνᾳ αὗτη γάρ – ψάλλομεν – ὑπό Ἀμβροσίου ἱστορήθη, ἵνα πάντοτε ἡμῖν ὑπομιμνήσκει τά ἐλέη (τῆς Θεομήτορος)· σώζει δέ ἐκ θλίψεων, τούς ἐν πίστει Ταύτῃ προστρέχοντας». Βεβαίως καί δι’ ἡμᾶς τούς Ἕλληνας Ὀρθοδόξους, ἡ Παναγία εἶναι ἡ μητέρα μας καί πρός Αὐτήν καταφεύγωμεν μετά Θεόν, ἰδιαιτέρως κατά τήν παρούσαν κρίσιν, ἡ ὁποία δέν εἶναι μόνον οἰκονομικῆς φύσεως, ἀλλά εἶναι καί κρίσις θεσμῶν, εἶναι κρίσις αὐτῆς τῆς ἰδίας τῆς Ἑλληνορθοδόξου ταυτότητος τῆς χώρας μας.
Ὁ ὅσ. Ἀμβρόσιος, κατά κόσμον Ἀλέξανδρος Γκρένκωφ, ἐγεννήθη τό ἔτος 1812 εἰς Ἱερατικήν οἰκογένειαν. Μετά τήν φοίτησίν του εἰς τό ἐνοριακόν σχολεῖον τῆς πατρίδος του, ἐφοίτησεν εἰς τό Σεμινάριον τοῦ Ταμπώφ καί ἔπειτα ἠργάσθη ὡς διδάσκαλος. Ἔγινε μοναχός μετά τήν θαυματουργικῷ τῷ τρόπῳ διάσωσίν του ἀπό σοβαράν ἀσθένειαν καί κατόπιν συμβουλῆς τοῦ μακαρίου Ἰλλαρίωνος τοῦ Ταμπώφ, ἐνετάχθη εἰς τήν περίφημον Μονήν τῆς Ὄπτινα καί ὑπετάγη εἰς τόν Στάρετς Λεωνίδαν.
Ὑπῆρξεν ὑποδειγματικός μοναχός. Αἱ γνώσεις του ἐπί τῆς Ἑλληνικῆς καί Λατινικῆς γλώσσης τοῦ ἐπέτρεψαν νά βοηθήσῃ τόν Στάρετς Μακάριον εἰς τήν ἔκδοσιν Πατερικῶν ἔργων. Ἀγωνιζόμενος ἠλεήθη ὑπό τοῦ Θεοῦ διά τῶν χαρισμάτων τῆς προοράσεως, τῆς διοράσεως καί τῶν θαυμάτων. Ὑπῆρξεν ἱδρυτής τῆς μεγάλης γυναικείας Μονῆς τοῦ Σαμορντῖνο.
Χάρις εἰς τόν Στάρετς Ἀμβρόσιον, ὅλοι οἱ δρόμοι τῆς Ρωσικῆς πνευματικότητος τοῦ 19ου αἰ. ὁδηγοῦσαν εἰς τήν Ὄπτινα. Κορυφαῖοι ἐκρπόσωποι τοῦ πνεύματος, βρῆκαν κοντά του τόν δρόμον πρός τόν Θεόν καί ἐπηρεάσθηκαν εἰς τά ἔργα τους. Ὁ Φ. Ντοστογιέφσκυ τόν περιγράφει εἰς τούς «Ἀδελφούς Καραμάζωφ», εἰς τό φανταστικόν πρόσωπον τοῦ Στάρετς Ζωσιμᾶ. Καί ὁ Κ. Λεόντιεφ, «αὐτός ὁ ἰδιότρο-πος καί ἐμπαθής ἄνθρωπος, ἀφ’ ὅτου τόν συνάντησε, δέν θέλησε πιά νά τόν ἐγκαταλείψῃ». Πέρασε 45 χρόνια εἰς ἕνα μικρό ξύλινο σπιτάκι εἰς τόν περίβολο τῆς Μονῆς καί μέ τήν καθοδήγησιν τοῦ Ὁσίου ἔγινε Μοναχός τό 1890, εἰς τήν Λαύραν τῆς Ἁγίας Τριάδος – ἁγ. Σεργίου. Ἀκόμη, ὁ μέγας Λ. Τολστόϊ, ὁ Ρωζάνωφ, ὁ Στράχωφ, κ.ἄ. ἠσθάνθησαν εἰς τό πρόσωπόν του τήν πνευματικήν ἔλξιν τῆς Ὄπτινα.
Ὁ Ὅσιος ἐκοιμήθη εἰρηνικῶς τήν 10ην Ὀκτωβρίου 1891. Πρό τῆς κοιμήσεώς του εἶχε προφητεύσει εἰς τόν Στάρετς Ἰωσήφ, ὅτι τό λείψανό του θά ἀνέδιδε ὀσμήν σήψεως (ὅπως περιγράφει ὁ Ντοστογιέφσκυ εἰς τό μνημονευόμενο ἔργο του), ἐπειδή εἰς τήν ζωήν του εἶχε ἀπολαύσει πολλήν δόξαν. Πράγματι, εἰς τήν ἀρχήν ἔγινε αἰσθητή κάποια δυσάρεστη μυρωδιά, ἡ ὁποία ὅμως εἰς τήν συνέχειαν ἔδωσε τήν θέσιν της εἰς μίαν οὐράνια εὐωδία!
Ὁ Ὅσιος ἐνεταφιάσθη εἰς τήν Ὄπτινα, τήν 15ην Ὀκτωβρίου 1891, ἡμέραν τιμῆς τῆς Εἰκόνος τῆς Σιτοδότριας, ἡ ὁποία εἶχε ἁγιογραφηθεῖ κατ’ ἐντολήν του. Τό Λείψανόν του ἀνεκομίσθη ἀδιάφθορον, κατά τήν ἐπαναλειτουργίαν τῆς Μονῆς, μετά τήν κατάρρευσιν τοῦ Κομμουνιστικοῦ καθεστώτος (1988) καί εὑρίσκεται σήμερον κατατεθειμένον ἐκεῖ, εὐωδιάζων ἀρρήτως. Ἡ μνήμη τοῦ τιμᾶται τήν 10ην Ὀκτωβρίου.

 ΠΑΡΑΚΛΗΤΙΚΟΣ ΚΑΝΩΝ
ἐπί τῆς δυσπραγίας καί κρίσεως τῆς Ἑλλάδος
ΕΙΣ ΤΗΝ ΠΑΝΑΓΙΑΝ ΤΗΝ ΣΙΤΟΔΟΤΡΙΑΝ

 Ὁ Ἱερεύς ἄρχεται τῆς Παρακλήσεως μέ τήν δοξολογικήν ἐκφώνησιν:
Εὐλογητός ὁ Θεός ἡμῶν, πάντοτε, νῦν καί ἀεί καί εἰς τούς αἰῶνας τῶν αἰώνων.

Ὁ χορός: Ἀμήν.

Ἤ μή ὑπάρχοντος Ἱερέως, ἡμεῖς τό:

Δι’ εὐχῶν τῶν Ἁγίων Πατέρων ἡμῶν, Κύριε Ἰησοῦ Χριστέ ὁ Θεός, ἐλέησον καί σῶσον ἡμᾶς, Ἀμήν.

Ψαλμός ρμβ’ (142).
Κύριε εἰσάκουσον τῆς προσευχῆς μου, ἐνώτισαι τήν δέησίν μου ἐν τῆ ἀληθείᾳ Σου, εἰσάκουσον μου ἐν τῆ δικαιοσύνῃ Σου καί μή εἰσέλθης εἰς κρίσιν μετά τοῦ δούλου Σου, ὅτι οὐ δικαιωθήσεται ἐνώπιόν Σου, πᾶς ζῶν. Ὅτι κατεδίωξεν ὁ ἐχθρός τήν ψυχήν μου, ἐταπείνωσεν εἰς γῆν τήν ζωήν μου. Ἐκάθισέ με ἐν σκοτεινοῖς, ὡς νεκρούς αἰῶνος καί ἠκηδιάσεν ἐπ’ ἐμέ τό πνεῦμα μου, ἐν ἐμοί ἐταράχθη ἡ καρδία μου. Ἐμνήσθην ἡμερῶν ἀρχαίων, ἐμελέτησα ἐν πᾶσι τοῖς ἔργοις Σου, ἐν ποιήμασι τῶν χειρῶν Σου ἐμελέτων. Διεπέτασα πρός Σέ τάς χείρας μου, ἡ ψυχή μου ὡς γῆ ἄνυδρός Σοι. Ταχύ εἰσακουσόν μου, Κύριε, ἐξέλιπε τό πνεῦμα μου. Μή ἀποστρέψης τό πρόσωπόν Σου ἀπ’ ἐμοῦ καί ὁμοιωθήσομαι τοῖς καταβαίνουσιν εἰς λάκκον. Ἀκουστόν ποίησόν μου τό πρωΐ τό ἔλεός Σου, ὅτι ἐπί Σοί ἤλπισα. Γνώρισόν μοι, Κύριε, ὁδόν ἐν ἧ πορεύσομαι, ὅτι πρός Σέ ἦρα τήν ψυχήν μου. Ἐξελοῦ με ἐκ τῶν ἐχθρῶν μου, Κύριε, πρός Σέ κατέφυγον, δίδαξόν με τοῦ ποιεῖν τό θέλημά Σου, ὅτι Σύ εἶ ὁ Θεός μου. Τό Πνεῦμα Σου τό ἀγαθόν ὁδηγήσει με ἐν γῇ εὐθείᾳ, ἕνεκεν τοῦ ὀνόματός Σου, Κύριε, ζήσεις με. Ἐν τῆ δικαιοσύνῃ Σου ἐξάξεις ἐκ θλίψεως τήν ψυχήν μου καί ἐν τῷ ἐλέει Σου ἐξολοθρεύσεις τούς ἐχθρούς μου. Καί ἀπολεῖς πάντας τούς θλίβοντας τήν ψυχήν μου, ὅτι ἐγώ δοῦλος Σου εἰμί.

Καί εὐθύς ψάλλεται τετράκις ἐξ’ ὑπαμοιβῆς, μετά τῶν οἰκείων στίχων:

Θεός Κύριος καί ἐπέφανεν ἡμῖν, εὐλογημένος ὁ ἐρχόμενος ἐν ὀνόματι Κυρίου.
Στίχ. α’. Ἐξολολογεῖσθε τῷ Κυρίῳ καί ἐπικαλεῖσθε τό ὄνομα τό Ἅγιον Αὐτοῦ.
Θεός Κύριος καί ἐπέφανεν ἡμῖν…
Στίχ. β’. Πάντα τά ἔθνη ἐκύκλωσάν με καί τῷ ὀνόματι Κυρίου ἠμυνάμην αὐτούς.
Θεός Κύριος καί ἐπέφανεν ἡμῖν…
Στίχ. γ’. Παρά Κυρίου ἐγένετο αὕτη καί ἔστι θαυμαστή ἐν ὀφθαλμοῖς ἡμῶν.
Θεός Κύριος καί ἐπέφανεν ἡμῖν…
Εἶτα τά παρόντα Τροπάρια.

Ἦχος δ’. Ὁ ὑψωθείς ἐν τῷ Σταυρῷ.
Σιτοδοτρίας τῆς Θεοτόκου Εἰκόνι, οἱ ἐν κινδύνοις, δυσπραγίᾳ καί πόνοις ὑπάρχοντες, προσπίπτωμεν ἐν πίστει πολλῇ· Δέσποινα βοήθησον ἐκβοῶντες ἐν τάχει, τόν ζυγόν τῆς θλίψεως ἀφ’ ἡμῶν ἀραμένη· Σέ γάρ μητέρα ὁμολογοῦμεν, Ἀγαθή, καί τῇ Σῇ σκέπῃ ὡς νήπια σπεύδομεν.

Δόξα. Ἀπολυτίκιον τῆς Σιτοδοτρίας. Ἦχος α’. Τῆς ἐρήμου πολίτης.
Τῇ σεπτῇ Σου Εἰκόνι Σιτοδοτρίας προσπίπτωμεν, κλίνοντες τό γόνυ, Παρθένε, τῆς ψυχῆς καί τοῦ σώματος· δεόμενοι ἀντιλήψεως, Ἁγνή, πρεσβείαις πρός Υἱόν Σου καί λιταῖς· ἵνα τύχωμεν, Παρθένε, τῆς παρ’ Αὐτοῦ πλημελημάτων ἀφέσεως. Δόξα τοῖς μεγαλείοις Σου, Σεμνή, δόξα τοῖς θαυμασίοις Σου, δόξα ὑπερβαλόντως, Κόρη, τῇ δυναστείᾳ Σου.

Ἀπολυτίκιον τοῦ ἁγ. Ἀμβροσίου τῆς Ὄπτινα. Ἦχος ὁ αὐτός.
Τῶν ἐν Ὄπτινᾳ Γερόντων ἀνυμνοῦμεν τόν πρύτανην, τόν ἐν ἁγιότητι μέγαν, θεοφόρον Ἀμβρόσιον· καί τούτου τῇ Εἰκόνι τῇ σεπτῇ Σιτοδοτρίας τῆς Παρθένου, εὐλαβῶς προσπίπτωμεν κινδυνεύοντες οἱ πιστοί, μετά θέρμης ἀναβοῶντες· πρόφθασον ταῖς λιταῖς Σου πρός Θεόν, ἄρον δεινήν περίστασιν, ἔπαρον ὑπέρ ἡμῶν τάς χεῖρας, Ὅσιε.

Καί νῦν. Ἦχος δ’. Ὁ ὑψωθείς.
Τῇ Θεοτόκῳ ὡς μητρί ἐκβοῶμεν, οἱ τυραννούμενοι ἐχθροῦ δυναστείᾳ, τῇ θεϊκῇ Σου σκέπασον ἀγάπῃ ἡμᾶς· σπεῦσον, Κόρη, ῥύσασθαι τῶν τοῦ Βελίαρ παγίδων καί τῆς περιστάσεως καί τῆς δαιμόνων μανίας· Σύ γάρ ὑπάρχες Σιτοδότρια ἡμῶν, πάντων προστάτις, σκέπη τε καί ἀντίληψις.

Ψαλμός ν’ (50).
Ἐλέησόν με, ὁ Θεός, κατά τό μέγα ἔλεός Σου καί κατά τό πλῆθος τῶν οἰκτιρμῶν Σου, ἐξάλειψον τό ἀνόμημά μου. Ἐπί πλεῖον πλῦνόν με ἀπό τῆς ἀνομίας μου καί ἀπό τῆς ἁμαρτίας μου καθάρισόν με. Ὅτι τήν ἀνομίαν μου ἐγώ γινώσκω καί ἡ ἁμαρτία μου ἐνώπιόν μου ἐστι διά παντός. Σοί μόνῳ ἥμαρτον καί τό πονηρόν ἐνώπιόν Σου ἐποίησα, ὅπως ἄν δικαιωθῆς ἐν τοῖς λόγοις Σου καί νικήσῃς ἐν τῷ κρίνεσθαί Σε. Ἰδοῦ γάρ ἐν ἀνομίαις συνελήφθην καί ἐν ἁμαρτίαις ἐκίσσησέ με ἡ μήτηρ μου. Ἰδοῦ γάρ ἀλήθειαν ἠγάπησας, τά ἄδηλα καί τά κρύφια τῆς σοφίας Σου ἐδήλωσάς μοι. Ῥαντιεῖς μέ ὑσσώπῳ καί καθαρισθήσομαι, πλυνεῖς με καί ὑπέρ χιόνα λευκανθήσομαι. Ἀκουτιεῖς μοι ἀγαλλίασιν καί εὐφροσύνην, ἀγαλλιάσονται ὀστέα τεταπεινωμένα. Ἀπόστρεψον τό πρόσωπόν Σου ἀπό τῶν ἁμαρτιῶν μου καί πάσας τάς ἀνομίας μου ἐξάλειψον. Καρδίαν καθαράν κτίσον ἐν ἐμοί ὁ Θεός καί πνεῦμα εὐθές ἐγκαίνισον ἐν τοῖς ἐγκάτοις μου. Μή ἀπορρίψῃς με ἀπό τοῦ προσώπου Σου καί τό Πνεῦμα Σου τό Ἅγιον μή ἀντανέλῃς ἀπ’ ἐμοῦ. Ἀπόδος μοι τήν ἀγαλλίασιν τοῦ σωτηρίου Σου καί πνεύματι ἡγεμονικῷ στήριξόν με. Διδάξω ἀνόμους τάς ὁδούς Σου καί ἀσεβεῖς ἐπί σέ ἐπιστρέψουσιν. Ῥῦσαι με ἐξ αἱμάτων ὁ Θεός, ὁ Θεός τῆς σωτηρίας μου, ἀγαλλιάσεται ἡ γλῶσσα μου τήν δικαιοσύνην Σου. Κύριε, τά χείλη μου ἀνοίξεις καί τό στόμα μου ἀναγγελεῖ τήν αἴνεσίν Σου. Ὅτι, εἰ ἠθέλησας θυσίαν, ἔδωκα ἄν, ὁλοκαυτώματα οὐκ εὐδοκήσεις. Θυσίᾳ τῷ Θεῷ πνεῦμα συντετριμμένον, καρδίαν συντετριμμένην καί τεταπεινωμένην ὁ Θεός οὐκ ἐξουδενώσει. Ἀγάθυνον, Κύριε, ἐν τῇ εὐδοκίᾳ Σου τήν Σιών καί οἰκοδομηθήτω τά τείχη Ἱερουσαλήμ. Τότε εὐδοκήσεις θυσίαν δικαιοσύνης, ἀναφοράν καί ὁλοκαυτώματα. Τότε ἀνοίσουσιν ἐπί τό θυσιαστήριόν Σου μόσχους.

