Δευτέρα, 6 Νοεμβρίου 2017

Ἡ συμβολὴ τῆς Θεοτόκου στὴν θέωσι τοῦ ἀνθρώπου



Ὁ Κύριος Ἰησοῦς Χριστὸς μᾶς δίδει αὐτὴν τὴν δυνατότητα, νὰ ἑνωθοῦμε μὲ τὸν Θεὸ καὶ νὰ ἐπανέλθουμε στὸν πρωταρχικὸ σκοπὸ ποὺ εἶχε τάξει ὁ Θεὸς γιὰ τὸν ἄνθρωπο. Γι᾿ αὐτὸ ἀναγγέλλεται ἀπὸ τὴν Ἁγία Γραφὴ ὡς ἡ ὁδός, ἡ θύρα, ὁ ποιμὴν ὁ καλός, ἡ ζωή, ἡ ἀνάσταση, τὸ φῶς. Εἶναι ὁ νέος Ἀδάμ, ὁ ὁποῖος διορθώνει τὸ λάθος τοῦ πρώτου Ἀδάμ. Ὁ πρῶτος Ἀδὰμ μᾶς χώρισε ἀπὸ τὸν Θεὸ μὲ τὴν ἀνυπακοή του καὶ τὸν ἐγωισμό του. Ὁ δεύτερος Ἀδάμ, ὁ Χριστός, μᾶς ἐπαναφέρει πάλι στὸν Θεὸ μὲ τὴν ἀγάπη Του καὶ τὴν ὑπακοή Του πρὸς τὸν Πατέρα, ὑπακοὴ μέχρι θανάτου, «θανάτου δὲ σταυροῦ». Προσανατολίζει πάλι τὴν ἐλευθερία μας πρὸς τὸν Θεό, ἔτσι ὥστε προσφέροντάς την σ᾿ Αὐτὸν νὰ ἑνωνόμαστε μαζί Του.
Τὸ ἔργο ὅμως τοῦ νέου Ἀδὰμ προϋποθέτει τὸ ἔργο τῆς νέας Εὔας, τῆς Παναγίας, ἡ ὁποία καὶ αὐτὴ διόρθωσε τὸ λάθος τῆς παλαιὰς Εὔας. Ἡ Εὔα ὤθησε τὸν Ἀδὰμ στὴν παρακοή. Ἡ νέα Εὔα, ἡ Παναγία, συντελεῖ στὸ νὰ σαρκωθεῖ ὁ νέος Ἀδάμ, ὁ ὁποῖος θὰ ὁδηγήσει τὸ ἀνθρώπινο γένος στὴν ὑπακοὴ τοῦ Θεοῦ. Γι᾿ αὐτὸ ἡ Κυρία Θεοτόκος, ὡς καὶ τὸ πρῶτο ἀνθρώπινο πρόσωπο ποὺ ἐπέτυχε τὴν θέωση - κατ᾿ ἐξαίρετο καὶ ἀνεπανάληπτο μάλιστα τρόπο, διαδραμάτισε στὸ ἔργο τῆς σωτηρίας μας ὄχι ἁπλῶς βασικὸ ρόλο, ἀλλὰ ἀναγκαῖο καὶ ἀναντικατάστατο.
Ἐὰν ἡ Παναγία δὲν εἶχε προσφέρει μὲ τὴν ὑπακοή της τὴν Ἐλευθερία της στὸν Θεὸ καί, κατὰ τὸν ἅγιο Νικόλαο Καβάσιλα, τὸν μεγάλο θεολόγο τοῦ ΙΔ´ αἰῶνος, δὲν εἶχε πεῖ τὸ "ναί" στὸν Θεό, δὲν θὰ μποροῦσε νὰ σαρκωθεῖ ὁ Θεός. Διότι ὁ Θεὸς ποὺ ἔδωσε τὴν ἐλευθερία στὸν ἄνθρωπο δὲν θὰ μποροῦσε νὰ τὴν παραβιάσει. Δὲν θὰ μποροῦσε νὰ σαρκωθεῖ, ἐὰν δὲν εὑρίσκετο μιὰ τέτοια ἁγνή, παναγία, ἀκηλίδωτη ψυχὴ σὰν τὴν Θεοτόκο, ἡ ὁποία θὰ προσέφερε ὁλοκληρωτικὰ τὴν ἐλευθερία της, τὴν θέλησή της, τὸν ἑαυτό της ὅλο στὸν Θεό, ὥστε νὰ Τὸν ἑλκύσει πρὸς τὸν ἑαυτό της καὶ πρὸς ἡμᾶς.

Σάββατο, 28 Οκτωβρίου 2017

Λόγος εἰς τήν Κοίμησιν τῆς Θεοτόκου (Ἁγίου Μαξίμου τοῦ Ὁμολογητοῦ)


Φωτογραφία του Αθανάσιος Καλαμαρινός.


Tώρα μὲ τὴν Χάριν της θὰ ὁμιλήσωμε περὶ τῆς ἐξόδου καὶ τῆς Μεταστάσεως αὐτῆς ἀπὸ τὸν παρόντα κόσμον εἰς τὴν αἰώνιον Βασιλείαν τοῦ Υἱοῦ της. Εἶναι ὄντως φαιδρὰ καὶ χαρμόσυνος γιὰ τὴν ἀκοὴν τῶν φιλοθέων ἡ τοιαύτη διήγησις.

Ὅταν, λοιπόν, ὁ Χριστός, ὁ Θεός μας, εὐδόκησε νὰ μεταθέση τὴν παναγίαν καὶ πανάμωμον μητέρα του ἀπὸ τὸν κόσμον αὐτὸν εἰς τὴν Βασιλείαν του, προκειμένου νὰ λάβη τὸν ἄφθαρτον στέφανον τῶν ὑπερφυῶν ἀγώνων καὶ ἀρετῶν της, νὰ τὴν τοποθετήση θεομητροπρεπῶς «ἐκ δεξιῶν του, περιβεβλημένην μὲ πορφύραν καὶ πεποικιλμένην ἐν ἱματισμῷ διαχρύσῳ» (Ψαλμ. μδ΄, 12) καὶ νὰ τὴν ἀνακηρύξη Βασίλισσαν πάντων τῶν κτισμάτων, ὁδηγῶν αὐτὴν εἰς τὸ ἐσώτερον τοῦ καταπετάσματος καὶ ἐγκαθιστῶν εἰς τὰ ἐπουράνια Ἅγια τῶν Ἁγίων, τῆς ἐγνωστοποίησε ἐκ τῶν προτέρων τὴν ἔνδοξον αὐτῆς μετάστασιν. 
Ἀπέστειλε πάλιν εἰς αὐτὴν τὸν ἀρχάγγελον Γαβριὴλ γιὰ νὰ τῆς ἀναγγείλη τὴν ἔνδοξον ἐκδημίαν της, καθὼς ἄλλοτε τὴν θαυμαστὴν αὐτῆς σύλληψιν. 
Τὴν ἐπεσκέφθη λοιπὸν ὁ ἀρχάγγελος καὶ τῆς ἐπέδωσε ἕνα κλάδον φοίνικος, σύμβολον τῆς νίκης, τὸ ὁποῖον εἶχε ἄλλοτε χρησιμοποιήσει ὁ λαὸς ὑποδεχόμενος εἰς τὴν Ἱερουσαλὴμ τὸν Υἱόν της, τὸν νικητὴν τοῦ θανάτου καὶ ἐξολοθρευτὴν τοῦ Ἅδου. 
Ὁμοίως καὶ τώρα ὁ Γαβριὴλ δίδει αὐτὸν τὸν κλάδον εἰς τὴν Παρθένον, ὡς σύμβολον τῆς νίκης κατὰ πάντων τῶν δεινῶν καὶ τῆς καταλύσεως τοῦ θανάτου, λέγοντας· «Ὁ Κύριος καὶ Υἱός σου σὲ προσκαλεῖ: Ἔφθασε ἡ ὥρα νὰ ἔλθης πλησίον μου, ὦ καλὴ μῆτερ μου ( Ἆσμ. ἀσμ. β΄, 10 καὶ 13).


Γιὰ τοῦτο μὲ ἀπέστειλε πάλι νὰ σοῦ ἀνακοινώσω, ὦ «εὐλογημένη ἐν γυναιξί», ὅτι σήμερα θὰ εὐφράνης, ὦ Κεχαριτωμένη, τὶς οὐράνιες στρατιὲς μὲ τὴν ἄνοδόν σου καὶ θὰ λαμπρύνης περισσότερον τὶς ψυχὲς τῶν ἁγίων, καθὼς ἔπλησες εὐφροσύνης τοὺς εὑρισκομένους εἰς τὴν γῆν. Ἀγάλλου καὶ σὺ μαζί τους καθὼς ἄλλοτε τὸ εἶχες φανερώσει, διότι ἀπὸ τώρα θὰ σὲ μακαρίζουν εἰς τοὺς αἰῶνας ὅλα τὰ λογικὰ κτίσματα, «πᾶσαι αἱ γενεαί». «Χαῖρε, κεχαριτωμένη, ὁ Κύριος μετὰ σοῦ».


