Παρασκευή, 26 Απριλίου 2013

ΤΑ ΠΡΟΣΩΝΥΜΙΑ ΤΗΣ ΘΕΟΤΟΚΟΥ

ΤΑ ΠΡΟΣΩΝΥΜΙΑ ΤΗΣ ΘΕΟΤΟΚΟΥ

altΤα προσωνύμια της Θεοτόκου μας.

Α (229)
Άβυσσος ευσπλαχνίας, Αγάθωνα (Φθιώτιδα), Άγαμος, Αγάπη ή Αγαπητική (Κύπρος), Αγγελόκτιστος (Κίττιο, Κύπρος), Αγγέλων (Αθήνα, Κρήτη κ.α.), Αγία (Άνδρος), Αγία αγίων μεγαλύτερη, Αγία Ζώνη, Αγία Νάπα (Κύπρος), Αγία Σιών (Λέσβος), Αγία Σκέπη (Κων/πολη), Αγία Υπακοή (Πάρος), Αγιάσσου ή Αγιασώττισσα (Αγιάσος, Λέσβος), Αγιογαλούσα ή Αγιογαλούσαινα (Χίος), Αγιοδεκτινή (Χίος), Αγιοηλιώτισσα (Σάμος), Αγίου Όρους (Άγιο Όρος), Αγιοσορίτισσα (Κων/πολη), Αγιοτέραν, Αγισηλιώτισσα, Αγκαθιώτισσα (Κύπρος), Αγκαραθιώτισσα ή Αγκαράθου (Ηράκλειο Κρήτης), Αγκιναριώτισσα (Χίος), Άγκυρα, Αγλάισμα μητέρων, Αγνείας ηώς, Αγνή, Αγορίτσα (Βόλος), Αγρελωπού ή Αγρελωπούσαινα (Χίος), Αγριδιώτισσα (Χίος), Αγριλιά (Σαντορίνη), Αγριλιώτισσα (Κεφαλονιά), Αγρινιώτισσα (Αγρίνιο), Αγρού (Κων/πολη) , Αγρυπνιώτισσα (Ξάνθη), Αδαμιαία, Αδιάβατος θάλασσα, Αδιόδωτος Πύλη, Αειμακάριστος, Αειμεσιτεύουσα, Αειπάρθενος, Αέναος Κρήνη, Αερινή, Αήττητος, Αθηναιώτισσα ή Αθηνιώτισσα (Αθήνα), Αιάνη, Αιγαίου, Αιγύπτια, Αιματούσα (Πάφος, Κύπρος), Αιμίαλου ή Αιμιαλών (Δημητσάνα),  Αινετή, Αιρκώτισσα, Αιτία αγαθών, Αιτωλικού (Αιτωλικό), Ακαδημιώτισσα, Ακαθή (από τον Ακάθιστο Υμνο, Σχοινούσα), Ακάθιστος, Ακάθιστος ύμνος, Ακατάβλητος, Ακαταίσχυντος, Ακαταμάχητος, Ακατανίκητος, Ακατάφλεκτη, Ακήραση, Ακήρατη φυτοφόρος, Ακήρατος, Ακλειδιού (Λέσβος), Ακοή, Ακοίμητος, Ακρωτήρι καλής ελπίδας, Ακρωτηριανή (Κρήτη), Ακτίς νοητού ηλίου, Αλανιώτισσα (Σμύρνη), Άλας αρετών, Αλατσατιανή (Μ. Ασία), Αλεξανδριανή, Αλεξίου Κομνηνού, Αληθινή (Σύμη), Αλεπινή, Αλεύρου (Μύκονος), Αληθινή, Αλινδά, Αλινιώτισσα (Κύπρος), Αλλοιώτισσα, Αλόχευτη λοχεία, Αλόχη, Αματιτσί (Κύπρος), Αμαλφιτών, Αμαρτωλών Εγγύηση, Αμαρτωλών Σωτηρία (Αγία Λαύρα Καλαβρύτων), Αμασγού (Κύπρος), Αμαστή, Αματίτση, Άμεμπτος, Αμετάθετος Ελπίς, Άλυπος (Βιθυνία), Αμίαντος, Αμιρού (Κύπρος), Άμμου (Σίφνος), Αμολιανή, Αμόλυντος (Σίφνος), Αμουρίου, Αμπελακίων (Αμπελάκια), Αμπέλι θεογεώργητο, Αμπελακιώτισσα (Ναύπακτος), Αμπελιών (Πάφος, Κύπρος), Αμπελοκήπισσα (Λιδωρίκι), Άμπελος, Αμνάς, Άμωμη, Άμωμος, Αναγέννησης, Αναιρέτις αράς, Ανακεφαλαίωση Χαρίτων, Ανάληψις, Αναμάρτητος, Αναπλιώτισσα (Ναύπλιο), Άνασσα, Αναφωνήτρια (Ζάκυνθος), Ανέμη (Σαμοθράκη), Ανήροτος χώρα, Άνθος το αμάραντον (Καστελλόριζο), Άνθος αφθαρσίας, Άνθος Χριστόν βλαστήσασα, Ανίκητος, Ανοικτήριον Παραδείσου, Ανοικτοπορτούσα, Αντιβουνιώτισσα (Κέρκυρα), Αντινίτισσα, Αντιφωνήτρια ή Αντιφωνήτισσα (Άγιο Όρος), Άνω Ξενιά (Μαγνησία), Ανωμερίτισσα (Μακεδονία), Αξιομακάριστος, Άξιον Εστί (Καρυές, Άγιο Όρος), Απειραθίτισσα (Νάξος), Απείρανδρος, Απειρόγαμος, Απειρόκακη, Απεκοής (Κάλυμνος), Απίστων αμφίβολον άκουσμα, Αποκουής (Σύμη), Απολολότων, Απόλου (Πάτμος), Απόλπαινα (Λευκάδα), Απόρθητο τείχος Βασιλείας, Απουτίγιε Απούϊ (Παλαιστίνη), Απρόσιτος, Αρακιώτισσα ή Αράκου (Κύπρος), Αράπισσα (Τρίγλια, Θράκη), Αρβανίτισσα (Χίος), Αρβανιτών (Σάμος), Αργινωντών (Κάλυμνος), Αργοκοιλιώτισσα (Νάξος), Αργυροκαστρίτισσα (Αργυρόκαστρο), Αρείας, Αρδενούσα (Αλβανία), Αρεοβίνδου (Κων/πολη), Αρετής εικόνα, Αριστεροκρατούσα, Άρκας (Κύπρος), Αρκουδιώτισσα ή Αρκούδια ή Αρκούδα ή Αρκούδαινα (Ακρωτήρι Χανίων), Αρμάδας (Σπέτσες), Αρματίου (Κων/πολη), Αρμενιώτισσα (Αρμένιο Λαρίσης), Αρμενοκρατούσα (Σέρραις), Άρνηση κάθε κακίας, Άρουρα βλαστάνουσα, Άρουρα ευφορίας οικτιρμών, Άρρητος σοφία, Αρσανά, Άρσους, Αρτάκης (Αρτάκη), Άρτος ζωής, Αρχαγγελιώτισσα (Ξάνθη), Αρχαία, Αρχηγός σωτηρίας, Αρχισπορίτισσα, Αρχιστράτηγος, Αρχόντισσα, Αρωμάτων, Ασένης, Ασίγαστο στόμα, Άσμα αγγέλων, Άσμα ασμάτων, Άσμα τρισεράσμιο, Ασπασμός άνωθεν, Άσπιλος, Άσπορος Βλάστησις, Ασπραγγέλου, Ασπροβουνιώτισσα (Κύπρος), Ασπροπαναγιά (Κύπρος), Ασπροποτάμου, Ασπροφορούσα (Κύπρος), Ασταθκιώτισσα (Κύπρος), Αστέρα, Άστρον άδυτον, Ασύγκριτη, Ασύγκριτος, Αταλειώτισσα (Χίος), Αυγασίδας (Κύπρος), Αυγή, Αυγουστιανή, Αυλακιά, Αυλήν, Αφέντρικα, Άφθορος, Άφλεκτος Βάτος, Αφροδίτισσα (Κύπρος), Αχαρνών (Αθήνα), Αχείμαστος όρμος, Αχειροποίητος (Θεσσαλονίκη και Κων/πολη), Αχερά, Αχιβάδενα, Άχραντος, Αψηλοχερούσα, Αψιδιώτισσα ή Αψινθιώτισσα ή Αψινθκιώτισσα (Κύπρος), Αψιούς (Κύπρος).

Β (89)
Βαγγελίστρα (Μύκονος), Βαθεία, Βακτηρία, Βαλανά (Κύπρος), Βαλουκλιώτισσα (Κων/πολη), Βανιώτισσα, Βαραγγιώτισσα, Βαρδιανιώτισσα, Βαρκού (Ηλεία και Ιθάκη), Βαρνάκοβα (Φωκίδα), Βασιλεία, Βασιληγενέτειρα, Βασίλισσα, Βασίλισσα ουρανού και γής (Πόρος), Βασιλομήτωρ, Βατοπεδινή (Άγιο Όρος), Βάτος, Βατούσαινα (Ψαρά), Βεβαία Ελπίς (Κων/πολη), Βελανιδιά, Βελεστίνου (Βελεστίνο), Βελλά ή Βελλαϊτισσα (Ιωάννινα), Βελτίστη, Βέργη, Βεργουπουλιανή (Κρήτη), Βηθλεεμίτισσα (Ιεροσόλυμα), Βηματάρισσα (Άγιο Όρος), Βίβλος Θεού, Βιγλιώτισσα (Κρήτη), Βιδιανή, Βιργιωμένη, Βιωφελής, Βλαδιμήρσκαγια (Ρωσία), Βλασαρού και Βλασταρού (Αθήνα), Βλαχαίρενα (Κέρκυρα), Βλαχαρνέα, Βλαχέρνα, Βλαχερνίτισσα ή Βλαχερνών (Κων/πολη), Βλαχερονίτισσα (Κρήτη), Βλαχιόρινα (Άρτα), Βλέπουσα, Βλεφαριώτισσα (Αστυπάλαια), Βλύσασα ύδωρ ζωής, Βλυχιόρικα, Βοήθεια (Πάτρα), Βοηθός, Βοηθούσα, Βολίς αδύτου φέγγους, Βολοκολάμσκ (Ρωσία), Βορειάτισσα (Κεφαλονιά), Βορινή (Κύπρος), Βουθυνών (Κάλυμνος), Βουλανιώτισσα, Βουλγαρελίου (Ληξούρι), Βουλή, Βούλιστα (Τήνος), Βουλκανιώτισσα ή Βουλκάνου (Μεσσηνία), Βουναριώτισσα (Σύμη), Βουναρκώτισσα (Κύπρος), Βουνάσσα (Ήπειρος), Βουνιώτισσα, Βουνογιάτρισσα, Βουνού (Σίφνος και Ρουμανία), Βουρλιώτισσα (Νέα Φιλαδέλφεια και Μ. Ασία), Βουρνιώτισσα (Τήνος), Βουργάρα (Άνδρος), Βουτσάς, Βραβείο, Βράχου (Νεμέα), Βρεσθενίτισσα (Βρεσθένη), Βρεφοκομούσα (Άνδρος), Βρεφοκρατούσα (Άγιο Όρος), Βρεφουργήσασα, Βρεχούσα, Βρησάνης (Άνδρος), Βροντά ή Βροντιανή (Σάμος), Βροντιώτισσα (Σκιάθος), Βροντού (Μαντούδι Εύβοιας), Βροντοχίου (Μυστράς), Βροχής, Βρυούλων (Μ. Ασία), Βρύσεως (Άρτα και Σίφνος), Βρυσιανή (Κάρπαθος), Βυτουμά (Μετέωρα).

Γ (85)
Γαιματούσα (Κύπρος), Γαλακτινή, Γάλακτος (Βηθλεέμ), Γαλακτοτροφούσα, Γαλανή, Γαλανούσα (Ζάκυνθος), Γαλαξά, Γαλαταρκιώτισσα (Κύπρος), Γαλατηνή ή Γαλατιανή (Κάλυμνος), Γαλατούσα (Ρόδος), Γαλαχτοτροφία, Γαλαχτοφορούσα, Γαλήνη (Κρήτη), Γαλήνιος, Γαληνοτάτη, Γάλλου (Άνδρος), Γαλού (Ρέθυμνος), Γαλουχιότισσα, Γαρδελάκη (Ιθάκη), Γενάθ (Ιβηρία), Γενάτου (Κύπρος), Γενεσίου Θεοτόκου Σαβαθιανών, Γενεσιουργός, Γέννας, Γέννημα ευγενές, Γεννημένη Θεώ, Γερανού (Πάτμος), Γέρας σωτηρίας, Γερόντισσα (Άγιο Όρος), Γεσθημανίτισσα, Γέφυρα, Γεωργάνικη (των Μαυρομιχαλαίων), Γη της Επαγγελίας, Γη των πράων, Γηθόσυνος, Γηνατού, Γηροκομίτισσα (Πάτρα), Γηρομερίου (Θεσπρωτία), Γιαλούσα, Γιάτρισσα (Λουτράκι και Λακωνία), Γιορμοτσάνισσα (Λαμπεία), Γκαβή, Γκεχριονιώτισσα (Ληξούρι), Γκιζιλκιζιώτισσα (Σώκια), Γκιορμιώτισσα, Γκουβερνιώτισσα (Ηράκλειο Κρήτης), Γκουμπελίδικη (Καστοριά), Γκούρας (Τρίκαλα), Γκρεμνιώτισσα (Ίος), Γλαστριανή, Γλυκασμός των Αγγέλων, Γλυκειά (Χίος), Γλυκιώτισσα, Γλυκογαλούσα (Ρόδος και Σαντορίνη), Γλυκοκυματούσα, Γλυκοφιλούσα (Άγιο όρος και Λέσβος), Γλυκυδερκής, Γλυκύθυμος, Γλυκυτάτη, Γλυφαδιώτισσα (Σάμος), Γλωσσά (Κύπρος), Γοργόνα (Σκάλα Σκαμνιάς Λέσβου), Γοργοϋπήκοος (Άγιο Όρος, Αττική, Βέροια), Γουδή (Αθήνα), Γουμένισσα (Γουμένισσα), Γουμερά (Τραπεζούντα και Σέρραις), Γουνιώτισσα, Γούντα, Γουρλομάτα (Λέρος), Γουρνά (Μ. Ασία), Γράβα (Χώρα, Πάτμος), Γρανίτσας (Ευρυτανία), Γραφιώτισσα (Ψέριμος), Γρηά Παναγιά (Μύκονος), Γρηγορίτσα (Κύζικος), Γρήγορος, Γρηγορούσα (Αθήνα), Γριλά (Ψαρά), Γριλιώτισσα (Κεφαλονιά), Γυναίκα αναμάρτητη, Γυνή, Γύψενη (Ρόδος), Γωνιά.