Εἶτα ψάλλομεν ἐξ ὑπαμοιβῆς, πραείᾳ τῇ φωνῇ καί ἐν εὐλαβείᾳ, τόν παρόντα Κανόνα, οὗ ἡ ἀκροστιχίς «ΕΙΚΟΝΙ ΣΙΤΟΔΟΤΡΙΑΣ ΠΡΟΣΠΙΠΤΩ. ΑΝΤΩΝΙΟΣ».

Ὠδή α’. Ἦχος πλ. δ’. Ὁ Εἱρμός. Ὑγράν διοδεύσας.
Ὑπεραγία Θεοτόκε σῶσον ἡμᾶς.
Εἰκόνι Σου, Παρθένε, οἱ ἐν πειρασμοῖς ὑπάρχοντες, Κόρη, Θεοπόθητε Μαριάμ, προσπίπτωμεν· Σοί τάς ἱκεσίας, ὡς εἰς Μητέρα προσφέροντες, Δέσποινα.

Ὑπεραγία Θεοτόκε σῶσον ἡμᾶς.
Ἰδεῖν τοῦ Υἱοῦ Σου τήν φοβεράν ἡμέραν, Παρθένε, καταξίωσον Σαῖς λιταῖς· καί Τοῦτον ὄμματι ἐλέους, Σαῖς ἱκεσίαις κατάστησον βλέποντα.

Δόξα.
Κυρία Παρθένε χῶρας ἡμῶν κρίσιν δεινοτάτην καί τόν πόνον καί τήν φθοράν ἀπέλασον καί τήν ἁμαρτίαν, τήν ταῦτα πάντα ἡμῖν προκαλέσαντα.

Καί νῦν.
Ὁδόν μετανοίας καί ἐπιστροφῆς εὑρεῖν, Θεοτόκε, καθοδήγησον Σαῖς λιταῖς, δεόμεθα καί πρός τόν Υἱόν Σου, Σύ ἡμᾶς ὁδήγησον, ὡς Ὁδηγήτρια.

Ὠδή γ’. Ὁ Εἱρμός. Οὐρανίας ἀψίδος.
Ὑπεραγία Θεοτόκε σῶσον ἡμᾶς.
Ναῷ, Παρθένε, τεμένει τῷ ἐν τῇ Ὄπτινᾳ κείμενον, ἐν ὅ ἡ Σῆ Εἰκών ἡ ἁγία ἀποθησαύρισται, τά νῦν προσφεύγομεν τῶν Ὀρθοδόξων, κακεῖσε τήν δέησιν προσφέρομεν Σοί τῇ Μητρί ἡμῶν.

Ὑπεραγία Θεοτόκε σῶσον ἡμᾶς.
Ἴδε, Κόρη Ἁγία, τούς τῇ Εἰκόνι Σου σπεύδοντας καί δεινοῦ ἄλγους καί λύπης ἡμᾶς ἀπάλλαξον, τούς τῇ Σῇ χάριτι γονυκλινῶς αἰτουμένοις· πρόφθασον, ἀπάλλαξον ἡμᾶς πρεσβείαις Σου.

Δόξα.
Σῇ Εἰκόνι τῇ θείᾳ, Μαρία, ὦ Σιτοδότρια, σπεύδομεν οἱ ἐν θλίψεσι πάντες καί ἐν κρίσει ὑπάρχοντες· αὐτῇ γάρ δέδοκας πλουσίαν τήν Σήν χάριν, ἧν ἡμῖν ἐπόμβρισον, Ἁγία Δέσποινα.

Καί νῦν.
Ἴδε πάντας, Παρθένε, τούς τῇ σκέπῃ Σου σπεύδοντας καί θερμῶς αἰτουμένους Σῆς ἀντιλήψεως· ἄρον τό ἄχθος τά νῦν ἀπό τῆς χώρας, Παρθένε, ἵνα ἀνυμνοῦμεν Σε, ὦ Σιτοδότρια.

Διάσωσον, τούς Σύ προσπίπτοντας, Σιτοδότρια Κόρη, εἰκόνι Σου γάρ τῇ σεπτῇ ἐπισκιάζει ἀφθόνως ἡ Σῆ χάρις.
Ἐπίβλεψον ἐν εὐμενείᾳ, Πανύμνητε Θεοτόκε, ἐπί τήν ἐμήν χαλεπήν τοῦ σώματος κάκωσιν καί ἴασαι τῆς ψυχῆς μου τό ἄλγος.

Ὁ Ἱερεύς τήν κάτωθι δέησιν, ἡμῶν ψαλλόντων τό Κύριε ἐλέησον δωδεκάκις:
Ἐλέησον ἡμᾶς, ὁ Θεός, κατά τό μέγα ἔλεός Σου, δεόμεθά Σου, ἐπάκουσον καί ἐλέησον.
Ἔτι δεόμεθα, ὑπέρ τοῦ Ἀρχιεπισκόπου ἡμῶν (δεῖνος) καί πάσης τῆς ἐν Χριστῶ ἡμῶν ἀδελφότητος.
Ἔτι δεόμεθα, ὑπέρ ἐλέους, ζωῆς, εἰρήνης, ὑγείας, σωτηρίας, ἐπισκέψεως, συγχωρήσεως καί ἀφέσεως τῶν ἁμαρτιῶν, πάντων τῶν εὐσεβῶν καί Ὀρθοδόξων Χριστιανῶν.
Ἔτι δεόμεθα καί ὑπέρ τῶν δούλων τοῦ Θεοῦ… (καί μνημονεύονται τά ὀνόματα τῶν ὑπέρ ὧν ἡ Ἱερά Παράκλησις τελεῖται).
Ὅτι ἐλεήμων καί φιλάνθρωπος Θεός ὑπάρχεις καί Σοί τήν δόξαν ἀναπέμπομεν, τῷ Πατρί καί τῷ Υἱῷ καί τῷ Ἁγίῳ Πνεύματι, νῦν καί ἀεί καί εἰς τούς αἰῶνας τῶν αἰώνων.

Ὁ χορός. Ἀμήν.

Κάθισμα. Ἦχος β’. Τά ἄνω ζητῶν.
Σιτοδοτρίας τῇ σεπτῇ Εἰκόνι νῦν προσπίπτωμεν, οἱ ἐν πόνῳ ψυχῆς καί ἀνάγκῃ νῦν ὑπάρχοντες καί δι’ αὐτῆς αἰτούμεθα τῆς Θεοτόκου τό ἄμετρον ἔλεος καί τήν ταχεῖαν Ταύτης συνδρομήν καί τήν βεβαίαν Αὐτῆς ἀντίληψιν.

Ὠδή δ’. Ὁ Εἱρμός. Εἰσακήκοα Κύριε.
Ὑπεραγία Θεοτόκε σῶσον ἡμᾶς.
Τῆς Ἑλλάδος προστάτιδα, Ὀρθοδόξων πάντων τήν ἀντιλήπτορα καί τήν κόσμου χαρᾶς πρόξενον, Παναγία Σέ κηρύττομεν.

Ὑπεραγία Θεοτόκε σῶσον ἡμᾶς.
Ὄπτινας τῇ Εἰκόνι τῆς Παρθένου προσπίπτωμεν οἱ ἐν θλίψεσι ὑπάρχοντες, αἰτούμενοι ἄχθους βαρυτάτου ἀπολύτρωσιν.

Δόξα.
Δέησιν καί ὕμνον τε, τόν πρός Σέ, Παρθένε, μή ὑπερείδης μου· ἀλλά σπεῦσον ὡς φιλόστοργος, Ἄνασσα, καί ἐλέησον τόν κάμνοντα.

Καί νῦν.
Ὅλος ἐν βορβόρῳ νῦν, τόν τῆς ἁμαρτίας, ὡς κύων εὕροιμι καί ἐκεῖσε κυλιώμενος, τοῦ ἐλέους Σου τυγχάνω ἀνεπίδεκτος.

Ὠδή ε’. Ὁ Εἱρμός. Φώτισον ἡμᾶς.
Ὑπεραγία Θεοτόκε σῶσον ἡμᾶς.
Ταῖς τῆς Σῆς Μητρός ἱκεσίαις, Πολυέλεε, Ἀμβροσίου τε δεήσῃ τοῦ σεπτοῦ, ἐφ’ ἡμᾶς τούς δεομένους νῦν ἐπίβλεψον.

Ὑπεραγία Θεοτόκε σῶσον ἡμᾶς.
Ῥῦσαι πειρασμοῦ καί θλιβούσης περιστάσεως, Σῆς Μητρός ἐπικαμπτόμενος Χριστέ, μεσιτείᾳ καί πρεσβείᾳ καί δεήσεσι.

Δόξα.
Ἴδε τήν ἡμῶν δυσπραγίαν ὡς Φιλάνθρωπος, τῆς Μητρός Σου ἐπικαπτόμενος Σωτήρ τῇ πρεσβείᾳ, ὅτι Αὐτῇ νῦν καταφεύγωμεν.

Καί νῦν.
Ἆρον ἀφ’ ἡμῶν τόν ζυγόν τῶν ξένων Κύριε, μεσιτείᾳ τῆς Πανάγνου καί λιταῖς, Σιτοδοτρίας γάρ τῇ Εἰκόνι νῦν προσπίπτωμεν.

Ὠδή στ’. Ὁ Εἱρμός. Τήν δέησιν.
Ὑπεραγία Θεοτόκε σῶσον ἡμᾶς.
Σωθῆναι ἀπό τῆς κρίσεως ἐλπίζομεν, οἱ πολλαπλῶς πταίοντες τῷ Κυρίῳ· Σιτοδοτρίας γάρ προσπεσόντες τῇ Εἰκόνι, τῇ Θεοτόκῳ μετά δακρύων προσφεύγομεν, αἰτούμενοι τήν παρ’ Αὐτῆς πρός τόν Θεόν μεσιτείαν καί ἔλεος.

Ὑπεραγία Θεοτόκε σῶσον ἡμᾶς.
Παντοίων με πόνων ψυχῆς ἀπάλλαξον καί κακώσεων, τραυμάτων τε, Παρθένε· Σιτοδοτρίας γάρ τῇ Εἰκόνι προσπίπτων, τήν παρά Σοῦ αἰτοῦμαι βοήθειαν· καί Σέ θαυμάτων τήν πηγήν ὁμολογῶ καί κηρύττω, Πανύμνητε.

Ὑπεραγία Θεοτόκε σῶσον ἡμᾶς.
Ῥωσίας τε καί Ὀρθοδόξων ἁπάντων, τά Σά θαυμάσια κηρύσσουσι προστάτην· καί τριχομένων κακίαις παντοίαις καί ὀχλουμένων Βελίαρ προσκρούσεσι· καί πάντων τῶν ἐν συμφοραῖς, μόνη βοήθεια πέλεις, Θεόνυμφε.

Δόξα.
Ὅρμησον τήν ψυχήν μου, Παρθένε, εἰς λιμένα ἀσφαλῆ σωτηρίας, ταῖς Σαῖς θερμαῖς πρός Θεόν ἱκεσίαις καί τῇ πρεσβείᾳ Σου τήρησον ἄτρωτον· καί ἐπί πέτραν ἀσφαλῇ τῆς πρός Υἱόν Σου πίστεως, Ἄχραντε.

Καί νῦν.
Συμπνίγομαι ταῖς τοῦ βίου πάθεσι τοῖς ἀκαθάρτοις, ἅ μολύνουσι, Μήτερ, τήν ἐν ἐμοί τοῦ Κυρίου εἰκόνα· ἀλλά Σύ δέομαι, Κόρη, ἀποκάθαρον, ταῖς δάκρυσι καί στεναγμοῖς, ἅ δώρησαί μοι, σεπτή Σιτοδότρια.

Διάσωσον, τούς Σύ προσπίπτοντας, Σιτοδότρια Κόρη, Εἰκόνι Σου γάρ τῇ σεπτῇ ἐπισκιάζει ἀφθόνως ἡ Σῆ χάρις.
Ἄχραντε, ἡ διά λόγου τόν Λόγον ἀνερμηνεύτως, ἐπ’ ἐσχάτων τῶν ἡμερῶν τεκοῦσα, δυσώπησον, ὡς ἔχουσα μητρικήν παρρησίαν.

Ὁ Ἱερεύς μνημονεύει ὡς δεδήλωται, ἡμῶν ψαλλόντων τό Κύριε ἐλέησον δωδεκάκις καί μετά τήν ἐκφώνησιν:

Κοντάκιον. Ἦχος γ’. Τήν ὡραιότητα.
Σεπτήν Εἰκόνα Σου, Ὄπτινας καύχημα τιμῶμεν, Δέσποινα, Σοί ἀναμέλποντες ὠδάς καί ὕμνους, Ἀγαθή, πρεσβείας Σου ἐξαιτοῦντες· πᾶσι γάρ θαυμάσια ἐκτελεῖ Σόν ἐκτύπωμα, προσαγορευόμενον παρ’ ἡμῖν Σιτοδότρια· καί νῦν ὑπέρ ἡμῶν ἐκδυσώπει τόν Υἱόν Σου Θεοτόκε.

Καί εὐθύς τό Προκείμενον.
Μνησθήσομαι τοῦ ὀνοματός σου ἐν πάσῃ γενεᾷ καί γενεᾷ. (Δίς).
Στίχ. Ἄκουσον, Θύγατερ, καί ἴδε καί κλῖνον τό οὗς Σου καί ἐπιλάθου τοῦ λαοῦ Σου καί τοῦ οἴκου τοῦ πατρός Σου καί ἐπιθυμήσει ὁ Βασιλεύς τοῦ κάλλους Σου.
Μνησθήσομαι τοῦ ὀνόματός σου ἐν πάσῃ γενεᾷ καί γενεᾷ.

Ὁ Ἱερεύς: Καί ὑπέρ τοῦ καταξιωθῆναι ἡμᾶς τῆς ἀκροάσεως τοῦ ἁγίου Εὐαγγελίου, Κύριον τόν Θεόν ἡμῶν ἱκετεύσωμεν.

Ὁ χορός: Κύριε ἐλέησον (γ’).

Ὁ Ἱερεύς: Σοφία. Ὀρθοί ἀκούσωμεν τοῦ ἁγίου Εὐαγγελίου. Εἰρήνη πᾶσι.

Ὁ χορός: Καί τῷ πνεύματί σου.

Ὁ Ἱερεύς: Ἐκ τοῦ κατά Λουκᾶν ἁγίου Εὐαγγελίου, τό ἀνάγνω-σμα. Σοφία, πρόσχωμεν.

Ὁ χορός: Δόξα Σοι, Κύριε, δόξα Σοι.
Ἐν ταῖς ἡμέραις ἐκείναις, ἀναστᾶσα Μαριάμ, ἐπορεύθη εἰς τήν Ὀρεινήν μετά σπουδῆς, εἰς πόλιν Ἰοῦδα. Καί εἰσῆλθεν εἰς τόν οἶκον Ζαχαρίου καί ἠσπάσατο τήν Ἐλισάβετ. Καί ἐγένετο, ὡς ἤκουσεν Ἐλισάβετ τόν ἀσπασμόν τῆς Μαρίας, ἐσκίρτησε τό βρέφος ἐν τῇ κοιλίᾳ αὐτῆς. Καί ἐπλήσθη Πνεύματος Ἁγίου ἡ Ἐλισάβετ καί ἀνεφώνησε φωνῇ μεγάλῃ καί εἶπεν. Εὐλογημένη σύ ἐν γυναιξί καί εὐλογημένος ὁ καρπός τῆς κοιλίας σου. Καί πόθεν μοι τοῦτο, ἵνα ἔλθῃ ἡ μήτηρ τοῦ Κυρίου μου πρός με; Ἰδού γάρ, ὡς ἐγένετο ἡ φωνή τοῦ ἀσπασμοῦ σου εἰς τά ὦτά μου, ἐσκίρτησε τό βρέφος ἐν ἀγαλλιάσει ἐν τῆ κοιλίᾳ μου. Καί μακαρία ἡ πιστεύσασα, ὅτι ἔσται τελείωσις τοῖς λελαλημένοις αὐτῇ παρά Κυρίου. Καί εἶπε Μαριάμ. Μεγαλύνει ἡ ψυχή μου τόν Κύριον καί ἠγαλλίασε τό πνεῦμα μου ἐπί τῷ Θεῷ τῷ σωτῆρί μου. Ὅτι ἐπέβλεψεν ἐπί τήν ταπείνωσιν τῆς δούλης Αὐτοῦ. Ἰδού γάρ ἀπό τοῦ νῦν μακαριοῦσί με πᾶσαι αἱ γενεαί· ὅτι ἐποίησέ μοι μεγαλεῖα ὁ Δυνατός καί ἅγιον τό ὄνομα Αὐτοῦ. Ἔμεινε δέ Μαριάμ σύν αὐτῇ ὡσεί μῆνας τρεῖς καί ὑπέστρεψεν εἰς τόν οἶκον αὐτῆς.