Οἱ προσευχὲς καὶ οἱ ἱκεσίες σου ἀνέβησαν εἰς τὸν οὐρανόν, πρὸς τὸν Υἱόν σου, ὅθεν κατὰ τὸ αἴτημά σου σὲ προστάζει νὰ ἀφήσης τὸν κόσμον αὐτὸν καὶ νὰ ἀνέλθης εἰς τὰ οὐράνια σκηνώματα γιὰ νὰ εἶσαι αἰωνίως μαζί του, εἰς τὴν ἀληθινὴν καὶ αἰωνίαν ζωήν». 


Καθὼς ἤκουσε ἡ ἁγία Θεοτόκος τοὺς λόγους τούτους ἐπλήσθη χαρᾶς καὶ ἔδωσε εἰς τὸν ἄγγελον τὴν ἰδίαν, ὅπως καὶ παλαιά, ἀπόκρισιν: «Ἰδοὺ ἡ δούλη Κυρίου, γένοιτό μοι —καὶ τώρα— κατὰ τὸ ρῆμα σου⋅ καὶ ἀπῆλθεν ἀπ’ αὐτῆς ὁ ἄγγελος» (Λουκ. α΄, 38). 
Τότε ἡ ὑπερευλογημένη καὶ ἔνδοξος Θεοτόκος Μαρία ἠγέρθη καὶ ἀγαλλομένη ἐπορεύθη εἰς τὸ ὄρος τῶν Ἐλαιῶν γιὰ νὰ ἀπευθύνη πρὸς τὸν Κύριον ἐν ἡσυχίᾳ τὶς εὐχαριστίες καὶ τὰ αἰτήματά της γι’ αὐτὴν τὴν ἰδίαν καὶ γιὰ τὸν κόσμον ὅλον. 
Ὅταν ἀνέβη εἰς τὸ ὄρος, ὕψωσε τὰ χέρια καὶ προσέφερε τὴν λογικὴν λατρείαν εἰς τὸν Υἱόν της, τὶς δεήσεις καὶ τὶς εὐχαριστίες της. Συνέβη τότε ἕνα μέγα θαῦμα, τὸ ὁποῖον γνωρίζουν ἐκεῖνοι ποὺ ἠξιώθησαν τῆς τοιαύτης ἐμπειρίας καὶ δι’ αὐτῶν ἔφθασε ἕως ἐμᾶς. 
Ἐνῷ, δηλαδή, προσηύχετο καὶ παρακαλοῦσε τὸν Κύριον μέσα εἰς μίαν πραγματικὴν μυσταγωγίαν, ὅλα τὰ ἐκεῖ εὑρισκόμενα δένδρα ἔκλιναν πρὸς τὴν γῆν καὶ τὴν προσεκύνησαν. Ὅταν ἐτελείωσε τὴν ἱκεσίαν καὶ τὴν εὐχαριστίαν της, πλημμυρισμένη ὅλη ἀπὸ Θεὸν ἐπέστρεψε εἰς τὴν Σιών. 

ΕΙΣ ΤΗΝ ΥΠΕΡΑΓΙΑΝ ΘΕΟΤΟΚΟΝ (Ἁγίου Μαξίμου τοῦ Ὁμολογητοῦ)





Εὐχαριστοῦμεν σοι, Κύριε καὶ Δέσποτα, ὑπὲρ πάντων τῶν μυστηρίων καὶ τῶν εὐεργεσιῶν σου καὶ ὑπὲρ Αὐτῆς, τὴν ὁποίαν ἐξέλεξες γιὰ νὰ ὑπηρετήση ὅλα αὐτά τὰ μυστήριά σου, τὰ ὁποῖα ἔθεσες εἰς τὴν διάθεσιν πάντων ἡμῶν.

Εὐχαριστοῦμεν σοι, τὴν ἀνεκλάλητον σοφίαν καὶ τὴν δύναμιν καὶ φιλανθρωπίαν σου, καθ’ ὅσον ὄχι μόνον προσέλαβες καὶ ἐθέωσες τὴν φύσιν μας, ἀλλὰ καὶ εὐδόκησες νὰ ἐκλέξης ἀπὸ ἐμᾶς τὴν Μητέρα σου καὶ τὴν κατέστησες Βασίλισσαν τοῦ κόσμου παντός.
Εὐχαριστοῦμεν σοι, διότι ἐν τῇ μεγαλοδωρία σου ἔδωσες τὸν ἴδιον τὸν ἑαυτόν σου γιὰ νὰ μᾶς ἐλευθέρωσης, ἀλλ’ ἐπίσης καὶ αὐτήν τὴν παναγίαν Μητέρα σου πρὸς βοήθειαν καὶ προστασίαν, ὢ φιλάνθρωπε καὶ γλυκύτατε Δέσποτα.
Εὐχαριστοῦμεν καὶ σέ, εὐλογημένη καὶ δεδοξασμένη Δέσποινα, διότι πάντοτε μᾶς εὐσπλαγχνίζεσαι καὶ συμπάσχεις μὲ τοὺς πόνους μας, ἱκετεύεις δὲ τὸν Υἱόν σου νὰ μᾶς λυτρώνη ἀπὸ τὶς ἁμαρτίες καὶ τοὺς πειρασμούς μας.
Δὲν θὰ θρηνήσωμε γιὰ τὸν θάνατον καὶ τὴν ταφήν σου, ἀλλά θὰ δοξολογήσωμε τὴν Μετάστασίν σου, διότι ἂν καὶ μετέστης εἰς τὸν οὐρανόν, δὲν ἐγκατέλειψες τους κατοικοῦντας εἰς τὴν γῆν. Καὶ παρ’ ὅλον ὅτι ἀπηλλάγης ἀπὸ τὶς ταλαιπωρίες καὶ τὶς ἀσχολίες τῆς προσκαίρου αὐτῆς ζωῆς, ἂν καὶ ἔφθασες εἰς τὴν ἀνέκφραστον καὶ ἀτελεύτητον μακαριότητα, δὲν λησμονεῖς ὅμως οὔτε πρὸς στιγμὴν τὴν παροῦσαν πτωχείαν μας. Ἀντιθέτως, τώρα μᾶς προσφέρεις ἀκόμη περισσότερα: Μᾶς σώζεις καὶ μᾶς ἐλευθερώνεις ἀπὸ κάθε δοκιμασίαν καὶ ἀπὸ ποικίλους πειρασμούς.
Μὴ μᾶς ἐγκαταλείπης, ὅθεν, ὀρφανοὺς ἀπὸ τὴν βοήθειάν σου καὶ τὴν παμπόθητόν σου Χάριν, ἀλλ’ ἀνάλαβέ μας καὶ σκέπασέ μας μὲ τὴν λαμπρότητα τῆς δόξης σου καὶ προσάγαγε εἰς τὸν Υἱόν καὶ Θεόν σου τὴν ἀκατάπαυστον πρεσβείαν καὶ ἱκεσίαν σου ὑπὲρ τῶν ἀνυμνούντων καὶ δοξολογούντων σε, διότι τώρα εἶσαι ὄντως ἡ βασίλισσα τοῦ παντός, ἡ Παντάνασσα, «παρισταμένη ἐκ δεξιῶν τοῦ Βασιλέως, ἐν κροσσωτοῖς χρυσοῖς περιβεβλημένη, πεποικιλμένη μὲ τὴν Χάριν τοῦ Ἁγίου Πνεύματος», τελείως καλλωπισμένη μὲ τὸν στολισμὸν αὐτόν τῆς Χάριτος…
Ὅθεν καὶ ἐμεῖς σὲ παρακαλοῦμε: Μὴ λησμονῆς τὸν λαόν σου, ὁ ὁποῖος δοξάζει τὸν Υἱόν σου καὶ ἀνυμνεῖ τὸ ὄνομά σου -ἐπειδὴ δύνασαι τὰ πάντα ὡς μήτηρ τοῦ παντοδυνάμου καὶ φιλανθρώπου Χριστοῦ τοῦ Θεοῦ, ὁ Ὁποῖος εἰσακούει μεγαλοθύμως ὅλες τὶς ἱκεσίες καὶ τὰ αἰτήματά σου. Ἀλλ’ εἶσαι καὶ σὺ φιλεύσπλαγχνος πρὸς ὅλους ἐκείνους πού σὲ εὐλαβοῦνται καὶ ἐλπίζουν εἰς σέ, καὶ ἡ κηδεμονία σου εἶναι γνωστὴ ἀπὸ τὰ συνεχῆ καὶ καθημερινά σου θαύματα καὶ τὶς πνευματικὲς καὶ σωματικὲς θεραπεῖες πού ἐπιτελεῖς εἰς ὅσους θερμῶς σὲ ἱκετεύουν…
Ὢ ἀξιύμνητε Θεομῆτορ, σὺ πού ἔφερες εἰς τὸν κόσμον τὸν Ἅγιον τῶν Ἁγίων, τὸν Λόγον τοῦ Θεοῦ, κάμε δεκτὴν ὡς προσφορὰν θυσίας τὴν ἱκεσίαν τῶν δούλων σου… καὶ ἀξίωσὲ μας εἰς τὴν ἀτελεύτητον ζωὴν νὰ ἀπολαύσωμε μαζὶ μὲ τοὺς δικαίους τὰ αἰώνια ἀγαθά «χάριτι τοῦ Υἱοῦ καὶ Θεοῦ σου Ἰησοῦ Χριστοῦ, ὧ πρέπει πᾶσα δόξα, τιμὴ καὶ προσκύνησις, σὺν τῷ ἀνὰρχῳ Πατρὶ καὶ τῷ Παναγίω καὶ ἀγαθῷ καὶ ζωοποιῷ Πνεύματι, νῦν καὶ ἀεὶ καὶ εἰς τοὺς αἰώνας τῶν αἰώνων. Ἀμήν».