Δ (64)
Δαβιτική, Δαδιού, Δαδιώτισσα, Δαιμονοκαθαιρέτις, Δακρύβρεχτος, Δακρυοαναιρέτις, Δακρυρροούσα, Δάμαλιν, Δαμασιά, Δαμάστα (Φθιώτιδα), Δαμιώτισσα (Νάξος), Δασών, Δαυΐδ, Δεδοξασμένη, Δέηση, Δείλι αμαρτίας, Δεκαπεντούσα (Σίφνος), Δεμερλιώτισσα (Φάρσαλα), Δεμιρλή, Δεμίρ Καπίεν (Σινά), Δένδρο αγλαόκαρπον, Δένδρου (Ρουμανία), Δέξα, Δεξιά και Δεξιοκρατούσα (Θεσ/νίκη), Δεομένη, Δέρματα ή Δερματούσα (Ζάκυνθος), Δέσποινα (Ικαρία), Δευτέρου, Δημακέλων, Δημοκράνεια (Θράκη), Δημοσιάνα (Κέρκυρα), Δημοχαρής, Διάδημα, Διαζώσουσα (Πάτμος), Διακινούσα (Κύπρος), Διακόνισσα (Κων/πολη), Διάκονος μεγίστου μυστηρίου, Διακονούσα, Διαρκούς προστασίας (Κρήτη), Διασώζουσα (Πάτμος), Διενή (Ρόδος), Δικαιόκριτος, Δικαιωτάτη, Διμιοβίτισσα (Μεσσηνία), Διπλή (Κύπρος), Διώτισσα (Κεφαλλονιά), Δοβρά (Ημαθία), Δομανδρίου (Λέσβος), Δομιαμίτισσα (Ευρυτανία), Δομιανίτισσα ή Δομνιανίτισσα (Ευρυτανία), Δοξάρισσα, Δότειρα ελευθερίας, Δουβέργαινα (Αθήνα), Δούπιανη (Μετέωρα), Δοχειάρισσα (Άγιο Όρος), Δοχείον σοφίας Θεού, Δοχείον χαράς, Δραπανιώτισσα ή Δρεπανιώτισσα (Κεφαλλονιά), Δροσιανή (Νάξος), Δροσοσταλίτισσα, Δυοχούσαινα (Ψαρά).

Ε (87)
Έβρου (Έβρος), Εγγυήτρια, Εγγυήτρια των Αμαρτωλών, Εγκλειστριανή, Εικονίστρια (Σκιάθος), Εικοσιφοίνισσα (Παγγαίο όρος), Εικοσπενταρούσα (Σαμοθράκη), Εισοδίων, Εισοδιώτισσα (Ηλεία και Αίγιο), Είσοδος, Εκλεγμένη, Εκατονταπυλιανή ή Εκατοπυλιανή (Πάρος), Εκκλησιάρχισσα (Άγιο Όρος), Εκκλησιάρχουσα, Εκλεκτή, Ελαία (Σύμη), Ελαιοβρύτις ή Ελαιοβρύτισσα (Άγιο Όρος), Ελαιούσα, Έλατος, Ελεγμών, Ελεημονήτρια, Ελεήμων, Ελεήστρα, Ελέους, Ελεούσα (Αγρίνιο και Κύπρος), Ελευθερούσα (Πάτμος), Ελευθερώτρια (Σαλαμίνα), Έλευση, Ελιγμότισσα, Ελπίδα, Ελπιδοφόρα, Ελπίς (Κων/πολη), Ελπίδα απελπισμένων, Ελπίς Πιστών, Ελπίς του κόσμου, Ελώνα (Κυνουρία Αρκαδίας), Εμπορείου (Κάσος), Έμψυχον τράπεζαν, Έμψυχος ναός, Ενδιαίτημα, Ενδοξότερα, Ένθεον ταμείον, Ένθεος, Ένθρονη, Ενούσα προς ουρανόν, Εξακουστή (Ιεράπετρα), Εξαπτέρου (Θράκη), Έξοχη, Εξοχική (Νίσυρος), Έξω Παναγιά (Ημαθία), Επακούουσα, Επανωκαστρίτισσα, Επανωχωριανή, Επέραστος, Επί Σοι Χαίρει (Αμοργός), Επιθυμία ψυχών, Επίκουρος, Επίσκεψις (Νίσυρος), Επισκοπιανή, Επουράνιος, Επουράνιος πύλη, Επταβηματούσα, Ερασμιωτάτη, Έρεισμα πίστεως, Ερημητηρίου (Πάτμος), Ερυθιανή (Χίος), Εσφαγμένη (Άγιο Όρος), Ευαγγελίστρα και Ευαγγελίστρια (Τήνος), Ευγενής, Ευδοκία θνητών, Ευεργέτις, Ευθαλής, Ευθριανή, Ευλογημένη, Ευλογητή, Ευουρανιώτισσα, Εύπαις, Ευρετή, Εύσπλαχνος, Ευσχήμων, Ευφημιανή, Εύχος όλων των μακάρων, Εύψυχος βίβλος Χριστού, Ευώδες άνθος, Ευώδης λειμών.

Ζ (30)
Ζαθέη, Ζαλακιώτισσα, Ζείδωρος πηγή, Ζεραχιώτισσα, Ζερβάτι (Β. Ήπειρος), Ζεριχιώτισσα, Ζερμπίτσης (Λακωνία), Ζερών, Ζεφύριος αύρα, Ζητητή πάσι, Ζιδανιώτισσα (Μικρόβαλτο Κοζάνης), Ζινδγιγλή (Σύμη), Ζυλή, Ζωάρκεια, Ζωαρχική, Ζωή,  Ζωήρρυτος, Ζωηφόρος, Ζώνη, Ζωοδότειρα, Ζωοδότις, Ζωοδότρα, Ζωοδόχος, Ζωοδόχος πηγή (Ήπειρος), Ζωοπάροχος τράπεζα, Ζωοπηγή (Κύπρος), Ζωοποιός, Ζωοπόρος, Ζωοτόκος, Ζώσα και άφθονος πηγή.

Η (13)
Ηγήτρια, Ηγουμένη, Ηδεία, Ηδύπνους, Ηίθεος, Ηίκοσμος, Ηλιόκαλλος (Σαλαμίνα Κύπρου), Ηλιόμορφος, Ηλιοστάλακτος Θρόνος, Ηλιοτόκος, Ήμερος, Ημίθεος, Ηπία.

Θ (60)
Θαλασσινή (Άνδρος), Θαλασσίστρα (Μήλος), Θαλασσοκρατούσα, Θαλασσομάχισσα, Θαλασσομαχούσα, Θαρεινή, Θεάλεχτη, Θεία, Θεία δύναμις, Θεματισιάνα (Κεφαλονιά), Θεογεννήτωρ, Θεογεννήτρια (Λασιθίου),Θεογνωσία, Θεοδίδαχτη, Θεοδόξαστη, Θεοδρόμος αστήρ, Θεοειδής, Θεόκλητη, Θεοκόσμητη, Θεοκυήτωρ, Θεόληπτος, Θεομακάριστη, Θεομάνα, Θεομητροπρεπεστέρα, Θεομήτωρ, Θεόνυμφος, Θεόπαιδα, Θεοσκέπαστη (Κύπρος και Άνδρος), Θεοστρεφής, Θεοτίμητη, Θεοτοκά (Αμοργός), Θεοτόκισσα (Τήλος), Θεοτόκος, Θεού αγίασμα, Θεού δοχείον, Θεουργία, Θεουργός, Θεοφάνα (Κέα), Θεόφρων, Θεόφραστος, Θεόφρων, Θεοχαρίτωτον, Θεραπεία, Θεραπειώτισσα (Κων/πολη), Θερμιανή, Θεσπεσία, Θευαγέστατη, Θημιανή (Κρήτη), Θησαυρός, Θολοσκέπαστη, Θόμβος σκοτίων, Θρηνούσα, Θρηνωδούσα (Νίσυρος), Θρυλιδιώτισσα (Λευκωσία), Θυμίαμα, Θυμιατήριον, Θύρα ελέους, Θύραν, Θρόνος, Θωμιανή.

Ι (24)
Ίαμα, Ιαματική (Ιβήρων Κύπρος), Ίαση, Ιατήρ ανθρώπων, Ιατρός, Ιερομύστις, Ιερά, Ιερόβλαστος, Ιερομύτης, Ιεροσολυμιτική (Ιερουσαλήμ), Ιεροσολυμίτισσα (Ιερουσαλήμ), Ιεσσαί (Σάμος), Ικερόεσσα, Ικεσία των χαμένων (Ρωσία), Ικετηρία, Ιλαρώτατη, Ιλασμός ψυχής, Ιλαστήριον, Ίλεως, Ιμερόεσσα, Ιπτάμενη, Ισηγορία, Ισραηλίτις (Ισραήλ), Ισχυρά.

Κ (231)
Καβουράδαινα ή Καβουριανή (Λέρος), Καγακαρκάς (Πάτμος), Καγιά (Προύσα), Καγιαμπασίου, Καζάν (Ρωσία), Καθαίρεσις θανάτου, Καθαριώτισσα, Καθαρών (Ιθάκη), Καθαρωτάτη καρδιά, Καθέδρα, Καθέδρα Βασιλέως, Καθολική, Καθρέπτης, Καιόμενη βάτος, Καισαριανή (Ρόδος), Κακαβιώτισσα (Λήμνος), Κακοπερατιανή ή Κακοπερατού (Μαραθόκαμπος), Καλαβρέζα (Κεφαλονιά), Καλαθή, Καλαμιώτισσα (Ανάφη), Καλαμού (Ξάνθη), Καλέ (Ιεράπετρα), Καλή, Καληαρμένισσα (Σάμος), Καλιγού, Καλλίνικος, Καλλίτοκος, Καλογηριανή (Τρίκαλα), Καλοπέτρα (Ρόδος), Καλορρίττισσα, Καλού, Καλού Νερού, Καλυβιανή (Ηράκλειο), Καμακάρι, Καμαριανή ή Καμαριώτισσα (Σαμοθράκη), Καματερός, Καμένη (Χάλκη), Καμινιώτισσα, Καμμαριανή (Ν. Αλικαρνασσός), Καμουχαρέας, Καμπάδενα (Λέσβος), Καμπαναριώτισσα, Καμπιόνη, Καμπιώτισσα ή Κάμπου (Σύμη), Κανακαριά, Κανάλα (Κύθνος), Καναλούς, Κανδήλη (Κύθνος), Κανίστρα, Καντάρας ή Κανταριώτισσα (Σκιάθος), Καπεταγιώτισσα, Καπνικαραία (Αθήνα), Καπόλου, Κάπραινα, Καρακονησαία (Χαιρώνεια), Καρβίτζιν, Καρδιανή (Τήνος), Καρδιοβαστάζουσα (Μυτιλήνη), Καρδιοφορίτισσα (Γανόχωρα), Καρδιώτισσα, Καρπός δικαίων, Καρποφορούσα, Καρυάς, Καρυονίτισσα (Ρόδος), Καρύπη, Κάσου (Κάσος), Κασσιόπη ή Κασσιόπεια (Κέρκυρα), Κασταλιώτισσα (Καστελλόριζο), Καστανιά, Καστανόλογλου, Καστελλιώτισσα (Κύπρος), Καστριανή ή Καστριανών (Κώς), Καστριώτισσα, Κάστρου, Καστρουλέρου, Κατάκαρπος, Κατάκαρπος ελαία, Κατακεκρυμμένη (Άργος), Κατακλησσεώτισσα, Καταλωνική (Μήλος), Κατάπαυση, Καταπολιανή, Καταστάρα, Κατασύρτης (Άνδρος), Καταφυγή (Ζάκυνθος και Κρήτη), Καταφύγιον, Καταφυγιώτισσα, Κατεβατή (Κως), Κατευοδότρα, Κατεφιανή, Κατοπολιανή (Αμοργός), Κατσικάδα (Κυπαρισσία), Κατωπυλιανή, Καύχημα αποστολικό, Καφατιανή, Καψοδεματούσα (Πελοπόννησος και Αμοργός), Καψοχεροβολούσα (Μεσσηνία), Κελλίου, Κερά (Λασιθίου), Κεραυλίδενα, Κεριώτισσα (Ζάκυνθος), Κερκού, Κερνίτσης (Αρκαδία), Κεροπολίτισσα, Κεφαλαριώτισσα, Κεφαλληνού, Κεχαρισμένη Θεώ, Κεχαριτωμένη, Κεχριά (Σκιάθος), Κεχρινιώτισσα, Κηδεμών, Κήπος, Κήπου (Μήλος), Κηπουραίων, Κηπουριώτισσα, Κιβωτός, Κιβωτός αγία, Κιβωτός αρετών, Κιρμονζί, Κίρτονος, Κισσιώτισσα, Κιτιού, Κλαυθμώνος, Κλειδί του Παραδείσου, Κλεις βασιλείας, Κλεισούρας ή Κλεισουργίων, Κλειστών (Ακράγας), Κλέος, Κλεφτοπαναγιά, Κλήση, Κλίμαξ, Κλίνη, Κλωτά, Κοιμητηρίων, Κόκκινη, Κολοκυθιώτισσα, Κολυβιανή, Κολυμβήθρα ζωής, Κονίστρα, Κόρη, Κόρη γαλουχός, Κορκοδειλιά, Κοροβιλιά, Κορονιώτισσα, Κορυφή, Κορυφινή, Κορφιάτισσα, Κορφυνή, Κόρωνας, Κορωνάτου, Κοσκινιστή (Χίος), Κοσμοπόθητος, Κοσμοσωτήρα (Φέρες Έβρου), Κοσσινάσσης (Καβάλα), Κοσυφοίνισσα, Κότσικα, Κουβερνιώτισσα, Κουβουκλιώτισσα, Κουδούρη, Κουκουζέλισσα, Κουκουμητριώτισσα (Ημαθία), Κούλουρη, Κουμάνα (Πάτμος), Κουμαριώτισσα (Νεοχώρι), Κουμαρού (Μύκονος), Κουμνίου, Κούμουλον, Κουμπελίδικη (Καστοριά), Κουνίστρα ή Κουνίστρια (Σκιάθος), Κουνοπιώτισσα, Κουράτορος, Κουρίου, Κουρνά, Κουροτρόφος, Κουρσουνιώτισσα, Κουρταλή, Κουσουλιώτισσα, Κουτούλια, Κουτσουρώ, Κοφινού, Κουφή (Σαμοθράκη), Κουφή Πέτρας, Κοφινή, Κόχη (Σίφνος), Κοχλίου, Κρατίστη, Κράτος, Κρεμαστή (Ηλεία, Ρόδος), Κρημνιώτισσα, Κρηνά, Κρήνη, Κρήνη αείρρους, Κρητικιά (Μονεμβασιά), Κρίνον, Κρομμυδιώτισσα, Κρουνός χαρίτων, Κρουσταλλένια, Κρύπτη, Κρυφή, Κτητόρισσα (Άγιο Όρος), Κτιστή, Κυήσασα ποιητήν, Κύκκου, Κυκκώτισσα, Κυνηγημένη (Αμοργός), Κυνοσάργους, Κυοφορία χαράς, Κυπαιότισσα, Κυπαρισσιώτισσα (Μέγαρα), Κυρά Ξένη, Κυρα Πολίτισσα (Ηράκλειο Κρήτη), Κυρά Φανερωμένη, Κυρά Χωστή (Κάλυμνος), Κυρά Ψηλή (Κάλυμνος), Κυράς (Λέρος), Κυρία, Κυρία πάγχρυση, Κυρία των Αγγέλων, Κυρία των Δακρύων, Κυριοτόκος, Κύρου (Κων/πολη), Κώμη.

Λ (77)
Λαβίς, Λαγκαδιώτισσα, Λαγκοβάρδα, Λαγουδιανή (Θεσσαλονίκη), Λακκοσκητιώτισσα (Άγιο Όρος), Λαμιώτισσα (Κεφαλονιά), Λαμπάδιον θεού, Λαμπάς, Λαμπηδών (Πήλιο), Λαμπηνή (Ρέθυμνος), Λαμποβίτη (Κέρκυρα), Λαμποβίτισσα (Ήπειρος), Λαμπραυγεστάτη, Λαμπρή, Λαμπρινούσα, Λαμπροτάτη, Λαμπρότητα, Λαμπροφορία, Λαμπτήρ, Λαοδηγήτρια, Λαού, Λαουτσάνισσα (Εύβοια), Λαοχαρής, Λαρνιώτισσα (Κάρπαθος), Λατομίτισσα, Λαύρα, Λαυρέτου, Λαυριώτισσα, Λάχνη (Πάτμος), Λειβαδιώτισσα (Χίος), Λέμβων, Λεμονήτρα (Τήνος και Μύκονος), Λεμονίτισσα, Λεσινιώτισσα, Λέτσωνα (Χίος), Λεμονήτισσα (Σύμη), Λεμονήτρα (Τήνος), Λεπαβίνσκαγια (Κροατία), Λευκουσιάς, Λέφαινα, Λεχούσα (Σέρραις), Λήμνου (Ικαρία), Λιβαδιώτισσα (Πάτμος), Λιθινιώτισσα ή Λιθινών (Λιθίνες Σητείας), Λιμενιώτισσα (Κύπρος), Λιμήν, Λιμήν ψυχών, Λίμνης (Λέρος), Λιμνιά (Σκιάθος), Λιμνιώτισσα (Μύκονος), Λινοβρόχια (Ιθάκη), Λιόσα (Ζάκυνθος), Λιχάδα, Λοβός (Κων/πολη), Λογγοβάρδα, Λοιμιώτισσα, Λουβαρά (Ρόδος), Λουβιαρίτισσα ή Λουβιάριτσα (Ρόδος), Λουλουδιανή (Ηράκλειο), Λούμα, Λουτριώτισσα, Λύδδης, Λυκοδήμου (Πάρος), Λυκότριχη, Λυκούρεσι, Λυμπιανή (Σκύρος), Λυπημένη, Λυπητερή, Λύση κατάρας, Λυσιτελής, Λύτρωση, Λυτρωτής, Λυχνία, Λυχνία σεπτή, Λώϊον, Λωλο Παναγιά (Άνδρος).