Ὁ χορός: Δόξα Σοι, Κύριε, δόξα Σοι.

Δόξα. Ἦχος β’.
Ταῖς τῆς Θεοτόκου πρεσβείαις, Ἐλεῆμον, ἐξάλειψον τά πλήθη τῶν ἐμῶν ἐγκλημάτων.

Καί νῦν.
Τῆς Σιτοδοτρίας πρεσβείαις Ἐλεῆμον, ἐξάλειψον τά πλήθη τῶν ἐμῶν ἐγκλημάτων.

Στίχ. Ἐλεῆμον, ἐλέησόν με ὁ Θεός κατά τό μέγα ἔλεός Σου καί κατά τό πλῆθος τῶν οἰκτιρμῶν Σου ἐξάλειψον τό ἀνόμημά μου.

Ἦχος πλ. β’. Ὅλην ἀποθέμενοι.
Ὄλβον ἀναφαίρετον, τήν θαυμαστήν Σου Εἰκόνα, ἡ Ῥωσία ἔχουσα, θείᾳ εὐδοκίᾳ Σου, Κόρη Πάντιμε· ἐν Ὀπτίνᾳ αὗτη γάρ, ὑπό Ἀμβροσίου ἱστορήθη ἵνα πάντοτε ἡμῖν ὑπομιμνήσκει τά ἐλέει Σου· σώζει δέ ἐκ θλίψεων, τούς ἐν πίστει ταύτῃ προστρέχοντας. Ὅθεν πάντας σκέπε ἡμᾶς τούς καταφεύγοντας πρός Σέ καί αἰτουμένους, Πανύμνητε, τήν Σήν θείαν ἀντίληψιν.

Εὐθύς ἐκφωνεῖται ὑπό τοῦ Ἱερέως ἡ λιτανευτική ἱκεσία:
Σῶσον ὁ Θεός τόν λαόν Σου καί εὐλόγησον τήν κληρονομίαν Σου. Ἐπίσκεψαι τόν κόσμον Σου ἐν ἐλέει καί οἰκτιρμοῖς, ὕψωσον κέρας Χριστιανῶν Ὀρθοδόξων καί κατάπεμψον ἡμῖν τά ἐλέη Σου τά πλούσια.
Πρεσβείαις τῆς Παναχράντου Δεσποίνης ἡμῶν Θεοτόκου καί Ἀειπαρθένου Μαρίας, Ἧς τήν Εἰκόνα τῆς Σιτοδοτρίας τιμῶμεν.
Δυνάμει τοῦ Τιμίου καί Ζωοποιοῦ Σταυροῦ.
Προστασίαις τῶν Τιμίων, Ἐπουρανίων Δυνάμεων Ἀσωμάτων.
Ἱκεσίαις τοῦ Τιμίου, Ἐνδόξου Προφήτου Προδρόμου καί Βαπτιστοῦ Ἰωάννου.
Τῶν Ἁγίων Ἐνδόξων καί Πανευφήμων Ἀποστόλων.
Τῶν ἐν Ἁγίοις Πατέρων ἡμῶν, Μεγάλων Ἱεραρχῶν καί Οἰκουμενικῶν Διδασκάλων: Βασιλείου τοῦ Μεγάλου, Γρηγορίου τοῦ Θεολόγου καί Ἰωάννου τοῦ Χρυσοστόμου· Ἀθανασίου καί Κυρίλλου, Ἰωάννου τοῦ Ἐλεήμονος, Πατριαρχῶν Ἀλεξανδρείας· Νικολάου Ἐπισκόπου Μύρων τῆς Λυκίας καί Σπυρίδωνος Ἐπισκόπου Τριμυθοῦντος, τῶν Θαυματουργῶν.
Τῶν ἁγίων, ἐνδόξων καί καλλινίκων Μαρτύρων.
Τῶν Ἁγίων ἐνδόξων Μεγαλομαρτύρων Γεωργίου τοῦ Τροπαιοφόρου, Δημητρίου τοῦ Μυροβλύτου, Θεοδώρου τοῦ Τήρωνος καί Θεοδώρου τοῦ Στρατηλάτου.
Τῶν ἁγίων Ἱερομαρτύρων Χαραλάμπους καί Ἐλευθερίου.
Τῶν Ὁσίων καί Θεοφόρων Πατέρων ἡμῶν.
(Τοῦ Ἁγίου τοῦ Ναοῦ, ἐφ’ ὅσον δέν ἐμνημονεύθη ἐν τοῖς ἄνω).
Τῶν Ἁγίων καί Δικαίων Θεοπατόρων Ἰωακείμ καί Ἄννης.
(Τῶν Ἁγίων τῆς ἡμέρας).
Καί Πάντων Σου τῶν Ἁγίων.
Ἱκετεύομέν Σε, Μόνε Πολυέλεε Κύριε, ἐπάκουσον ἡμῶν τῶν ἁμαρτωλῶν δεομένων Σου καί ἐλέησον ἡμᾶς.

Ὁ χορός: Κύριε ἐλέησον (12).

Καί ἐπισφραγίζει ὁ Ἱερεύς μετά τῆς δοξολογικῆς ἐκφωνήσεως:
Ἐλέει καί οἰκτιρμοῖς καί φιλανθρωπίᾳ τοῦ Μονογενοῦς Σου Υἱοῦ, μεθ’ Οὗ εὐλογητός εἶ, σύν τῷ Παναγίῳ καί Ἀγαθῷ καί Ζωοποιῷ Σου Πνεύματι, νῦν καί ἀεί καί εἰς τούς αἰῶνας τῶν αἰώνων.

Ὁ χορός: Ἀμήν.

Καί ἀποπληροῦμεν τάς λοιπάς ὠδάς τοῦ Κανόνος:

Ὠδή ζ’. Ὁ Εἱρμός. Οἱ ἐκ τῆς Ἰουδαίας.
Ὑπεραγία Θεοτόκε σῶσον ἡμᾶς.
Πατρίδος Ἑλληνίδος μνήσθητι, Θεοτόκε, ὡς Πόλεως Κωνσταντίνου ποτέ· Ὑπέρμαχον γάρ ταύτης καί Στρατηγόν ἐν πίστει Σέ ἐπιγράφεται ψάλουσα· ὁ τῶν Πατέρων ἡμῶν Θεός εὐλογητός εἶ.

Ὑπεραγία Θεοτόκε σῶσον ἡμᾶς.
Ἴασαι τῆς ψυχῆς μου τόν πόνον, Παναγία, ἡ Ὀρθοδόξων προστάτης καί πρόμαχος· Σῆ γάρ προσπίπτω, Κόρη, τῇ Σῇ ἐπιστασίᾳ καί γηθοσύνως κραυγάζω Σοι· ὁ τῶν Πατέρων ἡμῶν Θεός εὐλογητός εἶ.

Δόξα.
Πῦρ τό τῆς ἁμαρτίας, Παρθένε, τόν Σόν δοῦλον καταναλίσκει, πλήν σπεῦσον ῥυσθῆναι με· κατάσβεσον τήν φλόγαν, εὐχαῖς πρός τόν Υἱόν Σου, ἵνα εὐγνωμόνως κραυζάγω Σοι· ὁ τῶν Πατέρων ἡμῶν Θεός εὐλογητός εἶ.

Καί νῦν.
Τίμιος ἐναντίον Κυρίου τοῦ Ὁσίου ἀναδέδεικται θάνατος, Δέσποινα· τοῦ θείου Ἀμβροσίου, αὐτόν γάρ ἡ Εἰκών Σου Σιτοδοτρίας ηὐλόγησε ψάλλοντα· ὁ τῶν Πατέρων ἡμῶν Θεός εὐλογητός εἶ.

Ὠδή η’. Ὁ Εἱρμός. Τόν Βασιλέα τῶν οὐρανῶν.
Ὑπεραγία Θεοτόκε σῶσον ἡμᾶς.
Ὠραιοτάτη ἡ μορφή Σῆς Εἰκόνος, Σιτοδοτρίας, εὐσυμπάθητε Κόρη, πρός ἧν τό γόνυ ψυχῆς κλίνωμεν πάντες.

Ὑπεραγία Θεοτόκε σῶσον ἡμᾶς.
Ἄνασσα Κόρη, Σιτοδοτρίας Εἰκόνι προσπεσόντες οἱ πιστοί ἀναβοῶμεν· σπεῦσον, Παρθένε, ἀπάλλαξον ἐν τάχει.

Δόξα.
Ναῷ Σου θείῳ ἐν Ὄπτινα, Παρθένε, χαίρουσα σπεύδει πληθύς τῶν Ὀρθοδόξων, τυχεῖν συγγνώμης, ἐλέους τε βοηθείας.

Καί νῦν.
Τῆς Βασιλείας, Παρθένε, τοῦ Υἱοῦ Σου τύχοιμεν πάντες Ὀρθόδοξοι ποθοῦμεν, Σῇ μεσιτείᾳ, δεήσι καί βοηθείᾳ.

Ὠδή θ’. Ὁ Εἱρμός. Κυρίως Θεοτόκον.
Ὑπεραγία Θεοτόκε σῶσον ἡμᾶς.
Ὠραῖος κάλει πάντων ἀνθρώπων πέλει, Μῆτερ, ὁ Σός Υἱός πρός Ὅν τήν δέησιν ἔκχεε, ἵνα ῥυσθῶμεν διά Σοῦ κρίσεως βαρυτάτης.

Ὑπεραγία Θεοτόκε σῶσον ἡμᾶς.
Νικῆσαι τοῦ Βελίαρ τάς μηχανάς, Παρθένε, Σῇ βοηθείᾳ ἐλπίζομεν πάντοτε, πρός Σόν Υἱόν ταῖς Σαῖς λιταῖς, δι’ ὧν βεβαίως οἱ πάντες σωζόμεθα.

Ὑπεραγία Θεοτόκε σῶσον ἡμᾶς.
Ἴασαι τῆς ψυχῆς μου τό ἄλγος, Θεοτόκε, ὅτι συνθλίβει ἐντόνως τόν δοῦλον Σου· καί δώρησαί μοι τήν χαράν, ἵνα ὑμνῶ Σε, κλεινή Σιτοδότρια.

Δόξα.
Ὄμματι εὐσπλαχνίας βλέψον ἡμῖν ἐν τάχει καί τοῖς δούλοις Σου χείραν ἔκτεινον· Σέ γάρ μητέρα ἡμῶν κατά χάριν κηρύττομεν.

Καί νῦν.
Σάλον τόν τῆς ψυχῆς μου καί ἄλγος καί ὀδύνην, ταῖς Σαῖς πρεσβείαις κατάστειλον δέομαι· Σῆ γάρ προσφεύγω τά νῦν, σεπτή Σιτοδότρια.

Καί εὐθύς, τοῦ Ἱερέως θυμιῶντος τό Ἱερόν Θυσιαστήριον καί τόν εὐσεβῆ λαόν, ψάλλονται τά παρόντα Μεγαλυνάρια:
Ἄξιον ἐστιν ὡς ἀληθῶς, μακαρίζειν Σε τήν Θεοτόκον, τήν ἀειμακάριστον καί παναμώμητον καί μητέρα τοῦ Θεοῦ ἡμῶν. Τήν τιμιωτέραν τῶν Χερουβείμ καί ἐνδοξοτέραν ἀσυγκρίτως τῶν Σεραφείμ, τήν ἀδιαφθόρως Θεόν Λόγον τεκοῦσαν, τήν ὄντως Θεοτόκον Σέ μεγαλύνομεν.
Εἰκόνι Σου τῇ θείᾳ πανευλαβῶς προσπίπτωμεν, Κόρη, οἱ ἐν θλίψεσι τῆς ψυχῆς, αἰτούμενοι δι’ αὐτῆς τήν Σήν γενναῖαν καί ἀναγκαῖαν τοῖς πᾶσι ἀντίληψιν.
Ἑλλάδος ἁπάσης τήν ὁδηγόν, Γένους Ὀρθοδόξων τήν προστάτην καί βοηθόν Σιτοδοτρίας τήν Εἰκόνα νῦν τιμῶμεν, ὡς τῆς Παρθένου λαμπρόν ἀποτύπωμα.
Κατάπαυσον τόν τάραχον τῆς ψυχῆς τῶν δούλων Σου, Κόρη, Θεοπόθητε Μαριάμ, καί δώρησαι εἰρήνην Σοῖς ἱκέταις, ὅπως μή παύουν τοῦ μεγαλύνειν Σε.
Βάρος, Παρθένε, ἐν τῇ ψυχῇ καί ἄλγος καί πόνος ἐπιπολάζει νῦν ἐφ’ ἡμᾶς· Σύ ἄρον τόν ζυγόν τῆς ἁμαρτίας, ἧ ὡς μεσότοιχον τοῦ Υἱοῦ Σου χωρίζει ἡμᾶς.
Φράγκων, Σαξώνων καί  Ἀλανῶν, Βανδάλων, Λατίνων, Βησιγότθων, Σκανδιναυῶν ταπείνωσον, Κόρη, ὀφρύν  τήν  ἐπηρμένην, ἐπιβουλῆς  δέ  τούτων  ἡμᾶς  ἀπάλλαξον.
Ὡς  πᾶλαι  ἐδωρήσω  θείαν  ἰσχύν  τῷ  Νέβσκι  Ἀλαξάνδρῳ, καθυποτάξαι  τούς  Ἀλανούς, Τεύτονας  τε  ἄλλους  ἐχθρούς  Ὀρθοδοξίας, οὕτω  καί  νῦν,  Παρθένε, ἡμᾶς  ἐνίσχυσον.
Ἀμβροσίῳ τῷ Γέροντι οἱ πιστοί, προσπίπτομεν πάντες οἱ κινδυνεύοντες εὐλαβῶς· ἆρον τάς χεῖρας Πάτερ θεῖε πρός τήν Παρθένον καί ἔλεος ὄμβρισον.
Τό Μεγαλυνάριον τοῦ Ἁγίου τοῦ Ναοῦ ἤ τοῦ Ἁγίου τῆς ἡμέρας. Καί κλείομεν μετά τοῦ
Πᾶσαι τῶν Ἀγγέλων αἱ στρατιαί, Πρόδρομε Κυρίου, Ἀποστόλων ἡ δωδεκάς, οἱ Ἅγιοι Πάντες μετά τῆς Θεοτόκου, ποιήσατε πρεσβείαν εἰς τό σωθῆναι ἡμᾶς.

Τό Τρισάγιον καί τά Τροπάρια ταῦτα.
Ἦχος πλ. β΄.
Ἐλέησον ἡμᾶς, Κύριε, ἐλέησον ἡμᾶς, πάσης γάρ ἀπολογίας ἀποροῦντες, ταύτην Σοι τήν ἱκεσίαν, ὡς Δεσπότῃ, οἱ ἁμαρτωλοί προσφέρομεν, ἐλέησον ἡμᾶς.

Δόξα.
Κύριε ἐλέησον ἡμᾶς, ἐπί Σοί γάρ πεποίθαμεν. Μή ὀργισθῆς ἡμῖν σφόδρα, μηδέ μνησθῆς τῶν ἀνομιῶν ἡμῶν. Ἀλλ’ ἐπίβλεψον καί νῦν ὡς εὔσπλαχνος καί λύτρωσαι ἡμᾶς ἐκ τῶν ἐχθρῶν ἡμῶν. Σύ γάρ εἶ Θεός ἡμῶν καί ἡμεῖς λαός Σου, πάντες ἔργα χειρῶν Σου καί τό ὄνομά Σου ἐπικεκλήμεθα.

Καί νῦν.
Τῆς εὐσπλαχνίας τήν πύλην ἄνοιξον ἡμῖν, εὐλογημένη Θεοτόκε, ἐλπίζοντες εἰς Σέ μή ἀστοχήσομεν, ῥυσθείημεν διά Σοῦ τῶν περιστάσεων· Σύ γάρ ἡ σωτηρία τοῦ γένους τῶν Χριστιανῶν.

Εἶτα ὁ Ἱερεύς τήν Ἐκτενῆ Δέησιν, ἡμῶν ψαλλόντων τό λιτανευτικόν Κύριε ἐλέησον, τρίς (3) μεθ’ ἑκάστην δέησιν, ἐξαιρέσει τῆς πέμπτης δεήσεως, μεθ’ ἧν ψάλλεται τοῦτο τεσ-σαράκοντα (40).