Ἃγιος Μάξιμος ὁ Ὁμολογητής

Πηγή: imaik.gr

Δευτέρα, 23 Οκτωβρίου 2017

Λόγος στη γιορτή της Υπεραγίας Δέσποινάς μας Θεοτόκου όταν οδηγήθηκε από τους γονείς της στον Ναό





Θεοφυλάκτου Αρχιεπισκόπου Αχρίδος

Στον ναό προσφέρουν στον Δεσπότη αφιέρωμα ζωντανό που κινείται και στον οίκο του Θεού προστίθεται ωραιότητα και ο τόπος του ναού κληρώνεται σαν κατοικητήριο της δόξας —πράγμα που και ο Δαβίδ παραδέχεται ότι επιθυμεί, αλλά δεν αξιώνεται να το δει με τα μάτια του. Και ξεχνά η παιδούλα το πατρικό της σπίτι και οδηγείται στον βασιλιά, που επιθύμησε το κάλλος της.
Οδηγείται με τη θέλησή της, με τιμές και δόξα, με λαμπρή πομπή βγαίνει από το σπίτι της, ενώ όλοι χειροκροτούν εγκωμιαστικά την έξοδο. Συνοδεύουν τους γονείς της όλοι οι συγγενείς, οι γείτονες, οι φίλοι. Οι πατέρες συνοδεύουν χαρούμενα τον πατέρα κι οι μητέρες τη μητέρα, οι κοπέλλες και οι νεαρές κρατώντας λαμπάδες συμπορεύονται με την κόρη του Θεού σαν ένας κύκλος αστεριών φωτεινών γύρω από τη σελήνη κι όλη η Ιερουσαλήμ μαθαίνει το γεγονός και παρακολουθεί την πρωτοφανή αυτή πομπή, δηλαδή ένα κοριτσάκι τριών ετών να περιστοιχίζεται με τόση δόξα, να τιμάται με τόση λαμπαδηφορία. Όταν έφτασαν στον ναό, τους περίμενε και τους χαιρετούσε με ψαλμωδίες όλη η ιερατική τάξη και ο ίδιος ο αρχιερέας συγκινούνταν από το θαύμα αυτό και μάλιστα περισσότερο από όλους, επειδή ήταν θεόπνευστος.
Οι γονείς οδηγούν σ’ αυτόν την κόρη, που την εμπιστεύονται και διηγούνται τα σχετικά με τη στείρωση της Άννας και την υπόσχεση που έλαβαν σ’ αυτό το θέμα και γενικά παραδέχονται πως υπερβαίνει τις δυνάμεις τους η ανατροφή της κόρης. Επειδή ήταν πολύ αγαπητή από τον Θεό, έπρεπε και η ανατροφή της να είναι ανάλογη, ώστε ένα μαργαριτάρι τόσο λαμπρό και σπάνιο να μη ραφτεί πάνω σ’ ένα φτηνό και τιποτένιο ύφασμα, αλλά σ’ ένα βασιλικό ένδυμα, για να το στολίσει και να το αναδείξει πάρα πολύ.
Ο αρχιερέας εκείνη τη στιγμή μάλλον έπεσε σε έκσταση, καταλείφθηκε από το πνεύμα του Θεού και διέγνωσε ότι η κόρη είναι πραγματικά κατοικητήριο θείας χάρης και ότι είναι αυτή περισσότερο άξια απ’ αυτόν να εμφανίζεται συνεχώς ενώπιον του Θεού. Ταίριαζε αυτό που ειπώθηκε και είχε βαθύ νόημα στον νόμο για την κιβωτό, ότι θα κατοικήσει στα Άγια των αγίων, γιατί αυτό ακριβώς αναφέρεται ολοφάνερα σ’ αυτήν την κόρη. Ο αρχιερέας χωρίς ενδοιασμούς και χωρίς φόβο τολμά κάτι δίκαιο, που ξεπερνά τον νόμο, μάλλον ξεπερνά τον ανθρώπινο νόμο καθώς και την ασάφεια του γράμματος τού νόμου, γιατί ακολουθεί το άγιο Πνεύμα και οδηγεί και αποθέτει στα Άγια των αγίων αυτό το αφιέρωμα. Δέχεται ο τόπος αυτός την κόρη, αυτός που κανείς άλλος άνθρωπος δεν τον είδε, που δεν τον πατούν ούτε οι ιερείς ούτε ο ίδιος ο αρχιερέας, παρά μια μόνο φορά τον χρόνο. Έπρεπε βέβαια να μην υπακούει δουλικά στη σπουδαιότητα του νόμου, αυτή που αγιάσθηκε με την καθαρότητά της περισσότερο από ολόκληρη τη φύση και δικαιώθηκε από τότε που ήταν στη μήτρα της μητέρας της, ενός νόμου που δεν θεσπίστηκε για τους δίκαιους, αλλά για τους αμαρτωλούς. Ο νόμος καθιερώθηκε για τις παραβάσεις και θεωρήθηκε παιδαγωγός για κείνους που χρειαζόταν διαπαιδαγώγηση. Σ’ αυτήν που ξεπερνούσε τους αγγέλους όχι ο νόμος, αλλά η χάρη του Θεού εκτελούσε τα τέλεια. Φανερώνει ο Θεός ότι αρέσει αυτά τα όποια συνέβησαν, γιατί χρησιμοποιεί σαν διάκονό της άγγελο για να αναθρέψει την αφιερωμένη και τρέφει με παράδοξο τρόπο αυτήν που θα τον γεννήσει και θα τον αναθρέψει, ώστε κανένα χαρακτηριστικό της να μη φαίνεται ότι είναι ανθρώπινο, αλλά όλα να φαίνονται ότι είναι θεϊκά.
Αυτή είναι η σημερινή μας πανήγυρη, αυτό το γεγονός γιορτάζουμε σήμερα, την προσαγωγή της κόρης στον ναό και την εισαγωγή της στα Άγια των αγίων. Τι παράξενο γεγονός, τι παράξενο πράγμα ακούμε! Ένα μικρό κορίτσι να ζει στα άδυτα και αθέατα του Θεού. Ακόμη κι αν μόνο πατούσε στην αυλή του ναού, αυτό θα έδειχνε ξεκάθαρα την οικειότητα που θα είχε με τον Δεσπότη, αφού βέβαια το «να πατάει κανείς την αυλή μου δεν το επιτρέπω» ορίσθηκε από τον Θεό γι’ αυτούς που έρχονται σε ρήξη μ’ αυτόν. Ακόμη κι αν έβλεπε μόνο τα Άγια του ναού, κι αυτό θα ήταν μεγάλη απόδειξη παρρησίας προς τον Θεό. Ακόμη κι αν μια φορά τον χρόνο έμπαινε στα Άγια του ναού, κι αυτό θα ξεπερνούσε πάρα πολύ την ταπεινή θέση της γυναίκας.
Τώρα όμως περνώντας την αυλή, διασχίζοντας το δεύτερο χώρισμα και φτάνοντας στα Άγια των αγίων, ορίζεται να μένει συνεχώς μαζί με τον Θεό κι αυτό είναι ένας αρραβώνας μεταξύ της ανθρώπινης φύσης και της χάρης του Θεού, που εμφανίζεται αργότερα. Δείχνει μ’ αυτή της την ενέργεια η Θεοτόκος προφητικά σ’ εμάς και ανοίγει τον δρόμο σ’ όλο το ανθρώπινο γένος για την άνοδο και είσοδό του στα ουράνια και αληθινά Άγια των αγίων και έτσι μετά απ’ αυτό φαίνεται ότι καταργεί τον μωσαϊκό νόμο, ο οποίος επειδή δεν μπορούσε να μας δικαιώσει και να μας καθαρίσει από την αμαρτία, σχεδόν μας εμπόδιζε όλους να μετέχουμε σε κάθε μορφή αγιότητας. Επρόκειτο βέβαια ο Χριστός με τη θεία χάρη να μας δικαιώσει όλους και «αφού με τον σταυρικό θάνατό του γκρέμισε ό,τι σαν τοίχος μας χώριζε και προκαλούσε έχθρα», άνοιξε για όλους τους ανθρώπους τις εισόδους, που ήταν προηγουμένως άβατες, και αφού μας άγιασε όλους και μας καθάρισε με νερό και άγιο Πνεύμα, μας δέχτηκε στα Άγια. Γι’ αυτό τώρα στον ναό υποδέχεται την Παρθένο. Και όσα συμβαίνουν τώρα στη Θεοτόκο, μοιάζουν σαν να μας δίνει ό Θεός αξιόπιστα ενέχυρα για τη συμφιλίωση αργότερα ολόκληρου του ανθρώπινου γένους μαζί του.