Μ (132)
Μαγαζιώτισσα, Μαγγάνα (Κεφαλονιά), Μαγδαληνή, Μαδύτου, Μακαρία, Μακαριώτισσα, Μακεδονίτισσα (Σκόπελος και Κύπρος), Μακελάρια ή Μακελαρίτισσα, Μάκρη (Μάκρη Έβρου), Μακρινίτισσα, Μακρυμάλλη (Ψαχνά Ευβοίας), Μακρυνή (Σάμος), Μαλαματένια, Μαλεβή (Αρκαδία), Μαλίκη, Μαλτέζα, Μάνα, Μανδαλάκη, Μανδαλούσα (Τήνος), Μανεδή, Μάννα, Μάννα των παίδων (Κύπρος), Μαντηλούσα, Μανωλίτισσα, Μαραθούντα (Σύμη), Μαρδακίου, Μαρία, Μαριάμ, Μαρινακίου, Μαρμαριώτισσα (Χαλάνδρι), Μαρούλη, Μαρτσαλιανή, Μαρτύρων, Μαστών, Ματαράγκας (Ματαράγκα), Ματαριέ (Χαλάνδρι), Μαύρη (Λέρος), Μαυριώτισσα, Μαυρογιάννη (Ικαρία), Μαυροκεφάλου, Μαυρομμάτα (Σώκια), Μαυρομωλίτισσα (Φανάρι), Μαυρώτισσα (Καστοριά), Μαχαιρά (Κύπρος), Μαχαιρωμένη, Μαχαιρώτισσα, Με τους κρίνους, Μεγαλείο, Μεγάλη, Μεγάλη Παναγιά (Πάτμος, Μύκονος, Κρήτη, Σαμαρίνα Γρεβενά κ.α.), Μεγαλογένους, Μεγαλομάρτυρος, Μεγαλομμάτα ή Μεγαλομματούσα (Πήλιο και Μεγαλόπολη), Μεγαλοσπηλαιώτισσα (Καλάβρυτα), Μεγαλόχαρη (Κυκλάδες), Μεγίστη, Μελαθρότισσα (Άνδρος), Μελανδρύνα (Κύπρος), Μελάτων (Άρτα), Μελαχρινή (Μάδυτος), Μελικαρού (Σκύρος), Μελίρρυτη, Μέλισσες, Μελωδία, Μερδιώτισσα, Μερτιώτισσα (Ηλιούπολης Αθηνών), Μεσαμπελίτισσα ή Μεσαμπελιώτισσα, Μεσίτις, Μεσίτρια, Μεσίτρια Χριστιανών, Μεσοπαντήτισσα (Κρήτη), Μεσοπόντισσα (Μετέωρα), Μεσοσπορίτισσα, Μεσοχωρείτισσα (Κέρκυρα), Μεσσαμπελίτισσα, Μήλι, Μηλιώτισσα (Μηλιά - Αριδαίας - Ν.Πέλλας) Μήλον εύοσμον, Μητέρα, Μήτηρ αειζωίας, Μήτηρ Θεού, Μητέρα Θεού επί τον θρόνο, Μήτηρ σοφίας, Μήτηρ της Ζωής, Μήτηρ των Πιστών, Μήτηρ Χριστού, Μητρόθεος, Μητροπάρθενος, Μητροπολίτου, Μηχανιώνας (Θεσ/νίκη), Μιασηνών, Μικρά, Μικροκάστρου (Σιάτιστα), Μισητική (Κύπρος), Μισοσπορίτισσα (Κρήτη), Μισοχωριανή (Σκύρος), Μολυβδοσκέπαστη ή Μολυβδοσκεπάστου (Κόνιτσα), Μοναρκά, Μοναστηρακίου, Μοναχή (Σίφνος), Μονή αγία, Μόνη τεκούσα θεόν, Μονογενής, Μονομερίτισσα (Μεσόγεια Αττικής), Μοργονήσι, Μοσχοβίτισσα (Μόσχα) , Μούσενα, Μουσταπίδαινα (Αττική), Μούτσαινα (Χίος), Μουχλιώτισσα, Μπαλή (Σίφνος), Μπαλίνου (Κων/πολη), Μπαλουκλιώτισσα, Μπαφέρου (Στεμνίτσα), Μπόρια (Κορυτσά), Μπόσκου, Μπρυώνη, Μυρίπνοος, Μυριώνυμος, Μυροβλύτισσα (Άγιο Όρος), Μυρολαιότισσα (Σαλαμίνα), Μύρον, Μυρσινιώτισσα (Λέσβος), Μυρτενή (Ρόδος), Μυρτιδιώτισσα (Κύθηρα), Μυρτιώτισσα (Κάλυμνος), Μυστήριον, Μύστις θεϊκής βουλής, Μυφελαιώτισσα.

Ν (42)
Ναζηρέα, Ναός, Νάπα (Κύπρος), Νάσσα, Ναυπακτιώτισσα (Ναύπακτος), Ναυπλιώτισσα (Ρόδος), Ναυς καταδυομένη, Νέα, Νέα Μονή (Κρήτη), Νέα Παναγιά (Θεσσαλονίκη), Νεάνις αγνή, Νέγρων, Νεολαία, Νεουργός, Νεοφανείσα (Σαλαμίνα), Νερατζιώτισσα (Αμαρούσιο), Νεροφορούσα (Κύπρος), Νεροχιονίτισσα (Νεώριο), Νευροκοπιώτισσα (Νευροκόπι), Νεφέλη, Νεφέλη φωτός, Νήδυμος, Νηοχαρής, Νιαμονίτισσα (Χίος), Νίκης, Νικητάτου, Νικητιάνου, Νικηφόρου, Νικοποιός (Κων/πολη), Νοερά, Νοηχαρής, Νόστου, Νοτική (Άνδρος), Νους αστράπτων, Ντινιούς (Εύβοια), Ντόλιαννη (Καστοριά), Ντολορόζα (Ζάκυνθος), Ντουβαριώτισσα (Σμύρνη), Νύμφη, Νύμφη ανύμφευτος, Νυμφόστολος, Νυμφοτόκος.

Ξ (23)
Ξανθή, Ξαρφανιώτισσα, Ξεναγός, Ξένη, Ξένη κιβωτός, Ξενία (Μαγνησία Βόλος), Ξένιος, Ξενοβλήτης, Ξενοπούλα, Ξένων (Κρήτη και Επτάνησα), Ξενώνας, Ξεσκλαβώστρα, Ξεσπορίτισσα, Ξηροκαμπίτισσα (Αιτωλοακαρνανία και Αρκαδία), Ξηροπηγαδιώτισσα, Ξηρορείτισσα, Ξιδού, Ξισώτισσα, Ξοανοκαταλύτις, Ξυλλήπτωρ, Ξυλοκέρισσα, Ξύλον ζωής, Ξυνετική, Ξυνήγορος.

Ο (41)
Οδηγήτρια (Κων/πολη, Άγιο Όρος και Μυστράς), Οδός ζωής, Οικειωτάτη, Οίκημα πανάγιον, Οικοκυρά, Οικονόμισσα (Άγιο Όρος), Οικονόμου, Οικτίρμων, Ολβιοδότης, Ολβιόδωρος, Όλβιος, Ολκάδα, Ολυμπιώτισσα (Όλυμπος), Όμμα ανύσταχτον, Ομόθεος, Ομπλίτισσα ή Ομπλού (Πάτρα), Οξεία αντίληψις, Ομονοούσα, Ορθοκωστάς, Όρθρος φαεινός, Όρμαχος, Ορμηλιώτισσα, Όρος, Όρος Αλατόμητον, Ορφανή, Ορφανοτρόφος (Λάρισα), Ορφανών βοηθός, Οσία, Οσιώτατη, Οσμή ευωδίας, Οστρομπράμσκα, Ουρανία, Ουρανός, Ουρανού και Γης, Ουρανοφόρα, Ουρανών, Ουρβικίου, Οφιδιώτισσα, Όχημα πανάγιον, Οχυρό, Οχύρωμα.

Π (151)
Παγγαιότισσα (Παγγαίο Μακεδονίας), Παγκόσμια χαρά, Παζαργιώτισσα, Πάθους, Παθών (Χίος), Παιδεύσασα, Πάκου, Παλαιοκαστρίτισσα ή Παλαιοκάστρου (Κέρκυρα), Παλαιολογίνα, Παλαιόχτιστη, Παλατιανή, Παληοπαναγιά, Παλιανή (Κρήτη), Παλίνου, Παλιοκαστρινή (Μύκονος), Παλιοκαστρίτσα (Κέρκυρα), Παλιουρής, Πάλου, Παλουργώτισσα, Παμμακάριστος (Κων/πολη), Παμφιλτάτη, Πανάγαθος, Παναγία, Παναγία με τα βέλη (Ρωσία), Παναγία με τα κρινάκια (Κεφαλονιά),Παναγιάριος, Παναγιότατη, Παναγιούδα, Παναγιόχορτο, Πάναγνος, Παναγούλα, Πανάμωμος, Πανάφθορη, Πανάχραντος (Άνδρος), Πανθαύμαστος, Πανσέβαστη, Πάνσεμνη, Πάνσεπτη, Πάνσοφος, Παντάνασσα (Μυστράς, Αρκίους και Άγιο Όρος), Παντευλογημένη, Παντευλόγητος, Πάντιμος, Παντοβασίλισσα (Ραφήνα), Παντοβλεπούσα (Θάσος), Παντοδύναμος, Παντοία, Παντοκρατόρισσα, Παντόχαρα, Πάντων Άνασσα, Πάντων ελπίς, Πάντων χαρά, Πανύμνητος, Πανυπέραγνη, Πανυπερεύσπλαχνη, Παπαμελετίου (Σκόπελος), Παράδεισος, Παράκλησις, Παραμυθία (Άγιο Όρος), Παραπορτιανή (Μύκονος), Παρηγορήτισσα (Άρτα), Παρηγορήτρα, Παρθενίας κειμήλιον, Παρθένος, Παρηγορίτισσα (Άρτα), Παρηγορίτρια, Παρρησία θνητών, Παστάδαν, Παυσολύπη (Χάλκη Κων/πολης), Παχειά, Πειραιώτισσα, Πελαγία (Βοιωτία), Πελαγιανή, Πελαγονήτισσα (Σκόπια), Πελεκητή, Πεπελινίτσης, Πεπονιότισσα (Ζάκυνθος), Πέρα (Αλβανία), Περγαμηνιώτισσα (Κύπρος), Περγιλού, Περιβεβλημένη, Περίβλεπττος, Περιστεράν, Περλιγκού (Κεφαλονιά), Πέτρα, Πετραΐδα, Πέτρας ή Πετριανή (Λέσβος), Πευκοβουνογιάτρισσα (Κερατέα), Πηγαδιώτισσα, Πηγάσασα ζωή, Πηγή ελέους, Πισωτοιχιώτισσα (Ηράκλειο Κρήτη), Πλαγιά, Πλάκα θεόγραφη, Πλατανιώτισσα (Καλάβρυτα και Αίγιο), Πλατσανή, Πλατυτέρα, Πλατυτέρα των Ουρανών, Πλημμυριανή (Ρόδος), Πλούτος, Πογυριστική (Κύπρος), Ποδηγέτης, Πόκος, Πόλιν, Πολίτισσα (Ηράκλειο Κρήτη), Πολυέλεος, Πολυσπορίτισσα, Πολύφωτος λυχνία, Πονολύτρια (Πόντος), Πόνου, Πορείο, Πορταΐτισσα (Άγιο Όρος και Αστυπάλαια), Πόρτα, Πορτιανή, Πορτοκαλεούσσα ή Πορτοκαλούσα (Άργος), Ποταμίτισσα (Κάσος), Ποταμός αρωμάτων, Πουλάτη, Πραεία, Πραότατη, Πρεσβεία θερμή, Πρέσβειρα, Πρέσβης πιστών, Προαναγγελομένη, Προδρομίτισσα, Πρόξενος ζωής, Προπύλη, Προπύργιο, Προσηγορία, Προσίστισσα, Προστασία (Άγιο Όρος), Προστάτις, Προστάτρια, Προσφυγιά, Προσφύγιο, Προύσα (Αχαΐα), Προυσιώτισσα (Προυσσός, Καρπενήσι), Πρωτόθρονη, Πυλαίΐσσα (Καλαμάτα), Πύλη, Πύλη δωδεκάτειχη, Πυργιανή (Μύκονος), Πυργιώτισσα (Αθήνα), Πύργος άσειστος, Πυρίμορφη, Πύρινον στύλον, Πυριότισσα, Πυροβολήθεισα (Άγιο Όρος).

Ρ (29)
Ράβδος, Ράβου, Ραγδαία, Ραγίου, Ραιδιώτισσα (Ιωάννινα), Ραϊθού, Ραχοπήδη, Ρείθρον αφθαρσίας, Ρευματοκράτειρα, Ρηιστή, Ρητή, Ρίζα του Ίεσσαί, Ροβελίστα (Άρτα), Ροδαρίου (Τήνος), Ροδιάς, Ρόδινη, Ρόδο το Αμάραντο (Πειραιά και Μύκονος), Ροδοειδής, Ροϊδίτισσα, Ρόμβη, Ρουμελιώτισσα (Στερεά Ελλάδα), Ροχονιάτη, Ρυσίκοσμος, Ρύσιος, Ρύστις, Ρυτήριος, Ρωμαία, Ρωμαλέα, Ρωστική.

Σ (78)
Σαϊντνάγια, Σαλαμιώτισσα (Κύπρος), Σαμακιώτισσα, Σαραντασκαλιώτισσα (Μαραθόκαμπος), Σάριζα, Σεβασμία, Σεβάσμιο καύχημα, Σελήνη, Σεμνή, Σέμνωμα, Σεντουκιώτισσα, Σεπετιώτισσα, Σεπτεμβριανή, Σεραφείμ, Σερβουνιώτισσα, Σηλυβριανή, Σημάου, Σιάτιστας (Σιάτιστα), Σιδηρόπετρα, Σικελιά, Σισανίου, Σκάλα, Σκάλα του Ουρανού, Σκαλωτή, Σκαφιδιά ή Σκαφιδιώτισσα (Ηλεία), Σκεπαστή (Αίγιο), Σκέπη, Σκέπη του κόσμου, Σκηνή, Σκηνιώτισσα (Κίσσαμος), Σκήπτρον κράτιστον, Σκιαδενή (Ρόδος, εικόνα του Ευαγγελιστή Λουκά.), Σκοινιώτισσα (Μήλος), Σκοπιώτισσα (Ζάκυνθος), Σκουλουδού (Μύκονος), Σκορδυλιανή (Κρήτη), Σκριπούς (Ορχομενός), Σοίριζα, Σοτομβριανή, Σουδιώτισσα (Ηλεία), Σουμελά ή Σουμελιώτισσα (Βέρμιο, Πόντος) , Σοφία, Σπανιώτισσα (Σιάτιστα), Σπηλαιώτισσα, Σπηλιανή (Νίσυρος), Σπηλιάς (Καρδίτσα), Σπηλιώτισσα (Σκύρος), Στάμνος, Στάνα, Σταυροφόρων, Στεφανά, Στήλη φωτεινή, Στολιστής, Στόμα μελισταγές, Στρατηγός, Στρατηλάτισσα (Κύθνος), Σταυρού (Πάτμος), Σταχυώτισσα (Κύπρος), Στρουθίον καθαρότατον, Σύμμαχος, Συναπτική, Συνεκτική, Συνεμπάστρα (Κεφαλονιά), Συνοδεία, Συντριανή (Κέα), Συντριμμός θανάτου, Σύντροφος, Συστατική, Σφαλαντζιώτισσα (Κύπρος), Σώζουσα (Πάτμος), Σώμα θείο, Σώμα θεοδόχο, Σώματα, Σωματώσασα θεόν, Σωρός καλών, Σωτήρα.