Ἐλέησον ἡμᾶς ὁ Θεός, κατά τό μέγα ἔλεός Σου, δεόμεθά Σου, ἐπάκουσον καί ἐλέησον.
Ἔτι δεόμεθα, ὑπέρ τοῦ Ἀρχιεπισκόπου ἡμῶν (δεῖνος) καί πάσης τῆς ἐν Χριστῷ ἡμῶν ἀδελφότητος.
Ἔτι δεόμεθα, ὑπέρ ἐλέους, ζωῆς, εἰρήνης, ὑγείας, σωτηρίας, ἐπισκέψεως, συγχωρήσεως καί ἀφέσεως τῶν ἁμαρτιῶν, πάντων τῶν εὐσεβῶν καί Ὀρθοδόξων Χριστιανῶν.
Ἔτι δεόμεθα καί ὑπέρ τῶν δούλων τοῦ Θεοῦ… (καί μνημονεύονται τά ὀνόματα τῶν ὑπέρ ὧν ἡ Ἱερά Παράκλησις τελεῖται).
Ἔτι δεόμεθα, ὑπέρ τοῦ διαφυλαχθῆναι τήν ἁγίαν Ἐκκλησίαν (ἤ Μονήν) καί πόλιν (ἤ νῆσον) ταύτην καί πᾶσαν πόλιν καί χώραν, ἀπό ὀργῆς, λοιμοῦ, λιμοῦ, σεισμοῦ, καταποντισμοῦ, πυρός, μαχαίρας, ἐπιδρομῆς ἀλλοφύλων, ἐμφυλίου πολέμου καί αἰφνιδίου θανάτου. Ὑπέρ τοῦ ἵλεων, εὐμενῆ καί εὐδιάλλακτον γενέσθαι τόν Ἀγαθόν καί Φιλάνθρωπον Θεόν ἡμῶν, τοῦ ἀποστρέψαι καί διασκεδάσαι πᾶσαν ὀργήν καί νόσον, τήν καθ’ ἡμῶν κινουμένην καί ῥύσασθαι ἡμᾶς ἐκ τῆς ἐπικειμένης δικαίας Αὐτοῦ ἀπειλῆς καί ἐλεῆσαι ἡμᾶς.
Ἔτι δεόμεθα, ὑπέρ τοῦ εἰσακοῦσαι Κύριον τόν Θεόν, φωνῆς τῆς δεήσεως ἡμῶν τῶν ἁμαρτωλῶν καί ἐλεῆσαι ἡμᾶς.
Ἐπάκουσον ἡμῶν, ὁ Σωτήρ ἡμῶν, ἡ ἐλπίς πάντων τῶν περάτων τῆς γῆς καί τῶν ἐν θαλάσσῃ μακράν καί ἵλεως, ἵλεως γενοῦ ἡμῖν, Δέσποτα, ἐπί ταῖς ἁμαρτίαις ἡμῶν καί ἐλέησον ἡμᾶς. Ἐλεήμων γάρ καί Φιλάνθρωπος Θεός ὑπάρχεις καί Σοί τήν δόξαν ἀναπέμπομεν, τῷ Πατρί καί τῷ Υἱῷ καί τῷ Ἁγίῳ Πνεύματι, νῦν καί ἀεί καί εἰς τούς ἀιῶνας τῶν αἰώνων.

Ὁ χορός: Ἀμήν.

Δόξα. Ἀπολυτίκιον τῆς Σιτοδοτρίας. Ἦχος α’. Τῆς ἐρήμου πολίτης.
Τῇ σεπτῇ Σου Εἰκόνι Σιτοδοτρίας προσπίπτωμεν, κλίνοντες τό γόνυ, Παρθένε, τῆς ψυχῆς καί τοῦ σώματος· δεόμενοι ἀντιλήψεως, Ἁγνή, πρεσβείαις πρός Υἱόν Σου καί λιταῖς· ἵνα τύχωμεν, Παρθένε, τῆς παρ’ Αὐτοῦ πλημελημάτων ἀφέσεως. Δόξα τοῖς μεγαλείοις Σου, Σεμνή, δόξα τοῖς θαυμασίοις Σου, δόξα ὑπερβαλόντως, Κόρη, τῇ δυναστείᾳ Σου.

Ἀπολυτίκιον τοῦ ἁγ. Ἀμβροσίου τῆς Ὄπτινα. Ἦχος ὁ αὐτός.
Τῶν ἐν Ὄπτινᾳ Γερόντων ἀνυμνοῦμεν τόν πρύτανην, τόν ἐν ἁγιότητι μέγαν, θεοφόρον Ἀμβρόσιον· καί τούτου τῇ Εἰκόνι τῇ σεπτῇ Σιτοδοτρίας τῆς Παρθένου, εὐλαβῶς προσπίπτωμεν κινδυνεύοντες οἱ πιστοί, μετά θέρμης ἀναβοῶντες· πρόφθασον ταῖς λιταῖς Σου πρός Θεόν, ἄρον δεινήν περίστασιν, ἔπαρον ὑπέρ ἡμῶν τάς χεῖρας, Ὅσιε.

Ὑπό τοῦ Ἱερέως Ἀπόλυσις. Καί τῶν Χριστιανῶν ἀσπαζομένων τήν Εἰκόνα τῆς Ὑπεραγίας Θεοτόκου καί τοῦ ἁγ. Ἀμβροσίου καί χριομένων δι’ ἁγίου ἐλαίου, ψάλλονται τά παρόντα Τροπάρια:

Ἦχος β’. Ὅτε ἐκ τοῦ ξύλου.
Πάντας τούς προσπίπτοντας πιστῶς, τῇ Σῇ πανυπερτίμῳ Εἰκόνι, Σιτοδοτρίας σεπτῆς, ῥύου πάσης θλίψεως καί περιστάσεως· τῶν παθῶν δέ διάλυσον τόν σάλον, Παρθένε, ἅπασι παρέχουσα χάριν σωτήριον· Σύ γάρ ἡμῶν ἡ προστάτις καί πιστῶν ἁπάντων ἡ σκέπη πέλεις, οἷα Μήτηρ τοῦ Παντάνακτος.

Ἦχος πλ. δ’.
Δέσποινα πρόσδεξαι τάς δεήσεις τῶν δούλων Σου καί λύτρωσαι ἡμᾶς ἀπό πάσης ἀνάγκης καί θλίψεως.

Ἦχος β’.
Τήν πᾶσαν ἐλπίδα μου εἰς Σέ ἀνατίθημι, Μήτερ τοῦ θεοῦ, φύλαξόν με ὑπό τήν σκέπην Σου.

Ὁ Ἱερεύς: Δι’ εὐχῶν τῶν Ἁγίων Πατέρων ἡμῶν, Κύριε Ἰησοῦ Χριστέ ὁ Θεός, ἐλέησον καί σῶσον ἡμᾶς, Ἀμήν.

ΓΕΣΘΗΜΑΝΗ, Ο ΤΑΦΟΣ ΠΑΝΑΓΙΑΣ

ΓΕΣΘΗΜΑΝΗ, Ο ΤΑΦΟΣ ΠΑΝΑΓΙΑΣ
http://www.istoria.gr/aug03/images/cont3_6.jpg

Κ
ατα τη θρησκευτική παράδοση, η Παναγία πέθανε δέκα χρόνια μετά τη Σταύρωση του Ιησού και τάφηκε στην Ιερουσαλήμ. Υπάρχει, όμως, και η άποψη πως ακολούθησε τον Ιωάννη στην Έφεσο και ότι έζησε τα υπόλοιπα χρόνια της ζωής της εκεί. Σε ένα κοπτικό κείμενο του 4ου αιώνα, στην 20ή Ομιλία του Κύριλλου της Ιερουσαλήμ, αναφέρεται ότι ο θάνατός της συνέβη στη Σιών (Ιερουσαλήμ), στις 15 Αυγούστου του έτους 43 μ.Χ., και ότι τάφηκε στη Γεθσημανή. Η επίσημη εκκλησιαστική ιστορία αποδέχθηκε το γεγονός αυτό από τους πρώτους μεταχριστιανικούς αιώνες. Ο τάφος της Παναγίας, επομένως, ανήκει στους Ορθόδοξους από την εποχή που οικοδομήθηκε ο ναός της Κοίμησης της Θεοτόκου από τους ισαποστόλους Κωνσταντίνο και Ελένη. Από τον περασμένο αιώνα, όμως, η Καθολική Εκκλησία, η οποία αμφισβητεί το γεγονός, προσπάθησε να μεταθέσει την τοποθεσία του τάφου.
ΓΕΣΘΗΜΑΝΗ Ο ΤΑΦΟΣ ΤΗΣ ΘΕΟΤΟΚΟΥ ,ΤΟ «ΕΥΚΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΜΑΥΡΙΚΙΟΥ»
 Το 1841 οι Καθολικοί άρχισαν να γράφουν και να διαδίδουν ότι η Παναγία έζησε, πέθανε και τάφηκε όχι στη Γεθσημανή, αλλά στην Έφεσο. Οι εικασίες αυτές αντικρούστηκαν κατά καιρούς από τους Ορθόδοξους. Η έκδοση, όμως, ενός έργου επανέφερε πάλι το θέμα στο προσκήνιο. Η διαμάχη άρχισε τον προηγούμενο αιώνα όταν η καθολική μοναχή Άννα-Κατερίνα Έμμεριχ (που έζησε στη Βεστφαλία και πέθανε το 1824) υπέδειξε, ύστερα από σχετικά «οράματα», τον τόπο ταφής της Παναγίας στην τοποθεσία «Καπουλού-Παναγιά», τρεις ώρες έξω από την Έφεσο. Τα οράματα της Έμμεριχ δημοσιεύθηκαν για πρώτη φορά το 1841, δεκαεπτά χρόνια μετά τον θάνατό της. Έτσι ανακινήθηκε το θέμα. Το 1869 οι Καθολικοί, απορρίπτοντας πάλι την εκκλησιαστική παράδοση, προσπάθησαν να αμφισβητήσουν εκ νέου την ύπαρξη του τάφου στην Ιερουσαλήμ. Το 1892, οι Λαζαρινοί Μ. Πουλαίν και Μ. Γιουνγκ ενδιαφέρθηκαν για το θέμα της Εφέσου και επειδή κατάγονταν από τη Σμύρνη, αποφάσισαν να μελετήσουν τους χώρους που δήλωνε η Χριστιανή εκείνη της Βεστφαλίας. Άρχισαν να ερευνούν ξεκινώντας από τον λόφο Μουλμπούλ (Κορησός), σύμφωνα με τις δηλώσεις της Έμμεριχ, η οποία δεν είχε μετακινηθεί ποτέ από τον τόπο της γέννησής της και ούτε είχε καμιά μόρφωση. Έτσι η ομάδα δεν ήξερε προς τα πού να προσανατολιστεί. Δεν υπήρχε, εξάλλου, κανένα μονοπάτι στο βουνό. Διέσχισαν τις χαράδρες και έψαξαν παντού. Τέλος, την τρίτη μέρα, βρήκαν τον χώρο που περιέγραφε το «όραμα». Έτσι, έφτασαν να ανακαλύψουν στην Παναγιά την Καπουλού, ακόμη και τις στάχτες που υπήρχαν στο τζάκι της κατοικίας της Θεοτόκου. Τέσσερα χρόνια αργότερα, δημοσιεύθηκαν στην «Εκκλησιαστική Αλήθεια» (17-5-1896), το επίσημο όργανο του Οικουμενικού Πατριαρχείου, τα παρακάτω: «Πριν ένα χρόνο, με την έγκριση του Πάπα της Ρώμης, αγοράστηκε από Οθωμανό (μωαμεθανό) ιδιοκτήτη ικανός χώρος, στον οποίο υποτίθεται υπήρχε ο τάφος της Θεοτόκου, με σκοπό να ιδρυθεί μεγάλο μοναστήρι και Προσκυνητήριο.
http://www.istoria.gr/aug03/images/cont3_8.jpg