Χαιρετισμοί εις την εικόνα της Παναγίας της« Πραύνουσας καρδίας κακάς»





Ἀπολυτίκιον
Πράϋνον τὰς πονηρὰς καρδίας ἡμῶν Θεοτόκε, σβέσον τὰς ἐπιθέσεις τῶν μισούντων ἡμᾶς καὶ λύσον πάσας τὰς στεναχωρίας τῆς ψυχῆς ἡμῶν τῶν μετ’ εὐλαβείας ἱσταμένων πρὸ τῆς Ἁγίας Εἰκόνος Σου, ὅτι αἱ βάσανοι ἡμῶν πραΰνονται, ὦ Μῆτερ φιλόστοργε. Τὰς πληγὰς σου τιμῶμεν καὶ τὰ βέλη τρομάζομεν τὰ τρώσαντα τὴν καρδίαν σου πάλαι. Φιλέσπλαχνε Μῆτερ, μὴ ἀπωλέσῃς ἡμᾶς διὰ τὴν σκληροκαρδίαν ὴμῶν καὶ φρούρησον ἡμᾶς ἀπὸ τὴν σκληροκαρδίαν τῶν ἀλλοτρίων τῶν καθ’ ἡμῶν κινουμένων. Ὅτι σὺ εἶ ἀληθῶς ἡ πραΰνουσα καρδίας κακάς.

Κοντάκιον

Βοῶμεν ἀπὸ καρδίας εὐλογημένη Μαρία, ἥν Κύριος ἐξελέξατο ἀπὸ πασῶν τῶν θυγατέρων τῆς γῆς καὶ μητέραν τοῦ Μονογενοὺς Του Υἱοῦ ἐποιήσατο διὰ τὴν τοῦ κόσμου σωτηρίαν. Ἐπίβλεψον ἐπὶ τὸν βίον ἡμῶν τὸν πλήρη παντοειδῶν θλίψεων, ἐνθυμουμένη τὰς ὀδύνας καὶ θλίψεις ἅς ὑπέφερες ὡς γεννηθεῖσα ἐπὶ τῆς γῆς ὡς ἡμεῖς καὶ βοήθησον ἡμᾶς εὔστοργε, ἵνα κράζομεν· Χαῖρε πολυωδυνομένη Μῆτερ τοῦ Θεοῦ. Τρέψον τὰς θλίψεις ἡμῶν εἰς χαρὰν καὶ πράυνον καρδίας κακάς.




Ἄγγελος τοῖς ποιμέσι ἐν Βηθλεέμ τοῦ Σωτῆρος ἀνήγγειλε γέννησιν (τρίς), καὶ σὺν τῷ οὐρανίων ταγμάτων τῷ πλήθει ἔψαλλεν ἐν ἀγαλιάσει·
Χαῖρε, ἐν τῇ ἀγκάλῃ θερμάνασα τὸν Λυτρωτὴν καὶ Θεὸν σου.


Χαῖρε, ἡ ἐν σπαργάνοις τυλίξασα Θεὸν ὡς βρέφος ἐλθεῖν καταδεξάμενον.


Χαῖρε, ἡ γάλακτι ἐκθρέψασα τόν τά σύμπαντα συνέχοντα.


Χαῖρε, ἡ τὸ σπήλαιον μετατρέψασα εἰς ουρανόν.


Χαῖρε, ἡ θρόνου αξιωθεῖσα ἐπὶ τῶν ἀσωμάτων Χερουβείμ.


Χαῖρε, ὅτι παρθένος ἔμεινας , Μῆτερ τοῦ Θεοῦ ἀπειρόγαμε.


Χαῖρε, πολυωδυνομένη Μῆτερ τοῦ Θεοῦ. Τρέψον τὰς θλίψεις ἡμῶν εἰς χαρὰν καὶ πράυνον καρδίας κακάς.

Βλέποντες οἱ ποιμένες ἐν φάτνῇ βρέφος ἐσπαργανωμένον, εἰς προσκύνησιν Αὐτοῦ ἦλθον, τῇ τῶν ἀγγέλων ἐπαγγελίᾳ. Ἡ δὲ μἠτηρ αὐτοῦ πάντα ταῦτα ἐφύλαττεν ἐν τῇ καρδίᾳ αὐτῆς. Καὶ ὀκταήμερος καταδεξάμενος περιτμηθῆναι, Χριστὲ ὁ Θεός, ὡς άνθρωπος συνεμορφώθεις τῷ νόμῳ τοῦ Ἰσραήλ. Ὑμνοῦντες τὴν ταπείνωσιν τοῦ θελήματός σου Θεοτόκε, ψάλλομεν τῷ Παναγάθῳ Θεῷ ἡμῶν·


Ἀλληλούια

Γνῶσιν θείαν λαβόντες καὶ τὸν νόμον φυλάττοντες, Ιωσὴφ καὶ Μαρία τὸν Ιησοῦν εἰς Ἰερουσαλήμ ἔφερον εἰς τὸν Ναὸν καὶ θυσίαν τῷ Θεῷ προσέφερον διὰ τὸ Παιδίον. Ἀλλὰ ἡμεῖς ἀκαταπαύστως σὲ ὑμνοῦμεν Θεοτόκε οὕτως·

Χαῖρε, εἰς τὸν Ναόν ὁδηγήσασα τὸν τοῦ σύμπαντος Δημιουργόν, τῷ νόμῳ συντασσομένη.

Χαῖρε, ἡ παραδιδοῦσα Χριστὸν ἐν χερσὶ θεοδόχου Συμεών.

Χαῖρε, σύ πάναγνε καὶ εὐλογημένη ἐν γυναιξί.

Χαῖρε, ἐν ταπεινώσει βαστάσα τὸν σὸν σταυρὸν ἐν θλίψεσι κεκοσμημένον.

Χαῖρε, ἡ μήποτε παρακούσασα Θεοῦ τὸ θέλημα.

Χαῖρε, πάσης ὑπομονῆς καὶ ταπεινώσεως ὄχημα.

Χαῖρε, πολυωδυνομένη Μῆτερ τοῦ Θεοῦ. Τρέψον τὰς θλίψεις ἡμῶν εἰς χαρὰν καὶ πράυνον καρδίας κακάς.


Δύναμις ἐξ ὕψους κατῆλθεν ἐνδυναμοῦσα σε, Μῆτερ τοῦ Θεοῦ, ἐπὶ τῷ ἀκούσματι τῶν λόγων τοῦ θεοδόχου Συμεών, εἰπόντος: « Ἰδοῦ, τοῦτο τὸ Παιδίον ἐστι εἰς ἀνάστασιν καὶ πτῶσιν πολλῶν ἐν τῷ Ἰσραὴλ καὶ εἰς σημεῖον ἀντιλεγόμενον καὶ Σοῦ δὲ αὐτῆς τὴν ψυχὴν διελεύσεται ρομφαία, ὅπως ἄν ἀποκαλυφθῶσι πολλῶν καρδιῶν διαλογισμοί.» Καὶ μεγάλη θλίψις κατέλαβε τὴν καρδίαν τῆς Θεοτόκου καὶ ἐν θλίψει ἐβόησεν τῷ Κυρίῳ·

Ἀλληλούια.

Ἔδραμε ὁ Ἠρώδης ἐξεργάσεσθαι τὴν τοῦ Παιδίου ἀπώλειαν, ἐντειλάμενος θανατῶσαι πάντα τὰ τέκνα Βηθλεὲμ ἀπὸ διετοῦς καὶ κάτω, κατὰ τὸν χρόνον ὅν ἠκρίβωσε παρὰ τῶν Μάγων. Καὶ ἰδοῦ ὁ μνήστωρ Ἰωσὴφ χρηματισθεὶς παρὰ τοῦ ἀγγέλλου κατ’ ὄναρ φεύγει εἰς Αἴγυπτον καὶ ἐπιστρέφει μετὰ τὴν Ἠρώδου τελευτήν.Διὰ τοῦτο ἐν μετανοίᾳ κράζομέν Σοι, Θεοτόκε·

Χαῖρε, ὅτι διέφυγας τὰς ρομφαίας τῶν ζητούντων ἀποκτεῖναι τὸν Υἱὸν Σου.

Χαῖρε, ὅτι ὑπέστης βασάνους καὶ τῆς ἐξορίας τὴν πικρίαν.

Χαῖρε, ὅτι ἐώρακας πάντα τὰ εἴδωλα τῆς Αἰγύπτου πεσόντα ἐπὶ τῆς γῆς, μὴ δυνάμενα φέρειν τὴν δύναμιν τοῦ Υἱοῦ Σου.

Χαῖρε, ὅτι κατῴκησας ἐν Ναζαρὲτ μετὰ τοῦ πρωτοτόκου Υἱοῦ Σου καὶ τοῦ μνήστωρος Ἰωσήφ.