Τ (64)
Ταμείο ζωής, Ταμειούχος, Ταξιαρχών, Ταξιδιάρα, Ταρτάνα (Καρπενήσι), Τατάρνης ή Ταταρνώτισσα (Ευρυτανία) , Τεθλιμμένη, Τείχος, Τέλεια, Τελένδου (Κάλυμνος), Τελωναριά, Τέμενος, Τέξασα φως, Τερατουργός, Τζιλά, Τηλαυγής, Τήνου (Τήνος), Tης Βάτου, Τιμαλφεστάτη, Τιμή μόνη, Τίμια Σκέπη, Τιμιωτάτη, Τιμιωτέρα, Τόκος θαυμάτων, Τοπλoύ (Κρήτη), Τορτώσης, Τουρλιανή (Μήλος), Τουρλομάτα (Λέρος), Τουρλωτή (Μύκονος), Τρανή, Τράπεζα, Τραύμα δαιμόνων, Τραχιάδα, Τρεμιθιώτισσα, Τρέμπελη, Τρίκκερη, Τρικοσυκιώτισσα, Τρικουκκιάς (Κύπρος), Τριμάρτυρη (Ηράκλειο, Χανιά, Μύκονος και Σκύρος), Τρισέληνος, Τρισσολαμπής, Τριτιανή (Σαντορίνη), Τριτογενής, Τριχερούσα (Άγιο Όρος), Τροβάτου, Τροοδίτισσα (Κύπρος), Τροπαιούχος, Τρουλή, Τρουλιανή, Τρουλωτή (Λέσβος), Τροφός, Τρυγών, Τρυπητή (Αίγιο), Τρυφερή, Τρυφερότητος, Τρυφερούσα, Τρωχωνίτισσα, Τσαμπίκα (Ρόδος), Τσεστόχοβα (Πολωνία), Τσιπιώτισσα, Τσουκχουών (Κάλυμνος), Τσυκκώτισσα, Τυπικάρισσα (Άγιο Όρος).

Υ (29)
Υγεία,Υμνουμένη, Υμνωδία αγγέλων, Υπακοή, Υπάκουη, Υπακούουσα, Υπαπαντή (Κρήτη και Καλαμάτα), Υπάρχουσα (Ιεροσόλυμα), Υπεράγαθος, Υπεραγία, Υπεραγιασμένη, Υπεράμωμος, Υπερδεδοξασμένη, Υπερένδοξη, Υπερευλογημένη, Υπερέχουσα εν γυναιξί, Υπέρμαχος, Υπερύμνητος, Υπερφέρουσα, Υπερφυής, Υπέρφωτος, Υπογειώτισσα, Υποστροφή, Υψενή, Υψηλή, Υψηλοτέραν, Υψικάθεδρος, Ύψιστος, Ύψωμα.

Φ (49)
Φαλάνδρας, Φαναράκια, Φαναριώτισσα, Φανερουλιώτισσα, Φανερωμένη (Σαλαμίνα, Λευκάδα, Αίγιο, Αρτάκη, Λέσβος και Κύπρος), Φανώτατη, Φαρμακολύτρα, Φαρμάκου, Φάρος, Φειδού ή Φιδιώτισσα (Κεφαλονιά), Φιδοττοταμιανή, Φιδούσα (Κεφαλονιά), Φίδωσα, Φίλαγνος, Φιλάνθρωπος, Φιλανθρωπότατη, Φιλέρημου (Ρόδος), Φιλεύσπλαχνος, Φίλη, Φιλομήτωρ, Φιλότισσα (Νάξος), Φιλτάτη, Φλεβαριανή, Φλεβαριώτισσα, Φλογερωτέρα, Φλογοφόρος, Φοβερά, Φοβερά Προστασία (Άγιο Όρος), Φοδελιώτισσα (Φόδελα Ηρακλείου), Φουρτούνα (Σκύρος), Φραγγαβίλλα (Αμαλιάδα), Φρέαρ ζωής, Φρόκαλα (Σκύρος), Φρονημάδα, Φυλακτήριο, Φυσίζωος, Φυτόκου (Μαγνησία), Φως, Φως άδυτον, Φως ψυχής, Φωστήρας, Φωσφόρος, Φωτεινή, Φωτογενής, Φωτοδόχος, Φωτοκυήτωρ, Φωτολάμπουσα, Φωτώνυμη.

Χ (93)
Χαίρε, Χαιρετισμών, Χαλκαλιώτισσα (Ξάνθη), Χαλκέων (Θεσσαλονίκη), Χαλκοπρατειών, Χαρά παγκόσμια, Χαρά πάντων, Χαρά των Αρχαγγέλων, Χάρακα (Κρήτη), Χαρδακιώτισσα (Κυθραία), Χαρίεις, Χαρίεσσα, Χάρις, Χάρισμα της Αγίας Τριάδος, Χαριτοβλύτις, Χαριτόβρυτη, Χαριτωμένη (Κάλυμνος), Χαρμονή, Χάρου (Λειψοί), Χαρωπός, Χελιδονού, Χερουβείμ, Χιλιαρμενίτισσα ή Χιλιάρμενος, Χιλιασμένη, Χιλιονοματούσα, Χοζεβιώτισσα ή Χοζοβιώτισσα (Αμοργός), Χορηγία, Χορός χαρίτων, Χοτάσια, Χρεωλύτις, Χρηστή, Χριστοανθής ρίζα, Χριστομάννα, Χριστοτερπής, Χριστοτόκος, Χριστόφορη, Χρυσαληθινή, Χρυσαλιθική, Χρυσαλινιώτισσα (Κύπρος), Χρυσαυγή, Χρυσαυγιώτισσα, Χρυσαφίτισσα (Μονεμβασιά), Χρυσαφιώτισσα (Σπάρτη), Χρυσιώτισσα, Χρυσοβαλάντη, Χρυσοβίτζα, Χρυσοβουνώτισσα, Χρυσογαλατούσα, Χρυσογαλούσα, Χρυσογεριώτισσα (Κύπρος), Χρυσογιαλιώτισσα, Χρυσοδαφνίτισσα ή Χρυσοδαφνιώτισσα (Αθήνα), Χρυσοελεούσα, Χρυσοθείστρια, Χρυσοκάβα, Χρυσοκαμαριώτισσα, Χρυσοκαστριώτισσα (Πλάκα), Χρυσοκελλαριά (Κορώνη), Χρυσοκέφαλος ή Χρυσοκεφάλου (Πόντος), Χρυσοκονουσιώτισσα, Χρυσοκουβουκλιώτισσα, Χρυσοκουλλουριώτισσα, Χρυσολάκωνα (Λακωνία), Χρυσολανίτισσα (Κύπρος), Χρυσολεόντισσα (Αίγινα), Χρυσολεούσα, Χρυσολλογιάτισσα, Χρυσομαλλίτισσα (Δημητσάνα), Χρυσομαλλούσα (Λέσβος), Χρυσόμορφος, Χρυσονεγκωμίτισσα, Χρυσοπαντάνασσα, Χρυσοπατερίνισσα, Χρυσόπεπλος, Χρυσοπηγή (Καπανδρίτι και Σκύρος), Χρυσοποδαρίτισσα (Πάτρα), Χρυσοπολίτισσα (Κων/πολη, Νάξος και Κύπρος), Χρυσοπυργιώτισσα (Αθήνα), Χρυσοραγιώτισσα, Χρυσορογιάτισσα ή Χρυσορροΐτισσα (Κύπρος), Χρυσοσκαλίστρια, Χρυσοσκαλίτισσα (Χανιά), Χρυσοσπηλαιώτισσα, Χρυσοσπηλιώτισσα (Αθήνα και Καλάβρυτα), Χρυσοχεριά (Κάλυμνος) , Χώρα του Αχώρητου, Χωρίον Χωρίων, Χωστή (Κρήτη).

Ψ (15)
Ψαλματοδόχος, Ψαλμοφιλής, Ψαλτή, Ψεκάς, Ψεριμιώτισσα ή Ψερίμου (Κάλυμνος), Ψευδομισής, Ψηλή (Κάλυμνος), Ψηλιανή, Ψήχαγνος, Ψυχαγωγός, Ψυχαποδόχος, Ψυχοσώστρα (Θεσ/νίκη και Σερβία), Ψυχοσώτρια, Ψυχωφελής.

Ω (13)
Ωδή, Ωδίνες αλόχευτοι, Ωκεανός, Ωκυτάτη, Ώνιος, Ώρα, Ωραία κηπουρός, Ωραιότητα, Ωραιοτάτη, Ωράισμα τερπνό, Ωραϊσμός, Ωριόπαις, Ωφέλιμος.

Επιμέλεια: Κυριάκος Διαμαντόπουλος

Η Παναγία είναι η μεγαλυτέρα ευεργέτιδα του Γένους μας.


0-patronΤήνος - Με λαμπρότητα και ιδιαίτερη κατάνυξη τελέστηκε σήμερα στον Ιερό Ναό της Μεγαλόχαρης στην Τήνο, ο πανηγυρικός εσπερινός επί τη εορτή της Οσίας Πελαγίας.
Στον πανηγυρικό εσπερινό χοροστάτησε ο Σεβ. Μητροπολίτης Πατρών κ. Χρυσόστομος, συγχοροστατούντων των Μητροπολιτών Βεροίας Παντελεήμονα, Καστορίας Σεραφείμ, Εδέσσης Ιωήλ, Κορίνθου Διονυσίου και του οικείου Ποιμενάρχου Σύρου κ. Δωροθέου.
Ο Ιερός Ναός της Μεγαλόχαρης ήταν ασφυκτικά γεμάτος από πιστούς, οι οποίοι έσπευσαν να τιμήσουν την μνήμη της Οσίας Πελαγίας και να λάβουν την ευλογία της ιεράς εικόνος της Θεοτόκου.
Ο Μητροπολίτης Πατρών κ. Χρυσόστομος στο κήρυγμά του, ευχαρίστησε τον Σεβ. Μητροπολίτη Σύρου ο οποίος τους προσκάλεσε για την εορτή της Οσίας Πελαγίας, αλλά καιγια να προσκυνήσουν την θαυματουργό εικόνα της Παναγίας.
Εν συνεχεία ο κ. Χρυσόστομος τόνισε: «Αδελφοί μου πολλοί άνθρωποι ευεργέτησαν το ανθρώπινο Γένος, όμως η Παναγία μας είναι η μεγαλυτέρα ευεργέτιδα του Γένους μας».
“Η Παναγία μας, είναι η γλυκειά μάνα του λαού μας, η απαντοχή του, η ελπίδα του, η παρηγοριά του, και το στήριγμα του, στις δύσκολες στιγμές του. Όπως βοήθησε το Γένος στο διάβα των αιώνων για να σταθεί στα πόδια του, έτσι αγκαλιάζει και σήμερα στις δύσκολες ώρες που περνάμε”, υπογράμμισε ακόμη ο κ. Χρυσόστομος.
Τέλος ο Μητροπολίτης Πατρών αναφέρθηκε στις θαυματουργικές ευεργεσίες της Μεγαλόχαρης, καθώς και στα γεγονότα της ευρέσεως της Αγίας εικόνας.

πηγή
Ρομφαία
Read Full Post »
179962-koukouzelisa.jpgAgiosNekt-(1).gif


Ποιός μπορεί να αμφισβητήσει και να σχολιάσει αρνητικά έναν τέτοιο ύμνο;
Έναν ύμνο που δείχνει και περιγράφει την μεγαλοπρέπεια, την ομορφιά, την δύναμη και την αγάπη της Παναγίας μας, Της όντως πραγματικής και ουράνιας Μητέρας μας…
Αυτός ο πραγματικά όμορφος και συνάμα κατανυκτικός και θεάρεστος ύμνος, έχει γραφτεί από άγια χέρια, τα χέρια του Αγίου Νεκταρίου του Αιγίνης.
Η παράδοση λέει ότι τον 19ο αιώνα μ.Χ παρουσιάστηκε η Υπεραγία Θεοτόκος στον Άγιο Νεκτάριο και του ζήτησε να γράψει έναν ιδιαίτερο ύμνο που θα του τον έψαλλαν Αγγελικές χορωδίες για να τον καταγράψει…
Αυτός λοιπόν ο ύμνος είναι το ”Αγνή Παρθένε Δέσποινα”

Αγνή Παρθένε Δέσποινα
Aχραντε Θεοτόκε
Χαίρε Νύμφη Ανύμφευτε
Παρθένε Μήτηρ Ανασσα
Πανένδροσε τε πόκε
Χαίρε Νύμφη Ανύμφευτε Υψηλοτέρα ουρανών
ακτίνων λαμπροτέρα
Χαίρε Νύμφη Ανύμφευτε
Χαρά Παρθενικών Χορών
αγγέλων υπερτέρα
Χαίρε Νύμφη Ανύμφευτε

Εκλαμπροτέρα ουρανών
φωτός καθαρωτέρα
Χαίρε Νύμφη Ανύμφευτε
των ουρανίων στρατιών πασών αγιωτέρα
Χαίρε Νύμφη Ανύμφευτε


Μαρία Αειπάρθενε
Κόσμου παντός Κυρία
Χαίρε Νύμφη Ανύμφευτε
‘χραντε Νύμφη πάναγνε
Δέσποινα Παναγία
Χαίρε Νύμφη Ανύμφευτε

Μαρία Νύμφη Ανασσα
χαράς ημών αιτία
Χαίρε Νύμφη Ανύμφευτε
Κορή σεμνή Βασίλισσα
Μήτηρ υπεραγία
Χαίρε Νύμφη Ανύμφευτε

Τιμιώτερα Χερουβείμ
υπερενδοξοτέρα.
Χαίρε Νύμφη Ανύμφευτε
των ασωμάτων Σεραφείμ
των θρόνων υπερτέρα
Χαίρε Νύμφη Ανύμφευτε


Χαίρε το άσμα Χερουβείμ
χαίρε ύμνος Αγγέλων
Χαίρε Νύμφη Ανύμφευτε
Χαίρε ωδή των Σεραφείμ
χαρά των Αρχαγγέλων
Χαίρε Νύμφη Ανύμφευτε
Χαίρε ειρήνη και χαρά
λιμήν της σωτηρίας
Χαίρε Νύμφη Ανύμφευτε
Παστάς του Λόγου ιερά
άνθος της αφθασίας
Χαίρε Νύμφη Ανύμφευτε

Χαίρε Παράδεισε τρυφής
ζωής τε αιωνίας
Χαίρε Νύμφη Ανύμφευτε
Χαίρε το ξύλον της ζωής
Πηγή αθανασίας
Χαίρε Νύμφη Ανύμφευτε