Προχθές δε, στις 8 Μαΐου, γιορτή του Αγίου Αποστόλου και Ευαγγελιστή Ιωάννη, πήγε για να εγκαινιάσει το μέρος, με έκτακτες αμαξοστοιχίες του σιδηροδρόμου του Αϊδινίου, ο επίσκοπος των Δυτικών στη Σμύρνη Ανδρέας Τιμόνης, συνοδευόμενος από αναρίθμητο πλήθος Καθολικών, ανδρών, γυναικών και μαθητών των προπαγανδιστικών σχολών και κληρικών διαφόρων μοναχικών Ταγμάτων και τέλεσε έτσι τα εγκαίνια του προαναφερθέντος τάφου της Παναγίας, που επονόμασε Καπουλού και επέστρεψε το βράδυ στη Σμύρνη. Τηλεγραφικά αναγγέλθηκε το γεγονός στον Πάπα της Ρώμης Λέοντα, ο οποίος απάντησε αυθημερόν και έστειλε τις ευλογίες του σε όλους όσοι συμμετείχαν στην εκδήλωση». Αρκετά χρόνια αργότερα, σε σχετικό δημοσίευμα της εφημερίδας «Τζουμχουριέτ» της Κωνσταντινούπολης (9-8-1951), ο αρχιεπίσκοπος Σμύρνης κοινοποίησε τις επαφές του με τις αρμόδιες αρχές του Βατικανού. Σύμφωνα με αυτές, ο πάπας Πίος ΙΒ’ χορήγησε το προνόμιο, στις γιορτές που θα γίνονταν στον «Οίκο της Μεριέμ Ανά» (της Μητέρας Μαρίας) να ψαλλούν από όλους τους μοναχούς οι ευχές για την «μετάστασή της». Χορηγήθηκε επίσης από τον πάπα στον αρχιεπίσκοπο Σμύρνης το δικαίωμα να ευλογήσει εξ ονόματός του όσους θα έπαιρναν μέρος στις γιορτές της 10ης Αυγούστου «επί τη ανοικοδομήσει του Οίκου», του σπιτιού δηλαδή όπου «κατοίκησε η Παναγία».
Η «SANTA CASA» ΤΟΥ ΛΟΡΕΤΟ
http://www.istoria.gr/aug03/images/cont3_5.jpg
Το σπίτι αυτό, ωστόσο, δεν είναι και το μοναδικό που αναφέρουν οι Καθολικοί. Υπάρχει και το προηγούμενο της «Αγίας Οικίας» (Santa Casa) του Λορέτο, του σπιτιού δηλαδή στο οποίο έζησε η Παναγία. Όταν μετά την πτώση του Αγίου Ιωάννη της Άκρας (Πτολεμαΐδας) χάθηκε και το τελευταίο ίχνος της κυριαρχίας των Λατίνων στους Αγίους Τόπους, τότε και η οικία αυτή στην οποία διέμενε η Παναγία μεταφέρθηκε σε λατινοκρατούμενες περιοχές. Σύμφωνα με την καθολική παράδοση, η «Santa Casa», απειλούμενη με καταστροφή από τους Μωαμεθανούς το 1291, μεταφέρθηκε από τη Ναζαρέτ, από αγγέλους, και αποτέθηκε σε ένα λόφο, στο Τερζάτο της Δαλματίας. Τρία χρόνια αργότερα, πάντα με τον ίδιο τρόπο, μεταφέρθηκε στην άλλη πλευρά της Αδριατικής, κοντά στο Ρεκανάτι και, το 1295, στο Λορέτο. Υπέρ του ιερού αυτού εκδόθηκαν πολλά παπικά διατάγματα, χαρακτηριστικότερο από τα οποία ήταν εκείνο του Ιννοκέντιου Ζ’ ο οποίος καθιέρωσε ειδική θεία λειτουργία για τη γιορτή της «Μεταφοράς του Αγίου Οίκου». Η «Οικία του Λορέτο», ένα όψιμο γοτθικό οικοδόμημα που άρχισε να κατασκευάζεται το 1468, ολοκληρώθηκε στα χρόνια του Σίξτου Ε’ (1585-1590). Ο επόμενος πάπας μάλιστα, ο Σίξτος ΣΤ’, ίδρυσε το 1586 το Ιπποτικό Τάγμα της «Αγίας Οικίας του Λορέτο». Αν αναλογιστούμε ότι το κέδρινο άγαλμα της Παναγίας του Λορέτο, που επίσημα καταγράφεται και ως «Μαύρη Μαντόνα», συνδέεται με πολλές αντίστοιχες «Μαύρες Μαντόνες», μια από τις οποίες έδωσε τη «θεία φώτιση» στον Άγιο Βερνάρδο, θα αντιληφθούμε καλύτερα το αγεφύρωτο χάσμα μεταξύ Καθολικών και Ορθοδόξων. Ο Άγιος Βερνάρδος αποκαλούσε την Παναγία «Βασίλισσα των Ουρανών». Κάπως έτσι την εννοούσε και ο πάπας Ιννοκέντιος Γ’ ο οποίος επικύρωσε τη λαϊκή λατρεία της Παναγίας, που την ταυτίζει με τη λατρεία της Σελήνης, με τα παρακάτω λόγια: «Προς τη Σελήνη πρέπει να κοιτάζουν όσοι βρίσκονται θαμμένοι στο σκοτάδι της αμαρτίας. Έχοντας χάσει τη θεία χάρη, η μέρα εξαφανίζεται, ο ήλιος δεν λάμπει πια γι’ αυτούς, αλλά η Σελήνη βρίσκεται ακόμη στον ορίζοντα. Ας μιλήσουν στη Μαρία. Με τις οδηγίες της πολλοί βρίσκουν τον δρόμο τους προς τον Θεό». Οι απόψεις αυτές φαίνεται να φωτογραφίζουν τον χώρο στον οποίο λατρεύτηκε η μεγάλη Εφέσια θεά Άρτεμις-Σελήνη.
ΚΑΣΜΙΡ, Ο ΤΑΦΟΣ ΤΗΣ ΜΗΤΕΡΑΣ ΜΑΡΙΑΣ
http://www.istoria.gr/aug03/images/cont3_7.jpg
Το πρόβλημα, ωστόσο, γίνεται από περίπλοκο και από κάποιους άλλους ισχυρισμούς που αναφέρουν ως τόπο ταφής το Κασμίρ. Διάφοροι ιστορικοί ερευνητές, βασισμένοι σε επίσημα και απόκρυφα πρωτοχριστιανικά χειρόγραφα, παρουσιάζουν το Κασμίρ σαν «επίγειο παράδεισο». Στο μέρος αυτό τοποθετούν και τον τάφο της Παναγίας. Για παράδειγμα, ο Ινδός συγγραφέας Αλ Ας Χαβάγια Ναζίρ Αχμάντ στο βιβλίο του «Ο Ιησούς στον Παράδεισο της Γης», αναφέρει τους κατοίκους της περιοχής Χαζαρά στο Κασμίρ ως «γόνους του Ισραήλ». Ο Εφραίμ ο Σύρος (4ος αιώνας) στο «Σχόλιο εις Διατέσαρον», γράφει ότι ο απόστολος Θωμάς δίδαξε τους Πάρθους. Η πορεία του Θωμά στην Ανατολή επιβεβαιώνεται και από άλλες πηγές, οι οποίες αναφέρουν μάλιστα ότι ο τάφος του βρίσκεται στην περιοχή Μιλαπόρ, στο όρος Μαντράς της Ινδίας. Οι πιστοί του, που ονομάζονται Χριστιανοί της Ινδίας του Αγίου Θωμά, γιόρτασαν το 1973, τα 1.900 χρόνια από τον θάνατό του. Στο απόκρυφο κείμενο «Πράξεις του Θωμά», αναφέρεται η παρουσία του Ιησού και της Παναγίας στις περιοχές του Κασμίρ. Οι υποστηρικτές αυτής της άποψης, αναφερόμενοι στην ιερότητα αυτής της περιοχής, μνημονεύουν το ίδιο ταξίδι, που έκανε και ο νεοπυθαγόρειος Απολλώνιος Τυανεύς, τη ζωή και το έργο του οποίου ο κυβερνήτης της Βιθυνίας Ιεροκλής (3ος αιώνας) ταύτισε με αυτά του Ιησού. Γεγονός, πάντως, είναι ότι πολλοί σοφοί και διανοούμενοι της εποχής ταξίδευαν προς την Ανατολή πριν επιχειρήσουν οποιοδήποτε φιλοσοφικό ή θρησκευτικό έργο στη Δύση. Υπάρχουν ωστόσο και άλλα κείμενα που αμφισβητούν την παραδοσιακή εκκλησιαστική ιστορία. Ιστορικοί της Ανατολής αναφέρονται σε ένα μακρινό ταξίδι του Ιησού και της Παναγίας στην Ινδία και στο Κασμίρ, όπου και προσδιορίζονται ακόμη και οι τοποθεσίες στις οποίες τάφηκαν. Αναφέρουν, λοιπόν, τα κείμενα πως από την Έδεσσα της Οσροηνής (τη σημερινή πόλη Ούρφα της Τουρκίας, κοντά στον Ευφράτη), πήγαν στη συριακή πόλη Νίσιβι και από εκεί στα Τάξιλα του Κασμίρ. Η Παναγία, που ήταν σε μεγάλη ηλικία, πέθανε από τις κακουχίες και τάφηκε στο χωριό Μάρι (που σημαίνει Μαρία). Το μνημείο της λέγεται Μάι Μάρι ντα Αστάν (δηλαδή το μέρος που αναπαύθηκε η Μητέρα Μαρία).
«ΚΑΠΟΥΛΟΥ-ΠΑΝΑΓΙΑ» ΤΡΕΙΣ ΩΡΕΣ ΕΞΩ ΑΠΟ ΤΗΝ ΈΦΕΣΟ.
 Επίσης, κοντά στην πόλη Σριναγκάρ, πρωτεύουσα του Κασμίρ, σε μια Κρύπτη της περιοχής Ροζαμπάλ, λέγεται ότι βρίσκεται και ο τάφος του Ιησού. Αυτές οι απόψεις εκφράζονται κυρίως από τους ιστορικούς της Ανατολής, οι οποίοι επικαλούνται παλιά περσικά, συριακά και αραβικά χειρόγραφα. Μερικές από τις παραδόσεις αυτές, αναφέρουν πως ο Γιουζ Ασάφ (Ιησούς) ήρθε στο Κασμίρ μέσω Πακιστάν. Όταν η ηλικιωμένη μητέρα του πέθανε, την έθαψε στην πόλη Μάρι, περίπου 50 χιλιόμετρα βορειοανατολικά του σημερινού Ραβαλπίντι. Άλλοι, πάλι, λένε πως ταξίδεψε και δίδαξε στην Κεϋλάνη (σημερινή Σρι Λάνκα) πριν φτάσει στο Κασμίρ, όπου όλες οι παραδόσεις συμφωνούν πως έζησε εκεί την υπόλοιπη ζωή του. Θάφτηκε από τον μαθητή του Μπαμπάντ (που σημαίνει «δίδυμος») στη Σριναγκάρ, όπου ο τάφος του παραμένει μέχρι σήμερα καθαγιασμένος και ιερός τόπος.
ΥΜΝΟΓΡΑΦΙΚΕΣ ΜΑΡΤΥΡΙΕΣ
http://www.istoria.gr/aug03/images/cont3_4.jpg
Το πρόβλημα του τάφου απασχόλησε ιδιαίτερα τον λαμπρό κληρικό της Εκκλησίας μας Νικόλαο Παπαδόπουλο, εφημέριο του ναού του Αγίου Γεωργίου Καρύτση, ο οποίος μάλιστα έγραψε και ειδική μελέτη για το θέμα αυτό πριν από σαράντα χρόνια. Βραβευμένος το 1980 από την Ακαδημία Αθηνών για την αξιόλογη έρευνά του, ο Παπαδόπουλος, που ήταν αντίθετος στις παρακάτω αμφισβητήσεις, όπως άλλωστε και οι περισσότεροι κληρικοί και λαϊκοί, υποστήριξε την παραδοσιακή εκδοχή, ότι δηλαδή η Παναγία πέθανε και τάφηκε στη Γεθσημανή, βασιζόμενος στα κείμενα των υμνογράφων της Εκκλησίας, τα οποία γράφτηκαν κατά την πρώτη χιλιετία. Μελετώντας για αρκετό καιρό γνωστά και άγνωστα κείμενα και κυρίως χειρόγραφα του Αγίου Όρους, ο Παπαδόπουλος, συγγραφέας πολλών ιστορικών και θεολογικών έργων, κατέληξε στο συμπέρασμα ότι τίποτα άλλο, πέρα από τις μαρτυρίες μιας απλής και αφελούς μοναχής που έζησε στο θρησκόληπτο και σκοτεινό ακόμη κλίμα του περασμένου αιώνα, δεν συνηγορεί για τη στήριξη αυτής της άποψης..
 Αντίθετα, όλα πείθουν πως ο τάφος της Παναγίας βρίσκεται στη Γεθσημανή. Τα κείμενα που στηρίζουν αυτή την άποψη, διάφοροι Κανόνες γνωστών ποιητών, ύμνοι διαφόρων αφανών και επιφανών υμνογράφων και άλλα έργα της θρησκευτικής ιστορίας, είναι πολύ διαφωτιστικά. Στην πρώτη ωδή του Κανόνα, που συνέθεσε για την Κοίμηση της Θεοτόκου, ο Κοσμάς ο Ιεροσολυμίτης αναφέρει: «Η τάξη των Αγγέλων, που άυλοι περπατούν στον ουρανό, μαζεύτηκε στη Σιών γύρω από το θείο σώμα, Θεοτόκε...». Η πέμπτη επίσης ωδή μνημονεύει τη Σιών (Ιερουσαλήμ): «Παρθένα, οι Απόστολοι λες και ταξίδεψαν πάνω στα σύννεφα, έφτασαν αμέσως από τα πέρατα της γης στη Σιών, για να σε ενταφιάσουν». Ο Ιωάννης ο Δαμασκηνός, που θεωρείται πατέρας της Δογματικής Θεολογίας, στα ποιητικά του έργα προσδιορίζει τη Σιών ως τόπο του επίμαχου τάφου: «Ο δήμος των θεολόγων από τα πέρατα της γης και το πλήθος των αγγέλων από τα ύψη του ουρανού, έτρεξαν στη Σιών από μήνυμα θεϊκό για να κάνουν το χρέος τους, την ταφή σου να λειτουργήσουν, Δέσποινα». Ο Έλληνας υμνογράφος από τη Σικελία, Ιωσήφ, ιστορεί έμμετρα στον προεόρτιο Κανόνα που ψάλλεται στις 14 Αυγούστου: «Αφού ήρθαν από την άκρη της γης οι λαμπροί στύλοι των περάτων, βρέθηκαν στη Σιών για να σε κηδέψουν, Άχραντη, που τέλειωσες τη ζωή σου». Επίσης ο Στέφανος Σαββαΐτης, ανιψιός του Ιωάννη Δαμασκηνού, ομολογεί: «Η Άνασσα Θεοτόκος εξέπνευσε και μετήρεν εν τη Σιών και ήρθη εκ Σιών». Αλλά και ο Κοσμάς ο Μελωδός στην 1η, 5η, 8η, και 9η ωδή του Κανόνα του αναφέρει τη Σιών: «Η Χριστοτόκος εν Σιών μεθίσταται προς ουράνιον δόμον». Προσκαλεί μάλιστα ο ποιητής και τις θυγατέρες Σιών καθώς και τους Σιωνίτες «με ανημμένας λαμπάδας και άδοντες να σπεύσουν προς την Γεθσημανή και να προπέμψουν το Όρος το Άγιον εις τα επέκεινα», στην επουράνια κατοικία της. Δείχνοντας μεγαλύτερη ακρίβεια και σαφήνεια από τους ποιητές, διάφοροι ιστορικοί προσδιορίζουν όχι μόνο την Ιερουσαλήμ, αλλά τη Γεθσημανή ως τοποθεσία ταφής της Παναγίας. Ανάμεσα σε αυτούς είναι ο Ιεροσολύμων Γιουβενάλιος το 458, ο Ιωάννης Δαμασκηνός στους λόγους του, ο Γερμανός το 733 στον τρίτο λόγο του, ο Νικηφόρος στην εκκλησιαστική ιστορία του, τα συναξάρια και, μαζί με αυτά, η εκκλησιαστική ιστορία και η παράδοση της πρώτης χιλιετίας. Σοβαρές ιστορικές μαρτυρίες θεωρούνται ακόμη τα κείμενα του λόγιου μοναχού Στεφάνου, Επισκόπου Ευχαϊτών και του Μάρκου Ευγενικού. Τις ίδιες ιστορικές αναφορές για την Κοίμηση, τις συναντάμε και στη χριστιανική Υμνογραφία, που προηγείται χρονικά από τους Κανόνες. Στους ύμνους αυτούς, που είναι γραμμένοι στα ελληνικά και ψάλλονται μεταφρασμένοι σε όλες τις ορθόδοξες εκκλησίες, αναφέρεται συνεχώς ως τόπος ταφής της Παναγίας, η Γεθσημανή. Ο Θ. Μέντζος, επίσης, στο έργο του «Ο Τάφος της Παναγίας» καταχωρίζει ένα εδάφιο του Γεωργίου Κεδρηνού σχετικά με τον βίο της Παναγίας, το οποίο αναφέρει: «Μετά τον θάνατον Ιωσήφ του τέκτονος, τελευτήσαντος δε και
http://www.istoria.gr/aug03/images/cont3_1.jpg
Ζεβεδαίου, ήγαγεν Ιωάννης (ο ευαγγελιστής) και Ιάκωβος την μητέραν αυτών και συνήν τη Θεοτόκω. Την δε κτήσιν αυτών πωλήσαντες Καϊάφα ηγόρασαν τη Σιών, ένθα το μυστικόν Πάσχα ο Χριστός εποίησε και των θυρών κεκλεισμένων εισήλθε. Μετά την του Κυρίου ανάληψιν η Θεοτόκος εν Σιών διέτριβεν έως της τελευτής αυτής. Προ δε ημερών δέκα πέντε έγνω την έξοδον αυτής. Προ δε τριών ημερών ο Αρχάγγελος παρεγένετο προς αυτήν το βραβείον κομίζων. Παρέδωκε δε την αγίαν αυτής ψυχήν τω Κυρίω και Υιώ τω Θεώ αυτής, ετών ούσα εβδομήκοντα δύο. Οι δε φασίν πεντήκοντα οκτώ. Ώστε μετά την ανάληψιν του Χριστού είκοσι τέσσαρας χρόνους απεβίωσε».
ΤΑ ΆΓΙΑ ΛΕΙΨΑΝΑ ΣΤΙΣ ΒΛΑΧΕΡΝΕΣ
Ιστορική μαρτυρία επίσης θα πρέπει να θεωρηθεί το γεγονός ότι η αυτοκράτειρα του Βυζαντίου Πουλχερία άνοιξε τον τάφο, το 450, και μετέφερε μερικά νεκρικά αντικείμενα στον ναό της Παναγίας των Βλαχερνών στην Κωνσταντινούπολη. Σύμφωνα με τα κείμενα του Ιωάννη Δαμασκηνού «...πολλάς εν Κωνσταντινούπολει ανήγειρε τω Χριστώ εκκλησίας η εν αγίοις Πουλχερία. Μία δε τούτων εστί και η εν Βλαχέρναις τού της θείας λήξεως Μαρκιανού. Ούτοι τοιγαρούν εκείσε σεβάσμιον οίκον τη πανυμνήτω και Παναγία Θεοτόκω και αειπαρθένω Μαρία οικοδομήσαντες και παντί κόσμω κοσμήσαντες το ταύτης πανάγιον Θεοδόχον ανεζήτουν σώμα. Και μετακαλεσάμενοι Ιουβενάλιον τον Ιεροσολύμων αρχιεπίσκοπον και τους από Παλαιστίνης επισκόπους, τότε εν τη βασιλευούση ενδημούντες πόλει, διά την τηνικαύτα εν Χαλκηδόνι γενομένην Σύνοδον, λέγουσιν αυτοίς: “Ακούομεν είναι εν Ιεροσολύμοις την πρώτην και εξαίρετον της Παναγίας Θεοτόκου και αειπαρθένου Μαρίας εκκλησίαν εν χωρίω Γεθσημανή καλουμένω, ένθα το ζωηφόρον αυτής σώμα κατετέθη εν σορώ. Βουλόμεθα τοίνυν τούτο το λείψανον αγαγείν ενταύθα εις φυλακτήριον της βασιλευούσης ταύτης πόλεως”. Υπολαβών δε Ιουβενάλιος απεκρίθη: “Τη μεν αγία και θεοπνεύστω Γραφή ουκ εμφαίνεται τα κατά την τελευτήν της αγίας Θεοτόκου Μαρίας. Εξ αρχαίας δε και αληθεστάτης παραδόσεως παρειλήφαμεν ότι εν τω καιρώ της ενδόξου κοιμήσεως αυτής οι μεν άγιοι σύμπαντες Απόστολοι, επί σωτηρία των εθνών την Οικουμένην διαθέοντες, εν καιρού ροπή μετάρσιοι συνήχθησαν εις Ιεροσόλυμα και προς αυτήν ούσι οπτασία αυτοίς αγγελική γέγονε και θεία υμνωδία... Το δε Θεοδόχον αυτής σώμα μετά αγγελικής και αποστολικής υμνωδίας εκκομισθέν και κηδευθέν εν σορώ τη εν Γεθσημανή κατετέθη... ενός δε (των Αποστόλων) απολειφθέντος Θωμά, μετά την τρίτην ημέραν ελθόντος και το Θεοδόχον σώμα προσκυνήσαι βουληθέντος, ήνοιξαν την σορόν και το μεν σώμα αυτής το πανύμνητον ουδαμώς ευρείν ηδυνήθησαν, μόνα δε αυτής τα εντάφια κείμενα ευρόντες και της εξ αυτών αφάτου ευωδίας εμφορηθέντες ησφαλήσαντο την σορόν... Παρήν δε και ο αδελφόθεος Ιάκωβος και Πέτρος... (στιχ. 752). Και ταύτα οι βασιλείς (αμφότεροι ο τε Μαρκιανός και η Πουλχερία) ήτησαν αυτόν τον αρχιεπίσκοπον Ιουβενάλιον την αγίαν εκείνην σορόν μετά των εν αυτή της ενδόξου και Παναγίας Θεοτόκου Μαρίας ιματίων βεβουλλωμένην ασφαλώς αυτοίς αποσταλήναι. Και ταύτην αποσταλείσαν κατέθεντο εν τω εν Βλαχέρναις δομηθέντι σεβασμίω Οίκω της αγίας Θεοτόκου». Σχετικά με το παραπάνω εδάφιο και άλλα ίδια που είχαν ως θέμα τα άγια λείψανα που συγκέντρωναν οι Βυζαντινοί στις εκκλησίες τους, αλλά και την έμμεση αναγνώριση της κοίμησης της Θεοτόκου στη Γεθσημανή γράφει και ο ίδιος ο καθολικός ιερέας R.P.J. Pargoire στο έργο του «L’ Eglise Byzantine de 257 a 847» (Παρίσι 1923): «Οι Χριστιανοί του Ανατολικού Κράτους είχαν σε μεγάλο βαθμό ευλάβεια προς τα άγια λείψανα. Κάθε τι που συνδεόταν με τον Χριστό, με την Θεοτόκο και με τους Αγίους ήταν προσφιλές σε αυτούς. Η πρωτεύουσα του Ανατολικού Κράτους είχε ως στόχο την απόκτηση όλων των σεπτών λειψάνων» (σελ. 117). Ο ίδιος συγγραφέας, που σε άλλο σημείο περιγράφει τον τάφο της Παναγίας στη Γεθσημανή (σελ. 355), γράφει και για τη μεγάλη γιορτή της Κοίμησης: «Ο κύκλος των γιορτών της Παρθένου, που εγκαινιάστηκε πιθανότατα με τη γιορτή του Ευαγγελισμού, πλουτίζεται τώρα και με τη γιορτή της Κοίμησης, γιορτή την οποία πρώτη από όλες τις χώρες γνωρίζει η Παλαιστίνη» (σελ. 115).
ΟΔΟΙΠΟΡΙΚΑ ΚΑΙ ΣΟΥΛΤΑΝΙΚΑ ΦΙΡΜΑΝΙΑ
http://www.istoria.gr/aug03/images/cont3_2.jpg
Οδοιπορικά κείμενα περιηγητών και προσκυνητών, που περιέχονται στο ογκώδες έργο του αρχιδιακόνου Ιεροσολύμων Κλεώπα (Ιεροσόλυμα 1912), συμφωνούν επίσης με τις παραπάνω μαρτυρίες: «Στη Γεθσημανή», έγραφε ο προσκυνητής Θεοδόσιος το 530, «υπάρχει η κοιλάδα του Ιωσαφάτ και η βασιλική της μητέρας του Κυρίου Αγίας Μαρίας, και μέσα σε αυτήν ο τάφος της». Σαράντα χρόνια αργότερα, το 570, ο μάρτυρας Αντωνίνος Πλαιζάν, επιβεβαιώνει το ίδιο: «Στην κοιλάδα του Ιωσαφάτ υπάρχει η βασιλική της Αγίας Μαρίας η οποία, λένε, υπήρξε ο Οίκος Αυτής. Μέσα σε αυτή δείχνουν τον τάφο από τον οποίο μετέστη στους ουρανούς». Σε περιγραφή που έκανε ο Δυτικός επίσκοπος Αρνούλφος, το 670, διαβάζουμε: «Το μνήμα της Θεοτόκου σύγκειται εκ δύο υπερκειμένων εκκλησιών. Η κατώτερη είναι στρογγυλή και στηρίζεται σε θεμέλια από σπανιότατο λίθο. Στο ανατολικό μέρος υπάρχει θυσιαστήριο και δεξιά του ο τάφος της Αγίας Μαριάμ (Μαρίας), στον οποίο αναπαύθηκε όταν ετάφη». Στα οδοιπορικά αυτά ανήκει και η προσκύνηση του μωαμεθανού Ομέρ Χατάπ, που υπήρξε σύντροφος και διάδοχος (χαλίφης) του Μωάμεθ. Όταν ο Ομέρ κατέκτησε την Ιερουσαλήμ, το 637, αναφέρει ο Άραβας ιστορικός Μεζρουντίν, «προσευχήθηκε δυο φορές στην παρά τον χείμαρρον εκκλησία των Κέδρων και το μνήμα της Μητέρας Μαριάμ». Τα ίδια αναφέρουν επίσης ο σύγχρονος του Ιωάννη Δαμασκηνού, Άγιος Βιλιβάλδος, ο Ρώσος ηγούμενος Δανιήλ, ο γεωγράφος Ιντρισί, ο μοναχός Βερνάρδος και ο μοναχός Επιφάνιος κατά τον οποίο, έξω από την πύλη της Ιερουσαλήμ, στη Γεθσημανή, βρισκόταν «η οικία του Αγίου Ιωάννου του Θεολόγου στην οποία η Θεοτόκος μετά την Ανάστασιν εκοιμήθη». Μετά την κατάκτηση της Ιερουσαλήμ από τους Μωαμεθανούς, όλα τα σουλτανικά φιρμάνια ανέφεραν τα ιερά προσκυνήματα των χριστιανών, μεταξύ των οποίων και τον τάφο της Παναγίας στη Γεθσημανή. Χαρακτηριστικό της μωαμεθανικής αυτής παράδοσης είναι το φιρμάνι που εξέδωσε ο σουλτάνος Σελίμ ο Τρομερός, όταν κατέκτησε την Ιερουσαλήμ το 1517. Από το έργο του Γρηγορίου Παλαμά «Ιεροσολυμιάς», όπου καταχωρίζεται ολόκληρη η μετάφραση του φιρμανίου, διαβάζουμε στο συγκεκριμένο σημείο τη διατύπωση «... το έξω της πόλεως μνήμα της Δέσποινας Μαριάμ». Αλλά και από καθολικές πηγές μνημονεύεται ο τάφος στη Γεθσημανή, αφού σε λεύκωμα της «Φραγκισκανής Κουστωδίας των Αγίων Τόπων» αναφέρεται: «Ο ναός που βρίσκεται μπροστά στο τείχος του παλιού Ναού, απέναντι από την Χρυσή Πύλη και σε θέση αντίθετη προς το τέμενος του Ομάρ, αποτελεί την απάντηση του Καθολικού κόσμου στην απιστία των Ευρωπαίων πολιτικάντηδων, των Βυζαντινών Ορθοδόξων ή μπολσεβίκων, των πανισλαμιστών και των σιωνιστών... Με τον Ναό αυτόν επανασυνδέεται η μετά τους Σταυροφόρους διακοπείσα παράδοση». Η παράδοση αυτή αναφέρεται σε δυο αποκαλυπτικά εδάφια που ακολουθούν στη συνέχεια. Σύμφωνα με το πρώτο, «κατά την λιτανεία που προηγήθηκε της τελικής εφόδου (κατά της Ιερουσαλήμ), οι Σταυροφόροι είχαν σταματήσει μπροστά στον τάφο της Παναγίας».
ΓΟΤΘΙΚΟΥ ΡΥΘΜΟΥ ΕΠΙΔΙΟΡΘΩΣΕΙΣ ΤΩΝ ΣΤΑΥΡΟΦΟΡΩΝ ΣΤΟ ΝΑΟ ΤΗΣ ΘΕΟΤΟΚΟΥ