Χαῖρε, ὅτι ἐν ἡσυχίᾳ καὶ προσευχῇ ἀνέθρεψας τὸν Υἱὸν Σου.
Χαῖρε, ὅτι ἐν πτωχείᾳ καὶ σιωπῇ διήνυσας τὸν βίον Σου ἅπαντα.

Χαῖρε, πολυωδυνομένη Μῆτερ τοῦ Θεοῦ. Τρέψον τὰς θλίψεις ἡμῶν εἰς χαρὰν καὶ πράυνον καρδίας κακάς.

Ζάλη καὶ φόβοι μεγάλοι ἐκυρίευσαν Ἰωσὴφ καὶ Μαρίαν ἀπὸ Ἰερουσαλὴμ ὁδὸν ἡμέρας διανυσάντων καὶ μὴ εὐρόντων τὸν Παῖδα Ἰησοῦν ἐν τῇ συνοδείᾳ. Διὰ τοῦτο ὑπέστρεψαν πρὸς ἀναζήτησιν Αὐτοῦ καὶ εὖρον Αὐτὸν εἰς τὸν Ναὸν καθεζόμενον ἐν μέσῳ τῶν διδασκάλων ἀκούοντα καὶ ἐπερωτῶντα αὐτούς. Καὶ Μαρία ἐπέπληξε Αὐτόν, καὶ Ἰησοῦς εἶπε πρὸς αὐτούς· τὶ ὅτι ἐζητεῖτέ με; Οὔκ ὁρᾶτε ὅτι έν τῷ οἴκῳ τοῦ Πατρὸς μου εἰμὶ ἐγώ; Καὶ Σὺ Πάναγνε, ἐφύλαττες πάντα τὰ ρήματα ταῦτα ἐν τῇ καρδίᾳ Σου, καὶ βοῶσα τῷ Κυρίῳ·

Ἀλληλούια.

Ἤκουσεν ἡ τοῦ Θεοῦ μήτηρ ὅτι ὁ Ἰησοὺς περιήρχετο πάσαν τὴν Γαλιλαίαν, διδάσκων ἐν ταῖς συναγωγαῖς αὐτῶν κηρύττων τὸ Εὐαγγέλιον τῆς Βασιλείας καὶ θεραπεύων πάσαν νόσον καὶ πάσαν μαλακίαν ἐν τῷ λαῷ. Καὶ ἦλθε ἡ ἀκοὴ αὐτοῦ εἰς ὅλην τὴν Συρίαν καὶ προσήνεγκαν αὐτῷ πάντας τοὺς κακῶς ἔχοντας καὶ βασάνοις συνεχομένους, δαιμονιζομένους καὶ παραλυτικοὺς τοῦ θεραπεύειν αὐτούς. Ἀλλὰ Σὺ, Μῆτερ τοῦ Θεοῦ, γνοῦσα τὴν προφητείαν, ἐθλίβεσο ἐν τῇ καρδίᾳ Σου, ὅτι ἐγγὺς ἦν ὁ καιρὸς ὅπου ὁ Υἱὸς Σου ἑαυτὸν έμέλλε παραδῶσαι θυσίαν ὑπὲρ τῶν τοῦ κόσμου ἁμαρτημάτων. Διὰ τοῦτο, Σὲ εὐλογοῦμεν πολυοδυνομένη Μῆτερ τοῦ Θεοῦ βοῶντες·

Χαῖρε, ὅτι παρέδωκας τὸν Υἱόν Σου σωτηρίᾳ τοῖς Ἰουδαίοις.

Χαῖρε, ὅτι ὀδυνομένη ὑπετάγης τῷ θελήματι τοῦ Κυρίου Σου.

Χαῖρε, ἡ τοῦ κατακλυσμοῦ τῆς ἁμαρτίας τὸν κόσμον σώσασα.

Χαῖρε, ἡ τοῦ ἀρχαίου ὄφεως τὴν κεφαλὴν συντρίψασα.

Χαῖρε, ἡ ὡς ζώσαν θυσίαν ἑαυτὴν προσενεγκούσα τῷ Θεῷ.

Χαῖρε, πολυοδυνομένη Μῆτερ τοῦ Θεοῦ, τρέψον τὰς θλίψεις ἡμῶν εἰς χαρὰν καὶ πράυνον καρδίας κακάς.

Θεοῦ τὴν βασιλείαν κηρύττων ὁ Ἰησοὺς ἀπεκάλυψε τὴν τῶν φαρισαίων ὑπεροψίαν, ὅτι ἑαυτοὺς δικαίους εἶναι ἐθεώρουν. Τὰς παραβολὰς αὐτοῦ ἀκούοντες κατενόουν ὅτι περὶ αὐτῶν ἦν ὁ λόγος καὶ ἐζήτουν τρόπον ὅπως συλλάβωσιν αυτόν. Ἐφοβοῦντο ὅμως τὸ πλῆθος ὅτι προφήτην εἶχον αὐτόν. Βλέπουσα ταῦτα πάντα ἡ Μήτηρ Κυρίου ἐθλίβετο διὰ τὸν ἠγαπημένον Αὐτῆς υἱόν, φοβουμένη ὅτι ἀπολέσουσιν Αὐτόν. Ἡμεῖς δε βοῶμεν τῇ Κεχαριτωμένῃ·


Ἀλληλούια.


Ἰδόντες οἱ Ἰουδαῖοι τὴν τοῦ Λαζάρου ἔγερσιν κατείγγειλαν τοῖς φαρισαίοις πάντα ἅ Ἰησοὺς πεποίηκεν, καὶ Καϊάφας ὤν ἀρχιερεύς τοῦ ἐνιαυτοῦ ἐκείνου εἶπεν: «...συμφέρει ἡμῖν ἵνα εἷς ἄνθρωπος ἀποθάνῃ ὑπὲρ τοῦ λαοῦ καὶ μὴ ὅλον τὸ ἔθνος ἀπώληται.» Καὶ ἀπὸ τῆς ἡμέρας ἐκείνης ἐζήτουν πῶς ἀποκτεῖναι αὐτόν. Ἀλλὰ βοῶμεν Σοι Πάναγνε·



Χαῖρε, ἡ γεννήσασα τὸν τοῦ κόσμου Σωτῆρα.

Χαῖρε, ἡ πηγὴ τῆς ἡμῶν σωτηρίας.

Χαῖρε, σκεῦος ἐκλογῆς,Μῆτερ τοῦ Θεοῦ ἡμῶν.

Χαῖρε, Μῆτερ τοῦ Θεοῦ ὀδύναις ταρασσομένη.

Χαῖρε, τῶν Οὐρανῶν Βασίλισσα εὐλογημένη.

Χαῖρε, ἡ ἀεὶ πρεσβεύουσα ὑπὲρ ἡμῶν δεδοξασμένη.

Χαῖρε, πολυοδυνομένη Μῆτερ τοῦ Θεοῦ, τρέψον τὰς θλίψεις ἡμῶν εἰς χαρὰν καὶ πράυνον καρδίας κακάς.


Κήρυξ τοῦ Θείου Λόγου ποτὲ ὁ Ἰούδας καὶ νὺν προδότης, εἰ καὶ ἐκ τῶν δώδεκα προερχόμενος, προσῆλθε τοῖς ἀρχιερεῦσι παραδιδόναι τὸν Διδάσκαλον, οἳ καὶ περιχαρεῖς ἔδωκαν αὐτῷ τὰ τριάκοντα ἀργύρια. Ἀλλὰ Σύ, ὦ Μῆτερ τοῦ Θεοῦ ἐν ὀδύνῃ ἐβόας τῷ Κυρίῳ·


Ἀλληλούια.


Λέντιον περιζωσάμενος πρὸ τοῦ δειπνεῖσαι ὁ Κύριος καὶ πλύνας τοὺς πόδας τῶν μαθητῶν αὐτοῦ παράδειγμα ἐγένετο ταπεινώσεως, λέγων αὐτοῖς: « Εἷς ἐξ ὑμῶν παραδώσει με.» Ἀλλὰ καὶ ἡμεῖς ὀδυρόμενοι σὺν τῇ Πανάγνῳ Αὐτοῦ Μητρὶ βοῶμεν·

Χαῖρε, Μῆτερ Κυρίου, ἧς ἡ καρδία ἐμαράνθη, ὁρῶσα τὰ τεκταινόμενα.

Χαῖρε, ἡ ὑποστάσα πάντα δεινᾶ ἐν τῇ κοιλάδι τοῦ πόνου.

Χαῖρε, ἡ ἐν τῇ προσευχῇ εὐροῦσα παρηγορίαν.

Χαῖρε, ἡ χαρὰ πάντων τῶν θλιβομένων καὶ ἐν ὀδύνες εὐρισκομένων.

Χαῖρε, ἡ ἐκ τοῦ βορβόρου τῆς ἁμαρτίας ἡμᾶς σώζουσα.

Χαῖρε, σκεῦος πλῆρες τῆς τοῦ Παναγίου Πνεύματος χάριτος.

Χαῖρε, πολυοδυνομένη Μῆτερ του Θεοῦ, τρέψον τὰς θλίψεις ἡμῶν εἰς χαρὰν καὶ πράυνον καρδίας κακάς.