Σε ικετεύω Δέσποινα
Σε ωυν επικαλούμαι
Χαίρε Νύμφη Ανύμφευτε
Σε δυσωπώ,Παντάνασσα
Σην χάριν εξαιτούμε
Χαίρε Νύμφη Ανύμφευτε
Κορή σεμνή και άσπιλε
Δεσποίνα Παναγία
Χαίρε Νύμφη Ανύμφευτε
Θερμώς επικαλούμε Σε
Ναέ ηγιασμένε
Χαίρε Νύμφη Ανύμφευτε
Αντιλαβού μου, ρύσαι με
από τού πολεμίου
Χαίρε Νύμφη Ανύμφευτε
Και κλήρονομον δείξον με
ζωής της αιωνίου
Χαίρε Νύμφη Ανύμφευτε
Read Full Post »

Η Παναγία μας


164372_156542001063617_100001234557758_322602_3224393_n.jpg
Η Παναγία, κατά τον άγιο Ιωάννη τον Δαμασκηνό, τον μεγαλύτερο δογματικό πατέρα της Εκκλησίας μας, “κατέχει τα δευτερεία της Αγίας Τριάδος”.
Δηλαδή εμείς οι ορθόδοξοι χριστιανοί μετά την Αγία Τριάδα τιμάμε την Παναγία. Μεγάλη όντως τιμή. Στο πρόσωπο της Παναγίας τιμάται το γυναικείο φύλο. Ο πιστός ελληνικός λαός τιμά ιδιαίτερα κι ευλαβείται πολύ την Παναγία.
Αυτό φαίνεται και στο ότι από τις 30.000 εκκλησίες, παρεκκλήσια κι εξωκλήσια όλης της Ελλάδος οι 6.000 είναι αφιερωμένες σε εορτές της Παναγίας και οι περισσότερες στην Κοίμηση της Θεοτόκου. Μάλιστα από τα 1.000 μοναστήρια της Ελλάδος τα 300 τιμώνται σ’ εορτές της Παναγίας· Γέννηση, Ευαγγελισμός, Ζωοδόχος Πηγή, Τιμία Ζώνη, Κοίμηση. Τα στοιχεία αυτά λαμβάνουμε από τα επίσημα Δίπτυχα της Εκκλησίας της Ελλάδος του 2008.
Στο Άγιον Όρος, τα ωραία προσωνυμούμενο “Περιβόλι της Παναγίας”, από τον πολύπλαγκτο Σκοπελίτη Ξηροποταμηνό μοναχό Καισάριο Δαπόντε, ονομασία που επεκράτησε, η τιμή της Παναγίας πλησιάζει τα όρια της λατρείας. Από τις 20 μονές οι 5 τιμώνται στην Παναγία. Από τις 12 σκήτες οι 3 είναι αφιερωμένες στην Παναγία. Από τα 300 κελιά περίπου τα 50 πανηγυρίζουν σ’ εορτές της Παναγίας.
Κέντρο του θεομητορικού εορτασμού τον Αύγουστο στον ιερό Άθωνα είναι ο πάνσεπτος ναός του Πρωτάτου στις Καρυές. Αφιερωμένος στην Κοίμηση της Θεοτόκου. Η πολυπρόσωπη και κατανυκτική μεγάλη εικόνα του τέμπλου παρουσιάζει κατά τη βυζαντινή παράδοση τη σύνταξη των αποστόλων και πρώτων επισκόπων γύρω από τη νεκρική κλίνη της Θεοτόκου. Ο Χριστός ψηλά μετά αγγέλων να παραλαμβάνει την ψυχή της. Η ίδια εικόνα σε μικρό μέγεθος στο προσκυνητάρι. Μεγάλη και ωραιότατη ίδια παράσταση σε τοιχογραφία από τον χρωστήρα του Θεσσαλονικέως Πανσέληνου και της συνοδείας του στα τέλη του 13ου αιώνος.
Η θαυματουργή εικόνα του Άξιον Εστί δεσπόζει και λάμπει στο προσκυνητάρι της, με την κεντητή ποδιά, τα’ ασημένια καντήλια, τα άνθη, τα θυμιάματα, τα’ αφιερώματα, τις λαμπάδες, τις μετάνοιες, τους μύριους ασπασμούς. 15 Αυγούστου 2008 και όλο το Άγιον Όρος αγρυπνεί εκ βαθέων ψάλλοντας: “Και σε μεσίτριαν έχω προς τον φιλάνθρωπον Θεόν μη μου ελέγξη τας πράξεις ενώπιον των αγγέλων· παρακαλώ σε Παρθένε βοήθησόν μοι εν τάχει”.
Η θεοτοκοφιλία μοναχών και λαϊκών είναι δικαιολογημένη, δίκαιη, πηγαία, αυθόρμητη και ειλικρινής. Η Παναγία είναι το καλύτερο που είχε να δώσει όλη η ανθρωπότητα στη θεότητα. Είναι η ωραιότερη, σεμνότερη, ταπεινότερη και ιερότερη γυναίκα του κόσμου




Μοναχός Μωϋσής, αγιορείτης
Read Full Post »
164372_156542001063617_100001234557758_322602_3224393_n.jpg
Η Παναγία, κατά τον άγιο Ιωάννη τον Δαμασκηνό, τον μεγαλύτερο δογματικό πατέρα της Εκκλησίας μας, “κατέχει τα δευτερεία της Αγίας Τριάδος”.
Δηλαδή εμείς οι ορθόδοξοι χριστιανοί μετά την Αγία Τριάδα τιμάμε την Παναγία. Μεγάλη όντως τιμή. Στο πρόσωπο της Παναγίας τιμάται το γυναικείο φύλο. Ο πιστός ελληνικός λαός τιμά ιδιαίτερα κι ευλαβείται πολύ την Παναγία.
Αυτό φαίνεται και στο ότι από τις 30.000 εκκλησίες, παρεκκλήσια κι εξωκλήσια όλης της Ελλάδος οι 6.000 είναι αφιερωμένες σε εορτές της Παναγίας και οι περισσότερες στην Κοίμηση της Θεοτόκου. Μάλιστα από τα 1.000 μοναστήρια της Ελλάδος τα 300 τιμώνται σ’ εορτές της Παναγίας· Γέννηση, Ευαγγελισμός, Ζωοδόχος Πηγή, Τιμία Ζώνη, Κοίμηση. Τα στοιχεία αυτά λαμβάνουμε από τα επίσημα Δίπτυχα της Εκκλησίας της Ελλάδος του 2008.
Στο Άγιον Όρος, τα ωραία προσωνυμούμενο “Περιβόλι της Παναγίας”, από τον πολύπλαγκτο Σκοπελίτη Ξηροποταμηνό μοναχό Καισάριο Δαπόντε, ονομασία που επεκράτησε, η τιμή της Παναγίας πλησιάζει τα όρια της λατρείας. Από τις 20 μονές οι 5 τιμώνται στην Παναγία. Από τις 12 σκήτες οι 3 είναι αφιερωμένες στην Παναγία. Από τα 300 κελιά περίπου τα 50 πανηγυρίζουν σ’ εορτές της Παναγίας.
Κέντρο του θεομητορικού εορτασμού τον Αύγουστο στον ιερό Άθωνα είναι ο πάνσεπτος ναός του Πρωτάτου στις Καρυές. Αφιερωμένος στην Κοίμηση της Θεοτόκου. Η πολυπρόσωπη και κατανυκτική μεγάλη εικόνα του τέμπλου παρουσιάζει κατά τη βυζαντινή παράδοση τη σύνταξη των αποστόλων και πρώτων επισκόπων γύρω από τη νεκρική κλίνη της Θεοτόκου. Ο Χριστός ψηλά μετά αγγέλων να παραλαμβάνει την ψυχή της. Η ίδια εικόνα σε μικρό μέγεθος στο προσκυνητάρι. Μεγάλη και ωραιότατη ίδια παράσταση σε τοιχογραφία από τον χρωστήρα του Θεσσαλονικέως Πανσέληνου και της συνοδείας του στα τέλη του 13ου αιώνος.
Η θαυματουργή εικόνα του Άξιον Εστί δεσπόζει και λάμπει στο προσκυνητάρι της, με την κεντητή ποδιά, τα’ ασημένια καντήλια, τα άνθη, τα θυμιάματα, τα’ αφιερώματα, τις λαμπάδες, τις μετάνοιες, τους μύριους ασπασμούς. 15 Αυγούστου 2008 και όλο το Άγιον Όρος αγρυπνεί εκ βαθέων ψάλλοντας: “Και σε μεσίτριαν έχω προς τον φιλάνθρωπον Θεόν μη μου ελέγξη τας πράξεις ενώπιον των αγγέλων· παρακαλώ σε Παρθένε βοήθησόν μοι εν τάχει”.
Η θεοτοκοφιλία μοναχών και λαϊκών είναι δικαιολογημένη, δίκαιη, πηγαία, αυθόρμητη και ειλικρινής. Η Παναγία είναι το καλύτερο που είχε να δώσει όλη η ανθρωπότητα στη θεότητα. Είναι η ωραιότερη, σεμνότερη, ταπεινότερη και ιερότερη γυναίκα του κόσμου




Μοναχός Μωϋσής, αγιορείτης
Read Full Post »
normal_psmolensk16.jpg
Η Παναγία είναι το πνευματικό στόλισμα της ορθοδοξίας. Για μας τους Έλληνες είναι η πονεμένη μητέρα, η παρηγορήτρια κ’ η προστάτρια, που μας παραστέκεται σε κάθε περίσταση.
Σε κάθε μέρος της Ελλάδας είναι χτισμένες αμέτρητες εκκλησιές και μοναστήρια, παλάτια αυτηνής της ταπεινής βασίλισσας, κι’ ένα σωρό ρημοκλήσια, μέσα στα βουνά, στους κάμπους και στα νησιά, μοσκοβολημένα από την παρθενική και πνευματική ευωδία της. Μέσα στο καθένα από αυτά βρίσκεται το παληό και σεβάσμιο εικόνισμά της με το μελαχροινό και χρυσοκέρινο πρόσωπό της, που το βρέχουνε ολοένα τα δάκρυα του βασανισμένου λαού μας, γιατί δεν έχουμε άλλη να μας βοηθήσει, παρεκτός από την Παναγία, «άλλην γαρ ουκ έχομεν αμαρτωλοί προς Θεόν εν κινδύνοις και θλίψεσιν αεί μεσιτείαν, οι κατακαμπτόμενοι υπό πταισμάτων πολλών».