Στο δεύτερο, μαρτυρείται ότι μετά την κατάκτηση της πόλης, οι Σταυροφόροι «επιδόθηκαν στην ανακαίνιση των περισσότερο αναγκαίων οικοδομών», όπου μεταξύ των οποίων αναφέρεται ότι «ανακαίνισαν τον τάφο της Παναγίας» (1140-1150). Από την εποχή εκείνη οι Καθολικοί επιδόθηκαν σε διπλωματικούς αγώνες προκειμένου να διεκδικήσουν «χώρο στη Γεθσημανή». Μετά από αιώνες, μνημονεύεται μια ρηματική διακοίνωση της 28ης Μαΐου του 1850, ήταν η αφορμή των Γάλλων προς την Υψηλή Πύλη. Αυτή για να σχηματισθεί μια πολυσέλιδη συλλογή πρακτικών, επισήμων εγγράφων, δικαστικών αποφάσεων, και άλλων αυθεντικών εγγράφων, τα οποία εκδόθηκαν από τον βαρώνο ντε Τέστα το 1866 στο Παρίσι με τίτλο «Συλλογή Συνθηκών της Οθωμανικής Πύλης μετά των ξένων δυνάμεων». Στα επίσημα αυτά έγγραφα η Γαλλία αναγνώριζε τη Γεθσημανή ως τόπο στον οποίο συνέβη η Κοίμηση. Σε αποκαλυπτικό απόσπασμα του Μεγάλου Βεζίρη Φουάτ πασά διαβάζουμε την ευνοϊκή στάση της Υψηλής Πύλης στο επίμαχο θέμα: «Η Γαλλία, και όταν την κυβερνούσαν χριστιανοί βασιλείς, και όταν είχε δημοκρατικό καθεστώς, αλλά και όταν την κυβερνούσαν άθεοι, όπως κατά την τελευταία εποχή κατά την οποία δεν κυνηγούσε από το έδαφός της μόνο τους μοναχούς, αλλά και αυτόν ακόμη τον Θεό, ποτέ δεν έπαψε να υποστηρίζει τους μοναχούς της Ανατολής και τις διεκδικήσεις τους». Στις διεκδικήσεις αυτές ο Φουάτ πασάς σημειώνει για τον τάφο: «Από τον τάφο της Παρθένου στην Γεθσημανή, ο οποίος είναι κοινό προσκύνημα για τους Ορθόδοξους Έλληνες, τους Αρμένιους και τα άλλα χριστιανικά δόγματα, και μέσα στον οποίο είχαν και οι Μουσουλμάνοι ιδιαίτερο ιερό, αποκλείονται μόνο οι Λατίνοι μοναχοί». Μάλιστα η Υψηλή Πύλη, με τη συγκατάθεση των Ρώσων, χορήγησε άδεια, για «να τελεσθεί λειτουργία από τους Λατίνους στον τάφο της Παναγίας».
Ο ΧΟΡΟΣ ΤΩΝ ΑΠΟΣΤΟΛΩΝ
Από τα λεγόμενα απόκρυφα κείμενα τα κυριότερα είναι οι λόγοι Ιωάννου του Θεολόγου «Εις την Κοίμησιν της Θεοτόκου», και «Η Ανάληψις της Παρθένου» το οποίο είναι ενσωματωμένο σε μια ομιλία του αρχιεπισκόπου Ιωάννου Θεσσαλονίκης (7ος αιώνας). Από το πρώτο έργο, το οποίο παρουσιάζει τους Αποστόλους να μεταφέρονται στην Ιερουσαλήμ με θαυματουργό τρόπο, για να συμπαρασταθούν στον θάνατο της Παναγίας, εμπνεύσθηκαν οι υμνογράφοι ενός ορθρικού Ύμνου και δύο Προσομοίων. Στον ορθρικό Ύμνο αναφέρεται: «Ο χορός των Αποστόλων, που ήταν διεσπαρμένος στη γη, συγκεντρώθηκε στη Σιών, για να κατευοδώσει τη Θεοτόκο από τη γη προς τον Ύψιστο». Στην ατέλειωτη σειρά των εκκλησιαστικών συγγραφέων, υμνογράφων και ποιητών, περιλαμβάνονται και δύο πολύτιμα ανέκδοτα Προσόμοια, που αναφέρονται στην πορεία των Αποστόλων προς τον τόπο ταφής της Παναγίας: «Δεύτε ακούσωμεν πάντες θαύμα παράδοξον, των Αποστόλων πάντων εκ τεσσάρων περάτων ελθόντων προς Μαρίαν, όθεν ειπείν ο Θεολόγος ο ένδοξος, εν τη Εφέσω διδάσκων». Από την ανέκδοτη επίσης υμνολογία, στα λεγόμενα «Απόστιχα των Αίνων», διαβάζουμε: «Αίρεται από γης η πανάγαθος Παρθένος προς την Σιών την άνω». Βέβαια η τελευταία φράση «προς την Σιών την άνω» θυμίζει περισσότερο τις «αόρατες» ουράνιες πολιτείες, που υπονοούν το πέρασμα σε μια άλλη διάσταση, παρά γήινες τοποθεσίες. Αλλά αυτό βέβαια είναι θέμα προσωπικής εκτίμησης. Αξίζει πάντως να σημειωθεί ότι όλοι οι ύμνοι που αναφέρονται στο παραπάνω γεγονός, γράφηκαν πριν την απόσχιση της Παπικής Εκκλησίας από την Ορθοδοξία. Και φυσικά τα κείμενα αυτά τα χρησιμοποιούσαν και οι κληρικοί και οι ιεροψάλτες των καθολικών εκκλησιών, μέχρις ότου παρουσιάστηκε η αμφισβήτηση.
ΣΤΗ ΓΕΘΣΗΜΑΝΗ
Η Γεθσημανή μνημονεύεται από τους ευαγγελιστές Ματθαίο (26,36) και Μάρκο (14,32) και προσδιορίζεται ως «χωρίον». Ο Ιησούς πήγαινε συχνά στη Γεθσημανή, για να προσευχηθεί με τους μαθητές του. Η Αγία Ελένη, όταν πήγε στην Παλαιστίνη, ίδρυσε περίπου τριάντα ναούς, όπως αναφέρει ο ιστορικός Νικηφόρος Κάλλιστος το 1335. Σε έναν κώδικα του 11ου αιώνα, που βρίσκεται στη βιβλιοθήκη του Βατικανού, περιέχεται ο κατάλογος των εκκλησιών της «Θεοφιλούς Βασιλίδος Ελένης», όπου ο ναός της Γεθσημανής αναφέρεται τέταρτος στη σειρά ως «Εκκλησία εν Γεθσημανή, επί του Τάφου της Υπεραγίας Θεοτόκου». Ο σημερινός ναός έχει μήκος τριάντα μέτρα και πλάτος οκτώ. Ο τάφος είναι δεξιά, καθώς μπαίνουμε στην είσοδο, λαξεμένος σε τετράγωνο βράχο, με κοίλωμα ενός μέτρου. Για τον τάφο της Γεθσημανής υπάρχουν επίσης μαρτυρίες της Εκκλησίας των Σύρων, των Κοπτών και των Αρμενίων, οι οποίοι διατηρούν και παρεκκλήσια στον ναό της Κοίμησης της Θεοτόκου στην Ιερουσαλήμ. Στα συριακά χειρόγραφα υπάρχουν πέντε βασικά κείμενα που έχουν ως θέμα την «Ανάληψη της Παρθένου». Σε ένα από αυτά, το «Apocrypha Syriaka, Studia Sinaitica» (XI, 1902), που θεωρείται το βασικότερο της συριακής φιλολογίας για τη ζωή και τον θάνατο της Παναγίας, διαβάζουμε πως μετά τη Σταύρωση, Αυτή πήγε στη Βηθλεέμ: «Έτσι έφυγε από την Ιερουσαλήμ μαζί με τις τρεις παρθένες που την ακολουθούσαν πάντα». Στα κοπτικά χειρόγραφα της «Κοίμησης της Θεοτόκου» (δυο μποχαϊριτικά, ένα σαχιδικό και ορισμένα αποσπάσματα), αναφέρονται ο Ευόδιος της Αντιόχειας και κάποιος ανώνυμος, οι οποίοι υπήρξαν αυτόπτες μάρτυρες του θανάτου και της ταφής της Παναγίας στη Γεθσημανή. Τις ίδιες μαρτυρίες βρίσκουμε επίσης και στα αρμενικά χειρόγραφα. Συμπερασματικά παρατηρούμε πως πέρα από τα διάφορα λάθη των αντιγραφέων, οι ορθόδοξες ιστορικές μαρτυρίες είναι οι μόνες που αναφέρονται στο πραγματικο γεγονός.
ΓΕΣΘΗΜΑΝΗ ΟΡΟΣ ΤΩΝ ΕΛΑΙΩΝ


 ΓΕΝΙΚΗ ΘΕΩΡΗΣΗ ΤΩΝ ΠΕΡΙ ΤΗΣ ΚΟΙΜΗΣΕΩΣ ΜΑΡΤΥΡΙΩΝ


Χωρίς να επανέλθουμε λεπτομερώς στις προεκτεθείσες μαρτυρίες, θα επιχειρήσουμε σύνοψή τους και εξαγωγή κάποιων συμπερασμάτων.