Μυστικῶς δειπνῶν ὁ Κύριος ἡμῶν Χριστὸς ηὐλόγησε καὶ ἔκλασε τὸν ἄρτον, θέλων φανερῶσαι τὴν ἑαυτοῦ ἀγάπην ὑπὲρ τῶν ἀνθρώπων, καὶ ἔδωκεν τοῖς Ἀποστόλοις αὐτοῦ εἰπῶν: « Λάβετε, φάγετε τοῦτο ἐστι τὸ Σῶμα Μου.» Καὶ λαβὼν τῷ ποτηρίῳ καὶ εὐχαριστῆσας ἔδωκεν αὐτοῖς λέγων: « Πίετε ἐξ αὐτοῦ πάντες, τοῦτο ἐστι τὸ Αἷμα Μου, τὸ τῆς καινῆς διαθήκης τὸ περὶ πολλῶν ἐκχυνόμενον εἰς ἄφεσιν ἁμαρτιῶν.» Εὐχαριστοῦντες τὸν πολυεύσπλαχνον Θεὸν διὰ τὸ πρὸς ἡμᾶς ἄφατον ἔλεος, ψάλλομεν·

Ἀλληλούια.



Νέον σημεῖον τοῦ ἐλέους Αὐτοῦ ἀπεκάλυψε τοῖς μαθηταῖς ὁ Κύριος, λέγων ὅτι μέλλει ἀποστεῖλαι αὐτοῖς τὸν Παράκλητον, τὸ Πνεῦμα τῆς Ἀληθείας, τὸ ἐκπορευόμενον ἐκ τοῦ Πατρὸς καὶ μαρτυροῦν περὶ Αὐτοῦ.Ἀλλὰ πρὸς Σὲ, Μῆτερ τοῦ Θεοῦ, τὴν ἁγιασθεῖσαν ἐκ νέου κατὰ τὴν ἑορτὴν τῆς Πεντικοστῆς ὑπὸ τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, βοῶμεν·

Χαῖρε, παλάτιον Πνεύματος Ἁγίου.

Χαῖρε, παστὰς λαμπροφώτιστος καὶ εὐωδιάζουσα.

Χαῖρε, κατοικία εὐρύχωρος τοῦ Θεοῦ καὶ Λόγου.

Χαῖρε, ἡ τῇ γεννήσει Σου διανοίξασα ἡμῖν παραδείσου πύλας.

Χαῖρε, ἡ πρὸς ἡμᾶς φανερώσασα τοῦ θείου ἐλέους σημεῖον.

Χαῖρε, πολυοδυνωμένη Μῆτερ τοῦ Θεοῦ, τρέψον τάς θλίψεις ἡμῶν εἰς χαρὰν καὶ ἁπάλυνον καρδίας κακάς.


Ξένον ἄκουσμα λυπηρότατον ἡ προδοσία Ἰούδα, δι’ ἀσπασμοῦ παραδόντος τὸν Διδάσκαλον. Ἡ δὲ σπείρα καὶ ὁ χιλίαρχος καὶ οἱ ὑπηρέται τῶν Ἰουδαίων, συλλαβόντες τὸν Ἰησοῦν καὶ δήσαντες Αὐτὸν ἀπήγαγον πρὸς τὸν Ἄννα καὶ εἴτα πρὸς Καϊάφα τῷ ἀρχιερεῖ. Ἀλλὰ Σὺ, Μῆτερ τοῦ Θεοῦ, ἀναμένουσα τὴν δεινὴν ἀπόφασιν τῶν ἀνόμων, τῷ Κυρίῳ ἐβὀας ὀδυνομένη·

Ἀλληλούια.



Ὅλον τῶν Ἰουδαίων τὸ συνέδριον προσήγαγε τὸν Ἰησοῦν εἰς τὸν Πιλάτον, λέγοντες ὅτι οὗτος κακαποιὸς ἦν. Ἀλλ’ὁ Πιλάτος εἶπεν αὐτοῖς ὅτι οὐκ εὐρίσκει οὐδεμίαν αἰτίαν ἐν Αυτῷ. Ἡμεῖς δὲ κράζομέν Σοι, Μῆτερ τοῦ Θεοῦ, ἡ ἰδοῦσα τοὺς συκοφάντας τοῦ Υἱοῦ Σου·

Χαῖρε, Σὺ ἡ ὑπομείνασα τὸ δυσβάστακτον φορτίον τῆς θλίψεως.

Χαῖρε, ἡ δάκρυα χύσασα διὰ τὸν Υἱὸν Σου τὸν ἀναμάρτητον.

Χαῖρε, ἡ ἰδοῦσα τὸν Υἱόν τὸν ἠγαπημένον Σου εἰς χεῖρας αδίκων.

Χαῖρε, ὅτι άγογγύστως ὑπέφερας πάντα ὡς ἀληθὴς δούλη Κυρίου.

Χαῖρε, Μῆτερ θρηνοῦσα καὶ ὀδυρομένη.

Χαῖρε, Ἄνασσα τοῦ οὐρανοῦ καὶ τῆς γῆς, ἡ ἀποδεχομένη τὰς δεήσεις τῶν δούλων Σου.

Χαῖρε, πολυοδυνωμένη Μῆτερ τοῦ Θεοῦ, τρέψον τὰς θλίψεις ἡμῶν εἰς χαρὰν καὶ πράυνον καρδίας κακάς.

Πᾶσαι αἱ γενεαὶ μακαρίζουσί Σε, τὴν τῶν Χερουβεὶμ τιμιωτέραν καὶ τῶν Σεραφεὶμ ἐνδοξοτέραν, τὴν Δέσποιναν καὶ Μητέραν τοῦ Λυτρωτοῦ ἡμῶν, ὅτι ὁ τόκος Σου παντὶ τῷ κόσμῳ χαρὰν ἔφερε. Σὺ ὅμως δυσβάστακτον θλίψιν ὑπέφερες ἰδοῦσα τὸν Υἱὸν Σου τὸν ἠγαπημένον ὑβριζόμενον, μαστιγούμενον καὶ θανάτῳ παραδιδόμενον. Διὰ τοῦτο ἅδωμεν ἐκ βάθους καρδίας ἡμῶν τὸν ὕμνον τοῦτον πρός Σε Πάναγνε, κράζοντες·


Ἀλληλούια.


Ρήτορες λογοπλόκοι λόγους οὐκ ἔχουν περιγράφειν τὰς βασάνους ἅς Σὺ ὑπέφερας Σῶτερ ἡμῶν ὑπὸ τῶν στρατιωτῶν τῶν θεμένων ἐπὶ τῇ κεφαλῇ Σου στέφανονν ἐξ ἀκανθῶν καὶ ἐνδυσάντων Σε πορφύραν, λέγοντες: « Χαῖρε, ὁ Βασιλεῦς τῶν ‘Ιουδαίων!» ραπίζοντές Σε κατὰ τὸ πρόσωπον. ‘Αλλὰ ἡμεῖς, Μῆτερ τοῦ Θεοῦ, γνῶντες τὰς Σὰς Βασάνους, βοῶμεν·

Χαῖρε, ἡ θανατούμενον ὑπὲρ ἡμῶν τὸν Υἱὸν Σου ἰδοῦσα.

Χαῖρε, ἡ ὁρῶσα Αὐτὸν θανατούμενον ὑπὲρ ὑμῶν.

Χαῖρε, ἡ θρέψασα Αὐτὸν τῷ σῷ γάλακτι καὶ ἰδοῦσα ἐπὶ ξύλου κρεμάμενον.

Χαῖρε, ἡ ἐπωδύνως βιώσασα τὸ πάθος αὐτοῦ καὶ τὴν ἀδικίαν.

Χαῖρε, ἡ καθορῶσα τοὺς μαθητὰς ἅπανταςμακρόθεν αὐτοῦ ἱσταμένους

Χαῖρε, ἡ ἰδοῦσα Αὐτὸν σταυρούμενον ὐπὸ χεῖρας ἀνόμων.

Χαῖρε, πολυοδυνομένη Μῆτερ τοῦ Θεοῦ, τρέψον τὰς θλίψεις ἡμῶν εἰς χαρὰν καὶ πράυνον καρδίας κακάς.

Σῶσαι τὸν Κύριον θέλων Πιλάτος εἶπεν τοῖς Ἰουδαῖοις: «Ἐστὶ συνήθεια ὑμῖν ἵνα ἕναν ὑμῖν ἀπολὐσω ἐν τῷ πάσχᾳ. Βούλεσθε οὖν ὑμῖν ἀπολύσω τὸν βασιλέα τῶν Ἰουδαίων; Οἱ δὲ πάντες ἐκραύγασαν λέγοντες: « Μὴ τοῦτον ἀλλὰ τὸν Βαραββᾶν.» Εὐχαριστοῦμεν τὸ μέγα ἔλεος τοῦ Οὐρανίου Πατρός, τοῦ ἠγαπηκότος τόσον τὸν κόσμον ὥστε παρέδωκεν τὸν μονογενή Του Υἱὸν ἵνα σταυρωθῇ καὶ ἐλευθερώση ἡμᾶς ἐν τοῦ αἰωνίου θανάτου, διὸ καὶ ἡμεῖς βοῶμεν· Ἀλληλούια.