Το κάλλος της Παναγίας δεν είναι κάλλος σαρκικό, αλλά πνευματικό, γιατί εκεί που υπάρχει ο πόνος κ’ η αγιότητα, υπάρχει μονάχα κάλλος πνευματικό. Το σαρκικό κάλλος φέρνει τη σαρκική έξαψη, ενώ το πνευματικό κάλλος φέρνει κατυάνυξη, σεβασμό κι αγνή αγάπη. Αυτό το κάλλος έχει η Παναγία. Κι’ αυτό το κάλλος είναι αποτυπωμένο στα ελληνικά εικονίσματά της που τα κάνανε άνθρωποι ευσεβείς οπού νηστεύανε και ψέλνανε και βρισκόντανε σε συντριβή καρδίας και σε πνευματική καθαρότητα.
Στην όψη της Παναγίας έχει τυπωθεί αυτό το μυστικό κάλλος που τραβά σαν μαγνήτης τις ευσεβείς ψυχές και τις ησυχάζει και τις παρηγορά. Κι’ αυτή η πνευματική ευωδία είναι το λεγόμενο Χαροποιόν Πένθος  που μας χαρίζει η θρησκεία του Χριστού, ένα βότανο άγνωστο στους ανθρώπους που δεν πήγανε κοντά σ’ αυτόν τον καλόν ποιμένα.
Τούτη τη χαροποιά λύπη την έχουνε όλα όσα έκανε η ορθόδοξη τέχνη, και τα ευωδιάζει σαν σμύρνα και σαν αλόη, καν εικόνισμα είναι, καν υμνωδία, καν ψαλμωδία, καν χειρόγραφο, καν άμφια, καν λόγος, καν κίνημα, καν ευλογία, καν χαιρετισμός, καν μοναστήρι, καν κελλί καν σκαλιστό ξύλο, καν κέντημα, καν καντήλι, καν αναλόγι, καν μανουάλι, ότι και νάναι αγιωτικό. Από τα ονόματα και μόνο που έδωσε η ορθοδοξία στην Παναγία, και που μ’; αυτά την καταστόλισε, όχι σαν είδωλο θεατρικό, όπως γίνηκε αλλού που φορτώσανε μια κούκλα με δαχτυλίδια και σκουλαρήκια και με ένα σωρό άλλα ανίερα και ανόητα πράγματα, λοιπόν αυτά μοναχά, λέγω, φαίνεται πόσο πνευματική αληθινά είναι η λατρεία της Παναγίας στην ελληνική ορθοδοξία.
paramythia vatopedi.jpg
 Πρώτα-πρώτα το ένα αγιώτατο όνομά της: Παναγία. Ύστερα τα άλλα: Υπερευλογημένη, Θεοτόκος, Παναμώμητος, Τιμιωτέρα των Χερουβείμ και ενδοξωτέρα ασυγκρίτως των Σεραφείμ, Ζώσα και Άφθονος, Πηγή, Έμψυχος Κιβωτός, Άχραντος, Αμόλυντος, Κεχαριτωμένη, Αειμακάριστος και Παναμώμητος, Προστασία, Επακούουσα, Γρηγορούσα, Γοργοεπήκοος, Ηγιασμένος Ναός, Παράδεισος λογικός, Ρόδον το Αμάραντον, Χρυσούν Θυμιατήριον, Χρυσή Λυχνία, Μαναδόχος Στάμνος, Κλίμαξ Επουράνιος, Πρεσβεία θερμή, Τείχος απροσμάχητον, Ελέους Πηγή, του Κόσμου Καταφύγιον, Βασιλέως Καθέδρα, Χρυσοπλοκώτατος Πύργος και Δωδεκάτειχος Πόλις, Ηλιοστάλακτος Θρόνος, Σκέπη του Κόσμου, Δένδρον αγλαόκαρπον, Ξύλον ευσκιόφυλλον, Ακτίς νοητού ηλίου, Σιών αγία, Θεού κατοικητήριον, Επουράνιος Πύλη, Αδικουμένων προστάτις, Βακτηρία τυφλών, Θλιβομένων η χαρά, και χίλια δυο άλλα, που βρίσκονται μέσα στα βιβλία της εκκλησίας. Κοντά σ’ αυτά είναι και τα ονόματα που γράφουνε απάνω στα άγια εικονίσματά της οι αγιογράφοι: Οδηγήτρια, Γλυκοφιλούσα, Πλατυτέρα των Ουρανών, η Ελπίς των απελπισμένων, η Ταχεία Επίσκεψις, η Αμόλυντος, η Ελπίς των Χριστιανών, η Παραμυθία, η Ελεούσα κι άλλα πολλά, που γράφουνται από κάτω από τη συντομογραφία: ΜΗΡ ΘΥ, που θα πεί Μήτηρ Θεού.
Πόση αγάπη, πόσο σέβας και πόσα κατανυκτικά δάκρυα φανερώνουνε μοναχά αυτά τα ονάματα, που δεν ειπωθήκανε σαν τα λόγια οπού βγαίνουνε εύκολα από το στόμα, αλλά που χαραχτήκανε στις ψυχές με πόνο και με ταπείνωση και με πίστη. Αμή οι ύμνοι της πούναι αμέτρητοι σαν τάστρα τ’; ουρανού κ’; εξαίσιοι στο κάλλος, και που τους συνθέσανε οι άγιοι υμνολόγοι, «θίασον συγκροτήσαντες πνευματικόν»! Σ’ αυτό το ευωδιασμένο περιβόλι βρίσκουνται όλα τα αμάραντα άνθη και τα ευωδιασμένα βότανα του λόγου.
5453_1032135582465_1797672678_69647_7966780_n.jpg
Αληθινά προφήτεψε η ίδια η Παναγία για τον εαυτό της, τότε που πήγε στο σπίτι του Ζαχαρία και την ασπάσθηκε η Ελισάβετ, πως θα τη μακαρίζουνε όλες οι γενεές: «Εκείνες τις μέρες, σηκώθηκε η Μαριάμ και πήγε στην Ορεινή με σπουδή στην πολιτεία του Ιούδα και μπήκε στο σπίτι του Ζαχαρία και χαιρέτησε την Ελισάβετ. Και σαν άκουσε η Ελισάβετ τον χαιρετισμό της Μαρίας πήδηξε το παιδί μέσα στην κοιλιά της (2). Και γέμισε Πνεύμα Άγιο η Ελισάβετ και φώναξε με φωνή μεγάλη κ’; είπε: Βλογημένη είσαι εσύ ανάμεσα στις γυναίκες και βλογημένος ο καρπός της κοιλίας σου. Κι’; από πού μου ήρθε αυτό το καλό, νάρθει η μητέρα του κυρίου μου προς εμένα; γιατί μόλις ήρθε η φωνή του χαιρετισμού σου στ’ αυτιά μου, ξεπέταξε το παιδί στην κοιλιά μου, κι’ είναι μακάρια εκείνη που πίστεψε σε όσα της είπεν ο Κύριος.
 Κι’ είπε η Μαριάμ: «Δοξολογά η ψυχή μου τον Κύριο κι’ αναγάλλιασε το πνεύμα μου για το Θεό τον σωτήρα μου, γιατί καταδέχθηκε να κυτάξει την ταπεινή τη δούλα του. Γιατί, να, από τώρα κ’ ύστερα θα με μακαρίζουνε όλες οι γενεές, επειδή έκανε σε μένα μεγαλεία ο Δυνατός, κ’ είναι αγιασμένο τ’ όνομά του, και το έλεός του πηγαίνει από γενεά σε γενεά σε κείνους που έχουνε τον φόβο του». Αμέτρητες είναι οι υμνωδίες της Παναγίας, μα αμέτρητα είναι και τα σεμνόχρωμα εικονίσματά της, που καταστολίζουνε τις εκκλησιές μας, ζωγραφισμένα στο σανίδι είτε στον τοίχο. Σε κάθε ορθόδοξη εκκλησιά στέκεται το εικόνισμά της στο τέμπλο από τα δεξιά της άγιας Πόρτας.
gerontissa pantokratoros.jpg
Σε άλλες εικόνες ζωγραφίζεται και μοναχή, μα στα εικονίσματα του τέμπλου κρατά πάντα τον Χριστό στην αγκαλιά της απ’ τ’ αριστερά, σπάνια απ’ τα δεξιά, (τότε λέγεται Δεξιοκρατούσα). Το κεφάλι της είναι σκεπασμένο σεμνά και σοβαρά με το μαφόριο, ένα φόρεμα φαρδύ κι’ ιερατικό σκούρο βυσσινί, που πέφτει στον ώμο της απλόχωρο, αφήνοντας να φαίνεται μοναχά το μακρουλό πρόσωπό της και τα χέρια της. Από μέσα από το σκέπασμα φαίνεται μια στενή λουρίδα από το δέσιμο του κεφαλιού της που σφίγγει το μέτωπό της και αφίνει να φανούνε μονάχα οι άκρες των αυτιών της. Το μέτωπό της είναι σαν μελαχροινό φίλντισι, αγνό, απλό και κατακάθαρο.
Τα ματόφρυδά της είναι καμαρωτά, ζωηρά και μακρυά, φτάνοντας ίσαμε κοντά στ’; αυτιά της, τα μάτια της αμυγδαλωτά, ισκιωμένα, καστανά, βαθειά, σοβαρά μα γλυκύτατα, με τ’; ασπράδι καθαρό μα ισκιωμένο. Το βλέμμα της είναι μελαγχολικό απλό, ίσιο, ήσυχο, συμπαθητικό, αγαπητό, θλιμένο μα και μαζί χαροποιό, αυστηρό μα και μαζί συμπονετικό, αγιώτατο, πνευματικό, αθώο, σκεφτικό, άμωμο, ελπιδοφόρο, υπομονητικό, πράο, σεμνώτατο, μακρυά από κάθε σαρκικόν λογισμό, καθρέφτισμα μυστικό του παραδείσου, βασιλικό και ταπεινό, ανθρώπινο και θεϊκό, άκακο, αδελφικό, ευγενικό, ελεγκτικό, άγρυπνο, γαληνό, φιλάνθρωπο, μητρικό, παρθενικό, δροσερό, καυτερό για όσους έχουνε πονηρούς λογισμούς, τρυφερό,διαπεραστικό, ερευνητικό, απροσποίητο, ηγεμονικό, συγκαταβατικό, παρακαλεστικό, αμετασάλευτο. Η μύτη της είναι μακρυά και στενή, με μέτρο, ιουδαϊκή, άσαρκη, με λεπτά ρουθούνια, λίγο γυριστή, σεμνή.
 Το στόμα της μικρό, ντροπαλό, φρόνινμο, κλειστό, καθαρό, ισκιωμένο κατά το μάγουλο, σαν να χαμογελά ελαφρά. Το πηγούνι της γυριστό, σεβαστό, ανεπιτήδευτο, ταπεινό. Το μαγουλό της, παρθενικό, καθαρό, χνουδωτό, ευωδιασμένο, ντροπαλό, χλωμό με μιαν ελαφρότατη ροδοκοκκινάδα. Ο λαιμός της γυρτός ταπεινά, σμίγει με το πηγούνι μ’ ένα απαλό ίσκιασμα που το λέγανε οι παλαιοί γλυκασμό. Το όλο πρόσωπό της είναι ιερατικό και θρησκευτικό, και μαρτυρά αρχαία φυλή. Τα άχραντα χέρια της είναι μικρά, στενά μακροδάχτυλα, λεπτόνυχα. Με το αριστερό βαστά τον Χριστό, και το δεξί τόχει ακουμπισμένο σεμνά απάνω στο στήθος της, σε στάση παρακαλεστική, με το μεγάλο δάχτυλο μακρυά από τ’ άλλα. Στα πιο αρχαία εικονίσματα αυτό το χέρι είναι πιο όρθιο και πιο ψηλά, κοντά στο λαιμό. Ο πιο αυστηρός τύπος της Παναγίας είναι η λεγόμενη Οδηγήτρια, που έχει όρθια την κεφαλή της, έκφραση απαθέστερη και το όλο σχήμα της είναι πιο ιερατικό.
glykofiloysa filotheou.jpg
Ενώ η Γλυκοφιλούσα έχει το κεφάλι της γυρτό κατά το παιδί της, που τ’ αγκαλιάζει σφιχτότερα, κ’ η έκφρασή της είναι πιο αισθηματική. Η Πλατυτέρα παριστάνεται καθισμένη απάνω στο θρόνο, αυστηρή κι’ αλύγιστη, και βαστά τον Χριστό στα γόνατά της, ακουμπώντας τόνα χέρι της στον ώμο του και με τ’ άλλο βαστώντας το πόδι του ή ένα μαντήλι.
Στην Ελλάδα, οι περισσότερες εκκλησιές της Παναγίας γιορτάζουνε κατά την Κοίμηση της Θεοτόκου, δηλαδή στις 15 Αυγούστου. Τα τροπάρια που ψέλνουνε σ’ αυτή τη γιορτή είναι από τα πιο εξαίσια. Το δοξαστικό του Εσπερινού είναι το μονάχο τροπάρι που ψέλνεται με τους οχτώ ήχους, κάθε φράση κι’ άλλος ήχος· αρχίζει από τον πρώτον ήχο και τελειώνει πάλι στον πρώτον.
Μα ολάκερη η Ελλάδα δεν υμνολογά την Παναγία μονάχα με τους ψαλτάδες και με τους παπάδες στις εκκλησιές, αλλά και με το κάθε τι της, με τα χωριά, με τα βουνά, με τα νησιά, πούχουνε τ’ αγιασμένο τ’ όνομά της. Τα καράβια βολτατζάρουνε στη δροσερή θάλασσα, ανοιχτά από τους κάβους πούναι χτισμένα τα μοναστήρια της, έχοντας στη πρύμνη σκαλισμένο τ’ αγαπημένο και προσκυνητό όνομά της.
Όποιος ταξιδεύει στα ελληνικά νερά, σ’ όποιο μέρος κι’ αν βρεθεί τη μέρα της Παναγίας, θαν ακούσει απ’ ανοιχτά τις καμπάνες απάνω από το πέλαγο. Άλλες έρχουνται από τ’ Αγιον Όρος που το λένε Περιβόλι της Παναγίας, άλλες από την Τήνο πούχει το ξακουστό παλάτι της, άλλες από την Σαλαμίνα που γιορτάζει η Φανερωμένη, άλλες από τη Μυτιλήνη, από την Παναγιά της Αγιάσσος και της Πέτρας, άλλες από το Μοναστήρι της Σίφνου, άλλες από τη Σκιάθο, άλλες από τη Νάξο, από κάθε νησί, από κάθε κάβο, από κάθε στεριά.
oikonomissa megisths lavras.jpg
Read Full Post »

Τρίτη, 9 Απριλίου 2013

θεοτοκος


Φορητές Εικόνες
Θεοτόκος

ΘΕΟΤΟΚΟΣ ΕΝΘΡΟΝΟΣ
Η ΠΑΝΑΓΙΑ
ΓΕΝΝΗΣΙΣ ΤΗΣ ΘΕΟΤΟΚΟΥ
ΠΑΝΑΓΙΑ ΒΡΕΦΟΚΡΑΤΟΥΣΑ


Ο ΕΥΑΓΓΕΛΙΣΜΟΣ ΤΗΣ ΘΕΟΤΟΚΟΥ
ΜΗΤΗΡ ΘΕΟΥ
ΘΕΟΤΟΚΟΣ ΕΝΘΡΟΝΟΣ ΜΕ ΑΓΓΕΛΟΥΣ
ΠΑΝΑΓΙΑ Η ΖΩΟΔΟΧΟΣ ΠΗΓΗ


ΠΑΝΑΓΙΑ ΔΕΟΜΕΝΗ
Η ΠΛΑΤΥΤΕΡΑ
Η ΚΟΙΜΗΣΙΣ ΤΗΣ ΘΕΟΤΟΚΟΥ
Ο ΕΥΑΓΓΕΛΙΣΜΟΣ

ΠΑΝΑΓΙΑ ΔΕΟΜΕΝΗ
ΠΑΝΑΓΙΑ Η ΖΩΟΔΟΧΟΣ ΠΗΓΗ
ΠΑΝΑΓΙΑ Η ΘΡΗΝΩΔΟΥΣΑ
Ο ΕΥΑΓΓΕΛΙΣΜΟΣ
ΠΑΝΑΓΙΑ Η ΓΛΥΚΟΦΙΛΟΥΣΑ
ΠΑΝΑΓΙΑ ΒΡΕΦΟΚΡΑΤΟΥΣΑ ΜΕ ΑΓΓΕΛΟΥΣ
ΠΑΝΑΓΙΑ Η ΠΛΑΤΥΤΕΡΑ
ΠΑΝΑΓΙΑ ΒΡΕΦΟΚΡΑΤΟΥΣΑ

Θεοτόκος η Αειπάρθενος (+Πρωτ. Δημήτριος Staniloae )

Θεοτόκος η Αειπάρθενος (+Πρωτ. Δημήτριος Staniloae )