Η προς τη Θεοτόκο εξαγγελία της Κοιμήσεως υπό του Κυρίου αποτελεί σημείο, επί του οποίου δεν υπάρχει ομογνωμία μεταξύ των συγγραφέων-έγκωμιαστών της Κοιμήσεως. Ο Μόδεστος Ιεροσολύμων (μία από τις αρχαιότερες μαρτυρίες) εμφανίζει τη Θεοτόκο να δέχεται την εξαγγελία χωρίς, όμως, να την αναμένει. Το ίδιο ισχύει περί της μαρτυρίας του Ιωάννου Θεσσαλονίκης. Οι μαρτυρίες αυτές είναι, προφανώς, η εξαίρεση εφόσον σε άλλους συγγραφείς η Θεοτόκος φαίνεται ότι μετά χαράς αναμένει την εξαγγελία της Κοιμήσεώς της (Γερμανός Κωνσταντινουπόλεως), ότι μετά χαράς «προαισθάνεται» την Κοίμησή της (Θεόδωρος Στουδίτης), ότι χαρμοσύνως δέχεται τους «χαιρετισμούς» του αγγέλου, με τους οποίους εξαγγέλεται η Κοίμησή της (Ισίδωρος Θεσσαλονίκης) και ότι θεωρεί «αφόρητη» την απουσία του Υιού της, γι' αυτό και επείγεται να Τον συναντήσει (Μανουήλ Παλαιολόγος). Το γεγονός του χαρμόσυνου χαρακτήρα, τον οποίο είχε η εξαγγελία της Κοιμήσεως, επιβεβαιώνει και ο Θεόγνωστος δια της μαρτυρίας του ότι ο άγγελος έπέδωσε -κατά την εξαγγελία- «βραβείο» προς τη Θεοτόκο, ως απόδειξη της αληθείας των λόγων του και επιβράβευση της Θεοτόκου. Στο σημείο αυτό, η χαρά της Θεοτόκου κατά την εξαγγελία της σαρκώσεως του Κυρίου (Ευαγγελισμός) πιστοποιείται και στην αντίστοιχη εξαγγελία της Κοιμήσεως.

Ο τρόπος ελεύσεως των αποστόλων στα Ιεροσόλυμα για να παραστούν στην Κοίμηση και την ταφή της Θεοτόκου δεν παρουσιάζει παραλλαγές μεταξύ των εκκλησιαστικών συγγραφέων. Η «ροπή», δια της οποίας μεταφέρθησαν οι απόστολοι (Μόδεστος/Θεόγνωστος, ο οποίος σημειώνει ότι η δια της «ροπής» μετακίνηση των αποστόλων διήρκεσε μία ημέρα) είναι φαινόμενο συγγενές προς τη «νεφέλη» (Θεόδωρος Στουδίτης) και τη «βροντή» (Γερμανός Κωνσταντινουπόλεως/Θεόγνωστος). Όλα τα παραπάνω μαρτυρούν περί θαυματουργικού φαινομένου, διά του οποίου οι απόστολοι προέφθασαν ζωντανή τη Θεοτόκο, σύμφωνα με την επιθυμία και της ιδίας. Εκ των συγγραφέων, μόνος ο Θεόγνωστος αναφέρει ότι οι απόστολοι έφθασαν στα Ιεροσόλυμα όταν η Θεοτόκος είχε ήδη κοιμηθεί και εφρόντισαν μόνο για τα περί της ταφής της.

Οι παραδόσεις περί των κατά την Κοίμηση παρισταμένων δεν είναι πάντοτε ενιαίες. Ο Γερμανός Κωνσταντινουπόλεως και ο Ιωάννης Θεσσαλονίκης μνημονεύουν ιδιαιτέρως την παρουσία του αποστόλου Παύλου (τούτο δεν μαρτυρείται σε άλλους συγγραφείς), ο οποίος τυγχάνει ιδιαιτέρας υποδοχής και τιμής από τους υπολοίπους αποστόλους. Πρόκειται προφανώς περί παραδόσεως, η οποία δεν είχε καθολική ισχύ. Στο θέμα των παρισταμένων κατά την Κοίμηση εμπίπτει και η υπό του Ανδρέα Κρήτης μαρτυρουμένη «Διονυσιακή παράδοση», η οποία στηρίζεται επί του ψευ-Διονυσιακού έργου Περί των θείων Ονομάτων και αναφέρει παρουσία -κατά την Κοίμηση- των Διονυσίου Αρεοπαγίτου και Ιεροθέου Αθηνών. Ο Ισίδωρος Θεσσαλονίκης επαναλαμβάνει μεν τα υπό του Ανδρέου μαρτυρούμενα, αλλά δημιουργεί πρόβλημα με τη μνεία παρουσίας και του Τιμοθέου• και τούτο διότι ο Τιμόθεος φαίρεται -από τη Διονυσιακή παράδοση- ως αποδέκτης επιστολής εκ μέρους του Αρεοπαγίτου, στην οποία εξιστορούνται τα της Κοιμήσεως και εξαίρεται η παρουσία του Ιεροθέου. Αυτό, όμως, σημαίνει ότι ο Τιμόθεος δεν ήταν παρών κατά την Κοίμηση. Ο Ισίδωρος Θεσσαλονίκης επιχειρεί, προφανώς, να εμπλουτίσει τη Διονυσιακή παράδοση του Ανδρέα Κρήτης. Εννοείται ότι η παράδοση αυτή είναι εξαιρετικά επισφαλής, εφόσον τα χρονολογικά πλαίσια της Κοιμήσεως είναι άγνωστα και η παρουσία των Διονυσίου Αρεοπαγίτου και Ιεροθέου είναι προβληματική. Το γεγονός, άλλωστε, ότι πλην των Ανδρέα Κρήτης και Ισιδώρου Θεσσαλονίκης η παράδοση αυτή δεν μαρτυρείται, αποδεικνύει ότι έχει ελάχιστες πιθανότητες να είναι αληθής.

Ποικίλα γεγονότα περί την Κοίμηση μαρτυρούνται σε επιμέρους συγγραφείς. Το πένθος της φύσεως κατά τη μετάβαση της Θεοτόκου στη Γεθσημανή για να προσευχηθεί, καθώς και το περιστατικό της διανομής των δύο χιτώνων υπό της Θεοτόκου στις δύο χήρες γειτόνισσες ολίγον προ της Κοιμήσεως, είναι γεγονότα τα οποία αναφέρουν μόνοι οι Ιωάννης και Ισίδωρος Θεσσαλονίκης. Αποσπασματικές είναι και οι μαρτυρίες περί του περιεχομένου των λόγων, τους οποίους απηύθυναν οι απόστολοι ενώπιον της νεκρικής κλίνης. Τόσον ο Μόδεστος όσον και ο Θεόδωρος Στουδίτης αναφέρουν «χαιρετισμούς» των αποστόλων ως έξοδιαστικά εγκώμια προς τη Θεοτόκο. Αυτό, όμως, αποτελεί εξαίρεση στο σύνολο των εκκλησιαστικών συγγραφέων. Οι εν λόγω χαιρετισμοί είναι πιθανόν να απετέλεσαν λειτουργικά κείμενα, τα οποία προεβλήθησαν ως εγκώμια των ιδίων των αποστόλων. Αλλά και ως προς τη στιγμή της Κοιμήσεως, μόνος ο Δαμασκηνός αναφέρει ότι ακούστηκαν «φωνές, ψόφοι και πάταγοι», παραλληλίζοντας τοιουτοτρόπως τη στιγμή της Κοιμήσεως της Θεοτόκου με τη στιγμή του θανάτου του Κυρίου επί του Σταυρού. Όλες οι παραπάνω αποσπασματικές μαρτυρίες δεν μπορούν να ενταχθούν σε κάποια καθολική παράδοση περί της Κοιμήσεως, φαίνεται δε ότι είτε διετηρούντο σε επιμέρους περιοχές είτε δημιουργήθησαν -μερικώς ή ολικώς- από τους ίδιους τους εκκλησιαστικούς συγγραφείς.

Όπως τονίσθηκε στην οικεία παράγραφο, πολλές είναι οι ιδιαιτερότητες της διηγήσεως του Ιωάννου Θεσσαλονίκης: ο φόβος της Θεοτόκου περί της μεταφοράς της ψυχής της, η ιδιαίτερη αναγγελία της Κοιμήσεώς της προς τον Ιωάννη, η προσευχητική αγρυπνία των αποστόλων και των λοιπών παρισταμένων πλησίον της κλίνης της Θεοτόκου κατά την τελευταία νύχτα της επίγειας ζωής της, οι παραινέσεις του Πέτρου, η παρουσία του ίδιου του Κυρίου στην οικία της Θεοτόκου για να παραλάβει την ψυχή της μητέρας του, όλα αυτά συνιστούν πτυχές των εορταζομένων γεγονότων οι οποίες δεν διεσώθησαν στην τελική διαμόρφωση του εορτολογικού περιεχομένου της Κοιμήσεως.

Αλλά και ως προς το θέμα του ενταφιασμού της Θεοτόκου και της επακολουθησάσης μεταστάσεώς του στους ουρανούς, οι συγγραφείς των εγκωμιαστικών λόγων δεν απηχούν καθολική παράδοση. Το γεγονός ότι το σώμα της Θεοτόκου παρέμεινε επί τριήμερον στον τάφο και ότι η μετάστασή του διεπιστώθη από τους αποστόλους κατά τρόπο μάλλον θαυματουργικό, μαρτυρείται από τους Δαμασκηνό και Γερμανό Κωνσταντινουπόλεως. Ο Ισίδωρος Θεσσαλονίκης είναι ο μόνος, ο οποίος προσθέτει τα περί Θωμά, δηλαδή την μετά τριήμερον έλευσή του στα Ιεροσόλυμα, την απαίτηση να προσκυνήσει το ενταφιασμένο σώμα και την απουσία του σώματος, όταν ανοίχθηκε ο τάφος. Μία δεύτερη, όμως, διήγηση του Γερμανού περιπλέκει τα γεγονότα, εφόσον αναφέρει μετάσταση του σώματος της Θεοτόκου με ολόκληρη τη σινδόνα του ενταφιασμού κατά τη στιγμή της κηδεύσεως. Σύμφωνα, επομένως, με την παράδοση αυτή, η Θεοτόκος δεν ενταφιάσθηκε τελικώς και, ούτως εχόντων των γεγονότων, δεν ευσταθεί η υπό του Δαμασκηνού αναφερόμενη «Ευθυμιακή ιστορία» περί απαιτήσεως των αυτοκρατόρων Μαρκιανού και Πουλχερίας να μεταφερθούν στην Κωνσταντινούπολη τα «εντάφια σπάργανα» της Θεοτόκου.

Μέσω της ποικιλίας των μαρτυριών διαμορφώθηκε το εορτολογικό περιεχόμενο της Κοιμήσεως. Το μνημονευθέν παραπάνω Ελληνικόν μηνολόγιον του 11ου αι. περιλαμβάνει περιληπτικώς τις περισσότερες εκ των μαρτυριών των εγκωμιαστικών λόγων: την δι' αγγέλου προαναγγελία προς τη Θεοτόκο της Κοιμήσεώς της, τη χαρά της Θεοτόκου και την προσευχή της στο όρος των ελαιών, τον εύπρεπισμό της οικίας της, τη μεταφορά των αποστόλων στα Ιεροσόλυμα δια «βροντής» και «νεφελών», τον ενταφιασμό και τη μετάσταση του λειψάνου στους ουρανούς μετά από τριήμερο και αφού ο Θωμάς απήτησε να προσκηνύσει το ενταφιασμένο σώμαΤο Ελληνικόν μηνολόγιον αποτελεί ενδιάμεσο σταθμό στην καταχώρηση του εορτολογικού περιεχομένου της Κοιμήσεως στις μετέπειτα εκδόσεις των Μηναίων.
ΤΟ ΟΡΟΣ ΤΩΝ ΕΛΑΙΩΝ

Στη μορφή, στην οποία έφθασε έως σήμερα, το «μηνολόγιο» της 15ης Αυγούστου αποτελεί αναλυτική παρουσίαση των στοιχείων, τα οποία μαρτυρούνται στους μελετηθέντες εγκωμιαστικούς Λόγους επί τη Κοιμήσει της ΘεοτόκουΕντυπωσιάζει το γεγονός ότι στο εν λόγω μηνολόγιο καταχωρίζονται όλες οι λεπτομέρειες -μηδέ μιας εξαιρουμένης- των εγκωμιαστικών Λόγων, ως εάν επρόκειτο περί ενός consensus των ποικίλων μαρτυριών. Το γεγονός αυτό πιστοποιεί την τελική συγχώνευση των διαφορετικών πτυχών της περί Κοιμήσεως παραδόσεως και, τοιουτοτρόπως, την τελική διαμόρφωση του εορτολογικού περιεχομένου της Κοιμήσεως.
 Βιβλιογραφία

1. Ιωάννης Ράμφος, «Η Κοίμηση της Θεοτόκου», 1948. 2. Ν.Π.Παπαδόπουλος, «Ο Τάφος της Παναγίας», Αθήνα 1952. 3. Μέντζος Θεοφάνης, «Τάφος της Παναγίας», Αθήνα 1955. 4. Εφ. Καθημερινή, 25 Μαρτίου 1981-Ακρόπολις 28 και 29-8-1954- «Χουριέτ» 24-12-1950-. «Τζουμχουριέτ» 9-8-1951. 5. Naci Keskin «Efes» ed. Keskin Color, Istanbul αχρονολόγητο. 6. Migne J.P. «Patrologia Graeca», 1857. 7. M. Jugie «La Mort et l’ Assomption de la Sainte Vierge dans la Tradition des cinq premiers Siecles» Echos d’ Orient τόμος 35 του 1926 αριθμοί 141,142 και 143. Η Εορτή της Κοιμήσεως
Από Γ.Ν. Φίλια: «Οι Θεομητορικές Εορτές στη Λατρεία της Εκκλησίας.» Εκδ. ΓΡΗΓΟΡΗ, Αθήνα 2002.
Οι περί της εορτής μαρτυρίες εκ των πανηγυρικών ή εγκωμιαστικών Ομιλιών
 ΠΗΓΕΣ
1.      ΙΣΤΟΤΟΠΟΣ «ΙΣΤΟΡΙΑ»ΕΛ.
2.      Γεώργιος Φίλιας Επίκουρος καθηγητής του Πανεπιστημίου Αθηνών
3.      ΜΥΡΙΟΒΙΒΛΟΣ ΒΙΒΛΙΟΘΗΚΗ
4.      ΔΙΑΔΙΚΤΥΑΚΗ ΦΩΤΟΘΗΚΗ
5.      ΕΛΛΗΝΩΝ ΔΙΚΤΥΟ
6.      TALANTO.
                                                                                            

TO ΙΣΤΟΡΙΚΟ ΤΗΣ ΚΟΙΜΗΣΕΩΣ ΔΕΝ ΑΝΑΦΕΡΕΤΑΙ ΣΕ ΑΡΧΑΙΕΣ ΙΣΤΟΡΙΚΕΣ ΠΗΓΕΣ ΤΟΥ ΧΡΙΣΤΙΑΝΙΣΜΟΥ, ΑΛΛΑ ΣΕ ΜΕΤΑΓΕΝΕΣΤΕΡΕΣ, ΚΑΙ ΣΤΗΝ ΠΑΤΕΡΙΚΗ ΠΑΡΑΔΟΣΗ.

Σύμφωνα με τις πληροφορίες που μας δίνουν οι πηγές αυτές, η Θεοτόκος ειδοποιήθηκε από άγγελο του Θεού για τον επικείμενο θάνατό της.
Πήγε τότε ο Άγγελος και της είπε: «Αυτά λέγει ο Υιός σου: είναι καιρός να παραλάβω τη μητέρα Μου κοντά Μου. Γι’ αυτό να μην ταραχθείς, αλλά δέξου το μήνυμα με ευφροσύνη, επειδή μεταβαίνεις σε ζωή αθάνατη».

Μόλις το άκουσε η Θεοτόκος, χάρηκε πολύ και από τον πολύ πόθο της να μεταβεί στον μονογενή Υιό της, ανέβηκε με βιασύνη και προθυμία στο Όρος των Ελαιών για να προσευχηθεί, διότι είχε αυτή τη συνήθεια, να ανεβαίνει συχνά σ’ αυτό το όρος. Τότε ακολούθησε θαύμα παράδοξο. Όταν ανέβηκε εκεί η Θεοτόκος, έκλιναν την κορυφή τους τα δέντρα, σαν να ήταν έμψυχα και λογικά, και την προσκύνησαν και έτσι έδειξαν το σεβασμό τους και τίμησαν την Κυρία και Δέσποινα του κόσμου.

Αφού προσευχήθηκε αρκετά η Πανάχραντη, επέστρεψε στην οικία της. Άναψε φώτα πολλά, ευχαρίστησε τον Θεό και κάλεσε τις συγγενείς και τις γειτόνισσες. Στη συνέχεια, ετοιμάζει όλα τα απαραίτητα για τον ενταφιασμό της. Φανερώνει και στις άλλες γυναίκες τα λόγια που της είπε ο Άγγελος για της εις τους ουρανούς μετάστασή της και σαν απόδειξη των λόγων της, δείχνει το χαροποιό και νικητικό σημείο, που της έδωσε ο Άγγελος, ένα κλαδί φοίνικα.