Τεῖχος γενοῦ καὶ ὀχύρωμα ἡμῶν, Δέσποινα, τοὺς πεφορτισμένων θλίψεις καὶ βασάνους. Ὅτι καὶ Σὺ ὑπέφερας ἀκούουσα τὺς Ἰουδαίους κράζοντας: «Σταύρωσον, σταύρωσον αὐτόν!» Νῦν ἐπάκουσον ἡμῶν τῶν βοῶντων πρός Σε·


Χαῖρε, Μῆτερ τοῦ ἐλέους, ἡ σπογγίσασα πᾶν δάκρυον ἡμῶν τῶν σκληρῶς βασανιζομένων.

Χαῖρε, ἡ χαρίσασα ἡμῖν δάκρυα εἰλικρινοῦς μετανοίας.

Χαῖρε, ἡ σώζουσα ἁμαρτωλούς άναξίους.

Χαῖρε, ἡ χριστιανῶν ἀκαταίσχυντος προστάτις.

Χαῖρε, ἡ σώζουσα ἡμᾶς ἀπὸ τῶν παθῶν καὶ τῶν πταισμάτων ἡμῶν.

Χαῖρε, ἡ παραμυθίαν παρέχουσα εἰς τὰς καρδίας τῶν πικρῶς θλιβομένων.

Χαῖρε, πολυοδυνομένη Μῆτερ τοῦ Θεοῦ, τρέψον τὰς θλίψεις ἡμῶν εἰς χαρὰν καῖ πράυνον καρδἰας κακάς.

Ὕμνον προσφέρομεν ἀπὸ βάθους καρδίας τῷ Σωτῆρι τοῦ κόσμου διὰ τὸ ἐθελούσιον Πάθος Αὑτοῦ καταδεξαμένου σταυρωθῆναι εἰς τόπον Γολγοθᾶ. Καὶ ἰδῶν ὁ Ἰησοῦς τήν Μητέραν Αὐτοῦ καὶ τὸν μαθητὴν ὅν ἠγάπα, εἶπεν τῷ μαθητῇ Αὐτοῦ: «’Ιδοῦ ἡ μήτηρ σου.» Καὶ ἔλαβεν ὁ μαθητὴς αὐτὴν είς τὰ ἴδια. Ἀλλὰ, Σὺ Μῆτερ τοῦ Θεοῦ, ὁρῶσα τὸν Υἱὸν καὶ Κύριόν Σου ἐπὶ τοῦ σταυροῦ ἐβόησας τῷ Θεῷ τῷ Ὑψίστῳ·

Ἀλληλούια.



Φῶς Μου, Υἱὲ Μου καὶ Θεὲ προαιώνιε, ἁπάσης κτίσεως Ποιητά! Κύριε, πῶς ἠνέχθης σταυρόν; Ἡ Ἁγνὴ Παρθένος, δάκρυα χέουσα ἐβόα: « Τῇ φοβερᾷ γεννήσει Σου, Υἱὲ Μου, μεμακάρισμαι.Νῦν δε ὁρῶσα Σε ἡ μήτρα μου πυρὶ φλέγεται.» Διὸ καὶ ἡμεῖς, δάκρυα χέομεν, ἐνθυμούμενοι τὰς βασάνους Σου καὶ βοῶμεν πρός Σε·


Χαῖρε, ἡ τρωθεῖσα δεινῶς τῇ καρδίᾳ πολλαπλοῖς τραύμασι.

Χαῖρε, ἡ ἰδοῦσα ὀδυνομένη τὸ ἐθελούσιον τοῦ Υἱοῦ Σου Πάθος.

Χαῖρε, ἡ καθορῶσα τὸν ἠγαπημένον Υἱόν Σου δεινῶς χλευαζόμενον.

Χαῖρε, ἡ ἀμνάς τὸν Υἱόν Σου στέρξασα ἰδεῖν ὡς ἀμνὸν ἐπὶ σφαγὴν ἀγόμενον.

Χαῖρε, ἡ ἰδοῦσα τὸν θεραπεύοντα ψυχὰς καὶ σώματα ἐν πληγαῖς ὅλον ὄντα.

Χαῖρε, ἡ ἐκ νεκρῶν τὸν Υἱὸν Σου ἀναστηθέντα ἰδεῖν ἀξιωθεῖσα.

Χαῖρε, πολυοδυνομένη Μῆτερ τοῦ Θεοῦ, τρέψον τὰς θλίψεις ἡμῶν εἰς χαρὰν καὶ ἁπάλυνον καρδίας κακάς.


Χάρισας ἡμῖν παντελεήμων Σῶτερ ἔλεος, ἀφεὶς τὸ πνεῦμα Σου ἐπὶ τοῦ Σταυροῦ καὶ σχίσας τὸ χειρόγραφον τῶν ἁμαρτιῶν ἡμῶν: « Ἰδὲ τὸ Φῶς Μου, ὁ Θεὸς Μου ἐπὶ τοῦ Σταυροῦ θνήσκει!» ἡ Παρθένος μεγάλῃ ταραχῇ ἐφώνησε τῷ Ἰωσὴφ. « Σπεῦσον τῷ Πιλάτῳ καὶ ζήτησον ἵνα αἴρῃ Αὐτὸν ἀπὸ τοῦ Σταυροῦ.» Καὶ πρὸς τὸν Υἱὸν της λέγει: « Ὁρῶσα τὸ καθῃμαγμένον Σου Σῶμα γυμνὸν καὶ ἄδοξον ἐπὶ τοῦ Σταυροῦ, τέκνον Μου, ρομφαία διαπερνᾷ τὴν ψυχὴν Μου, ὡς προέφη Συμεὼν. Διὸ καὶ κράζω·


Ἀλληλούια.


Ψάλλοντες τὰ ἐλέη Σου, τοῦ γένους ἡμῶν Ἐραστά, γονάτοις προσπἰπτομεν ἐπὶ τῷ ἀφράστῳ ἐλέει Σου, Κύριε. Η δὲ Πάναγνος ἀνεφώνησεν: « Ἐπιθυμῶν σῶσαι τὴν Σἡν δημιουργίαν, παρέδωκάς Σε ἑαυτὸν εἰς τὸν θάνατον.» Ἀλλὰ τῇ ἀναστάσει Σου, Χριστέ, ἐλέησον πάντας ἡμᾶς τοὺς ἐπικαλουμένους τὴν Πάναγνον Μητέρα Σου·


Χαῖρε, ἡ ἰδοῦσα τὸν Πανάγαθον Κύριον ἄπνουν καὶ νεκρόν.

Χαῖρε, ἡ ἀσπαζομένη τὸ σῶμα τοῦ ὴγαπημένου υἱοῦ Σου.

Χαῖρε, ἡ ἰδοῦσα τὸ Φῶς τοῦ Κόσμου ἐσβεσμένον ἐπὶ τοῦ Σταυροῦ.

Χαῖρε, ἡ τυλίξασα τῷ Σῶμα Αὐτοῦ σινδόνι καθαρᾷ.

Χαῖρε, ἡ θέσασα τὸ τοῦ Κόσμου Φῶς ἐν τάφῳ.
Χαῖρε, ἡ ἰδοῦσα τὴν Ἀνάστασιν Αὐτοῦ ἐκ τῶν νεκρῶν.

Χαῖρε, πολυοδυνομένη Μῆτερ τοῦ Θεοῦ, τρέψον τὰς θλίψεις ἡμῶν εἰς χαρὰν καὶ ἀπάλυνον καρδίας κακάς.


Ὦ Πανύμνητε Μῆτερ, συντετριμμένη καὶ ἐν θλίψει οὖσα ἐπὶ τῇ Σταυρώσει τοῦ Υἱοῦ καὶ Θεοῦ Σου ( ἐκ γ΄), τἀ δάκρυα δέξαι καὶ τὰς θλίψεις ἡμῶν καὶ σῶσον ἀπὸ πάσης λύπης, ὀδύνης καὶ τοῦ αἰωνίου θανάτου, πάντας τους ἐλπίζοντας ἐπὶ Σε, ἱνα βοῶμεν τῷ Θεῷ·

Ἀλληλούια.



Προσευχές στην Μητέρα του Θεού ενώπιον της Εικόνας Της
Πραΰνουσα τας Κακάς καρδίας


ΠΡΩΤΗ ΠΡΟΣΕΥΧΗ 
Πολυοδυνόμενη Μήτερ του Θεού, την μακαριζομένην υπεράνω πασών των παρθένων, συμφώνως τη αγνότητι και τη ποικιλία των βασάνων των υποφερόντων εκ Σου τη γη. Εισάκουσον τας ικεσίας ημών και πράϋνον τας καρδίας των κακών ανθρώπων και προστάτεψον ημάς υπό την σκέπην του ελέους Σου. Ότι άλλην καταφυγήν και ένθερμη μεσίτρια εκτός Σου ου γινώσκομεν, αλλά ως έχουσα μεγίστην παρρησίαν ενώπιον του Ενός του γεννηθέντος υπό Σου, βοήθησον και σώσον ημάς ταις δεήσεσί Σου, ότι εκτός Σου ού δυνάμεθα ίνα επιτύχωμεν την Επουράνιον Βασιλείαν, όπου συν πάσι τοις Αγίοις, ψάλλομεν τον τρισάγιον ύμνον Ενί Θεώ εν Τριάδι,, νυν και αεί και εις τους αιώνας των αιώνων αιώνω. Αμήν.