31 Ιουλ


Υπάρχουν δύο ιδιότητες που ταιριάζουν στη Μητέρα του Θεού: αειπάρθενος και ταυτόχρονα Θεοτόκος. Και αυτές οι δύο ιδιότητες απορρέουν από το γεγονός ότι ο Ιησούς Χριστός, που γεννήθηκε από αυτήν σαν άνθρωπος, είναι ο Υιός του Θεού, ο μονογενής. Να διακηρύττεις ότι ο Ιησούς Χριστός γεννήθηκε από αυτήν, σύμφωνα με τους φυσικούς νόμους, από την ένωση μιας γυναίκας και ενός άνδρα, σημαίνει να τον υποτάσσεις σ’ αυτούς τους νόμους, επομένως, να μην τον αναγνωρίζεις ως Υιό του Θεού, αλλά να τον θεωρείς ως καθαρά ανθρώπινη φανέρωση μέσα στα όρια τούτου του κόσμου. Ο πολύ γνωστός προτεστάντης θεολόγος Κarl Barth υποστήριξε, αντίθετα από έναν άλλον προτεστάντη τον Εmil Brunner (Der Mitttler) την γέννηση του Ιησού Χριστού από την Παρθένο Μαρία, λέγοντας ότι ο γεννημένος εκ της Παρθένου Ιησούς, μας αποκαλύπτεται ως άνθρωπος και ταυτόχρονα ως κάτι διαφορετικό από μας. Η παρθενία της Μητέρας του Χριστού μας βεβαιώνει πως στο πρόσωπό του έχουμε ανάμεσα μας τον ασύλληπτο Θεό.
Εκτιμώντας αυτή την αναγνώριση του Barth οφείλουμε παρ’  όλα αυτά να παρατηρήσουμε ότι δεν βλέπει στη σύλληψη του Χριστού να υπεισέρχεται μια προετοιμασία της Μητέρας του, προετοιμασία βοηθημένη από την ενέργεια του Θεού. Γι’ αυτό το λόγο ο Barth  δεν βγάζει κανένα συμπέρασμα σχετικά με τη γέννηση του Χριστού από  την Παρθένο, για τη σημασία που έχει η Παρθένος μέσα στο Χριστιανισμό. Μένει έτσι αυστηρά μέσα στα πλαίσια του Προτεσταντισμού. Οι Βυζαντινοί συγγραφείς υπογράμμισαν αυτή την προετοιμασία της Παρθένου, μέσα στην οποία η ενέργεια του Θεού ενώθηκε με την ενέργεια εκείνης που θα γινόταν και πραγματικά έγινε η Μητέρα του Χριστού, καθώς και το γεγονός ότι αυτή η προετοιμασία ήταν μια νίκη    πάνω   στα   πάθη    που   θα    μπορούσαν να παρουσιαστούν και να αναπτυχθούν μέσα της και επομένως, να την εμποδίσουν να παραμείνει συλλαμβάνοντας το Χριστό,, στην κατάσταση της άσπιλης παρθενίας και να διατηρήσει την παρθενία της για πάντα. Επομένως η γέννηση του Σωτήρα από την Παρθένο δεν σημαίνει μόνο νίκη πάνω στους φυσικούς νόμους αλλά ακόμη τη δική της νίκη πάνω στα πάθη στα οποία υποτάσσεται γενικά ο άνθρωπος. Χάρη σ’ αυτό το γεγονός υπηρέτησε τη σύλληψη του Χριστού «μη φύσει σώματος μόνον, αλλά και νω και θελήσει». Και αυτή η συνεργασία εμψυχώθηκε από την αγάπη του Υιού του Θεού γι’ αυτήν και τη δική της αγάπη για κείνον.
Αλλά σ’ αυτό το θέμα θα επανέλθουμε διεξοδικότερα.
Προς το παρόν σημειώνουμε ότι υπάρχουν δύο πράξεις που υψώνουν το Χριστό πάνω από τους νόμους που βασιλεύουν στον κόσμο: Η γέννηση από την Παρθένο και η Ανάσταση. Και αυτοί που μαρτυρούν για τη γέννηση του Χριστού από την Παρθένο ανήκουν στην ίδια ομάδα μ’ αυτούς που μαρτυρούν για την Ανάστασή του. Συνεπώς και οι μεν και οι δε είναι της ίδιας αξιοπιστίας. Στην πρώτη ομάδα ειδικά, πηγή της γνώσης για τη γέννηση από την Παρθένο είναι η μαρτυρία της μητέρας του Χριστού. Ένας απ’ αυτήν την ομάδα, ο ευαγγελιστής Λουκάς, μετέφερε και μάλιστα γραπτά τον διάλογο ανάμεσα σ’ αυτήν και τον αρχάγγελο Γαβριήλ για το γεγονός της Γέννησης.
Επειδή και οι δύο πράξεις στηρίζονται στη μαρτυρία της ίδιας ομάδας δεν έχουμε κανένα λόγο να πιστέψουμε τη μαρτυρία τους για την Ανάσταση και να αρνηθούμε τη μαρτυρία τους για τη γέννηση από την Παρθένο. Και μάλιστα, αν θεωρήσουμε ότι και οι δύο πράξεις έχουν ως θεμέλιο τη θεία δύναμη που ξεπερνά τους φυσικούς νόμους, και το θέλημα του Θεού να μας υψώσει πάνω από το απόλυτο καθεστώς της φύσης, κατά τον ίδιο τρόπο δεν έχουμε κανένα λόγο να δεχθούμε πως ο Χριστός αναστήθηκε αλλά δεν γεννήθηκε από την Παρθένο.
Ασφαλώς στην πράξη της Ανάστασης του Χριστού δεν βλέπουμε τη συνεργασία ενός άλλου. Αλλά παρ’ όλα αυτά είναι το αποτέλεσμα μιας συμφωνίας της ενέργειας της ανθρώπινης φύσης του με τη θεία του ενέργεια που εμπεριέχει κι αυτή επίσης μια αγάπη αυτής της φύσης για το Θεό που έγινε υπόστασή της· αγάπη όμοια μ’ αυτή που υπάρχει ανάμεσα στη ψυχή  και στο σώμα μας.
Αλλά αυτή ή αγάπη προς το Θεό και η αγάπη του προς αυτήν νοιώθονται από την αγάπη του που φανερώθηκε ανάμεσα στην Παρθένο και τον Υιό του Θεού στο διάστημα της προετοιμασίας της για την παρθενική σύλληψη εκείνου ως ανθρώπου και μάλιστα μέσα στην πράξη αυτής της σύλληψης.
Η άγαπητική ένωση ανάμεσα στην Παρθένο και το Χριστό που κορυφώθηκε στην παρθενική σύλληψή του, πραγματοποίησε την συγκεκριμένη στιγμή την κάθαρση της Παρθένου από το προπατορικό αμάρτημα, κάθαρση που συνέπεσε με την αναμάρτητη σύλληψη του Χριστού. Το γεγονός αυτό συνετέλεσε στην Ανάσταση του Χριστού, καθ’  όσον ο θάνατός του δεν προκλήθηκε από ένα αμάρτημά του αλλά από τα αμαρτήματα των άλλων που τα σήκωσε πάνω του από αγάπη γι’ αυτούς. Βέβαια η Ανάσταση του Χριστού και η ελευθερία του από την αμαρτία οφείλονται κατά πρώτο λόγο στη θεία του υπόσταση, αλλά αυτή η υπόσταση συνάντησε μέσα στην αγάπη του για την ανθρωπότητα την αγάπη της μητέρας του και της ανθρώπινης φύσης, που πήρε απ’ αυτήν, αγάπη που μπόρεσε να δεχτεί την απελευθέρωση από την αμαρτία.
Όπως και νάναι, τόσο η γέννηση του Χριστού από  την Παρθένο όσο και η Ανάστασή του αποδεικνύουν πως είναι ο Υιός του Θεού και πως για να πραγματωθεί η πρώτη πράξη συνέβαλε και η μητέρα του. Έτσι η πράξη της Ανάστασης του Χριστού που αποτελεί τη βάση για τη μελλοντική μας Ανάσταση δεν θα είχε γίνει αν προηγουμένως δεν είχε συλληφθεί από την Παρθένο, κι αυτή η σύλληψη πραγματώθηκε με την θεία υπόσταση του Χριστού, στην οποία όμως συνέβαλε και η προετοιμασία της μητέρας του. Γιατί αν ο Χριστός δεν είχε αρχίσει την ανθρώπινη ζωή του από τη σύλληψη της Παρθένου, για την οποία είχε προετοιμασθεί η αγία Μητέρα του, δεν θα είχε αποδειχθεί ότι είναι ο Υιός του Θεού ή ότι ο Υιός του Θεού εισήλθε στον κόσμο, και σ’ αυτή την περίπτωση δεν θα είχε γίνει η Ανάσταση.
Από αυτές τις δύο πράξεις αλλά και από τις δύο μαζί διαπεράστηκαν τα τείχη του κόσμου μας· από αυτές τις δύο, αλλά και από τις δύο μαζί αποδείχτηκε ότι αυτός ο κόσμος δεν έχει καταδικαστεί να μένει κλεισμένος στον εαυτό του. Χωρίς αυτές τις δύο πράξεις με τις οποίες ο Χριστός άρχισε και τέλειωσε την επίγεια ζωή του δεν θα είχαμε καμία απόδειξη συγκεκριμένη και μαρτυρημένη για την ύπαρξη ενός Θεού πάνω από τον κόσμο, που μπορεί να εισχωρήσει μέσα στον κόσμο και μπορεί να υψώσει αυτούς που είναι μέσα του πάνω από τον κόσμο.
Αυτός που αρχίζει τη ζωή του ως άνθρωπος υποταγμένος στους φυσικούς νόμους, δεν αποδεικνύεται πως είναι Θεός και επομένως δεν μπορεί ούτε να αναστήσει. Και ακόμη εκείνη που τον γέννησε σύμφωνα με τους φυσικούς νόμους δεν θα ήταν η μητέρα του Θεού. Η Μητέρα του Χριστού αποδεικνύει πως είναι η Μητέρα του Θεού από το γεγονός ότι τον γέννησε όντας Παρθένος.
Αλλά η ρίζα της γέννησης του Χριστού από την Παρθένο και  σε σύνδεσμο μ’ αυτήν της Ανάστασής του, που δείχνουν ότι υπάρχει ένας Θεός υπεράνω αυτού του κόσμου και επομένως ότι δεν είμαστε καταδικασμένοι να μας λιώσει ο θάνατος μέσα στον κόσμο, βρίσκεται μια σχέση του Θεού γενικά με τη δημιουργία και ειδικά με τον άνθρωπο, σχέση που απαιτεί να γίνει πιο ρητά περιγραπτή.
Αυτός ο κόσμος φαίνεται, με τις σοβαρές ελλείψεις του ή με τα όριά του στο ηθικό και οντολογικό πεδίο, τα αξεπέραστα από τις δικές του εσωτερικές δυνάμεις, ότι δεν μπορεί να είναι η μόνη μορφή ύπαρξης. Οι άνθρωποι δεν μπορούν γενικά να υψωθούν μόνοι τους σε μια πλήρη και οριστική ηθική καθαρότητα και κανείς δεν μπορεί να διαφύγει το θάνατο. Αλλά μ’ αυτές τις δύο ελλείψεις ή όρια είναι συνδεδεμένες και άλλες, που φαίνονται στην αδυναμία της φύσης να ικανοποιήσει πλήρως τις ανθρώπινες φιλοδοξίες. Ένα αίσθημα κενού συνοδεύει πάντα τον άνθρωπο. Όσα κι αν έχει αγαθά, όσο καλή κοινωνική θέση, όσες γνώσεις κι αν κατέχει, μένει πάντα ανικανοποίητος. Αλλά ακόμη και μέσα στην εμπειρία του κενού, του ορίου, της έλλειψης, συνοδευόμενων από την τάση του άνθρωπου προς την ολοκλήρωσή του, υπάρχει η συνείδηση πως πέρα από αυτό τον κόσμο πρέπει να υπάρχει ένα είδος πραγματικότητας που μπορεί να γεμίσει το κενό, που μέσα της δεν αισθάνεσαι την εμπειρία του ορίου, δεν νοιώθεις ποτέ την έλλειψη. Έτσι αποδεικνύεται ότι ο κόσμος αυτός δεν αποτελεί την τελική πραγματικότητα, πως δεν είναι το Απόλυτο που μπορεί να εξηγηθεί από μόνο του. Αυτή η πραγματικότητα η υπεράνω της εγκοσμιότητας των ελλείψεων και των ορίων είναι αυτό που ονομάζουμε Θεό.
Η αγιάτρευτη έλλειψη, έλλειψη οντολογική, από την οποία πάσχει αυτός ο κόσμος, που δείχνει ταυτόχρονα την ολοκληρωτική του εξάρτηση, μαζί με την τάση προς την απόλυτη ύπαρξη, είναι τόσο ολική που αυτός ο κόσμος πρέπει να θεωρείται ότι δεν έχει μέσα του το θεμέλιο της ύπαρξής του, αλλά δέχεται την ύπαρξη αποκλειστικά από το θέλημα ενός απόλυτου υποκειμένου. Με άλλα λόγια, αυτός ο κόσμος φαίνεται δημιουργημένος εκ του μηδενός από το απόλυτο υποκείμενο που έχει την εξουσία γι’ αυτό.
Αν αναγνωρίζαμε στον κόσμο, σε κάποιο μέτρο, ένα δικό του θεμέλιο ύπαρξης θα σήμαινε ότι δεν βλέπουμε πάνω από αυτόν κανένα απόλυτο υποκείμενο, αλλά θεωρούμε την πραγματικότητα αυτού του υποκειμένου ως το ήμισυ μιας δύναμης, επομένως θεωρούμε ότι κι αυτή υποφέρει από αγιάτρευτη έλλειψη. Σ’  αυτή την περίπτωση η έλλειψη θα ήταν συνδεδεμένη ανεπανόρθωτα με όλες τις υπάρξεις, πράγμα που θα σφράγιζε κάθε ύπαρξη με μια απουσία νοήματος. Μόνο αν θεωρήσουμε ότι αυτός ο κόσμος λαμβάνει την ύπαρξή του από μια απόλυτη πραγματικότητα, επομένως δεν έχει κανένα θεμέλιο μέσα του, οι ελλείψεις του μπορούν να εξηγηθούν ως προερχόμενες από μια ηθελημένη εξασθένιση του δεσμού με την απόλυτη πραγματικότητα που τον δημιούργησε και που τον συντηρεί.
Ο κόσμος είναι τόσο στενά εξαρτημένος από την υπερβατική πραγματικότητα, που δεν μπορεί να έχει έλθει στην ύπαρξη παρά ως καθαρό αντικείμενο (pur object), χωρίς καμία πρωτοβουλία της τάξεως του υποκειμένου κατά την έλευσή του στην ύπαρξη, παρ’ όλο που τα ενσυνείδητα όντα του κόσμου από τη στιγμή που δημιουργήθηκαν δείχνουν την ελευθερία με την οποία είναι προικισμένα από την πράξη της δημιουργίας ή που δυνάμει έχει χαραχτεί μέσα τους. Στην πράξη της δημιουργίας η υπερβατική πραγματικότητα πρέπει να έχει ένα χαρακτήρα απόλυτου υποκειμένου, που δεν εξαρτάται καθόλου στη δημιουργική του πράξη ούτε από μια ανώτερη πραγματικότητα ούτε από κάποιο πράγμα τούτου του κόσμου, που δίνει στον κόσμο ύπαρξη εκ του μηδενός μ’ ένα τρόπο απόλυτα κυριαρχικό.