Οι καλεσμένες γυναίκες, μόλις άκουσαν αυτό το λυπηρό μήνυμα, άρχισαν τους θρήνους και έπειτα παρακαλούσαν την Παναγία να μη τις αφήσει ορφανές. Και η Θεοτόκος τις βεβαίωσε ότι, αφού μετασταθεί στους ουρανούς, θα φυλάει όχι μόνον αυτές αλλά και όλο τον κόσμο. Με τέτοια παρηγορητικά λόγια στάματησε την υπερβολική λύπη τους.

Η παράδοση αναφέρει ότι την τρίτη ημέρα από την εμφάνιση του αγγέλου, οι Απόστολοι δεν ήταν όλοι στα Ιεροσόλυμα, αλλά σε μακρινούς τόπους όπου κήρυτταν το Ευαγγέλιο. Τότε ξαφνικά νεφέλη τους άρπαξε και τους έφερε όλους μπροστά στο κρεβάτι, όπου ήταν ξαπλωμένη η Θεοτόκος και περίμενε την κοίμησή της.

Μαζί με τους Αποστόλους ήρθε και ο Άγιος Διονύσιος ο Αρεοπαγίτης, ο Απόστολος Τιμόθεος και οι λοιποί θεόσοφοι ιεράρχες. Όλοι αυτοί, μόλις έμαθαν την αιτία για την οποία συνάχθηκαν αιφνιδίως και παραδόξως, έλεγαν στην Θεοτόκο: «όσο σε βλέπαμε, Δέσποινα, να ζεις και να μένεις στον κόσμο, παρηγορούμεθα σαν να βλέπαμε τον Υιόν σου. Επειδή όμως τώρα με τη βουλή του Υιού σου και Θεού μεταβαίνεις στα ουράνια, γι’ αυτό καθώς βλέπεις θρηνούμε και δακρύζουμε, αν και από την άλλη χαιρόμαστε για όσα θαυμαστά σου έγιναν». Τότε η Θεοτόκος τους αποκρίθηκε: «Μαθητές του Υιού μου και Θεού, μην κάνετε πένθος και λύπη τη χαρά μου».

Όταν ειπώθηκαν αυτά τα λόγια φτάνει και ο Απόστολος Παύλος. Έπεσε στα πόδια της Θεομήτορος, την προσκύνησε και την εγκωμίασε με πολλά ουράνια εγκώμια: «Χαίρε, ω Μήτερ της ζωής, διότι αν και δεν έζησα σωματικώς κοντά στον Υιό σου, βλέποντας όμως εσένα, νόμιζα ότι έβλεπα Εκείνον».

Μετά αποχαιρετά όλους, ξαπλώνει πάνω στο νεκροκρέββατο, σταύρωσε τα χέρια της, προσφέρει δεήσεις και ικεσίες στον Υιό της για τη σύσταση και την ειρήνη όλου του κόσμου, γεμίζει τους Αποστόλους και ιεράρχες από την ευλογία του Υιού της που δίνεται απ’ αυτήν στους ανθρώπους, και έτσι αφήνει στα χέρια του Υιού της και Θεού την ολόφωτη και παναγία ψυχή της.

Τότε ο κορυφαίος των Αποστόλων Πέτρος άρχισε να λέει στην Θεοτόκο επιτάφια εγκώμια, ενώ οι άλλοι Απόστολοι σήκωσαν το νεκροκρέβατο. Άλλοι προπορεύονταν βαστάζοντας λαμπάδες και ψάλλοντας ύμνους και άλλοι ακολουθούσαν ως το τάφο το σώμα της Θεομήτορος. Ακούγονταν και Άγγελοι από τον ουρανό που έψαλλαν και γέμιζαν τον αέρα οι μελωδίες τους.

Όλα αυτά μην υποφέροντας να βλέπουν και να ακούν οι άρχοντες των Ιουδαίων, παρεκίνησαν κάποιους από το λαό και τους έπεισαν να παρεμποδίσουν την πομπή. Όμως η θεία δίκη πρόφτασε και παίδεψε τους τολμήσαντας με το να τους τυφλώσει.

Έπειτα οι έφτασαν οι Απόστολοι στη Γεσθημανή, ενταφίασαν το πάναγνο σώμα της Θεοτόκου και περίμεναν εκεί τρεις μέρες ακούγοντας ακαταπαύστως σε όλο αυτό το διάστημα τους ύμνους και τις μελωδίες των αγίων Αγγέλων.

Μετά από τρεις ημέρες, άνοιξαν τον τάφο και έκπληκτοι διαπίστωσαν ότι η Παναγία αναστήθηκε σωματικά και αναλήφθηκε στους ουρανούς. Και βέβαια όλη η ανθρωπότητα, με ευγνωμοσύνη για τις πρεσβείες της στο Σωτήρα Χριστό, αναφωνεί: «Χαίρε, ω Μήτερ της ζωής».
 ΕΠΙΜΕΛΕΙΑ ΕΛΛΗΝΩΝ ΔΙΚΤΥΟ ...………..2010μ.Χ.

ΙΚΕΣΙΑ - ΔΙΑΛΟΓΟΣ - ΤΗΣ ΘΕΟΤΟΚΟΥ ΠΡΟΣ ΤΟΝ ΥΙΟΝ ΤΗΣ ΓΙΑ ΤΗΝ ΣΩΤΗΡΙΑ ΜΕΤΑΝΟΟΥΝΤΟΣ ΑΜΑΡΤΩΛΟΥ.

ΙΚΕΣΙΑ - ΔΙΑΛΟΓΟΣ - ΤΗΣ ΘΕΟΤΟΚΟΥ ΠΡΟΣ ΤΟΝ ΥΙΟΝ ΤΗΣ ΓΙΑ ΤΗΝ ΣΩΤΗΡΙΑ ΜΕΤΑΝΟΟΥΝΤΟΣ ΑΜΑΡΤΩΛΟΥ.



Στου Θεοτοκαρίου τα ενδότερα κατ' ήχον
και καθ' εκάστην.
Σε προσπάθεια να κάνουμε μαζί με τον καλοπροαίρετο αναγνώστη έναν νοηματικό απολαυστικό περίπατο στις ατραπούς της πνευματικής και θεολογικής, όντως Εδεμικής, εκτάσεως του σπουδαιότατου τούτου βιβλίου και να εμβαθύνουμε και στην σωτηριολογική άκρως διδακτική σφαίρα και προοπτική του, σημειώνουμε εδώ μερικές επιστασίες, παρατηρήσεις και σκέψεις, με την ελπίδα, αν όχι με την βεβαιότητα, ότι κάποια εσχατολογικά και άγια βιώματα θα προσγίνουν στον ψυχικό μας κόσμο. Θα είναι και ένας τρόπος προσεγγίσεως και ενδότερα τη πράξει γνώσεως του πώς, πέρα από τις άλλες ιερές ακολουθίες και ενασχολήσεις, και με το Θεοτοκάριο γεμίζει ευχετικώς και λατρευτικούς τις ημέρες και τις ώρες του εικοσιτετραώρου του ό απόκοσμος αγιορείτης. Ή από μέρους μας απόδοσης των καθ' έκαστα τροπαρίων όλων των κανόνων στην δημοτική, προτιμήθηκε μεν να είναι ελευθέρα, πλην όμως πιστή στην νοηματική και συνθετική δομή των πρωτοτύπων.

Ήχος Α.
Με τον σε ήχο Α' ίκετήριο κανόνα του άγιου Θεοδώρου του Στουδίτου αρχίζει ό ιερός Νικόδημος το Θεοτοκάριο του. Διαβάζουμε: «Τω Σαββάτω εσπέρας», «Ου ή μέθοδος τοιαύτη: ενδότερα τω ά τροπαρίω εκάστης ωδής, δέεται ό αμαρτωλός προς την Θεοτόκον. Ενδότερα τω β' δέεται ή Θεοτόκος προς τον Χριστόν. Ενδότερα τω γ' αποκρίνεται ό Χριστός προς την Θεοτόκον. Ενδότερα τω δ' αποκρίνεται ή Θεοτόκος προς τον άμαρτωλόν».
( Όπως ευκόλως αντιλαμβάνεται καθείς από την παρατιθέμενη εξήγηση, πρόκειται για μια πρωτότυπη θερμή ικεσία σωτηρίας του μετανοούντος αμαρτωλού προς την πρεσβευτική χάρι και παρρησία της Παρθένου Μαρίας, και έκείθεν διαβίβασης της προς το έλεος και την ευσπλαχνία του δια την λύτρωση του ανθρωπίνου γένους εκάστης των δεσμών του διαβόλου σταυρωθέντος Υιού και Θεού Της. Αυτό θα συμβαίνει σε μια διαρκή διαλογική μεταφορά και δραματική εναλλαγή αιτήματος προσευχομένου, πρεσβείας της Θεοτόκου και αρνητικής στάσεως του δικαιοκρίτου Ιησού σε όλες τις ωδές, πλην της τελευταίας, ήτοι της θ'. Εκείνης το ύφος είναι λυτρωτικό και χαρμόσυνο θριαμβευτικό δηλαδή, των πρεσβειών της Μητρός του Θεού και της φιλανθρωπίας του Σωτήρος Ιησού. Άς αποδώσουμε ελευθέρως τα λόγια των τροπαρίων της α' ωδής:
Ό αμαρτωλός: Παναγία μου- Συ πού είσαι το δοχείο πού χώρεσε την υπόσταση Εκείνου που είναι εξήγηση ουσίας και ιδιότητος αχώρητος, εξιλέωσε τον για χάρι μου, ώστε να με γλυτώσει από το πυρ της κολάσεως και με καταστήσει κοινωνό της αιωνίου Βασιλείας του.
Ή Θεοτόκος: Δέξου την παράκλησί μου Υιέ μου και Λόγε του Θεού, και απάλλαξε της φρικτής καταδίκης τούτον τον δούλο σου, πού φωνάζει προς εμέ από τα βάθη της ψυχής του, και κάνε τον άξιο τής Βασιλείας σου.
Ό Κύριος: Σύ, Μητέρα μου, γνωρίζεις ότι είμαι ή πηγή του ελέους, αφού εκείνους τούς αμαρτωλούς, πού κάθε ώρα παραβάται του θελήματος μου γίνονται, τούς συγχωρώ και τούς ελεώ- αυτός όμως πολύ με πικραίνει με τις αισχρολογίες του.
Ή Θεοτόκος: Με πολλά παραπτώματα και με πράξεις σου αισχρές έπίκρανες τον Υιό μου- γι' αυτό σε αγανάκτηση και οργή έχει μεταβληθεί εις βάρος σου ή ευσπλαχνία του.
Έτσι θα «εξαντληθούν» και οι επόμενες ωδές με όλονέν, ως είναι ευνόητο, αυξανόμενη την επιμονή, την θέρμη τής προσευχής, την εμπιστοσύνη στην μεσιτεία τής Αειπάρθενου και την ελπίδα σωτηρίας εκάστης μέρους του αμαρτωλού.
Θα συνεχίζεται ό διαμεσολαβητικός διάλογος μεταξύ Θεοτόκου και Θεανθρώπου, όπως:
Συμπάθησε Παμβασιλεύ, πού γεννήθηκες άπορρήτως από 'μένα και λυπήσου τον δούλο σου, όπως τότε τον άσωτο της παραβολής σου και με την αγαθότητα σου κατάστησε τον παραστάτη της δεξιάς μερίδας κατά την ήμερα της κρίσεως.
Με δικαιοκρισία κι' εγώ Μητέρα μου σε παρακαλώ να με ακούσης εκείνος, πού σε ασωτίες κατασπατάλησε τη ζωή του, με θέρμη μετανοίας επέστρεψε σε μένα και φώναζε το ήμαρτον αυτός όμως και αν ακόμη μεταμεληθείς προσφεύγει και παρακαλά εσένα, στο τέλος παλινδρομεί στις ίδια και αποδεικνύεται ψευδόμενος, (γ' ωδή).
Σύ όμως, Φιλάνθρωπε, νέκρωσες τον θάνατο και ελευθέρωσες τον Αδάμ απολαυστικό' τα δεσμά του- γι' αυτό και τώρα, τούτον τον δυστυχή, Σε παρακαλώ, Υιέ μου, άρπαξε και απόσπασε τον απολαυστικό' τούς δαίμονας, πού τόσο τον επηρεάζουν, γιατί αυτοί, οι τρισκατάρατοι, δεν αφήνουν ποτέ να μετανοήσει κανένα.
Πανύμνητε Μητέρα μου, κι' εγώ σου τονίζω το γνωστό, ότι με προσευχή και με νηστεία απελαύνονται μέσα απολαυστικό' τον άνθρωπο του ολέθρου τα πονηρά πνεύματα τούτος όμως, με το να μη καθαρίζει το σώμα του με την εγκράτεια, την δέηση και την αγνεία, το κατέστησε, αλλοίμονο, σπήλαιο δαιμόνων. (ε' ωδή).
Ό ληστής, κρεμάμενος μαζί μου τότε, με ακράδαντη πίστι φώναζε να τον θυμηθώ στην δόξα μου- και ή πόρνη πάλι πηγές δακρύων ανέβλυζε εν μετάνοια- αλλοίμονο' αυτός καθόλου δεν τούς μοιάζει, (η' ωδή).
Άς προσέξουμε τώρα το νόημα της θ' και τελευταίας ωδής:
'Ξέρω, Παναγία Παρθένε, πώς αποδεδείχθηκα ό αμαρτωλότερος εξήγηση όλων των ανθρώπων, και γι' αυτό ντρέπομαι να προσέγγισαν τον Υιό Σου αλλά εξιλέωσε Τον με την μητρική σου αγάπη και παρρησία, ευσπλαχνικά να με δεχθή τώρα, πού με θερμή πίστη και με σφοδρό πόθο προσέρχομαι σ' Αυτόν.
Γλύτωσε τον έτσι προσερχόμενο σε Σένα απολαυστικό' την κόλαση δούλο Σου, Λόγε, και μη λάβεις υπόσταση' όψη σου, σε ικετεύω, τις ανομίες του γιατί μολονότι αμάρτησε, στην σκέπη μου κατέφυγε, και σε παρακαλώ, για χάρι μου δέξου τον, Σύ πού τα αιτήματα όλων εκπληροίς.
Δεν είναι άξιος ελέους, Μητέρα μου, αυτός που προσέφυγε ό εσένα γιατί κανείς άλλος δεν με παροργίζει όποιος αυτός αλλοίμονο' όμως για τις πρεσβείες Σου τις πολλές, αμέτοχο της κολάσεως θα τον καταστήσω στην μέλλουσα κρίσι, εάν έως τότε μου παρουσίαση της μετανοίας τους καρπούς.
Κάτω απο τον Άδη υπήρχες, κι' ανέβηκες σε ύψος φωτεινό με τις παρακλήσεις μου στον Υιό μου και Θεό- πρόσεχε όμως, μήπως στις ίδια σου δεινά αμαρτήματα ξαναπέσεις αλλά πήγαινε στο καλό σου και βάδιζε το δρόμο της μετανοίας, αλλιώς πάλι στην γέεννα του πυρός θα ξαναμπές.
Δεν προσεγγίζει και δεν ψαύει το μυστηριακό στοιχείο της με τα θεία πρόσωπα προσευχής και συνομιλίας, ή απλή αναγνωστική και φιλολογική σχέσις με τον κανόνα του άγιου Θεοδώρου του Στουδίτου. Μαζί και προ πάντων πέρα απολαυστικό' αυτήν, προϋποθέτει αρκούντως έπιμεμελημένο «Ταμείο» (Ματ. 6,6) για τον ευλαβώς διακείμενο και τα θεάρεστα ορεγόμενο προσευχητή. Δηλαδή, αυτογνωσία και αυτοσυνειδησία της άμαρτωλότητός του (μας), και συναίσθηση φόβου της δικαίας κρίσεως και ανταποδόσεως του Κυρίου εν την ημέρα εκείνη την φοβερά τότε ή αλλοίωσης τής ψυχής είναι δεδομένη, ή κατάνυξης και ή συγκίνησης άφευκτες ιερές συνέπειες, και τής καθάρσεως τα δάκρυα ευεργετικά και εξιλεωτικώς τελεσφόρα.
Στο εξής σ όλους τους κανόνες και ως το τέλος του Θεοτοκαριου μόνος θα προσεύχεται ο αμαρτωλό στην μονή Θεοτόκο και προστασία στο γένος των πιστών.
ΒΙΒΛΙΟΓ. ΘΕΟΜΗΤΟΡΙΚΑ ΚΑΙ ΕΞΟΔΙΑ ΣΤΟΝ ΑΘΩΝΑ. ΕΠΙΣΚΟΠΟΣ ΡΟΔΟΣΤΟΛΟΥ ΧΡΥΣΟΣΤΟΜΟΣ.