ΔΕΥΤΕΡΑ ΠΡΟΣΕΥΧΗ

Τίς μη καλέσει Σε Ευλογημένη, Παρθένε Κεχαριτωμένη! Τις μη υμνήσει Σου την στοργήν προς το γένος των αθρώπων! Δεόμεθά Σου, ικετεύομεν Σε, μην εγκαταλείπεις ημάς εν δυστυχίαις· πραΰνον τας καρδίας ημών εν αγάπη και απόστειλον το έλεός Σου τοις εχθροίς ημών, ίνα απαλύνει τας καρδίας αυτών τη ειρήνη Σου προς ημάς τους καταδιωκόμενους υπ’ αυτών. Έτι του κόσμου μισούντων ημάς, έκτεινον την Σην αγάπην προς ημάς, δέξου ημάς και δος ημίν την θεοδώρητον χάριν της υπομονής, ίνα ανθέξωμεν άνευ γογγυσμού τους πειρασμούς, συμπλοκάς εν τω κόσμω Δέσποινα. Πραΰνον τας καρδίας των μοχθηρών ανθρώπων των επανιστάμενων εναντίον ημών, μήπως αι καρδίαι αυτών απολεσθώσιν εν τη αδικία, αλλά Κεχαριτωμένη, Συ ικέτευσον τον Σον Υιόν και Θεόν ημών όπως επισκιάσει τας καρδίας αυτών εν ειρήνη ίνα ο πονηρός, ο πατήρ του κακού καταισχυνθεί. Και ημείς ταπεινοί και αχρείοι καθώς ήμεν, ψάλλοντες την στοργήν Σου προς ημάς, υμνήσωμέν Σοι, Πανθαύμαστη Κυρία, Παρθένε Κεχαριτωμένη· επάκουσον ημών τη ώρα ταύτη, ότι αι καρδίαι ημών εισί βαρείαι, προφύλαξον ημάς εν ειρήνη και αγάπη ο είς τω ετέρω και προς τους εχθρούς ημών, τίλλε πάσαν αδυναμίαν και εχθρότηττα ήν έχομεν, ίνα υμνώμεν εις Σε και τω Υιώ Σου τω Κυρίω ημών Ιησού Χριστώ. Αλληλούια (εκ γ’).



ΤΡΙΤΗ ΠΡΟΣΕΥΧΗ

Ευχαριστούμεν Σοι, Κύριε ός αγαπάς την ανθρωπότητα, Βασιλεύ των αιώνων και δοτήρ πάντων των αγαθών. Συ διέλυσας εχθρότητα και εχάρισας ειρήνη παντί τω λαώ. Χάρισον νυν ειρήνην τοις δουλοις Σου και ενδυνάμωσον τον φόβον Σου εν αυτοίς, ούτως δυνάμεθα ίνα αγαπάμε αλλήλους. Πράϋνον διαφωνίας, αποδίωξον σκάνδαλα προκεκλημένα εκ λογομαχίας. Ότι Συ εί η ειρήνην ημών και είς Σε αποδίδομεν δόξαν τω Πατρί και τω Υιώ και τω Αγίω Πνεύματι, νυν και αεί και εις τους αιώνας των αιώνων. Αμήν


Η απόδοση από τα αγγλικά ἔγινε ἀπό τήν
κυρία Εὐγενία Κόλλια Φιλόλογο

24 ΟΙΚΟΙ ΤΗΣ ΘΕΟΤΟΚΟΥ ΕΙΣ ΤΗΝ ΑΝΑΣΤΑΣΙΝ ΤΟΥ ΚΥΡΙΟΥ


Κοντάκιον Ήχος πλ’δ’
- Τῇ Ὑπερμάχῳ-
ς  Ζωηφόρος  Τοῦ Κυρίου ἡμῶν Μήτηρ,
Τῶν οὐρανῶν ὑψηλοτέρα ἀνεδείχθης,
Ἀνυμνοῦμεν οἱ πιστοὶ καὶ μεγαλύνωμεν.
Ἀλλ’ὡς φέρουσα Ζωῆς Κυρίου νάματα,
Ἐκ θανάτου ψυχικοῦ ἡμὰς ἀπάλλαξον,
Ἵνα κράζωμεν ,
Χαῖρε ἡ  Μήτηρ τῆς Ζωῆς ἡμῶν.



ΣΤΑΣΙΣ  ΠΡΩΤΗ

γγελος ἑξαστράπτων τῷ μνημείῳ επέμφθη
κηρύξαι τὴν Ἀνάστασιν πάντων

(Χαῖρε  Μήτηρ τῆς Ζωῆς ημών  -ἐκ΄γ΄-)

Καὶ  σὺν τῇ ἀσωμάτῳ αὐτοῦ φωνὴν , Ἀναστάντα  θεωρῶν Σὲ Κύριε ,ἐξίστατο καὶ ἵστατο βοῶν τῇ Θεοτόκῳ  ταῦτα.

Χαῖρε δι’ἧς τὰ μνημεῖα καινούνται
Χαῖρε δι’ἧς τεθνηκότες ζωούνται
Χαῖρε ἡ φωτίζουσα τὰ ταμεῖα τοῦ Ἅδου.
Χαῖρε ἡ συντρίψασα τοὺς μοχλοὺς τοῦ θανάτου.
Χαῖρε τοῦ Παραδείσου τῆς πύλης τὸ ῥόπτρον,
Χαῖρε τοῦ Βασιλέως τὸ πάναγνον  ῥόδον.
Χαῖρε δι’ἧς ὁ Ἀδὰμ τοῦ θανάτου ἀνίσταται
Χαῖρε δι’ἧς τῆς φθορᾶς οἱ Βροτοὶ ἀπηλλάγημεν
Χαῖρε τῶν Μαρτύρων τὸ ἔνδοξον κλέος
Χαῖρε ἡ λαμπρύνουσα τὸ ἡμέτερον γένος
Χαῖρε δι’ἧς ἡ Ζωὴ ἐκ τοῦ τάφου ἀνέτειλεν
Χαῖρε δι’ἧς τῶν πιστῶν αἱ καρδία ἀγάλλονται

Χαῖρε  Μήτηρ τῆς Ζωῆς ἡμῶν.
Βλέποντες οἱ ἐν Ἄδῃ, τοῦ Κυρίου τὴν ἀνείκαστον δόξαν, ἔκραξαν Αὐτῷ θαρσαλέως. Ὁ Θεὸς καὶ   Ζωῆς  χορηγός ,  πως κατεδέχθεις ενθάδε  ἐλθεῖν ὡς κραταιὸς καὶ τὰ δεσμὰ τοῦ διαβόλου συνθλᾶσαι;  Κράζοντες

Ἀλληλούϊα

Γνῶσιν ἄγνωστον γνῶναι ,Ἰωάννης σὺν Πέτρῳ ζητοῦντες , ἔδραμον, σκοτίας ἔτι οὔσης, εἰς τὸ μνημεῖον.Καὶ θεωροῦντες κείμενα τὰ ὀθόνια μόνα, ἐβόων μετὰ δέους πρὸς τὴν Θεοτόκον
Χαῖρε τοῦ Παρακλήτου λαμπρὸν οἰκητήριον
Χαῖρε τῶν Ἀποστόλων τὸ μέγα ἐφύμνιον
Χαῖρε πύλη ἀδιόδευτος ὡς ὑπάρχεις ἀληθῶς
Χαῖρε ὄρος καὶ παλάτιον τοῦ Δεσπότου τοῦ παντὸς
Χαῖρε ὅτι βλυστάνεις τῆς ἁγνείας τὰ ἄνθη
Χαῖρε ὅτι  καὶ Μήτηρ καὶ Παρθένος ὑπάρχεις
Χαῖρε ἡ πικραίνουσα τοῦ θανάτου τὴν γεῦσιν
Χαῖρε ἡ γλυκαίνουσα τῶν πιστῶν τάς αἰσθήσεις
Χαῖρε ὅτι ὤλεσας τοῦ θανάτου τὸν θρόνον
Χαῖρε ὅτι ἤνοιξας Παραδείσου τάς θύρας
Χαῖρε δι’ἧς Ἀγγέλων τάξεις εὐφραίνονται
Χαῖρε δι’ἧς δαιμόνων θράση κατήργηνται

Χαῖρε  Μήτηρ τῆς Ζωῆς ἡμῶν.

Δύναμις Τοῦ Ὑψίστου ἐπεσκίασε τότε εἰς τοῦ Ἅδου τῶν χασμάτων τὰ ταμεῖα καὶ ἡ ἀφεγγὴς   αὐτοῦ τυραννὶς ἐσκυλεύθη τῷ Του Λόγου ἁγίῳ Φωτί, ἐν τῷ ψάλειν ἡμᾶς οὕτως