Ο κόσμος δεν μπορεί να υπάρχει από τη μια μεριά από μόνος του και από την άλλη να είναι το αποτέλεσμα της πράξης μιας ανώτερης πραγματικότητας. Αυτό θα σχετικοποιούσε και την ανώτερη πραγματικότητα, κάνοντάς την να εξαρτάται από μια άλλη ή από τον κόσμο ή από ένα νόμο στον οποίο θα ήταν υποταγμένη. Ο κόσμος δεν μπορεί σε κανένα ποσοστό να είναι απόρροια της υπερβατικής πραγματικότητας. Αυτό δεν θα εξηγούσε τις ελλείψεις του και θα τον καθιστούσε ανίκανο να ελευθερωθεί απ’ αυτές. Σε κάθε άλλη περίπτωση, εκτός από ένα υπερβατικό απόλυτο υποκείμενο, ολόκληρη η ύπαρξη θα είχε έναν πανθεϊστικό χαρακτήρα, αιώνια σχετικοποιημένο· θα είχε σφραγισθεί με τις ανεπανόρθωτες ελλείψεις και επομένως με την απουσία νοήματος. Δεν θα υπήρχε ένα απόλυτο υποκείμενο πάνω σε κάθε έλλειψη ικανό να υψώσει και τον κόσμο σε μια κατάσταση τελειότητας, αν ένα τέτοιο υποκείμενο δεν μπορούσε να δημιουργήσει κάτι εκ του μηδενός. Η δύναμη αυτής της πραγματικότητας θα είχε ένα όριο αφού θα βρισκόταν κλεισμένη στον εαυτό της. Αν όμως ο κόσμος δημιουργήθηκε εκ του μηδενός από ένα απόλυτο υποκείμενο, αποκλειστικά με το θέλημά του, επομένως όχι εξαναγκασμένο από κάτι άλλο, αυτό το υποκείμενο πρέπει να έχει επιλέξει ελεύθερα ένα αίτιο για τη δημιουργία του κόσμου. Γιατί διαφορετικά αυτό το υποκείμενο θα είχε οδηγηθεί από μια δύναμη στη δημιουργία του κόσμου, μια εσώτερη τυφλή δύναμη, επομένως δεν θα ήταν κυριολεκτικά υποκείμενο. Γιατί ανήκει στην ελευθερία να αποφασίσει ανάμεσα στα διαφορετικά αίτια που παρουσιάζονται στη σκέψη. Δεν υπάρχει ελευθερία χωρίς τη σκέψη, ή χωρίς το λογικό που σκέπτεται. Με τη σειρά του το λογικό χωρίς την ελευθερία δεν έχει καμιά «λογικότητα». Αυτό διδάσκει ο χριστιανισμός βεβαιώνοντας ότι ο Πατέρας δημιούργησε τον κόσμο με το ρήμα του ή με το λόγο του. Αλλά αυτός ο λόγος έχει χαρακτήρα υπόστασης ή προσώπου, που οι Πατέρες ονομάζουν σύμφωνα με τη Γραφή (Φιλιπ. 2, 6) και «Μορφή» του Πατέρα. Σκέπτονται επομένως ότι μέσα σ’ αυτή την ίδια τη «Μορφή» ο Πατέρας αναγνωρίζει τον εαυτό του γιατί η αυτογνωσία ή η αυτοσυνειδησία ενός προσώπου δεν είναι δυνατή, ακόμη κι όταν πρόκειται για τον Θεό, αν δεν καθρεφτίζεται σ’ ένα άλλο πρόσωπο. Γι’  αυτό ο Θεός δεν μπορεί να δημιουργήσει ούτε τον κόσμο εκ του μηδενός, χωρίς το ρήμα του ή τον λόγο του, χωρίς να διακριθεί από έναν κόσμο που είναι δυνατόν να δημιουργηθεί με μια αυτογνωσία και ζωή καθ’ εαυτή. Διαφορετικά ο κόσμος δεν θα ήταν παρά μια ασυνείδητη απόρροια του Θεού. Αλλά το ρήμα με το οποίο ο Πατέρας δημιουργεί τον κόσμο εκ του μηδενός είναι ταυτόχρονα ο Υιός του. Και η αιτία για την οποία ο Πατέρας δημιουργεί τον κόσμο είναι η θέληση να απλώσει την πατρική αγάπη του και σε άλλους γιους. Ο Υιός καλείται ταυτόχρονα Λόγος γιατί δεν υπάρχει αληθινή σοφία στο Θεό που να μην εμπνέεται από την αγάπη και γιατί η λογικότητα που αντανακλάται μέσα στον κόσμο σκοτίζεται και η κατανόηση ανάμεσα στους ανθρώπους ελαττώνεται εκεί που δεν είναι παρούσα η αγάπη. Αυτό σημαίνει ότι ο Θεός, δημιουργώντας τον κόσμο εκ του μηδενός με τον Λόγο του, που είναι ο Υιός του, τον δημιουργεί με μια σκέψη που είναι ταυτόχρονα η αγάπη προς αυτόν τον κόσμο. Έδειξε πιο άμεσα την αγάπη του για τον κόσμο δημιουργώντας τον άνθρωπο. Βέβαια, εφ’ όσον δημιούργησε και έναν κόσμο φυσικό για να χρησιμοποιείται από τον άνθρωπο, άπλωσε την αγάπη του και προς αυτόν. Αλλά δημιουργώντας ειδικά τον άνθρωπο, κατ’ εικόνα του Υιού του, δεν μπορούσε να μη βάλει την άμεση αγάπη του προς τον άνθρωπο μέσα στην πράξη αυτής της δημιουργίας.  Άλλωστε, ακόμη και μέσα στα λόγια που απευθύνει στο Υιό του εν όψει της δημιουργίας του άνθρωπου: «Ποιήσωμεν άνθρωπον κατ’ εικόνα ημετέραν» εκδηλώνεται αυτή η αγάπη προς τον Υιό  ως σημείο αφετηρίας για τη δημιουργία του άνθρωπου, για τη δημιουργία ενός άλλου αγαπημένου υιού. Η αγάπη προς τον άνθρωπο συμπεριλαμβάνεται ακόμα και μέσα στην πρόσκληση    που    απευθύνεται    στο    Υιό    για να δημιουργήσουν μαζί αυτό το ον με αποτυπωμένη πάνω του την εικόνα του που καθρεφτίζεται στον Μονογενή Υιό του. Μέσα στην αγάπη εκδηλώνεται η πιο θετική δύναμη, η πιο δημιουργική δύναμη του Θεού που μπορεί να κάνει να εξέλθει ακόμη και εκ του μηδενός αυτό που αγαπάει. Η αγάπη με την οποίαν ο Θεός δημιουργεί τον άνθρωπο συνεχίζεται ακόμη, όταν διακηρύττοντας ότι δεν είναι καλό να είναι ο άνθρωπος μόνος (Γεν. 2, 18), του παρέχει «βοηθό κατ’ αυτόν», δίνοντας ύπαρξη στη γυναίκα όχι εκ του μηδενός αυτή τη φορά, αλλά από την πλευρά του Αδάμ. Η αγάπη δεν φαίνεται σ’ αυτήν την πράξη εκδηλωμένη μέσα στο διάλογο του Θεού με τον Αδάμ, γιατί αυτό θα τοποθετούσε τη γυναίκα σε κατώτερη θέση ως προς τον Αδάμ ακόμη και σ’ αυτή την πράξη της έλευσής τους στην ύπαρξη. Ο Θεός την φέρνει κι αυτήν στην ύπαρξη μόνο με την αγάπη που εκδηλώνει συνομιλώντας κατ’ ιδίαν με τον εαυτό του, το ίδιο όπως έκανε και με τον Αδάμ. Αλλά ο φυσικός δεσμός και ταυτόχρονα η συμπληρωματικότητα μεταξύ του άντρα και της γυναίκας, που είναι προορισμένοι από κοινού να συγκρατήσουν την αγάπη μέσα στην ανθρώπινη ύπαρξη, αποτυπώθηκε στη γυναίκα απ’ το Θεό καθώς την έφτιαξε από την πλευρά του Αδάμ που βρισκόταν σε ύπνωση (Γεν. 2, 21). Η γυναίκα δεν έρχεται στην ύπαρξη με ενσυνείδητη πρωτοβουλία του Αδάμ, όπως ένα αντικείμενο από ένα υποκείμενο. Η ενότητα που συγκρατεί η αγάπη μεταξύ του άντρα και της γυναίκας έγινε αισθητή από το ανθρώπινο ζευγάρι ως προερχόμενη από το Θεόν, ήδη στην πρώτη στιγμή της ενσυνείδητης ύπαρξής τους ως ζευγαριού ή της εμφάνισης της γυναίκας μπροστά στον Αδάμ και εκφράστηκε από αυτόν με τα λόγια: «ένεκεν τούτου καταλείψει άνθρωπος τον πατέρα αυτού και την μητέρα και προσκολληθήσεται προς την γυναίκα αυτού και έσονται οι δύο εις σάρκα μίαν» (Γεν. 2, 24).  Αλλά τα ανθρώπινα όντα που δεν ήρθαν στην ύπαρξη με μια αγάπη εκφρασμένη με λόγο ανάμεσα στο Θεό και σ’ αυτά, επειδή δεν υπήρχαν ακόμη τη στιγμή που ο Θεός κατευθυνόταν στην πράξη της δημιουργίας τους, αλλά με μια αγάπη του Θεού εμπνεόμενη από την προσμονή της ελεύθερης απάντησής τους στην αγάπη του, αποτυπωμένη δυνάμει μέσα τους, δεν απάντησαν στην αγάπη του Θεού με την αγάπη τους αλλά με την ανυπακοή τους, πράγμα που εξασθένησε και την μεταξύ τους αγάπη. Γι’ αυτό ο Θεός κατέφυγε σε μια αναδημιουργία των ανθρώπων με την οποία έδωσε μια νέα αρχή στην ύπαρξή τους κάνοντας χρήση αυτή τη φορά της διά λόγου αγάπης ανάμεσα σ’ αυτόν και κείνους, αφού τώρα υπήρχαν. Αυτό φέρνει μια ενότητα ανώτερη ανάμεσα στο Θεό και τους ανθρώπους.  Ο Υιός και το ρήμα του Θεού δεν έμεινε πια τώρα στη θέση εκείνου με τον οποίον ο Θεός δημιούργησε το ανθρώπινο γένος, αλλά έγινε ο ίδιος άνθρωπος, μένοντας ωστόσο και Υιός του Θεού, ώστε η αγάπη του Πατέρα προς αυτόν να μπορεί να συμπεριλάβει και την αγάπη του προς τον άνθρωπο και ακόμη η αγάπη του Υιού προς τον Πατέρα να συμπεριλαμβάνει και την αγάπη του ανθρώπου προς τον Πατέρα. Επομένως έθεσε σε ενέργεια πολύ μεγαλύτερη αγάπη προς τον άνθρωπο απ’ ότι στην πρώτη δημιουργία, όπου εκδήλωνε μόνο εξωτερικά τη δημιουργική του δύναμη στον άνθρωπο. Ο Υιός και το ρήμα του Θεού δεν έμειναν πια εξωτερικά στον άνθρωπο αλλά εσωτερικεύθηκαν μέσα του. Έτσι η ανθρωπότητα δεν θα μπορεί πια να χωριστεί από αυτόν ολοσχερώς στην αιωνιότητα. Η αξία του άνθρωπου και η αγάπη του Υιού προς την ανθρωπότητα θα μείνει στην αιωνιότητα γιατί ο Υιός του Θεού θα μείνει παντοτινά και άνθρωπος και κάθε φορά που αυτό ή εκείνο το πρόσωπο θα εκπέσει στην επίγεια ζωή του από τον δεσμό αγάπης με Εκείνον, θα μπορεί να επιστρέψει εύκολα σ’ αυτό το δεσμό, χάρη στη φυσική κοινωνία που υπάρχει μεταξύ του κάθε ανθρώπου και του Υιού του Θεού που έγινε άνθρωπος στην αιωνιότητα.
Αυτή η μέγιστη αγάπη, βαλμένη από το Θεό μέσα στην ανάπλαση του ανθρώπου, φάνηκε στον τρόπο με τον οποίο ο ίδιος ο Υιός του Θεού έγινε άνθρωπος. Δημιουργείται τώρα ως άνθρωπος, όχι από μια αγάπη φανερωμένη μόνο από Αυτόν όπως στην περίπτωση του Αδάμ και της Εύας, αλλά από μια αγάπη διαλεγόμενη με την θηλυκή ύπαρξη από την οποία θα σχημάτιζε το σώμα του. Δεν δημιουργεί την ανθρωπότητά του από το μηδέν γιατί εκτιμούσε την υπάρχουσα ανθρωπότητα που ήθελε να τη σώσει κρατώντας τη φυσική συνέχεια μαζί της. Και αυτή η ανθρωπότητα υψώθηκε στην κορφή της αγάπης της γι’ αυτόν μέσα στην Παρθένο που είχε ζήσει προσμένοντας μόνον εκείνον. Ούτε όμως ήθελε να σχηματίσει το σώμα του αρχίζοντας από μια εμπαθή ένωση άνδρα και γυναίκας, αλλά το σχηματίζει από μια γυναίκα, όχι χωρίς την συνειδητή συναίνεσή της, όπως όταν δημιουργήθηκε το σώμα της Εύας από τον Αδάμ, αλλά με τη συναίνεση της υψωμένη σε κορύφωση αγάπης, που την δείχνει η άσπιλη παρθενία της, παρθενία που την κράτησε και την βάθυνε μέσα από μια ζωή ολοκληρωτικά δοσμένη στο Θεό, οδηγημένη με όλα τα κινήματα της ψυχής της αποκλειστικά προς αυτόν.
Όμως σ’ αύτη τη ζωή της Παρθένου δεν συγκεντρωνόταν μόνο η ενέργειά της αλλά συνοδευόταν και ενισχυόταν από την ενέργεια του «ρήματος». Η αγάπη της γι’ αυτόν συναντούσε τη δική του αγάπη γι’ αυτήν· αγάπη που στήριζε και θέρμαινε την αγάπη της γι’ αυτόν. Ο Θεός μπορούσε κι αυτή τη φορά να δημιουργήσει ένα σώμα με μόνη την εξουσία του. Και μάλιστα ακόμη περισσότερο τώρα που επρόκειτο για ένα σώμα δημιουργημένο γι’ αυτόν τον ίδιο. Αλλά δεν το κάνει, και προτιμάει να θέσει σε ενέργεια τη μέγιστη αγάπη του για τον άνθρωπο και να βοηθήσει αυτήν που θα τον γεννούσε να αυξήσει την αγάπη της γι’ αυτόν γιατί ήθελε να θέσει στην αρχή αυτής της νέας βαθμίδας της ανθρώπινης ύπαρξης την αγάπη, που γίνεται πλήρης όταν φανερώνεται όχι μόνον από μέρους του, αλλά και από μέρους του ανθρώπου. Γιατί η νέα ανθρώπινη ύπαρξη δεν μπορεί να είναι τέλεια ή να φθάσει στην τελειότητα παρά μόνο αν θεμελιώνεται στην αγάπη. Αν η αγάπη του Θεού μπόρεσε να δημιουργήσει τον κόσμο εκ του μηδενός, αυτή η αγάπη μπόρεσε να δημιουργήσει τώρα ένα νέο ξεκίνημα της ανθρωπότητας για μια ύπαρξη ολότελα ανώτερη πάνω από τους φυσικούς νόμους.
Να πώς περιγράφει ο Νικόλαος Καβάσιλας την απαρχή της νέας σχέσης του Υιού του Θεού με την ανθρωπότητα, απαρχή που εγκαινιάζεται με τη σύλληψη της Παρθένου Μαρίας: «Αλλά το ακόμη πιο θαυμαστό είναι το εξής: Ο Θεός ούτε προειδοποίησε τον Αδάμ ούτε τον έπεισε να του δώσει την πλευρά, από την οποία έπρεπε να δημιουργηθεί η Εύα. Τον κοίμισε κι έτσι, έχοντάς του αφαιρέσει τις αισθήσεις, του απέσπασε το μέλος. Ενώ για να προχωρήσει στη δημιουργία του νέου Αδάμ δίδαξε προηγουμένως την Παρθένο και περίμενε την πίστη και την παραδοχή της. Για τη δημιουργία του Αδάμ πάλι συσκέπτεται με τον μονογενή του Υιό λέγοντας: «ποιήσωμεν άνθρωπον». Όταν όμως χρειάσθηκε να «εισαγάγη τον πρωτότοκον» -αυτόν τον «θαυμαστό σύμβουλο»- « στην οικουμένη», όπως λέγει ό Παύλος (Εβρ. 1, 6), και να πλάσει τον δεύτερο Αδάμ, παίρνει στην απόφαση του αυτή συνεργάτη την Παρθένο… Και με αυτόν τον τρόπο η σάρκωση του Λόγου ήταν το έργο όχι μόνο του Πατρός, που «ευδόκησε», και της δυνάμεώς του, που «επεσκίασε», και του Πνεύματος, που «επεδήμησε», αλλά και της θελήσεως και της πίστεως της Παρθένου».
Υπήρξε πάντα τόσο ολοκληρωτικά αφοσιωμένη στο Θεό, που ο Θεός δεν μπορούσε να μην της απαντήσει δίνοντάς της ό,τι είχε καλύτερο. Προετοιμάστηκε τόσο δυναμικά για να γίνει νύμφη του που δεν μπορούσε να της το αρνηθεί. «Γιατί, αν η Πανάμωμη τήρησε όλα εκείνα που είχε υποχρέωση να τηρήσει, αν αποδείχθηκε άνθρωπος τόσο ευγνώμων και δεν παρέλειψε τίποτε απ’ όσα του χρωστούσε, πώς είναι δυνατόν να μη φερόταν εξίσου δίκαια και ο Θεός; Αν η Παρθένος δεν παρέλειψε τίποτε από αυτά που μπορούν να αναδείξουν τη Μητέρα του Θεού και τον αγάπησε με τόσο σφοδρό έρωτα, θα ήταν βέβαια εντελώς απίθανο να μη θεωρήσει ο Θεός υποχρέωσή του να της δώσει ισάξια αμοιβή, να γίνει υιός της». Και πλάθεται έτσι με λόγο μητρικό ο του Πατρός Λόγος, και κτίζεται με την φωνήν του κτίσματος ο Δημιουργός».
Η πνευματική ένωση με τον Υιό του Θεού μέσα σε όλο της το είναι την κατέστησε ένα είδος νύμφης του. Αυτή η ένωση μέσα στην αγάπη δημιούργησε μέσα της μια τόσο δυνατή παρουσία του «ρήματος» με το άγιό του πνεύμα και η αγάπη του για την ανθρωπότητα εντάθηκε τόσο πολύ, που άρχισε να σχηματίζεται ως άνθρωπος μέσα σ’ αυτήν, έλκοντάς την μέσα στην σχηματιζόμενη υπόστασή του σαν ήταν η ίδια της η φύση: ανθρώπινη εικόνα της Θεότητας.
Αλλά ευρισκόμενη σ’ ένα τέτοιο βαθμό αγαπητικός ένωσης με τον Υιό που παίρνει τήν ανθρώπινη φύση του απ’ αυτή -αυτή που τον αγαπά τόσο δυνατά και που με τη σειρά του την αγαπά- δεν μπορεί να εκπέσει από αυτήν την αγάπη που την έκανε να τον προσμένει μένοντας Παρθένος, αλλά ταυτόχρονα και όντας νύμφη, και ακόμη μετά που έγινε μητέρα του.
Η καθαρή και τέλεια αγάπη της γι’ Αυτόν την έκανε να ενώσει μέσα της τη μητρότητα και την παρθενία, πράγμα αδύνατο για τις άλλες γυναίκες. Η αγάπη της για τον Υιό του Θεού, γεμάτη από την αγάπη του Υιού του Θεού γι’ αυτήν, ενώνει την παρθενία με τη γέννηση, εξηγώντας αυτό το μυστήριο που δεν κατανοείται από μια λογική που της λείπει η αγάπη· αυτή η αγάπη εξηγεί ακόμη το γεγονός ότι μένει πάντα Παρθένος, αν και έγινε Μητέρα και δε σκέφτηκε ποτέ παρά μόνο τον Υιό της. Γι’ αυτό εικονίζεται πάντα με τον Υιό της στα χέρια ή πλάι του  σε στάση προσευχής.
Γι’ αυτό απευθύνουμε σ’ αυτήν περισσότερο απ’ όσο σε όλους τους αγίους, τις προσευχές μας, βέβαιοι ότι η ένωση με το Υιό της, βασισμένη σε μια αγάπη πολύ μεγαλύτερη από την ένωση και την αγάπη ανάμεσα σε κάθε άλλο δημιούργημα και Εκείνον, την κάνει να εισακούεται περισσότερο από κάθε άλλον άγιο ή άγγελο από το Υιό της, όταν προσεύχεται για μας.
About these ads